Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2021

4 Ποιήματα Αδημοσίευτα Του Χρήστου Νιάρου – Μελβούρνη

 

4 Ποιήματα  Αδημοσίευτα

Του Χρήστου Νιάρου – Μελβούρνη

μαζί με 3 φωτογραφίες του Mike Dempsey




Σε χρόνο ντε τε

 

Τα δευτερόλεπτα σαλεύουν ανέγγιχτα,

παραπλανούν εκλπήξεις που δεν έρχονται,

από το πορτάκι της πίσω αυλής,

η σιγουριά τους ξέρει το δρόμο,

χορεύουντας ζαλισμένες δίπλα τους και οι μέλισσες της εποχής,

χωρίς χειραψίες οι ματιές τους,

κολλάνε στους φράχτες επίμονα τα θέλω καμιά φορά,

αρπαχτικά τα κορναρίσματα στις λεωφόρους,

προσπερνούν με ευγένεια τις σιωπές,

βουητά της Κυριακής τράπηκαν σε άτακτη φυγή,

μια επιστροφή του χτες τους,

ζαλισμένη με κέντρωσε,

στην επανάληψή της άφησα τα προσχήματά μου να κοιτούν,

για λίγο στην άκρη του ωκεανού όλα γυρνούσαν,

στο χρόνο ντε τε,

γίνανε όλα ενεστώτας.

 

 


Κάπως έτσι

 

Μετ' επιτάσεως ο χρόνος κρύβεται κάτω από το χαλί,

περαστικά τα συγνώμη και τα ευχαριστώ,

για λόγους ευγένειας και με καλούς τρόπους,

περιμένανε το επιδόρπιο να σερβιριστεί,

με δυό καλές κουβέντες,

χορτασμένοι από την κούραση της επανάληψης,

γεμίσαμε και τα ποτήρια,

έτσι για να κάνουμε λίγο σαματά ανοίξαμε και την τηλεόραση,

παίζοντας με τα κουμπιά ένα ένα,

μείναμε κουβάρι στο χαλί,

χωρίς λόγια,

και οι φωτογραφίες με τα χρόνια,

σημειωτόν πια δεν γυρνάνε τα μάτια τους,

να κοιτάξουν τι...


Με σιωπή

 

Σημειώσεις ημερολογίου,

κολλημένες στη πόρτα του ψυγείου,

επιτακτικά υπενθυμίζουν,

απλήρωτους λογαριασμούς με ό,τι έχω εκεί έξω,

να ξεκαθαρίσω με σιωπή τη συναλλαγή,

ό,τι με κοιτάζει ακίνητα και με σειρά υπομονής,

μετράω τι δεν είπα σε εκείνη την φωτογραφία σου,

δευτερόλεπτα κάτι είχα γράψει όμως και στο σώμα σου,

νύχτες καλοκαιριού ξεφυλλιστήκανε,

εκεί έξω ταχύτατα.

 



 Δεν έχω κωδικό συνήθειας

 

Κρατάω αποστάσεις από τη συνήθεια,

αθόρυβα σπαρταρούν και τα όνειρά της,

όταν μου χαμογέλασες,

μούσκεψε και το φεγγάρι,

στο κοντινό πλάνο της τρυφερότητας,

στέγνωσε πολύ γρήγορα και πιο παρακάτω,

εικονικά πια τα χαρτιά μουτζουρώνονται,

αλλάζοντας σελίδες,

χρειάζεται κωδικός πρόσβασης γι’ αυτές τις συνήθειες,

φανερώνονται όμως πού το πάνε το παραμύθι,

συμφωνείς και συ φαντάζομαι,

και στη χάση και στη φέξη,

οι πλάνες των αποστάσεων γίνανε συνήθειες.

