Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

ΒΡΑΒΕΙΑ ΖΑΝ ΜΟΡΕΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ 2022 (ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ 2021) - ΑΠΟΝΟΜΗ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

 

ΒΡΑΒΕΙΑ ΖΑΝ ΜΟΡΕΑΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ 2022

(ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ 2021)

ΑΠΟΝΟΜΗ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ


 

ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

 

Το Βραβείο για την καλύτερη ποιητική συλλογή απονέμεται στον Ηλία Κεφάλα για τη συλλογή του: γραφέας του φυσικού έπους, εκδ. Θράκα, 2021




Ο Ηλίας Κεφάλας γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Μέλιγος Τρικάλων. Ο Ηλίας Κεφάλας συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο σημαντικούς ποιητές της γενιάς του ᾽70. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, όπου και έζησε από το 1969 έως το 1992. Σήμερα ζει και πάλι στον γενέθλιο τόπο του, παρακολουθώντας φωτογραφικά τη φύση, γράφοντας ποίηση, δοκίμιο και πεζογραφία και ασκώντας λογοτεχνική και εικαστική κριτική, σε περιοδικά λόγου και τέχνης. Ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο και περιστασιακά με την τηλεόραση. Μεταφράζει και παρουσιάζει γαλλόφωνους ποιητές. Σε στήλη του περιοδικού "Ευθύνη" δημοσιεύει κριτικές αποτιμήσεις προσώπων και κειμένων της νεοελληνικής γραμματείας, ως ύστερες εντυπώσεις από μια δεύτερη ανάγνωση. Σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά ("Αυγή", "Διαβάζω", "Εντευκτήριο", κ.λπ.) παρουσιάζει τις εντυπώσεις τους από τη σύγχρονη λογοτεχνική δημιουργία. Συντελεί στην έκδοση της επιστημονικής επετηρίδας "Τρικαλινά". Συνεργάζεται με τα κυριότερα λογοτεχνικά περιοδικά, όπου φιλοξενούνται ποιήματά του και άλλα κείμενα. Παλαιότερα διακόνησε επισταμένως της κριτική βιβλίου στα περιοδικά "Τομές", "Νέες Τομές", "Διαβάζω" και "Οδός Πανός", όπου φιλοξενήθηκαν περισσότερα από χίλια κείμενά του. Κάποια ποιήματα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά και πολωνικά.

 

 

ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΣ/-Η ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

 

Απονέμονται 2 Πρώτα Βραβεία ισότιμα στους:

Νικόλαο κιχέμ Κοτσαμπουγιούκη, για τη συλλογή του «εν συντομία», εκδ. ΑΩ, 2021

και

Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη, για τη συλλογή της Αρμενόπετρα, εκδ. Μανδραγόρας, 2021

 

ΣΚΕΠΤΙΚΟ

 

Ένα ερώτημα καίριο που αφορά στο σύγχρονο  ποιητικό τοπίο είναι τι θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια δημιουργική ανανέωσή του. Χωρίς να αρνείται κανείς τον σεβασμό προς ό,τι έχει προηγηθεί (σε ύφος, σε γλώσσα, σε θεματική) ενδιαφέρουν εδώ τα στοιχεία εκείνα που, με το ανάλογο φυσικά ρίσκο, θα ανοίξουν μια ρωγμή στο δεδομένο σκηνικό για να προσφέρουν  την ποθητή αναζωογονητική ανανέωση, να συγκεράσουν ό,τι καλύτερο από την παραδοσιακή μορφολογία με ό,τι πιο εμπνευσμένο από τη νεωτερική. Κάθε φορά που ο ποιητικός λόγος ξεφεύγει από τις στερεοτυπικές μορφές και τολμά να συνδυάζει, για παράδειγμα, τον δομημένο σε στροφές στίχο με εμβόλιμα χειμαρρώδη συχνά πεζόμορφα κείμενα, καταδεικνύει πως προχωράει ένα βήμα πιο πέρα, πως εισηγείται μια ανανέωση στη μορφή. Όταν, πάλι, ενσωματώνονται στον ποιητικό λόγο διακειμενικές αναφορές, είτε ως εμφανείς αφορμές για την προσωπική ποίηση είτε ως έναυσμα για ανάλυση, διακρίνεται η τάση να εισχωρεί η ποίηση (με τις δικές της βιωματικές καταγραφές) στα γραπτά των άλλων, εν είδει μιας ενδιαφέρουσας συνομιλίας. Αλλά και όταν αρκείται το ποίημα στο ελάχιστο δυνατό «σώμα», των λίγων λέξεων που συμπυκνώνουν το νόημα, φαίνεται καθαρά πως ξεπερνιέται εύστοχα ο ανούσιος βερμπαλισμός άλλων εποχών. Η αναμενόμενη σε νέους ποιητές προβολή του «εγώ» δεν θα πάψει ίσως ποτέ να απαντά στην ποίηση, ωστόσο έχει ενδιαφέρον η προέκτασή του για να αγκαλιάσει μια ολόκληρη γενιά ή, ακόμα καλύτερα, για να δείξει μια κοινωνική ευαισθησία απρόσμενη για τη σύγχρονη εποχή αλλά και για τη νεαρή, εγωπαθή εν πολλοίς, ηλικία. Ευρηματικοί γλωσσικοί συνδυασμοί που πάντα θεωρούνται ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις στα τετριμμένα της μορφής, αλλά και η εικονοπλασία που από μόνη της ποιεί λόγο, συνιστούν εν μέρει μια μορφή ανανέωσης, καθώς δεν είναι μεν καινούργιες επινοήσεις, όμως η όλο και πιο υπερβατική αλλά και νοηματικά έγκυρη σύζευξη λέξεων, όπως και η διεύρυνση της θεματικής των εικόνων οδηγεί την ποίηση σε νέους δρόμους. Οι παραπάνω περιπτώσεις διαμορφώνουν ένα νέο σκηνικό, τολμηρό συχνά, καινοτόμο και ρηξικέλευθο, το οποίο πέρα από ένα αρχικό ξάφνιασμα έχει τη δυναμική να προσελκύσει το ξεχωριστό ενδιαφέρον και, ακόμη περισσότερο, να αποτελέσει ένα καινούργιο όριο για υπέρβαση στους επόμενους ποιητές. Είναι ένας τρόπος για να πούμε πως η ποίηση ανανεώνεται, προχωράει και εισηγείται το καινούργιο. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο ποιητικός λόγος σχηματίζει μια ενιαία σύνθεση σε μορφή και σε θεματική, αποδεικνύοντας έτσι πως μια ποιητική συλλογή δεν αποτελεί μια τυχαία συνύπαρξη ποιημάτων.

Στη φετινή μας κρίση για τις πρώτες εμφανίσεις στην ποίηση (για εκδόσεις του 2021), όπως πάντα βρεθήκαμε μπροστά σε μια πληθώρα ποιητικών συλλογών. Πέρα από την καλή πρόθεση των περισσότερων νέων δημιουργών, πέρα από τη φιλότιμη διάθεση αρκετών από αυτούς να υπηρετήσουν με σοβαρότητα την υπόθεση της ποίησης, θελήσαμε να διακρίνουμε τις περιπτώσεις αυτές που έδειξαν να έχουν τη δυναμική να δημιουργήσουν συν τω χρόνω ένα προσωπικό ύφος ανανεώνοντας το ποιητικό τοπί




 Ο Νικόλαος κιχέμ Κοτσαμπουγιούκης έχει σπουδάσει πληροφορική, ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Γράφει ποίηση και παραμύθια, και δουλειές του έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Αρθρογραφεί στην πολιτιστική εφημερίδα Ο Εξαρχιώτης. Ασχολείται με τη φωτογραφία (πραγματοποίησε ατομική εικαστική έκθεση στο Σαν Φραντζίσκο, έχει συμμετάσχει σε φωτογραφικές ομαδικές εκθέσεις και έχει βραβευθεί σε πανελλήνιους και διεθνείς διαγωνισμούς). Παράλληλα ασχολείται και με τον κινηματογράφο, με την πρώτη του πειραματική ταινία, με τον τίτλο half να συμμετέχει στο 11ο ψηφιακό φεστιβάλ κινηματογράφου Αθήνας καθώς και στο πειραματικό φεστιβάλ video hackers στην Ιταλία. Η συλλογή «εν συντομία», ΑΩ εκδόσεις 2021, είναι η πρώτη του ποιητική.

 Αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη η πρώτη εμφάνιση στην ποίηση του Νικόλαου Κοτσαμπουγιούκη,  ως σπονδή στο ελάχιστο, πλην ουσιώδες. Δεν συναντάμε συχνά πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές που να αρκούνται σε όσα η δυναμική των εύστοχων λέξεων μπορεί να προσδώσει στο (πολύπαθο από περιττολογίες) ποιητικό τοπίο. Εδώ τα ποιήματα έχουν κάτι από φωτογραφικές λήψεις, μεταμορφωμένες σε λέξεις, που αιχμαλωτίζουν αιφνιδιαστικά τα επιλεγμένα σκηνικά, αποδίδοντας όχι μόνον τις φωτοσκιάσεις αλλά και την ψυχή των πραγμάτων. Μια ψυχή που συμβαδίζει με αυτή του δημιουργού των εκλεκτών εικόνων. Η χρήση της πρωτοπρόσωπης φωνής στην ποίηση του Κοτσαμπουγιούκη δεν αποπνέει καμία εγωπαθή διάθεση (συνήθη και αυτή σε πρώτες εμφανίσεις), αντιθέτως διαβάζοντας έχεις την αίσθηση ότι οι στίχοι σε εκπροσωπούν, σε μια παράδοξη μέθεξη του «εγώ» του ποιητικού υποκειμένου με το «εμείς όλοι». Λιτή και η εικαστική παρέμβαση, καθώς ο ποιητής ασχολείται και με τη φωτογραφία. Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, ένας γκρίζος ουρανός ως φόντο στο λευκό πουλί που πετάει προς ανοιχτό ορίζοντα. Μια ελπίδα, μια υποψία από φως που θα είναι ικανό να διαλύσει όσα σκοτάδια κρύφτηκαν στους στίχους. Ο ίδιος ο ποιητής προσφέρεται, με ό,τι ζωογόνο του αναλογεί, να δώσει αισιόδοξο μήνυμα, κι ας γέμισε συχνά τους στίχους του με δόση από θάνατο και αίμα Ποίηση που υπόσχεται πολλά, από τις πιο ελπιδοφόρες νέες παρουσίες.




Η Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη γεννήθηκε στο Βαχό Βιάννου και κατοικεί στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε Τεχνολογία Γεωπονίας, Παιδαγωγικές επιστήμες και  Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης  στη Δημιουργική Γραφή. Είναι καθηγήτρια Τεχνολογίας στο Γυμνάσιο Αρχανών. Συνεργάζεται με έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας ποιητικό και πεζό λόγο. Έργα της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις. Η ποιητική συλλογή Αρμενόπετρα (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2021) είναι η πρώτη της εμφάνιση στην ποίηση.

Η ποίηση της Μαρίνας Μιχαήλ Χρηστάκη έχει τη σιγουριά που προσδίδει η δυναμική των λέξεων, και δομεί τα ποιήματά της εμφυσώντας ψυχή στο ελάχιστο «σώμα» τους, προκειμένου να ενωθούν με τη δημιουργό τους και να την οδηγήσουν αυτές, κατά τη δική τους βούληση και αυτονομία. Χωρισμένη η συλλογή σε τρία μέρη («Ανισόπτερη λιβελλούλα», «Τ’ αχτένιστα ποιήματα», «Αρμενόπετρα»), σε μια κοινή όμως θεματική: μια συνομιλία με την ίδια την ποίηση, ως έμπνευση, ως επεξεργασία, ως παρουσία, που ανασαίνει και κυκλοφορεί από την αρχική ιδέα, μένοντας ζωντανή (και συχνά αυτόνομη) ώς την τελική μορφή. Δείγμα ώριμης αντιμετώπισης της ποιητικής υπόθεσης,  το γεγονός πως στοχεύεται σ’ αυτή την ποίηση το «υλικό» περίβλημα, το σύμβολο, ο κώδικας, προκειμένου να χτιστεί το ποίημα, υπερβαίνοντας όμως αναπόφευκτα αυτό το αρχικό υλικό στοιχείο και αφήνοντας πλέον τις λέξεις αποδεσμευμένες από την αφορμή τους μέσα στη μαγική πολυσημία τους, λέξεις «άκαφτες» που επιμένουν να ζουν στο μυαλό και παραμένουν εσαεί ζωντανές: Ποιήματα «αχτένιστα» που αφρόντιστα διαβαίνουν ανάμεσα σε διαύγεια και σκοτεινότητα, Τέλος, μεταμορφωμένη η ποιήτρια σε Αρμενόπετρα, πάλι θα ατενίσει την ποίηση, θα ψάξει για την αλήθεια των λέξεων που μετασχηματίζονται σε ποίημα. Το γεγονός ότι όλα αυτά συντελούνται σε μια πρώτη εμφάνιση στην ποίηση, καθιστά την περίπτωση της Χρηστάκη εξόχως ενδιαφέρουσα. Μια ποιήτρια που η Ποίηση ασμένως την καλωσορίζει. Η εικαστική παρέμβαση είναι της Βασιλικής Πανταζή.

 

ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

 

Το Βραβείο για το σύνολο του έργου και τη συνολική προσφορά στα ελληνικά γράμματα απονέμεται στον ποιητή, δοκιμιογράφο-κριτικό λογοτεχνίας Δημήτρη Δασκαλόπουλο

 


Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος γεννήθηκε το 1939 στην Πάτρα. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα. Από το 1962 ως τη συνταξιοδότησή του, το 1996, εργάστηκε ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα. Κατά το διάστημα 1984-1996 είχε αναλάβει την έκδοση του πολιτιστικού περιοδικού της Τράπεζας, "Εμείς", και την τελευταία δεκαπενταετία της υπηρεσίας του ήταν υπεύθυνος του Τομέα Εκδόσεων & Ιστορικού Αρχείου της Τράπεζας και διευθυντής Δημοσίων Σχέσεων. Το 2006 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει ποίηση, δοκίμια και μελέτες για θέματα νεοελληνικής λογοτεχνίας. Έχει επιμεληθεί εκδόσεις έργων του Σεφέρη και έχει συντάξει βιβλιογραφίες για τον Σεφέρη, τον Γ. Κ. Κατσίμπαλη, τον Σικελιανό, τον Ελύτη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τη Νόρα Αναγνωστάκη, τον Κ. Π. Καβάφη και πολλούς άλλους. Επίσης, υπήρξε μόνιμος συνεργάτης του περιοδικού "Εντευκτήριο" , της εφημερίδας "Τα Νέα" ως βιβλιοκριτκός και επιφυλλιδογράφος, καθώς και τακτικός συνεργάτης της εγκυκλοπαίδειας "Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα". Είναι μέλος του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α), της Εταιρείας Συγγραφέων, της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού, της Εταιρείας Σπουδών Μωραΐτη. Χρημάτισε αναπληρωματικό μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας και κατά το διάστημα 2000-2004 υπήρξε αντιπρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Έχει λάβει μέρος στην επιτροπή απονομής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, καθώς και στην ανάλογη του περιοδικού "Διαβάζω". Το 1990 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην επιτροπή απονομής του ευρωπαϊκού αριστείου λογοτεχνίας (Δουβλίνο). Έχει προσκληθεί και συμμετάσχει σε πολυάριθμα συνέδρια, συμπόσια και ημερίδες. Το 2015 βραβεύθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

 

ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ «ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ»

Το ειδικό Βραβείο «Κωστής Παλαμάς» απονέμεται στον Καθηγητή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Γεράσιμο Γ. Ζώρα

 




Ο Γεράσιμος Γ. Ζώρας γεννήθηκε στην Αθήνα (1959), όπου και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή, λαμβάνοντας πτυχίο Φιλολογίας (1981) και διδακτορικό δίπλωμα (1991). Επίσης έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης (1981-1983) και αργότερα διενήργησε μεταδιδακτορική έρευνα σε βιβλιοθήκες της Αιώνιας Πόλης (1992). Είναι καθηγητής στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου διδάσκει ιταλική και συγκριτική λογοτεχνία, από το 1995. Πολλές επιστημονικές εταιρίες τον έχουνε εκλέξει μέλος τους, όπως ο Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, η Αρχαιολογική Εταιρία, η Εθνική Εταιρία των Ελλήνων Λογοτεχνών, η Φιλεκπαιδευτική Εταιρία, ο Μουσικός και Δραματικός Σύλλογος Ωδείων Αθηνών, το P.E.N. Club, η Societe Europeenne de Culture της Βενετίας, η Accademia Letteraria Arcadia της Ρώμης. Είναι μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστής Παλαμάς, ενώ μετέχει της επιτροπής Κρατικών Βραβείων του Υπουργείου Πολιτισμού. Είναι μέλος συντακτικών επιτροπών επιστημονικών περιοδικών που εκδίδονται στην Ελλάδα και την Ιταλία (Παρνασσός, Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής, Lenguistica e Letteratura, Sincronie, Studi danteschi). Έχουν δημοσιευθεί περισσότερα από εκατό άρθρα του σε έγκριτα περιοδικά, ενώ έχουν κυκλοφορήσει δέκα βιβλία του από ελληνικούς και ιταλικούς εκδοτικούς οίκους. Το 2002, ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Carlo Azeglio Ciampi του απένειμε το παράσημο του Cavaliere του Τάγματος Ευποιίας της Ιταλικής Δημοκρατίας. Το 2009, εκλέχτηκε πρόεδρος του Συλλόγου του Διδακτικού Προσωπικού της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

 

Το Βραβείο για το σύνολο του έργου και την συνολική προσφορά στα ελληνικά γράμματα στο εξωτερικό  απονέμεται στην ελληνίστρια-μεταφράστρια Gonda Van Steen.

 

 


Η Gonda Van Steen είναι η πρώτη γυναίκα που κατέχει την ιστορική θέση της έδρας «Κοραή» για τη Νέα Ελληνική και Βυζαντινή Ιστορία, Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών και στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών του King's College του Λονδίνου. Από το 2018 είναι επίσης Διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του ίδιου Κολλεγίου.

Το πρώτο βιβλίο της, Δηλητήριο σε στίχο: Ο Αριστοφάνης στη Σύγχρονη Ελλάδα, εκδόθηκε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις του Πρίνστον το 2000 και τιμήθηκε με το Βραβείο «Ιωάννης Δ. Κριτικός» από την Ελληνική Εταιρεία του Λονδίνου Το τελευταίο βιβλίο της, Ζητούνται παιδιά από την Ελλάδα: Υιοθεσίες στην Αμερική του Ψυχρού Πολέμου (Αθήνα: Ποταμός, 2021) είναι η πρώτη μελέτη που αποκάλυψε την αμφιλεγόμενη ιστορία των μεταπολεμικών υιοθεσιών Ελληνόπουλων στις ΗΠΑ και την Ολλανδία και κέρδισε το «Book Prize 2019» της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών. Η ίδια αναφέρει για το βιβλίο της: Αυτές οι προσωπικές μαρτυρίες εμβαθύνουν στην ξεχασμένη ιστορία των μεταπολεμικών και ψυχροπολεμικών υιοθεσιών από την Ελλάδα στις ΗΠΑ και την Ολλανδία. Περίπου 4.000 Ελληνόπουλα αποτέλεσαν αντικείμενο αυτού του πρώτου μαζικού κύματος οργανωμένων διεθνών υιοθεσιών. Εκατοντάδες αυτών των ελληνικής καταγωγής υιοθετημένων, τώρα ηλικιωμένων ενηλίκων, είναι τώρα πρόθυμοι να πουν τις ιστορίες τους - αυτοπροσώπως και γραπτώς. Έχει παράλληλα αναπτυχθεί μια εκστρατεία ακτιβισμού, για να αποκτήσουν τα υιοθετημένα άτομα απρόσκοπτη πρόσβαση στα έγγραφα που σχετίζονται με την πρώιμη παιδική τους ηλικία και τη διαδικασία υιοθεσίας. Τώρα η συγγραφέας ετοιμάζει τη σχολιασμένη έκδοση των Απομνημονευμάτων ενός εμφυλίου πολέμου τα οποία συνέγραψε ένας Αμερικανός κοινωνικός λειτουργός που εργαζόταν σε υπηρεσίες αρωγής στη Βόρεια Ελλάδα: The Battle for Bodies, Hearts and Minds in Postwar Greece: Social Worker Charles Schermerhorn in Thessaloniki, 1946-1951 (Routledge, 2024).

 

ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ «ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΑΚΑΣ»

 

Το ειδικό Βραβείο «Θανάσης Νάκας» απονέμεται στον Συμεών Γρ. Σταμπουλού, θεωρητικό της λογοτεχνίας και της μετάφρασης, δοκιμιογράφο και μεταφραστή, για τη συνολική του προσφορά στην ελληνική γλώσσα, τη φιλολογική μελέτη, το κριτικό έργο και τη μετάφραση.

 


Ο Συμεών Γρ. Σταμπουλού έχει σπουδές στην ιστορία και στην κλασική αρχαιολογία. Είναι διδάκτορας στο έργο του Γιάννη Σκαρίμπα, με τίτλο της διατριβής του "Πηγές της πεζογραφίας του Γιάννη Σκαρίμπα: ο λόγος της σιωπής στη σκηνή του μεσοπολέμου", 1991-1996, ΣΩΒ, Αθήνα 2007. Παρακολούθησε μαθήματα συγκριτολογίας στο πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν, ένα από τα παλαιότερα της Γερμανίας και της Ευρώπης με έτος ίδρυσης το 1477, στη Βάδη - Βυρτεμβέργη, όπου πραγματοποίησε την εργασία "Ο ιερός Τύραννος. Η αναμέτρηση του Friedrich Hölderlin με τον Σοφοκλή", DWV, Baden-Baden 2011. Κυκλοφορεί η συγκριτολογική μελέτη με άξονα το συνολικό έργο του Γιάννη Σκαρίμπα, "Ο ίσκιος της γραφής: μελέτες και σημειώματα για τον Γιάννη Σκαρίμπα", σε 104 σελ., εκδόσεις Άγκυρα, 2009. Το δοκίμιο R.M. Rilke-P. Celan., "Από την ελεγεία στο ερεβώδες ποίημα", Άγκυρα, 2011. Πρόσθετα, Novalis "Σκέψεις", Στιγμή 2012, μεταφράσεις έργων του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, "Ελεγείες από το Ντουΐνο", Στιγμή 2012, και ο τόμος Friedrich Hölderlin, Στιγμή, ποιήματα, 2013. Συγκριτολογικά δοκίμια και μεταφράσεις έργων των Nelly Sachs, G. Falkner, D. Grünbein, S. Lenz κ.α., δημοσιευμένα στα περιοδικά Νέα Εστία, Το Δέντρο, Μικροφιλολογικά, Οροπέδιο, Αντί κ.α. To 2013 τιμήθηκε με το Βραβείο Μεταφρασμένης Ποίησης "Άρης Αλεξάνδρου" και το 2014 με το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης Έργου Ξένης Λογοτεχνίας στην Ελληνική Γλώσσα (εξ ημισείας με τον Διονύση Καψάλη, μεταφραστή θεατρικού έργου του Σαίξπηρ), για τη μετάφραση του βιβλίου του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, "Ελεγείες από το Ντουίνο" (εκδ. Στιγμή, 2012). Έχει διδάξει ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, στα πανεπιστήμια του Ελσίνκι, και της Λειψίας, από το 2002 μέχρι το 2011.