 


Χρήστος Νιάρος

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2021

‘Σιμιγδαλένιος’ ετών τριάντα - Γράφει ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ

‘Ο Σιμιγδαλένιος’

βιβλιοπωλείον τής Εστίας (13η έκδοση) ISBN 978-960-05-1150-5

‘Σιμιγδαλένιος’ ετών τριάντα

Γράφει ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος



 


 

«Ο ‘Σιμιγδαλένιος’ γράφτηκε από τις 5 μέχρι τις 27 Νοεμβρίου 1991. Δεν είχα καμιάν απολύτως πρόθεση να τον γράψω, ούτε φανταζόμουνα πως θα έγραφα ποτέ κάτι τέτοιο.

Μού ζητήθηκε να οργανώσω μια θεατρική παράσταση με μια ομάδα τριάντα παιδαγωγών, δασκάλων, καθηγητών μέσης εκπαίδευσης και άλλων, λιγότερο ή περισσότερο άσχετων με το θέατρο.

Η σχετική συζήτηση έγινε στις 28 Οκτωβρίου όπου -αποκλείοντας κάθε σκέψη ανεβάσματος κάποιου ήδη γνωστού έργου- σκέφτηκα πως ίσως βόλευε για την περίπτωση η δραματοποίηση κάποιου λαϊκού παραμυθιού, και ξανα-ξεφυλλίζοντας τη συλλογή τού Γιώργου Ιωάννου κατέληξα στον ‘Σιμιγδαλένιο’. Την απόφασή μου αυτή την οριστικοποίησα τις αμέσως επόμενες μέρες.

Όταν άρχισα να γράφω δεν πίστευα από πριν ούτε ότι θα τa έβγαζα πέρα, ούτε ότι θα το έγραφα όλο έτσι: ‘Όλο και κάποιον αυτοσχεδιασμό μπορείς να βάλεις από ’δω, όλο και κάποιο χορό μπορείς να βάλεις από ’κει, όλο και κάποιο θεατρικό παιχνίδι να χρησιμοποιήσεις’ σκεφτόμουν. ‘Και στο κάτω-κάτω, όποτε κωλώνεις βάζεις έναν Αφηγητή να λέει και να προχωράει τη δράση’.

Επειδή όμως τα σιχαίνομαι αυτά τα φτηνά καμώματα, άρχισα να γράφω κανονικά, με στίχο και με ρίμα, κατευθείαν μέσ’ απ’ το μυαλό μου, χωρίς να πολυσκέφτομαι (στις 4 Νοεμβρίου) πως το έργο είχε προγραμματιστεί να παιχτεί στις αρχές Δεκεμβρίου. Έπρεπε δηλαδή σε λιγότερο από τριάντα μέρες να γραφτεί ένα έργο και να σκηνοθετηθεί!

Έζησα την υπέροχη αυτή εμπειρία, γράφοντας και σκηνοθετώντας ταυτόχρονα, βλέποντας τις σελίδες μου να αρέσουν στους μαθητές μου και να παίρνουν αμέσως το ίδιο απόγευμα -ενώ είχαν γραφτεί το πρωί- σάρκα και οστά.

Δεν πρόφταινα ούτε σημειώσεις να κρατώ, ούτε διορθώσεις να κάνω. Όντας αναγκασμένος τα απογεύματα να διδάσκω και να σκηνοθετώ το έργο που φτιαχνόταν μέρα με τη μέρα, τις περισσότερες φορές δεν είχα το χρόνο ούτε να διαβάσω τι είχα γράψει. Τ’ άκουγα για πρώτη φορά απ’ τους μαθητές μου, που μέρα με τη μέρα ώρα με την ώρα, άφηναν κατά μέρος τις αναστολές τους, τον άκαμπτο ψεύτικο, ξύλινο λόγο τής πραγματικότητάς τους και γίνονταν οι πραγματικοί ήρωες τού παραμυθιού.

Ένα μικρό θαύμα φύτρωνε κάθε μέρα.