 

Σκεπτικό

Το φετινό ΒΡΑΒΕΙΟ «ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΑΚΑΣ» των ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΖΑΝ ΜΟΡΕΑΣ απονέμεται στον θεωρητικό της λογοτεχνίας και της μετάφρασης, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Συμεών Σταμπουλού για τη συνολική του προσφορά στην ελληνική γλώσσα, τη φιλολογική μελέτη, το κριτικό έργο και τη μετάφραση.

Η θεσμοθέτηση βραβείων παίρνει ξεχωριστή σημασία, όταν βραβεύονται πρόσωπα που έχουν αφιερωθεί στο έργο τους, υπηρετώντας το με συνέπεια και αξιοσύνη, όπως ο αποψινός βραβευθείς με το «Βραβείο Θανάσης Νάκας». Ο Συμεών Σταμπουλού στα θεωρητικά του δοκίμια είναι αναλυτικός και διεισδυτικός, φθάνοντας στον πυρήνα της θεματικής που τον απασχολεί, εμπλουτίζοντας την επιστημονική μας σκευή με τις θέσεις του. Ομοίως και στις μεταφράσεις του, δεν αρκείται μόνον στην απόδοση/μεταγραφή του πρωτότυπου έργου, αλλά παραθέτει τη συνολική του άποψη για το έργο και τον συγγραφέα, όπως για παράδειγμα στην υποδειγματική απόδοση της Έρημης Γης του Έλιοτ, την οποία έχει εμπλουτίσει με Προλεγόμενα και Σημειώσεις που τοποθετούν το έργο στην εποχή του και στην εργογραφία και ζωή του συγγραφέα. Στην δε Αντιγόνη του, εκτός από τη μετάφραση και τον σχολιασμό προσθέτει τρία δοκίμια για την τραγωδία, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα, από τους: Friedrich Hölderlin, Søren Kierkegaard και Martin Heidegger, τα οποία σχολιάζονται διεξοδικά από τον ίδιο. Αυτά για να αναφέρουμε μόνον ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο εργάζεται πάνω στα κείμενα. Κυρίως, επομένως, με την ιδιότητα του εμβριθούς μελετητή βραβεύουμε σήμερα τον Συμεών Σταμπουλού με το «Βραβείο Θανάσης Νάκας».

 

 

ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΒΡΑΒΕΥΣΗΣ ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΝ:

 

-Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος, Καθηγητής Δημιουργικής Γραφής και Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας – Ποιητής (Πρόεδρος της επιτροπής)

-Γεωργία (Τζίνα) Καλογήρου, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας και Διδακτικής Εκπαίδευσης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Μέλος της επιτροπής)

-Λίνα Νικολακοπούλου, Ποιήτρια –Στιχουργός (Μέλος της επιτροπής)

-Διώνη Δημητριάδου, Ποιήτρια – Κριτικός Λογοτεχνίας (Μέλος της επιτροπής)

-Κώστας Κρεμμύδας, Ποιητής – Εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού Μανδραγόρας (Μέλος της επιτροπής)

-Αντώνης Δ. Σκιαθάς Ποιητής – Κριτικός Λογοτεχνίας- προεδρεύων στο Γραφείο Ποιήσεως (Μέλος της επιτροπής)

 

 





























Jenny Offill Καιρός μετάφραση: Κατερίνα Σχινά εκδόσεις Στερέωμα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Jenny Offill

Καιρός

μετάφραση: Κατερίνα Σχινά

εκδόσεις Στερέωμα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Jenny Offill: «Καιρός» (diastixo.gr)


 


Την Αμερικανίδα συγγραφέα Τζέννυ Όφιλ (Jenny Offill) συστήνουν στο ελληνικό κοινό οι εκδόσεις Στερέωμα, με το μυθιστόρημα Καιρός, σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά. Σε πρώτο πρόσωπο η Λίζι, μια γυναίκα που πλησιάζει τη μέση ηλικία, θα αφηγηθεί την ιστορία της, μέσα από μια δύσκολη καθημερινότητα που απαιτεί από αυτήν να ανταποκρίνεται στους πολλαπλούς ρόλους: μητέρα του ανήλικου Ιλάι, σύζυγος του Μπεν, αδελφή του καταθλιπτικού Χένρυ, κόρη της χήρας και θρησκόληπτης μητέρας. Έχοντας εγκαταλείψει τις σπουδές της, εργάζεται ως βιβλιοθηκάριος στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. Στην ήδη επιβαρημένη καθημερινότητά της θα προστεθεί άλλη μια υποχρέωση, να παρακολουθεί την αλληλογραφία της Σύλβια Λίλερ, της καθηγήτριάς της που ήταν υπεύθυνη για τη διπλωματική της εργασία, η οποία παρουσιάζει τη μελλοντολογικού χαρακτήρα ραδιοφωνική εκπομπή «Ο κόσμος να χαλάσει». Η Λίζι θα κληθεί να απαντάει καθημερινά στα εκατοντάδες μέιλ που δέχεται η εκπομπή από μια ποικιλία ακροατών με εμμονές, ιδεοληψίες, με ανησυχίες για την κλιματική αλλαγή και το επικείμενο τέλος του πλανήτη, με ρατσιστικές θεωρίες κατά των μεταναστών που ευθύνονται για όλα κ.λπ. Πώς θα επιδράσει αυτή η νέα κατάσταση στην ψυχοσύνθεση της Λίζι; Θα καταφέρει  να μην παρασυρθεί και αυτή στην ψυχοφθόρα αναμονή του τέλους της ανθρωπότητας;

Πρόκειται για μία αποσπασματική γραφή (όλο το κείμενο είναι χωρισμένο με αστερίσκους σε μικρές παραγράφους-σκηνές, που θυμίζουν ημερολογιακές καταγραφές, χωρίς να είναι όμως σελίδες από ημερολόγιο), με ιδιαίτερο ύφος, που παρασύρει και σε μία αποσπασματική ανάγνωση, σαν να παρακολουθεί τη σταδιακή εισχώρηση της Λίζι στο ζοφερό μελλοντικό τοπίο. Μια γραφή που «χτυπάει» κατά κύματα, όπως ο ψυχικός πόνος.

 

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο ψυχικός πόνος έρχεται κατά κύματα, είπε η Μάργκο στον Χένρυ, σ.148). 

 

Ο αναγνώστης αναγκάζεται να κάνει τις παύσεις του κάθε που η ηρωίδα διακόπτει τη ροή του λόγου της και περνάει σε άλλη κατάσταση, καθώς οι σκηνές διαδέχονται η μια την άλλη υποδηλώνοντας ταυτόχρονα την εποχή της ταχύτητας, της βραχύτητας του λόγου αλλά και της συνακόλουθης ανασφάλειας. Σκέφτεται, προβληματίζεται ενδεχομένως, παρακολουθεί τον ρυθμό της αφήγησης, κάτω από τη συγγραφική «καθοδήγηση». Ταυτόχρονα πρόκειται για μια γραφή με χιούμορ κατά τόπους, που εκτονώνει τις πιο σκοτεινές και δυσοίωνες υπαρξιακές σκέψεις, υποδηλώνοντας τη συναρμογή των δύο όψεων της πραγματικότητας. 


 Η Όφιλ τοποθέτησε συγγραφικά τον εαυτό της πίσω από τη λογοτεχνικά επινοημένη Λίζι (σε μία κοινή στάση παρατηρητή για συγγραφέα και ήρωα) για να μιλήσει για τη σύγχρονη πραγματικότητα. Όχι, φυσικά, για να υποστηρίξει τα ιδεοληπτικά σενάρια των καταστροφολόγων αλλά για να θίξει τους κινδύνους που παραμονεύουν πίσω από την οικολογική ανισορροπία, την πολιτική απραξία και την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων· ένα σχόλιο για τον σημερινό κόσμο. Το διογκούμενο σταδιακά άγχος της Λίζι είναι το ψυχοφθόρο άγχος που καταλαμβάνει όλους μας μπροστά στη διάσταση ανάμεσα στον ιδιώτη και τον πολίτη, μπροστά στην καταρράκωση των προσωπικών σχέσεων, στην αποδυνάμωση του κοινωνικού ιστού. Κατορθώνει να αναγάγει σταδιακά τον ατομικό φόβο σε συλλογική αγωνία για το μέλλον της ζωής. Ένας φόβος, όμως,  που ακόμη και με τη συλλογική του υπόσταση δεν παύει να εκκινεί από την ατομική κατάσταση, να τροφοδοτείται διαρκώς από αυτήν, οπότε μία παράμετρος για τη διαφυγή από το σκοτεινό τούνελ να εξαρτάται πάλι από το ίδιο το άτομο: να κατανοήσει τα όρια του εαυτού του και του κόσμου γύρω του,  να συνειδητοποιήσει τη θέση του σ’ αυτόν τον κόσμο, να αποφασίσει να δράσει.

 

Ένας άνθρωπος βλέπει τρομερά όνειρα. Τον καταδιώκει πάντα ένας δαίμονας. Ζητάει βοήθεια από έναν ψυχοθεραπευτή, κι εκείνος του λέει ότι πρέπει να αντιμετωπίσει τον δαίμονα, αλλιώς δεν θα απαλλαγεί ποτέ απ’ αυτόν. Ορκίζεται ότι θα το κάνει, αλλά κάθε νύχτα, στα όνειρά του, τρέχει  να ξεφύγει. Τελικά καταφέρνει να σταματήσει· στρέφεται και τον κοιτάζει κατάματα τον δαίμονα. «Γιατί με καταδιώκεις;» τον ρωτάει. Και ο δαίμονας λέει: «Δεν ξέρω. Δικό σου είναι το όνειρο». (σ.175).

 

Με αφορμή τον τρόμο που έχει καταλάβει τα τελευταία χρόνια όλο τον πλανήτη, η Όφιλ θέλησε να δείξει πώς (και αν) μπορεί κανείς να επιβιώσει μέσα στο ζοφερό κλίμα, που μοιάζει να καταργεί κάθε αισιόδοξη σκέψη. Με τη στάση της Λίζι να βοηθάει όσο μπορεί τους εξαρτώμενους από αυτήν ανθρώπους, παρά τα δικά της αδιέξοδα, παρουσιάζει σε μικρογραφία την ελπίδα συνολικά της ανθρωπότητας, με την αλληλεγγύη, τη συμπαράσταση, τη συλλογικότητα στις διεκδικήσεις, την κοινή φωνή να προβάλλουν ως μοναδικές επιλογές.  Ίσως θέλησε να προσθέσει, στις φωνές που ακούγονται από αρκετές πλευρές, μία γραφή που να ωθεί με τον δικό της τρόπο στην αφύπνιση; Ενδιαφέρουσα παράμετρος αυτή, αν δεχθούμε τη λειτουργία της λογοτεχνικής γραφής ως παράγοντα κοινωνικής, και πολιτικής ακόμη, δραστηριοποίησης. Παράλληλα, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη και μια άλλη πραγματικότητα, εμφανής και αυτή στο βιβλίο. Πόσο επιρρεπής είναι ο σύγχρονος άνθρωπος να ξεφύγει από την ιδιώτευσή του μέσα από μια συλλογική μαζική παράκρουση; Πώς λειτουργεί πάνω στη διαταραγμένη του ψυχοσύνθεση ένα μέσο ενημέρωσης, μια εκπομπή, εν προκειμένω, που συντηρεί και εντείνει τους πιο κρυφούς του φόβους;

 

Για μεγάλο διάστημα το αυτί μου έπιανε όσα έλεγαν οι απαισιόδοξοι. Έτρεμαν όταν διατύπωνες έστω και το παραμικρό παράπονο για την κατάσταση στη χώρα· οργίζονταν αν τυχόν είχες τη βεβαιότητα ότι το έδαφος ήταν σταθερό κάτω από τα πόδια σου. (σ.161).