Ξαναγράφοντας αυτές τις μέρες το δυσανάγνωστο πια πρωτότυπο, δεν έκανα καμιάν αλλαγή. Λίγους στίχους μόνο πρόσθεσα από ’δω κι από ’κει, που πάνω στη φούρια μου είχα ξεχάσει ν’ αντιγράψω απ’ το μυαλό μου.

Α.Α 19.2.1992

 

Υ.Γ. Και για να μη χάνουμε τα μέτρα μας: Αυτές τις μέρες διαβάζοντας την αλληλογραφία τού Mozart, είδα πως έγραψε τη συμφωνία νο. 36, ‘τού Λίντς’, K.V 425, σε τέσσερις μέρες!

 


*   *   *


Αν δεν υπήρχαν -όλες γραμμένες στο χέρι- αυτές οι σελίδες, και κάποιες πολύ πρόχειρες μα εντελώς αυθόρμητες φωτογραφίες, δύσκολα κάποιος τρίτος θα ψυλλιαζόταν το δημιουργικό εκείνο ντελίριο· έτσι όπως έγιναν όλα σε λίγες μόνο μέρες: Είχα χτυπήσει διάνα μια φλέβα μέσα μου, απ’ όπου ανάβλυζαν πράγματα που ήθελα κι έπρεπε να πω, μα δεν γινόταν να τα πω αλλιώς, παρά μόνο μέσα από ένα δήθεν παραμύθι: Πώς διάολο έγινε κι όλη η ζωή μου, ‘που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι· γκρέμισε με τον αγέρα τού φθινοπώρου’ και δεν υπήρχε πια. Έγραφα κι ένοιωθα πως ήμουν εγώ ο ίδιος όλοι οι ρόλοι, ζώντας μέσ’ απ’ αυτούς. Ευτυχώς δεν ήμουν ξινός, ούτε κακιασμένος. Ούτε διδακτικός σαν γέρο-Παρατατικός θέλησα να γίνω· και την παιδικότητα μαζί με τη δροσιά τού παραμυθιού τις κράτησα σ’ όλο το έργο. Κι ό,τι έγραφα φαίνεται πως ήταν καλοδεχούμενο· έτσι που καθένας εύρισκε μέσα εκεί, κάτι να τού αρέσει, να τον αγγίζει και να το κάνει δικό του.

 





*   *   *

 

…‘Ο Σιμιγδαλένιος με συγκλόνισε και μού χάρισε αισθητική απόλαυση  και ανάταση που μάς προκαλεί η πραγματική ποίηση’… 

Ασπασία Παπαθανασίου - ηθοποιός

 …‘Πόσο με συνάρπασε και με δίδαξε. Αφού, ξανακάνοντάς με παιδί, με ξύπνησε. Έστω και για λίγο’…   

Γιάννης Μαρίνος - δημοσιογράφος, τ . ευρωβουλευτής.

 …‘Έξοχο ποιητικό κείμενο με βαθιά νοήματα κρυμμένα κάτω από μια γλυκύτατη, φυσικότατη παιδικήν απλότητα που μας αγγίζει αμέσως’…

 Ντόρα Τσάτσου - χορογράφος

 

…‘Σπάνιο κείμενο… μεταφέρει στη σκηνή ένα παραμύθι με τρόπο ποιητικό και με αξιοζήλευτη σκηνική μαστοριά’…  

 Άννα Συνοδινού - ηθοποιός

 

…‘Ζωντανό, γρήγορο, ευφάνταστο και πάντα πολύ θεατρικό. Είναι πολύ αστείο, πολύ σοβαρό και πολύ ποιητικό… Προσφέρεται για μια θαυμάσια σκηνοθεσία και μια οργιώδη σκηνογραφία’…  

 Μαργαρίτα Λυμπεράκη - συγγραφέας

 

…‘Έξοχο ποιητικό κείμενο, γεμάτο ρυθμό, μουσικότητα και κίνηση, πλούσιο σε βαθιά νοήματα’...

 ο Αθηνών κaι πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος

 

…‘Ένα δροσερό κρυστάλλινο κείμενο που αναπλάθει τις παιδικές μνήμες, μέσα από τη σημερινή ευαισθησία, συχνά με καυστικό χιούμορ και αυθορμητισμό. Συνάμα ‘savant’ και ‘naif  

Γιάννης Κόκκος - σκηνοθέτης, σκηνογράφος

 

… ‘Γλυκύς και τρυφερός, βαθύς και φιλοσοφημένος’… 

ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος

 

…‘Μια δροσερή και σύγχρονη αφήγηση με ευαισθησία και υπέρμετρη αγάπη, όπου τα ποικίλα εννοιολογικά σχήματα συνιστούν ποίηση αφ’ εαυτού τους’…

Δημήτρης Τσατσούλης -καθηγητής θεατρολόγος, κριτικός

 

…‘Χάρηκα τη δροσιά και τη ζωντάνια του και επιβεβαίωσα μέσα μου πως τίποτα καλό και όμορφο δεν ανήκει στο παρελθόν’…  

Γαλάτεια Σαράντη - συγγραφέας, Ακαδημαϊκός 

 

…‘Βιβλίο, από τα λίγα του θεατρικού λόγου, που έχει εξ ίσου λογοτεχνική αξία με τη θεατρική του παρουσία και ο αναγνώστης μικρός ή μεγάλος μπορεί να το απολαύσει διαβάζοντάς το’…

 

Γιάννης Παπαδάτος - κριτικός, ‘Διαβάζω’

 

…‘Στους χίλιους τόσους στίχους του, δύσκολα μπορείς να βρεις έναν που να μην εναρμονίζεται με το νοηματικό περιεχόμενο… Πραγματικό κατόρθωμα’

 

Π. Χ. Δορμπαράκης - τ. Γεν. Επιθ. Μ. Εκπαίδευσης

 

…‘Δεν είχα διαβάσει ποτέ μου έργο σαν τον Σιμιγδαλένιο. Είναι, θα έλεγα, ένα μοναδικό φαινόμενο στο Ελληνικό θέατρο. Κάτω από έναν ευφάνταστο μύθο (που θα μπορούσε να είναι και ένα παραμυθάκι για παιδιά) πόσα πράγματα λέει που αγγίζουν την ψυχή ολονών μας’...    

Μαργαρίτα Καραπάνου - συγγραφέας


*   *   *

 

Εκείνο όμως που δεν ήταν σε καμιά περίπτωση δυνατό να προβλέψω τότε, είναι το πώς νιώθεις μέσα σου όταν έχεις γεννήσει κάτι ολότελα δικό σου, και το βλέπεις να ζει τη δική του ζωή τόσα χρόνια, μένοντας όμως εντελώς αναλλοίωτο· το ίδιο νέο πάντα, δίχως να γερνάει όπως γερνάς. Ωραία, πολύ παράξενη αίσθηση· δε λέω… Και μάλιστα καθώς ξέρω, πολύ καλά, ένα κοριτσάκι που γεννήθηκε ακριβώς εκείνες τις μέρες: Στις 18/12/91· που μόλις είχαμε γυρίσει με το τραίνο, μέσα στα χιόνια απ’ τα Τρίκαλα, όπου η ομάδα, τρελαμένη εντελώς, έπαιξε για πρώτη φορά τον ‘Σιμιγδαλένιο’, σ’ ένα γυμνάσιο εκεί, ενώ εγώ συνεχώς έφτιαχνα και κολλούσα καινούργιους στίχους στο κείμενο, ακόμα και μέσα στο τραίνο.