 

Κάτω από αυτές τις πιθανές αναγνώσεις, θα μπορούσε το βιβλίο αυτό να αποκτήσει τη διάσταση μιας προειδοποίησης, που ξεφεύγει αρκετά από τις τυπικές προδιαγραφές της μυθοπλασίας. Ενδεχομένως, ναι. Ωστόσο, καθόλου δεν χάνει από τη λογοτεχνική του αξία, κυρίως με την καινοτόμο μορφή του αλλά και με το ύφος που την υπηρετεί πιστά – σημαντική ως προς αυτό η απόδοση στην ελληνική γλώσσα, που μεταφέρει τον αφηγηματικό ρυθμό. Μια υπενθύμιση, εν τέλει, πως υπάρχουν εύστοχοι τρόποι αφήγησης, λιγότερο δοκιμασμένοι στην πεζογραφία, που λειτουργούν άριστα.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Κυριακή 12 Μαρτίου 2023

Ελένη Σιγαλού Εκπνοές νερού εκδόσεις Κουκκίδα Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 Ελένη Σιγαλού

Εκπνοές νερού

εκδόσεις Κουκκίδα

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης




To 2022, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ‘Κουκκίδα’ η ποιητική συλλογή της Ελένης Σιγαλού που εν προκειμένω φέρει τον τίτλο ‘Εκπνοές νερού. Προοίμιο +32 Σονέττα+ Επιμύθιο’.

 Αυτή η τρίτη ποιητική συλλογή που εκδίδει η Ελένη Σιγαλού, καθότι, πριν από αυτή, είχαν προηγηθεί το ‘Το Αλφαβητάρι του Βλέμματος’ (Ηριδανός, 2013) και η συλλογή ‘Ιουλίου Όχλησις και 61 χαϊκού’ (Κουκούτσι, 2016). Η πρώτη της ποιητική παρουσία καταγράφεται στο συλλογικό έργο ‘Με όλες μας τις αισθήσεις’ (2010).

 Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να αναφέρουμε πως η Ελένη Σιγαλού καθίσταται, χρονολογικά, ποιήτρια της προηγούμενης δεκαετίας που υπήρξε η δεκαετία της κρίσης, με την ποιήτρια όμως να μην σπεύδει να πραγματευθεί ποιητικά την κρίση και τις διάφορες εκφάνσεις της στις ‘Εκπνοές νερού.’[1]

Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Και αυτό διότι, εν αντιθέσει με τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στο κυρίως μέρος αυτής, το ‘προοίμιο’ (μπορούμε να το αποκαλέσουμε το εναρκτήριο ποίημα) και το ‘επιμύθιο,’ προσλαμβάνουν την μορφή πεζού, ξεφεύγοντας με προσεκτικό τρόπο από την αμιγώς ποιητική σύνθεση.

Και αν το ‘προοίμιο’ με τίτλο ‘Το Κρεβάτι’ διαμορφώνει τις προϋποθέσεις μετάβασης στο κυρίως μέρος της συλλογής, παρέχοντας της την δυνατότητα να «οργανώσει» με τον πλέον βέλτιστο τρόπο το υλικό της, για να παραφράσουμε ελαφριά την Μαρία Βαχλιώτη,[2] τότε το ‘επιμύθιο’ το οποίο δεν βρίθει αφορισμών και αξιωμάτων, διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για την δημιουργία μίας επόμενης ποιητικής συλλογής.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Jacques Derrida τιτλοφορεί το δοκίμιο του που αναφέρεται στους Ηans-Georg Gadamer και στον ποιητή Paul Celan, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων. Μεταξύ δυο απείρων το ποίημα.’

Παραφράζοντας αυτόν τον τίτλο όσο χρειάζεται, θα υπογραμμίσουμε θεωρητικά πως στην περίπτωση της Ελένης Σιγαλού, τα ποιήματα αναπτύσσονται και παράλληλα οριοθετούνται μεταξύ του προοιμίου και του επιμύθιου και όχι του επίμετρου (τότε δεν θα μιλούσαμε για μία ποιητική συλλογή), με την ποιήτρια να μην διστάζει, επενδύοντας σε μία υπαρκτή και πλούσια ποιητική παράδοση, να τα χαρακτηρίσει Σονέττα.  

Και θεωρούμε ορθό αυτόν τον χαρακτηρισμό, ακριβώς διότι τα ποιήματα φέρουν μία μουσικότητα (και όχι προφορικότητα), η οποία ενισχύεται από την χρήση της ομοιοκαταληξίας, βοηθούν την ποιήτρια να διαχειρισθεί με τον καλύτερο τρόπο τα συναισθήματα της και τις μνήμες της, επιτρέπουν στον αναγνώστη να αντιληφθεί πως τα ποιήματα κινούνται πέραν της ελαφράς αισιοδοξίας και επίσης, της απελπισίας.

 Η χρήση της ομοιοκαταληξίας είναι συνεχόμενη και ευρεία, κάτι που συνιστά ισχυρό τεκμήριο του ό,τι η ποιήτρια θεωρεί πως η ομοιοκαταληξία αποτελεί μία από ασφαλή ‘οδό’  για την μετουσίωση των ιδεών σε ποίηση, χωρίς να χρειαστεί η καταφυγή σε άλλου τύπου γλωσσικές-μορφολογικές παρεκβάσεις.

Εστιάζοντας εκ νέου στην ποιητική παραγωγή των τελευταίων ετών, θα επισημάνουμε πως δεν έχουμε παρατηρήσει την χρήση, πολλώ δε μάλλον την συστηματική χρήση της ομοιοκαταληξίας, σε ένα λεπτό σημείο όπου αρκετοί ποιητές, και όχι απαραίτητοι της νεότερης γενιάς, κάνουν χρήση μοντερνιστικών τεχνικών προκειμένου να καταστήσουν το ποίημα ένα πολύπτυχο που ανοίγει και κλείνει  κατά πως μπορεί να θέλει ο ίδιος ο αναγνώστης.[3]

Ένα δεύτερο στοιχείο που εντοπίζουμε, σχετίζεται με την μη ιδιαίτερη χρήση κύριων ονομάτων, πέραν των ονομάτων μυθικών ηρώων και θεών, κινούμενη με βάση χρονικές περιόδους που έχουν την μορφή μίας εποχής του χρόνου.

 Το ποίημα ‘Άνοιξη’ είναι ενδεικτικό αυτού, όπως επίσης και ενδεικτικό μίας αναντιστοιχίας μεταξύ της συναισθηματικής κατάστασης και της εαρινής κίνησης και αναγέννησης της φύσης. «Έτσι όπως φύσαγε τ’ αγέρι άνθη φυτεύανε στο χώμα το φως γυμνό πάνω στο σώμα κ’ ήταν δεν ήταν μεσημέρι απ’ το παράθυρο κοιτούσες των μελισσών τ’ αλισβερίσι στο βάθος ένα κυπαρίσσι σε ρώτησε γιατί πενθούσες μισή γερμένη στο περβάζι έκλεβες λόγια όπου τα φύλλα λένε στη ρίζα όλο νάζι προτού ριχτούν στην κατρακύλα. Ή Άνοιξη πως κατεβάζει μια ψύχρα μιαν Ανατριχίλα!».[4]

Η έλευση της άνοιξης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δεν διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στη βελτίωση της ψυχο-συναισθηματικής κατάστασης. Είναι η έλευση της αυτή που συμβάλλει στην ενθύμηση της παρούσας κατάστασης, που προκαλεί τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, που επιφέρει μία «Ανατριχίλα».

Τι σημαίνει κάτι τέτοιο; Σημαίνει πως, ποιητικώ τω τρόπω, οι υποσχέσεις και οι προσδοκίες που γεννά, περισσότερο τρομάζουν, ακινητοποιούν ψυχο-συναισθηματικά, από την στιγμή όπου θέτουν στο επίκεντρο το ενδεχόμενο οι προσδοκίες ενός ατόμου να μην εκπληρωθούν. Να μην βρουν αντίκρισμα. Το διακύβευμα εδώ, είναι το  αποφευχθεί η έκθεση στον άλλο, στο άγνωστο που αυτός εμπεριέχει, διότι ελλοχεύει ο φόβος της συμβολικής «αποκαθήλωσης».[5]

Η αίσθηση της απώλειας που αυτή την φορά έχει την μορφή του θανάτου, αναδεικνύεται στο ποίημα ‘Ερειπίων Λάφυρα,’ εκεί όπου η επίκληση της μνήμης δεν αρκεί για να παρηγορήσει, για να καταλαγιάσει. Aυτό που επικρατεί είναι ο θάνατος και ό,τι ακολουθεί.

Η χρήση συγκεκριμένων λέξεων (και το «ερειπωμένο πατρικό» αναδύει μία τέτοια αίσθηση), επιτείνουν αυτό το κλίμα θανάτου. «Χορτάρια και ξεράθηκαν οι πεθαμένοι καίγονται πρόθυμα τη μνήμη λαμπαδιάζουν πληθαίνουν πλίνθοι τον σωρό σκιές τυρβάζουν. Στο ερειπωμένο πατρικό ποιος περιμένει; Πυρώνει η πέτρα μες στου ήλιου τη δαγκάνα σε ξύλο άρμενο την πίκρα που παστώνει σαράκι έσκαψε μεσημεριού ραστώνη νόστος σαν στάλαξε στου τέλους την αλάνα.

Καμπάνα ήχησε πουλί σταματημένο ρίχτηκε θάνατος στη μνήμη βουτηχτάρης. Χρυσάφι φίλημα στο στόμα ο βαρκάρης όσο κοστίζει η ζωή στον διψασμένο. Πηγάδι δίψασε του αγκαθιού το άνθος η μέρα στέγνωσε στου σκοταδιού το βάθος».[6] Εκτός από σειρά ομοιοκατάληκτων ποιημάτων, η ποιήτρια χρησιμοποιεί και εκφράσεις και λέξεις ποιητικές, όπως είναι εδώ η λέξη ‘βουτηχτάρης.’

  Η λέξη (το βουτηχτάρι είναι υδρόβιο πτηνό, ενώ ο βουτηχτάρης μπορεί να είναι αυτός που βουτά στο νερό την ημέρα των Θεοφανίων για την ανέγερση του σταυρού), ανασημασιοδοτείται διακριτικά, ώστε να φανεί το ό,τι η ποιήτρια, ως άλλος ‘βουτηχτάρης,’ θα ‘βουτήξει’ μέσα στη μνήμη της δική της (όχι μέσα στη ζωή του άλλου), για να ανασύρει στην επιφάνεια, όσο επώδυνο είναι αυτό, εικόνες και στιγμές που πρέπει να ‘διασωθούν’ από την οριστική λήθη. Πριν το πέρασμα του χρόνου σκεπάσει τα πράγματα.