Το κοριτσάκι εκείνο τότε, μέσα στο μαιευτήριο, το είχα πάρει στα χέρια μου αμέσως· λίγα μόνο λεπτά μετά που ήρθε στον κόσμο. Και μην έχοντας καμιά προηγούμενη εμπειρία με κάτι παρόμοιο, μην ξέροντας τι ακριβώς να κάνω έτσι που ήταν κατακόκκινο σαν παντζάρι, το φύσηξα ελαφρά πάνω στη μούρη. Κι όπως μού φάνηκε πως γαλήνεψε κι ανάσανε ήσυχα και τού άρεσε και δεν ήθελε να κλάψει, το φύσηξα πάλι, και ξανά και πάλι. Και γινόταν αρκετές φορές αυτό μετά, στο σπίτι του, για κάμποσο καιρό.  Όμως, όσο κι αν έχω παρακολουθήσει την πορεία της από τότε ως τώρα, όσο κι αν θυμάμαι πεντακάθαρα όλες εκείνες τις στιγμές, δεν μπορώ να τις ταυτίσω διόλου με την τριαντάχρονη τώρα γυναίκα που βλέπω καμιά φορά στο δρόμο μπροστά μου. Η κυρία αυτή, ακόμη και ύστερ’ από πολλές πολλών ειδών εγκεφαλικές διεργασίες μέσα μου, δεν είναι ποτέ δυνατόν να πάρει αυτούσια τη θέση τού μωρού εκείνου, που κρατώ στις παλάμες μου και το φυσάω στη μούρη.

 

Ενώ με τον ‘Σιμιγδαλένιο’ δεν είναι διόλου έτσι, τριάντα χρόνια μετά: Το έργο είναι πάντα εκεί, σταματημένο μέσα στο χρόνο, ίδιο κι απαράλλαχτο, κι ολότελα ζωντανό· ακριβώς όπως ήταν τότε που γράφτηκε. Κι ας έχει ζήσει τα μύρια όσα· ολότελα μόνο του, μακριά μου. Κι ας πέρασαν από πάνω του και μέσ’ απ’ τις σελίδες του, άλλα δάχτυλα, άλλα μάτια, άλλα μυαλά, τριάντα χρόνια τώρα.

Είναι το ίδιο κείμενο που εκδόθηκε στην ‘Εστία’ το 1993. Κι έκανε από τότε δέκα τρεις εκδόσεις· αλλάζοντας μόνο στήσιμο σελιδοποίηση και τέσσερα εξώφυλλα. Δεν το πείραξαν διόλου αυτές οι αλλαγές· ίσα ίσα, πολύ τού άρεσαν. Είναι το ίδιο πάντα κείμενο που μεταφράστηκε αγγλικά, τούρκικα, γερμανικά. Μια χαρά. Κάτι κιτάπια που κρατώ, μού λένε πως ανέβηκε σε πάνω από 85 -άλλες νόμιμες και άλλες κρυφές κι εντελώς παράνομες- διαφορετικές παραγωγές: Μαθητικές, νεανικές, ερασιτεχνικές, φτωχικές, αλλά και σοβαρές, πλούσιες, επαγγελματικές παραγωγές· σ’ ένα σωρό Δημοτικά Θέατρα, σε ΔΗΠΕΘΕ, στο ΚΘΒΕ μα και στο Εθνικό. Παίχτηκε τούρκικα, ως Irmikoǧlan, στο Κρατικό Θέατρο, Şehir Tiyatro, τής Γείτονος, μα και εγγλέζικα, ως Spiceman, στο Wesley College στη Μελβούρνη. Κανένα πρόβλημα· δεν αλλοιώθηκε, δεν ψεύτισε, δεν άλλαξε διόλου, πουθενά, σε τίποτα και -το σπουδαιότερο- δεν έχασε το κέφι τη ζωντάνια του και τα μηνύματά του, μιλώντας ακόμη και σε ξένους· εκδότες, δάσκαλους μεταφραστές, θεατές, κριτικούς.

 

Μόνο μια φορά πέρσι, κάτι δεκαπεντάρηδες -γεννημένοι μετά τους Ολυμπιακούς- με ρώτησαν· ‘Tι είναι το walkman;’ Κι απόμεινα χασκογελώντας αμήχανα προς στιγμή. Πράγματι· πού να ξέρουν ότι 15-20 χρόνια πριν γεννηθούν οι ίδιοι, ήτανε μόδα να τριγυρνούν στους δρόμους μ’ ένα μικρό μηχάνημα -κάτι σαν smartphone θα λέγαμε σήμερα- και ν’ ακούν μουσική απ’ αυτό; Τότε· εξηγώντας τους τι είναι το walkman, πρώτη φορά συνειδητοποίησα πως ο ‘Σιμιγδαλένιος’ ναι μεν κουβαλάει πολλά χρόνια στην πλάτη του -πάρα πολλά· αν σκεφτείς πόσο υποτιμήθηκαν και τα χρόνια τώρα τελευταία-  μα δεν πάλιωσε, δεν εγέρασε διόλου. Γι’ αυτό, κι ενώ μού ήταν πολύ εύκολο, δεν άλλαξα το κείμενο βάζοντας αντί για walkman κάτι άλλο· tablet ας πούμε. Γιατί κανείς ποτέ, δεν έδειξε να μην ταυτίζεται με τη ροή τού έργου, με όσα λέγονται και με όσα γίνονται εκεί, και κανείς ποτέ δεν με ρώτησε τι τους έχει πιάσει όλους σώνει και καλά, και θέλουν ν’ αγαπήσουνε, ν’ αγαπηθούν, και να ’ναι όλα ρόδινα, μα δεν τα καταφέρνουνε ποτέ με τόσο εγωισμό και φτάνουν ως τ’ αστέρια, ψάχνοντας κάποια γιατί· αν κάτι πάει -που πάντα πάει- στραβά…

 

Δεν άλλαξε απολύτως τίποτα! Περίεργη αίσθηση, παράξενη, ωραία. Αναρωτιέμαι πώς θα είναι σε είκοσι χρόνια από τώρα: Όταν τα smatphones θα είναι σίγουρα είδος μουσειακό, οι τωρινοί εικοσάρηδες θα είναι σαράντα, εγώ κανονικός Μαθουσάλας πια, και μαζί με την -ολίγον νεότερη- φίλη μου την Εύα Καραϊτίδη τής Εστίας, θα σκεφτόμαστε και θα ρίχνουμε ιδέες για το πώς  θα γιορτάσουμε τον ‘Σιμιγδαλένιο’ που θα κλείνει τότε τα πενήντα…  Μια χαρά θα είναι· είμαι σίγουρος. Αρκεί να θέλουν ακόμη ν’ αγαπιούνται, να γουστάρουνε να χουχουλιάζουνε μαζί και να τολμούν να φτάσουν ως τ’ αστέρια γυρεύοντας κάποια γιατί…

 

Αθήνα 1 Δεκεμβρίου 2021

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

alexadam48@hotmail.com




Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953) σπούδασε Νομική στο ΕΚΠ, σκηνοθεσία και κλασική κιθάρα στην Αθήνα, και παρακολούθησε μεταπτυχιακά -Sociologie Politique- στη Σορβόννη: (Paris II)  


ΕΡΓΑ ΤΟΥ:  

 

‘Γιάννης Χρήστου’, βιογραφικά (‘Το Τέταρτο’ τ. 3, 1985)

‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα (Ίκαρος 1991, Άγρα 2009)

‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (Άγρα 1999).

‘Οι Δαιμονισμένοι’ θεατρική προσαρμογή τού ομώνυμου έργου τού    Ντοστογιέφσκι από τον  Albert Camus, μετάφραση (ΚΘΒΕ 1991)

‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο - ποίηση  (Εστία 1993, 13η έκδοση.)