Οι διάσπαρτες μνημονικές αναφορές εντός της ποιητικής συλλογής που δεν προσιδιάζει σε κανένα σημείο στην αμφισημία, που δεν καθιστά τον έρωτα πράξη αντίστασης, που δεν φωνάζει ‘είμαι εδώ,’  μοιάζουν να προετοιμάζουν το έδαφος για το τελικό επιμύθιο, στο οποίο η μνήμη και δη η ατομική-παιδική μνήμη κατέχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Στο επιμύθιο εμφανίζονται για πρώτη φορά εντός συλλογής ονόματα, που το κάθε ένα έχει όσο αξία του προσδίδει η ποιήτρια (ο θάνατος εδώ, συμβολικά και μη, καθίσταται σκληρός: ‘Στοιχειώνει’ την μνήμη). ‘Στου Ζερβού, ξανά,’ λειτουργεί το γλωσσικό σχήμα της παρομοίωσης το οποίο και θα υπογραμμίσουμε.

 Όπως γύρω από η «συκιά με τα μεγάλα μακρουλά κλαδιά χαμηλωμένα»[7] διαμορφώθηκαν εικόνες και αφηγήσεις, έγινε κατανοητή ως έναν βαθμό η αίσθηση του χρόνου, δομήθηκαν προσωπικές σχέσεις, έτσι και οι ‘Εκπνοές νερού’ καθίστανται μία συμβολική «συκιά» στα αναρριχώμενα κλαδιά της οποίας η ποιήτρια τοποθετεί ό,τι θέλει να τοποθετήσει. Mνήμες, εικόνες, λάθη, ολοκληρωμένα και ανολοκλήρωτα εγχειρήματα.

 Σίμος Ανδρονίδης



[1] Το ό,τι ένας ποιητής ή μία ποιήτρια μπορούν να ενταχθούν χρονολογικά στον εν ευρεία εννοία  ποιητικό ‘αστερισμό’ της προηγούμενης δεκαετίας, δεν σημαίνει το ό,τι οφείλουν (σε ποιον; ) να ακολουθήσουν, αυστηρά και μη, τα ποιητικά ‘ρεύματα’ που διαμορφώθηκαν, υιοθετώντας την αντίστοιχη μορφολογία, καθώς και την θεματολογία της περιόδου. Για παράδειγμα, ο ποιητής Βαγγέλης Χρόνης που έγραψε αρκετές ποιητικές συλλογές την προηγούμενη δεκαετία, δεν έσπευσε να ακολουθήσει αυτά τα ποιητικά ‘ρεύματα’ (σε ποιήματα διαφόρων συλλογών, ο ποιητικός λόγος φλέρταρε με την πολιτική κριτική, δίχως όμως να καταστεί πολιτικός ή αλλιώς, αμιγώς πολιτικός), εξακολουθώντας να επενδύει συμβολικούς-ποιητικούς πόρους προς την κατεύθυνση της μικρής ποιητικής φόρμας. Άρα, απέκλινε, και μάλιστα δραστικά, από την συγκρότηση και ανάπτυξη ενός ιδιαίτερου τύπου όπως είναι τα ποιήματα που φέρουν την μορφή πεζού ή αλλιώς, που την προσεγγίζουν. Ως προς αυτό, μπορούμε να εντοπίσουμε την σύγκλιση μεταξύ της ποίησης της Ελένης Σιγαλού, και ιδίως μεταξύ του πρώτου και του τελευταίου ποιήματος των ‘εκπνοών’ και της ανάπτυξης αυτής της ποιητικής τάσης που φαίνεται πως έχει και συνέχεια.

[2] Βλέπε σχετικά, Βαχλιώτη, Μαρία., ‘Ποιητική γραφή και ιδεολογία στο έργο του Γιάννη Ρίτσου,’ Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, σελ. 312, Διαθέσιμη στο: Διατριβή: Ποιητική γραφή και ιδεολογία στο έργο του Γιάννη Ρίτσου - Κωδικός: 26170 (ekt.gr) Σε παλαιότερη συνέντευξη του, ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος, αναφέρεται στον «διδασκαλικό» ρόλο, όπως τον αποκαλεί, που διαδραμάτιζε ο Γιάννης Ρίτσος ωσάν αρχετυπική ποιητική φιγούρα, ωσάν ‘ενσάρκωση’ ενός εκ των ποιητικών κανόνων της εποχής, για την εν συνόλω ποιητική διαμόρφωση και εξέλιξη ποιητών εκείνης της γενιάς. Έναν παρόμοιο, καθοδηγητικό ρόλο έχει αναλάβει ο ποιητής Κ. Θ. Ριζάκης για ποιητές των νεότερων γενεών, φροντίζοντας, όχι να υποδεικνύει λάθη και ατέλειες γραμματικού τύπου, αλλά, να υπενθυμίζει το ό,τι η διαδικασία δημιουργίας ενός ποιήματος δεν καθίσταται απλή και μονοδιάστατη.

[3] Η ποιητική τεχνική που χρησιμοποιεί η Ελένη Σιγαλού (διακριτική χρήση της ομοιοκαταληξίας κάνει ο ποιητής Ηλίας Τσέχος), μας προσφέρει την ευκαιρία να πούμε πως η ομοιοκαταληξία δεν έχει να κάνει με την απλή παράθεση λέξεων που είναι ομόηχες, όπως θέλει μία απλουστευμένη αντίληψη. Αντιθέτως, καθίσταται μία γλωσσική πρακτική που δεν στερεί τίποτε από το νόημα του ποιήματος, που φανερώνει πως το τόσο το ποίημα όσο και η γλώσσα αποτελούν δυναμικά παίγνια που μπορεί να βρουν το νόημα τους σε μία ωραία συνήχηση, που επιτρέπει στον ποιητή να βρει τον κατάλληλο ρυθμό και στον αναγνώστη να εκλάβει την ομοιοκαταληξία ως γλωσσικό ‘σήμα’ για να την ενσωματώσει  στον καθημερινό του λόγο. Εκεί όπου μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο.  Όπως αποδεικνύει η Ελένη Σιγαλού, η ομοιοκαταληξία ως γλωσσική πρακτική και ως τρόπος δημιουργίας ενός ποιήματος ex nihilo, μόνο παρωχημένη δεν μπορεί να θεωρηθεί, εκεί όπου όσο πιο καλά αφομοιωμένη είναι, τόσο πιο αποδοτικά λειτουργεί. Η ποιήτρια μεταβαίνει από την μία κειμενική στροφή στην άλλη, κάνοντας χρήση και της τελείας, όταν επιδιώκει να χαλαρώσει τον ρυθμό ώστε να αποκτήσει το προβάδισμα το νόημα (η τελεία λειτουργεί ως «παύση», κατά την διαπίστωση της Mary Kinzie), και του κόμματος, το οποίο συμβάλλει στο να ενωθούν οι δύο στροφές και να διαβαστούν ενιαία, αποκτώντας χαρακτηριστικά ολότητας. Εμβαθύνοντας περισσότερο, θα πούμε πως η ποιήτρια κάνει χρήση μίας ‘ολοκληρωμένης ομοιοκαταληξίας’. Βλέπε σχετικά, Kinzie, Mary., ‘A poet’s guide to poetry,’ Chicago and London, University of Chicago Press, 2013. Ταυτόχρονα, ο ομοιοκατάληκτος στίχος μπορεί και ρέει ελεύθερα χωρίς κανένα εμπόδιο, έως ότου φθάσει στο στόχο του: Δηλαδή, να προκαλέσει ‘εκρήξεις’,  κάτι που υπόρρητα επιθυμεί η ποιήτρια.

[4] Βλέπε σχετικά, Σιγαλού, Ελένη., ‘Άνοιξη…ό.π., σελ. 19. Στο στίχο «στο βάθος ένα κυπαρίσσι σε ρώτησε γιατί πενθούσες», διαφαίνεται οι επιρροές που μπορεί να έχει δεχθεί η ποιήτρια από την παράδοση των δημοτικών τραγουδιών, στην οποία η συνομιλία με στοιχεία της φύσης, με πέτρες και με δέντρα είναι συνηθισμένο μοτίβο. Και γενικότερα όμως, στις ‘Εκπνοές Νερού’ είναι πολύ έντονη η παρουσία στοιχείων που παραπέμπουν στην φύση (δεν έχουμε παρουσία πολυκατοικιών), μέσω των οποίων η ποιήτρια καταφέρνει ή προσπαθεί να αντιπαλέψει την καθημερινή πλήξη, να καταδείξει πως είναι και παραμένει ‘ζωντανή,’ να προβάλλει στιγμές της παρελθούσας και της παροντικής ζωής, ανάγοντας ένα στοιχείο όπως είναι η πέτρα, ανεξαρτήτως μεγέθους, σε θέση παρατηρητή και συνομιλητή. Εν αντιθέσει με τον Γιάννη Ρίτσο, στην ποίηση του οποίου η πέτρα προσλαμβάνεται ως διαρκές σημείο αναφοράς, ευδιάκριτο από όλους και δεν μετακινείται, όσο ‘αμετακίνητη’ πρέπει να είναι η πίστη και σε μία ιδέα και σε έναν σκοπό, ακόμη και αν αυτός ο σκοπός είναι να αφηγηθείς μία ιστορία σε συγκρατούμενους σε έναν τόπο εξορίας, η Ελένη Σιγαλού, η πέτρα ως υλικό, δεν προοικονομεί και δεν κυριαρχεί στην αφήγηση όσο εντάσσεται αρμονικά μέσα σε αυτή συνυπάρχοντας με άλλα στοιχεία και μπορώντας να θρυμματισθεί όπως μπορεί να ‘θρυμματιστεί’ η ίδια η ζωή, ο έρωτας, το όνειρο σε πολλά μικρά κομμάτια. Ο έρωτας δύο ανθρώπων, μεταξύ των οποίων υπεισέρχεται η σιωπή. Πως μπορεί να αποκατασταθεί μία διαρρηγμένη σχέση;

[5] Βλέπε σχετικά, Pelluchon, Corine., ‘Για να κατανοήσουμε τον Λεβινάς,’ Μετάφραση: Φαράκλας, Γιώργος, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2022, σελ. 119.

[6] Βλέπε σχετικά, Σιγαλού, Ελένη., ‘Ερειπίων Λάφυρα…ό.π., σελ. 39. Το ποίημα αυτό επικοινωνεί με το ποίημα ‘Ταφικά Έθιμα,’ στο οποίο η Ελένη Σιγαλού συγκροτεί στροφή τη στροφή, ένα τελετουργικό περιβάλλον κηδείας, χωρίς να χρειαστεί να κάνει χρήση μοιρολογιών, διαπλέκοντας το πένθος με την υπόμνηση ‘ταφικών εθίμων’ που αποσκοπούν στην προετοιμασία του νεκρού ώστε αυτός να μεταβεί στον ‘άλλο κόσμο’ όσο το δυνατόν πιο ‘έτοιμος’.  Η προσωπική απεύθυνση λειτουργεί ως επιβεβαίωση του ‘μοιραίου,’ εκεί όπου οι όποιες πληροφορίες είναι απολύτως συγκεκριμένες. Τίποτε άλλο δεν απαιτείται, προκειμένου να διαφανεί πως το «χάσμα» και το «φάσμα» συνθέτουν την απώλεια, με τον νεκρό να ‘επιζεί’ όχι απλά στη μνήμη, αλλά στην επίκληση απλών, μικρών και καθημερινών συνηθειών που πλέον φαντάζουν πολύτιμες, ακριβές σαν τις λέξεις που μπορεί να διαμοιράζονταν. «Το τελευταίο σου φιλί μέσα στη μνήμη χάσμα βαθύτερο του χώματος που τώρα σε σκεπάζει κι αν ο χρόνος ένα τέχνασμα των ζωντανών φαντάζει φοράω σάρκινη σκευή το τωρινό σου φάσμα». ‘Ταφικά Έθιμα…ό.π., σελ. 28.

[7] Βλέπε σχετικά, Σιγαλού, Ελένη., ‘Στου Ζερβού, ξανά…ό.π., σελ. 47-48.

 

Για το ΨΩΜΙ ΚΑΘΑΡΙΟ της Παναγιώτας Σμυρλή (εκδόσεις Υδροπλάνο 2022) γράφει ο Παναγιώτης Χαλούλος

 

Για το 

ΨΩΜΙ ΚΑΘΑΡΙΟ

Παναγιώτας Σμυρλή

(εκδόσεις Υδροπλάνο 2022)

 

γράφει ο Παναγιώτης Χαλούλος

 


Στο νέο βιβλίο της η καλή μας φίλη Παναγιώτα Σμυρλή μάς διηγείται ιστορίες που άκουγε από μικρή, άλλες από τους γονείς και άλλες από τη γιαγιά και τον παππού της, κάποιες ακόμα που τις έζησε η ίδια. Είναι ένα βιβλίο εν πολλοίς βιωματικό. Ιστορίες που συνδέουν την πόλη μας, την Πάτρα, με τη ζωή στη Μικρά Ασία πριν από τη μεγάλη καταστροφή του 1922.

 

    Οι οικογένειες Σμυρλή, πρόσφυγες εκείνη την εποχή μετά από πολλές περιπέτειες και περιπλανήσεις, εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα, όχι στον οικισμό των προσφυγικών, που όλοι οι Πατρινοί γνωρίζουμε, αλλά στη συνοικία των Ζαρουχλεΐκων και κυρίως κατά μήκος της οδού Ανθείας. Υπήρχε μια αλληλεγγύη στη γειτονιά κατά μήκος της οδού Ανθείας, κεντρικής στην περιοχή Ζαρουχλεΐκων, μια συντροφικότητα στα μεγάλα του βίου γεγονότα από τις γεννήσεις ή τις γαμήλιες τελετές έως τις κηδείες αγαπημένων προσώπων και γειτόνων.

Ανάμεσα στα γεγονότα αυτά και η απώλεια της Κωνσταντίνας, μικρής αδελφής της Παναγιώτας, από ένα ατύχημα-δυστύχημα. «Το ημερολόγιο έγραφε 17 Μαρτίου, Αλεξίου του Ανθρώπου του Θεού και τα νιόφερτα χελιδόνια έκοβαν βόλτες, συλλέγοντας χώμα για τις φωλιές… Μια σταγόνα έτρεξε από το στόμα της, ακούμπησε στο γιακά και γλίστρησε στην άσφαλτο. Κτέρισμα αλγεινό στον δρόμο που παίξαμε, ερωτευτήκαμε κι ονειρευτήκαμε…»

Στην περιοχή αυτή, γνώριμη σε πολλούς από μας, τους φίλους της Παναγιώτας, ζήσαμε κι εμείς για αρκετά χρόνια, εκεί το πρώτο μας σχολείο, το Δημοτικό, που περιγράφει η συγγραφέας. «Το παλιό 24ο Δημοτικό Σχολείο χωριζόταν απ’ το σπίτι του με έναν ψηλό συρμάτινο φράχτη. Εκεί κουμάντο έκανε ο Πανουτσόπουλος, που ήταν διευθυντής κι έμενε με τα παιδιά του και τη γυναίκα του την Άννα, δασκάλα κι αυτή, σε ένα οίκημα μέσα στον προαύλιο χώρο. Υπήρχε το μεγάλο πηγάδι της ύδρευσης, μια πελώρια αμυγδαλιά που ίσκιωνε το θέρος πάνω του κι ελιές σε συστάδες… ξέχειλα τα παρτέρια από λουλούδια την άνοιξη, τα οποία ήταν υπόθεση των μαθητών και της Φυσικής Ιστορίας. Βαγιές, λεμονιές και μια μοναχική πορτοκαλιά ήταν στη φροντίδα της Αγλαΐας, που είχε επωμιστεί την καθαριότητα, αλλά αργότερα εκτελούσε και χρέη κυλικείου, πουλώντας σταφιδοκούλουρα και ζαχαρωτά, τσίχλες σε σχήμα λίρας με χρωματιστό περίβλημα, γλειφιτζούρια κοκοράκια και στραγάλια με σταφίδα σε χωνάκια χάρτινα». Αναμνήσεις αξέχαστες και δικές μου!...

«Η Μικρασιατική Καταστροφή είχε φέρει θλιβερά καραβάνια προσφύγων και κάποιοι από τους άλλοτε εύρωστους νοικοκύρηδες στα παραθαλάσσια του Αιγαίου έφτιαξαν χαμοκέλες στα Ζαρουχλέικα, μακριά από τους μεγάλους προσφυγικούς συνοικισμούς… Οριοθέτησαν με πεζούλια τον χώρο τους, άνθιζαν τα λεμονοπορτόκαλα και σκαρφάλωναν οι γλυσίνες στους χωμάτινους τοίχους, που στις μεγάλες γιορτές ανανέωναν τον ασβέστη με ψεκαστήρα κι έφτιαχναν βαθιά αυλάκια για να αποφεύγουν τις νεροσυρμές». Συνοικία όμορφη και νοικοκυρεμένη, όπως τη θυμάμαι από τη δεκαετία του 1960, με συχνό πρόβλημα τις πλημμύρες της περιοχής ανάμεσα στα δύο ποτάμια-χείμαρρους, τον Γλαύκο και τον Διακονιάρη, που τους χειμώνες μάς απειλούσαν!

«Ο παππούς δούλευε όπου έβρισκε. Έφτιαχνε πηγάδια, έσχιζε πέτρες,… για να αμειφθεί με ένα φλιτζάνι του καφέ σταφίδα και λίγες κομμένες ή πράσινες με φύτρα πατάτες για την οικογένεια. Δούλευε για πεντάρες σκληρά, μέχρι να μη νιώθει χέρια και πόδια, δούλευε όχι μόνο για να ζήσει αλλά και να ξεχάσει…» Ο Πέτρος, παππούς της Παναγιώτας, «Γύριζε αργά το σούρουπο με τα χέρια γεμάτα καλούδια. Κολοκυθολούλουδα, μάραθος, χόρτα για πίτα ή βράσιμο, κορφές από κολοκυθιές, αμπελόφυλλα, μελωμένα σύκα… Ακούμπαγε τα δώρα του στον νεροχύτη κι έβγαζε το πανωφόρι του». Κι εκεί που έτρωγε δίπλα στο τζάκι, η μικρή Παναγιώτα τον περίμενε υπομονετικά να φάει και, όπως λέει: «…να ανάψει το τσιγάρο του κι ύστερα να μου ρίξει ένα βλέμμα, να χαϊδέψει το κεφάλι μου, να κοιτάξει πέρα από το κενό που άφηναν οι φλόγες, να δει τις άλλες φλόγες, αυτές που δε σβήνουν ποτέ από μέσα σου και να αρχίσει τις ιστορίες». Ιστορίες που μας μεταφέρει στο βιβλίο η συγγραφέας με το μοναδικό της αφηγηματικό τρόπο. Ιστορίες μιας χώρας ζωντάνιας και πολιτισμού, ζηλευτής, μιας ζωής ανέμελης μέχρι την επιδρομή του κεμαλικού στρατού, που μετατράπηκε σε ιστορίες πόνου και καταστροφής. Ιστορίες, όπως η πραγματική του παππού Πέτρου, που δεν μπόρεσε να πείσει την κόνα Δέσποινα να αφήσει το σπιτικό τους και να τον ακολουθήσει στην αβέβαιη, επικίνδυνη περιπλάνηση της φυγής με στόχο την μητέρα Ελλάδα, μέσω της φλεγόμενης Σμύρνης. «Ο Πέτρος φορτώθηκε δυο μπόγους, τον μικρό στην αγκαλιά. Η Μαριγώ κρατούσε το κορίτσι κι ένα εικόνισμα δεμένο σφιχτά, πάνω απ’ το μεσοφόρι της… Ο πόνος της μάνας του πίσω, κεντρί να κεντάει, μα το μυαλό του μηχανευόταν τρόπους να τραβήξει την οικογένεια στη θάλασσα.» Μετά από την περιπετειώδη διάβαση του ορμητικού ποταμού, όπου κινδύνευσε η Μαριγώ, που ακολουθούσε πιασμένη από το ζωνάρι του, αφού «Το ρεύμα δυνατό, την τραβούσε, κάποτε ξέφυγε από το ζωνάρι του άντρα της», διέφυγαν, χωρισμένη η οικογένεια, προς τη Χίο, όπου θα ξαναβρεθούν, σε καΐκι η μάνα με το μικρό κορίτσι, αφού χώρος για άλλους δεν υπήρχε, κολυμπώντας ο πατέρας με το αγόρι δεμένο στην πλάτη και παγωμένο, σχεδόν ξέπνοο!

    Αποκαλόκαιρο, κρουαζιερόπλοια στο λιμάνι και «ο καιρός είναι υπέροχος, αν εξαιρέσεις τις συνθήκες, ο ήλιος να δύει και όποιος είχε τη δύναμη να ατενίσει πέρα μακριά, θα έβλεπε έναν από τους πιο περίτεχνους αποχωρισμούς στο βάθος του ορίζοντα, που παρεμπιπτόντως ατένιζαν με τα κιάλια τους οι επιβαίνοντες στις πρώτες θέσεις των πλοίων. Οι οποίοι είχαν στρέψει όμματα προς δυσμάς, καθόλου δεν τους άρμοζε εκείνο το άθλιο συνονθύλευμα στην προκυμαία… τι περίμεναν και δεν σαλπάριζαν επιτέλους;»

   Ανάλογη συμπεριφορά απέναντι στο άθλιο αυτό θέαμα επέδειξαν και οι αξιωματικοί των πλοίων της Αντάντ, που βρίσκονταν με τα πλοία τους στο λιμάνι της Σμύρνης. «Οι καπεταναίοι δυναμώνουν τη μουσική και βγάζουν κινηματογραφικές μηχανές για να έχουμε στιγμιότυπα εκατό χρόνια μετά, πιστοποιώντας την αυθεντία των γεγονότων, ενώ, αν έριχναν μια ομοβροντία αντί να παρακολουθούν απλά τα τεκταινόμενα…» ίσως κάτι μπορεί να άλλαζε, ίσως!... Επειδή όμως όλα αφέθηκαν απλώς να συμβαίνουν, «η Σμύρνη έκοψε την κεντρική αρτηρία του σώματός της κι άδειασε στη θάλασσα το αίμα της». Και έτσι έγινε «Το Αιγαίο μια πελώρια κηλίδα από αίμα» και «Καθώς απομακρυνόταν το κορίτσι από την πατρίδα του, έσκυψε και βούτηξε το χέρι του στο αρμυρό νερό. Το έφερε στο στόμα του. Η γεύση ήταν στυφή, γλυκερή, γεύση από αίμα, δε μύριζε αλάτι, πώς θα μπορούσε άλλωστε;»

 Στα ιστορικά μυθιστορήματά της η Παναγιώτα Σμυρλή χρησιμοποιεί ιστορικές πληροφορίες, που έχει συλλέξει με επιμέλεια. Έτσι κι εδώ, μιλώντας για τις φρικαλεότητες του τούρκικου στρατού και πλήθους εναντίον του ελληνισμού της περιοχής, ομολογεί με παρρησία: «Βεβαίως, πηγές καταμαρτυρούν πως και οι δικοί μας, στα βάθη του Σαγγάριου, κάρφωναν μουσουλμάνες στις πόρτες των κατοικιών τους στο σχήμα του σταυρού, κι έπειτα ασελγούσαν πάνω τους»! Σχετικά γράφει ο καθηγητής Ιστορίας Αντώνης Λιάκος με στοιχεία από τα στρατιωτικά αρχεία της Γαλλίας στο Παρίσι (εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ", 1/9/2002):

  «Οι ελληνικές βιαιοπραγίες εναντίον του μουσουλμανικού πληθυσμού σημειώνονται στα αρχεία σε τέσσερις περιπτώσεις. Η πρώτη αφορά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. Αναφέρεται τριήμερη λεηλασία των τουρκικών καταστημάτων και έκτροπα εναντίον του μουσουλμανικού πληθυσμού χωρίς ο ελληνικός στρατός να παρέμβει για να αποκαταστήσει την τάξη (αναφορά 1.6.1919)... “Οι πυρπολήσεις, οι σφαγές, οι βιασμοί και οι λεηλασίες στις μουσουλμανικές συνοικίες της Ιζμίτ κράτησαν από 24 ως 27 Ιουνίου. Τις διέπραξαν Αρμένιοι που τους χρησιμοποίησαν οι Έλληνες και έλληνες στρατιώτες και ναύτες. Ο λοχαγός Delord είδε με τα μάτια του 64 πτώματα, οι περισσότεροι ηλικιωμένοι με τα χέρια δεμένα στην πλάτη, τα αφτιά κομμένα και έχοντας διάφορα ίχνη αγριοτήτων. Παρενέβη με μεγάλο θάρρος, έσωσε 4.000 μουσουλμάνους που κατέφυγαν σε γαλλικό σχολείο και στην καθολική εκκλησία. Οι Έλληνες έκαψαν και εβραϊκά σπίτια” (τηλεγρ. 1.7.1921)… Η τέταρτη περίπτωση με τις πιο εκτεταμένες καταστροφές αφορά την υποχώρηση μετά την ήττα στον Σαγγάριο… Σε μερικά μέρη όλοι οι κάτοικοι, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών, πυρπολήθηκαν ζωντανοί μέσα στα τζαμιά… Ο γάλλος στρατιωτικός απεσταλμένος στην Κωνσταντινούπολη έγραψε προς το Παρίσι στις 8.9.1922: “Οι Έλληνες δίνουν στην πάλη αυτή ένα χαρακτήρα ανεξήγητο και δύσκολα θα αποφευχθούν τα αντίποινα”, και ζήτησε από την κυβέρνησή του να παρέμβει στην Αθήνα ώστε να σταματήσουν οι “βλακώδεις και εγκληματικές αντεκδικήσεις”…».    

  Διδάσκοντας αρκετά χρόνια Ιστορία στο Γυμνάσιο ποτέ δεν απέκρυψα λάθη και αγριότητες του ελληνικού στρατού και λαού (που στα σχολικά βιβλία συνήθως δεν αναφέρονται), παράλληλα με τις γενναίες και λαμπρές ηρωικές πράξεις. Δεν θεώρησα ποτέ πως ο ελληνικός λαός είναι ηθικότατος και μόνο οι ιστορικά αντίπαλοί μας έκαναν βάρβαρες πράξεις, αδικαιολόγητες. Ο πόλεμος είναι γνωστό πως αποκτηνώνει τον άνθρωπο. Στον Πελοποννησιακό πόλεμο οι Μήλιοι αρνήθηκαν να υποταχθούν στους Αθηναίους και εκείνοι, οι …δημοκρατικοί οι Αθηναίοι, αφού έφεραν κι άλλο στρατό, διέπραξαν γενοκτονία, κατέσφαξαν όλους τους ενήλικους άνδρες, τα δε γυναικόπαιδα πούλησαν ως δούλους. Άλλωστε απορούμε ακόμα στις μέρες που ζούμε πώς είναι δυνατό να γίνονται φρικτές, απάνθρωπες πράξεις, π.χ. ασέλγειες εις βάρος ανήλικων, κάθε είδους βιασμοί, γυναικοκτονίες και άλλες δολοφονίες. Αφού σε μια ειρηνική περίοδο συμβαίνουν, πόσο μάλλον στον πόλεμο!...

   Το «Ψωμί καθάριο» της Παναγιώτας Σμυρλή δεν θα κουράσει τον αναγνώστη με ιστορίες βαριές, γεμάτες αίμα και πόνο. Ένα μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος περιγράφει με τον ιδιαίτερα όμορφο λόγο της εικόνες ανέμελης ζωής, πριν από τη μικρασιατική καταστροφή, αλλά και μετά, στο ειρηνικό παρελθόν στη Μικρασία και στη νέα πατρίδα, τη μάνα Ελλάδα και ειδικότερα στην Πάτρα και την ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας.

   «Ο γάμος έγινε στην πιο χρυσή ώρα του καλοκαιριού. Αύγουστος και η ευωδιά των πλατανιών και του φλισκουνιού κατέκλυζε τον τόπο και το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία στο κτήμα τους. Σώζεται μια φωτογραφία από τη νυφική τους άμαξα, όπου η γιαγιά φοράει στα μαλλιά της αραχνοΰφαντο πέπλο, που καλύπτει ελαφρά το πρόσωπο με μαργαριτάρια ραμμένα πάνω του, ενώ τον λαιμό της κοσμούν τρεις σειρές φλουριά κωνσταντινάτα… Ο παππούς έχει κατέβει από την άμαξα και το μπαστούνι που κρατάει έχει χρυσή λαβή…»

   Κι ένας έρωτας, στην παλιά χρυσή εποχή, όμορφος και αγνός της Αναστασίας και του Αχμέτ, που μοιραία τους χώρισε ο πόλεμος και η αναγκαστική φυγή εκείνης. «Τώρα ξέρει η Αναστασία. Πίσω από κάθε χρυσό μήλο κρύβεται η Έριδα. Πίσω από κάθε Ελένη μια πυρπολημένη Τροία. Πίσω από κάθε Πάρι ένας έρωτας που δεν μπορεί να ευλογηθεί, αφού εγκυμονεί τον θάνατο.

   Αχμέτ, θυμάσαι; Τότε που έσβηναν τα κορμιά μας κάθε μνήμη του κόσμου, αφού το ξέραμε πως κάποια μέρα θα μας υποχρέωνε να λογοδοτήσουμε γι’ αυτό το όνειρο ελευθερίας που ζούσαμε»… Και εκείνος πάλι να την αναζητά και να περιμένει…: «Αναστασία, τι χρώμα έχουν τώρα τα μάτια σου; Γιατί έφυγες, Αναστασία;»

Τόσα και τόσα αναλογίζεται και περιγράφει η Παναγιώτα, απόγονος εκείνων των Μικρασιατών, που ξανάστησαν τη ζωή τους στην Πάτρα, στη δική τους συνοικία, όχι στα γνωστά Προσφυγικά της πόλης. Εικόνες οπτικές, ακουστικές, μυρωδιές και γεύσεις από την παιδική της ηλικία και ιστορίες που θέλησε να διασώσει και τα κατάφερε με επιδέξιο τρόπο.

  «Μυρωδιά φρεσκοψημένου ψωμιού, καθάριου ψωμιού, αχνιστού, έντιμου, μυρωδάτου, με μια ιδέα στάχτη πάνω του, σκηνές από Καραγκιόζη, τη λάμπα του γκαζιού, την ξυλόσομπα, τα κρύσταλλα στα κεραμίδια. Και πρόσωπα. Πολλά πρόσωπα, να μπαίνουν και να βγαίνουν από την Ιστορία του κόσμου. Άλλος μου άφησε σαν ανάμνηση ένα χαμόγελο, άλλος μια μυρωδιά από ζουμπούλια, έναν καλό λόγο να γλυκάνει το μέσα μου. Σαν αυτόν που μου είχε πει τότε η γιαγιά Μαριγώ σαν με είδε πικραμένη. Δε θυμάμαι την αιτία εκείνης της στενοχώριας, έχουν όμως αποτυπωθεί τα λόγια της στην καρδιά μου…: “Αυτό που έχει σημασία, κόρη μου, είναι να έχεις τον ήλιο μέσα σου. Έτσι κι αλλιώς τα σύννεφα είναι περαστικά”».

Παναγιώτης Χαλούλος

 

Παναγιώτα Σμυρλή, ΨΩΜΙ ΚΑΘΑΡΙΟ, Υδροπλάνο, Αθήνα 2022

 


Η Παναγιώτα Σμυρλή έχει ρίζες από τη Σμύρνη, αλλά γεννήθηκε στην Πάτρα, όπου και ζει μόνιμα. Ασχολήθηκε με τα Οικονομικά και για χρόνια ισορροπούσε ανάμεσα στους αριθμούς και την τέχνη του λόγου. Τώρα η λογοτεχνία  είναι η κύρια ασχολία της. Έχει γράψει μυθιστορήματα για μεγάλους και παιδιά, παραμύθια, καθώς και συλλογές διηγημάτων, έχει αρθρογραφήσει σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ βραβεύτηκε σε φιλολογικούς διαγωνισμούς στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Απέσπασε το Πανευρωπαϊκό βραβείο διηγήματος με το διήγημα «Σπασμένο ρόδι».

 

Σάββατο 11 Μαρτίου 2023

Το αλάτι του Bad Ischl Πεζά κείμενα Κώστας Μαυρουδής Εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Το αλάτι του Bad Ischl

Πεζά κείμενα

Κώστας Μαυρουδής

Εκδόσεις Κίχλη

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 «Το αλάτι του Bad Ischl» του Κώστα Μαυρουδή (κριτική) (bookpress.gr)

 


Η ανασύσταση του χαμένου

 

Αυτό που χαρακτηρίζει τα κείμενα του Κώστα Μαυρουδή, ως γνήσιου «εστέτ», αισθητή της γραφής, είναι ότι ανατέμνει ό,τι τον περιβάλλει και ό,τι εμπεριέχει ο ίδιος, μέχρι να υψωθεί σε πνευματική κατάσταση, αναδεικνύοντας τα απλά της καθημερινότητας σε πνευματικά γεγονότα αλλά και ενσωματώνοντας την Τέχνη, σε όποια μορφή της, στον καθημερινό βιωμένο χρόνο. Αρχής γενομένης, φυσικά, από την παρατήρηση, την αφετηριακή συνθήκη της δημιουργίας, στον πολύτιμο καμβά της οποίας «γράφουν» οι εμπειρίες και τα βιώματα, η ικανότητα στοχαστικής περιδιάβασης, τα αναγνώσματα και οι διακειμενικές συνδέσεις. Στο Αλάτι του  Bad Ischl, ένα βιβλίο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί υβριδικό στη μορφή, τα πεζά κείμενα ποικίλλουν από μικρούς αφορισμούς, ανοιχτούς στην αναγνωστική ανάλυση, μικρά δοκίμια, εν είδει ανεπτυγμένων αφορισμών ή αποφθεγμάτων, κάποιες διάσπαρτες καταγραφές που μοιάζει να ξέφυγαν από σελίδες ημερολογίου, μέχρι μικρές αφηγήσεις που προσεγγίζουν το διήγημα, χωρίς ωστόσο να είναι, τουλάχιστον με τα τυπικά αναγνωριστικά στοιχεία του είδους. Υβριδικό στη μορφή, όμως ως προς το περιεχόμενο ένας κοινός ιστός συνδέει όλα τα κείμενα, σε μια συνέχεια, ώστε να μην θεωρείται υπερβολή ο χαρακτηρισμός του ως ενιαίου αφηγήματος, πάντα με τον ιδιαίτερο τρόπο του Μαυρουδή.

Ο τίτλος, που στεγάζει όλα τα κείμενα του βιβλίου, έχει την αφορμή του στον W. G. Sebald και στο δικό του εκτενές αφήγημα «Al’ estero», από το Αίσθημα ιλίγγου. Στην ουσία αποτελεί ένα από τα συνδετικά νήματα για όλα τα κείμενα του βιβλίου, αποκαλύπτοντας την αρχική ιδέα της γραφής αυτής –μια ιδέα που, κατά την καβαφική ποιητική ρήση, επιμένει πάντα εκεί παρούσα, ώς την κάθε φορά υλοποίησή της: επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται, «Δαρείος»)–  την επισήμανση, δηλαδή, μιας συχνά αθέατης και απαρατήρητης λεπτομέρειας, προκειμένου να αποβεί ενσάρκωση μιας μορφής τέχνης, κι έτσι να διεκδικήσει ένα μερίδιο αθανασίας. Όπως ο Sebald, σχολιάζοντας τον θάνατο μιας ηλικιωμένης σε γηροκομείο, εστιάζει την προσοχή του σε «ένα μπλε μισοάδειο πακέτο με αλάτι από το Ισλ, αφημένο κάτω απ’ το νεροχύτη στο διαμέρισμά της στο Όττακρινγκ, στο κοινοτικό κτίριο της Λόρενς Μαντλ Γκάσσε, και το οποίο δεν μπορούσε πια να χρησιμοποιήσει» (W. G. Sebald, «Al’ estero», Αίσθημα ιλίγγου, μτφρ Ιωάννα Μεϊτάνη, Άγρα, Αθήνα, 1990), έτσι και ο Μαυρουδής ακουμπά το βλέμμα του σε όσα, αν δεν τους χαριστεί ένα ελάχιστο έστω «βήμα» στη γραφή, θα χαθούν για πάντα. Τα αντικείμενα παραπέμπουν στον κάτοχό τους, θυμίζουν την παρουσία του, αφημένα σε αχρηστία πλέον, έχοντας ακόμη πάνω τους το άγγιγμά του. Η γραφή καλείται να διασώσει ό,τι αξίζει να σωθεί.

Οι μικρές στιγμές, που ως μνήμες επιμένουν, οι αναγνώσεις, που μπαίνουν και βγαίνουν μέσα στα δικά του γραπτά, τα έργα τέχνης,  εμπλουτισμένα με τη δική του αισθητική προσέγγιση, ακόμη τα δικά του έργα, με την ωριμότερη τώρα ματιά (άρα και αυτά διαφορετικά και εν μέρει ανοίκεια), όλα έχουν θέση σ’ αυτά τα κείμενα, επιβεβαιώνοντας το πείσμα με το οποίο εγγράφεται στον χρόνο μια ανύποπτη στιγμή, τον ρόλο της στην ανασύσταση του χαμένου. Και, αλήθεια, καθόλου τυχαία η αναφορά στον Sebald, μια που κοινός τόπος συνδέει τους δύο συγγραφείς έτσι κι αλλιώς, στον τρόπο αποτύπωσης του ελάχιστου που αναδεικνύεται σε μείζον, στην ικανότητα εικονοπλασίας (στον ένα κυριολεκτική, με φωτογραφικό υλικό στις σελίδες του, στον άλλο νοητή και προσβάσιμη στην αναγνωστική φαντασία), ακόμη στην ποιητικότητα που ανασαίνει πίσω από τις λέξεις τους. Ο τρόπος του Μαυρουδή συχνά παραπέμπει στον ποιητικό λόγο, με τη μεταφορικότητα να προεκτείνει τις έννοιες, με την υπαινικτικότητα να εγκιβωτίζει σε ένα ελάχιστο σώμα πυκνά νοήματα, με τον ρυθμό να κατευθύνει την αφήγηση. Ίσως ο Μαυρουδής να είναι πάνω απ’ όλα και πέρα απ’ όλα ποιητής.



Κι αν χαρακτηρισθούν τα κείμενα αυτά αυτοβιογραφικά, ο όρος θα εκφράζει μια απλή αλήθεια, πως ό,τι γράφεται, όποια μορφή και να παίρνει, απηχεί με άμεσο ή έμμεσο τρόπο τη ζωή, τα βιώματα, του γράφοντος, αυτά δηλαδή που καθόρισαν την οπτική του και τις επιλογές του. Η αξία, ωστόσο, μιας τέτοιας γραφής έγκειται στη δίοδο που ανοίγει ο συγγραφέας για να αποβούν τα «δικά» του πράγματα χώρος κοινός για τους κατά τα άλλα «παρείσακτους», δηλαδή τους αναγνώστες αποδέκτες του έργου του. Έτσι ο λόγος, ως πνευματικό πλέον απόκτημα, ανήκει τόσο στον δημιουργό του όσο και στον αναγνώστη του, υπερβαίνοντας την αρχική του αφορμή (αυτή ανήκει πρόσκαιρα στον δημιουργό, αφού με τον χρόνο το έργο αυτονομείται ακόμη και από αυτόν) και διαγράφει μια ελεύθερη πορεία, ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες. Καθόλου τυχαία και η επιλογή του εξωφύλλου με τα Old glasses (Yoko Nakajima, 2014) να παραπέμπουν στον χρόνο που καθιστά την οπτική καθαρότερη, όσο κι αν χρειάζεται εδώ το οξύμωρο για να λειτουργήσει η σύνδεση. 

Τα κείμενα αυτά, συνδέοντας την τέχνη με την πραγματικότητα, είναι ανοιχτά στις αναγνωστικές προσεγγίσεις, ακριβώς γιατί ο ίδιος τα αφήνει «ατελή», χωρίς απόλυτη διατύπωση στις κατακλείδες, χωρίς διάθεση «καθοδήγησης», χωρίς μια αυθεντία να βαραίνει επάνω τους. Κείμενα που, πέρα από την απόλαυση που δημιουργούν, καθόσον ο Μαυρουδής καλός τεχνίτης του λόγου, διαβάζονται προκαλώντας και προσκαλώντας τον αναγνώστη σε «διάλογο» προς τον συγγραφέα αλλά και προς εαυτόν.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Αποσπάσματα

 

Ένας ολόκληρος κόσμος μπορεί να αναδυθεί απ’ τν σύμπτυξη, την περιγραφική συμπίεση. Ο μικρός θεματικός πυρήνας κάποτε μεγεθύνεται αποκαλυπτικά, σαν τη φωτογραφία στο Blow-Up που φανέρωσε, αναπάντεχα, ανάμεσα στους θάμνους του πάρκου έναν νεκρό. Το απόφθεγμα, παρά τη συγγένειά του με την ποίηση, είναι ο νανισμός του δοκιμίου. Ο περαστικός σε ένα επεισόδιο ήρωας, το αιχμάλωτο σε λίγες αράδες ψυχολογικό πορτρέτο, γίνονται δράμα λίγων γραμμών. (σ. 153).

 

Ο ηλικιωμένος που σηκώνεται νύχτα, με στεγνό στόμα, χωρίς να ανάψει το φως, δεν κατευθύνεται πάντα στο μπάνιο. Πλησιάζει στις μύτες τη μισόκλειστη πόρτα της τραπεζαρίας. Ακούγεται μια βαλκανική μουσική απ’ τα βραχέα, και οι συζητήσεις της βεγγέρας που διαρκεί μέχρι αργά. Ο διάδρομος είναι ακόμα παγωμένος. Νιώθει την ανάγκη να τρέξει στην αγκαλιά του πατέρα του που βλέπει στο βάθος. «Μαζί, πάλι», θέλει να πει· «τώρα πια με κοινή μοίρα». (σ. 188).

 

 

 

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2023

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Μιλτιάδης Σαλβαρλής Πατρίδα χώρα ξένη Πρόλογος: Στέλλα Βλαχογιάννη Εκδόσεις Μετρονόμος

 

 

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ

 

Μιλτιάδης Σαλβαρλής

Πατρίδα χώρα ξένη

Πρόλογος: Στέλλα Βλαχογιάννη

Εκδόσεις Μετρονόμος

 


Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μετρονόμος το μυθιστόρημα του Μιλτιάδη Σαλβαρλή «Πατρίδα χώρα ξένη».

 

Θέμα του η ιστορία δύο παιδιών που εγκατέλειψαν τα πατρογονικά τους χώματα, με τους διωγμούς του 1914 και του 1922, εγκαταστάθηκαν με τις οικογένειές τους σε διαφορετικά μέρη της Ελλάδας, έσμιξαν στην Αθήνα της Κατοχής, παντρεύτηκαν και έμειναν μαζί έως το γέρμα της ζωής τους. Ο συγγραφέας πιάνει το νήμα από ένα χωριό της Τρωάδας, υφαίνει γεγονότα στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και, περνώντας από τον Εμφύλιο και τη Μεταπολίτευση, καταλήγει στο 1985. Πιασμένοι στη δίνη της Ιστορίας, οι κεντρικοί ήρωες ξεριζώνονται, βιώνουν τη χυδαία συμπεριφορά των παλαιοελλαδιτών προς τους πρόσφυγες, αγωνίζονται για ένα καλύτερο αύριο, επουλώνουν τις πληγές τους και τελικά γίνονται κομμάτι μιας αστικής, μετριοπαθούς κοινωνίας, που σήμερα αποκαλούμε «μεσαία τάξη».

 

Εξαιρετικό αφηγηματικό έργο που διαβάζεται απνευστί, το μυθιστόρημα «Πατρίδα χώρα ξένη» αποτελεί μικρό φόρο τιμής στους Μικρασιάτες της Τρωάδας, της Αιολίας και της Ιωνίας.

 

Βιογραφικό


Ο Μίλτος Σαλβαρλής γεννήθηκε το 1956 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και νομικά στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης. Από το 1981 έως το 2012 εργάστηκε ως ρεπόρτερ, συντάκτης και αρχισυντάκτης. Δούλεψε στο υπουργείο Γεωργίας, στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση της ΕΡΤ, στη διαδικτυακή πύλη in.gr, καθώς και σε διάφορα έντυπα. Ανάμεσά τους τα περιοδικά Ταξιδεύοντας, Πάνθεον, ELLE, Δίφωνο, HiTECH και National Geographic. Το 1981 εκδόθηκε η νουβέλα «Το βάρος της τριχοφυΐας», από τις εκδόσεις ΑΣΤΕΡΙ. Το 2014 συνεργάστηκε με το Urbn Theatr, γράφοντας μαζί με τον Η. Παναγιωτακόπουλο κείμενα για την παράσταση The Random Effect που παρουσιάστηκε στον Χώρο Τέχνης 14η Μέρα (σήμερα Θέατρο Καλλιρόης), σε σκηνοθεσία Ηλία Παναγιωτακόπουλου. Το 2019 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων «Μικρά δωμάτια πανικού», από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Την ίδια χρονιά συνεργάστηκε με το Gaff Theatre Group, μεταφράζοντας τη διασκευή για θέατρο του «Παίκτη», του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, που ανέβηκε στο Θέατρο 104, σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη. Το 2022 εκδόθηκε το μυθιστόρημα «Πατρίδα χώρα ξένη» από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

 

 

Εκδόσεις Μετρονόμος

Λοχία Τριανταφύλλου 13, Άγιος Δημήτριος, 17341, Αθήνα

210 9703932, metronomos.gr, metro-no@otenet.gr