‘Η πόλη που πρίγκιπάς της είν’ ένα παιδί’ θεατρικό Henry de Montherlant, μετάφραση Εθνικό Θέατρο (εκδόσεις Λιβάνη1993)

‘Γιάννης Χρήστου’, τριάντα χρόνια μετά. (Μου.Σ.Α 2000)

‘Αυτό’, διήγημα (στη συλλογή ‘Χάριν παιδιάς’, Ίκαρος 2001).

‘Δεν παίζουνε με την αγάπη’, θεατρικό Alfred de Musset, μετάφραση (Εστία 2003)

‘Ο θείος Όσβαλντ’, μυθιστόρημα Roald Dahl, μετάφραση (Άγρα 2004)

‘Διαθήκη’, Auguste Rodin, μετάφραση (Άγρα 2005)

‘Η Δύναμις τού σκότους’, θεατρικό Leon Tolstoy, μετάφραση (Ροές 2007)  

‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ Ηθιστόρημα (Άγρα 2008)

‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο - ποίηση (Ίκαρος 2011).

Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (Ίκαρος 2013)

‘Μονομαχία γυναικών’, θεατρικό Eugène Scribe, μετάφραση-θεατρική προσαρμογή ‘Διάχρονο’ 2011

‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (2η έκδοση, Κάκτος, 2017)

‘Οι δυο Μαργαρίτες’, Μ. Λυμπεράκη - Μ. Καραπάνου, ολιγόλογη ακτινογραφία (Τα ΝΕΑ 6/7/2019)

‘Τα όχι τού ΝΑΙ’ μικρό χρονικό μιας άρνησης, (Εκδόσεις Οδός Πανός 2019)

‘Ο Αδάμ και το μήλο’ αφηγήσεις και διηγήματα (Εκδόσεις Οδός Πανός 2020, 4η έκδοση.)

‘Οι Δαιμονισμένοι’, βασισμένο στο θεατρικό τού Α. Καμύ. ΕΛΣ 2001. (Εκδόσεις Οδός Πανός 2021)

 

Μεταφράσεις έργων του στο εξωτερικό:

 

‘Twelve and one lies’ Sahitya Akademi 1998,  2η έκδοση, Samkeleen Prakashan, New Delhi 1999

‘On Iki arti Bir Yalan’ IMGE Kitabevi, Ankara 2000

‘Zwölf und eine Lüge’ Elfenbein Verlag, Heidelberg 2001

‘The Spiceman’ Ithaka editions, Melbourne 2004 (Wesley college Student Theater 2011)

‘Yeni AzizlerIMGE Öyküler, t.4 Istanbul 2005

‘Douze et un mensonges’ Editions Alteredit, Paris 2005

‘Irmikoǧlan’ Albatros Yayinlari, Istanbul 2005 (Κρατικό Θέατρο τής Τουρκίας 2012-13)

‘Noyessaying’ ISBN 978-960-93-5016-7/ 2013

‘Der Lebkuchenmann’ Heidelberg 2014

‘Hayirevet diyerek Bence Kitap, Ankara 2015

‘Noch mehr Lügen’ Elfenbein Verlag, Berlin 2016

 

alexadam48@hotmail.com

 

 

 

 

Ο Θεριο -Κωσταντής Μια διήγηση από τον Αγώνα του ’21 στα Μεσόγεια Ματίνα Κ. Καρελιώτη ΑΩ εκδόσεις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Ο Θεριο -Κωσταντής

Μια διήγηση από τον Αγώνα του ’21

στα Μεσόγεια

 Ματίνα Κ. Καρελιώτη

ΑΩ  εκδόσεις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Η σημασία μιας οικογενειακής ιστορίας • Fractal (fractalart.gr)

 

 


Η σημασία μιας οικογενειακής ιστορίας

 

Συνηθισμένοι στις αφηγήσεις που υφαίνουν τον καμβά της καταγεγραμμένης επίσημης ιστορίας του τόπου, εν προκειμένω των γεγονότων του Αγώνα του ’21, ίσως λησμονούμε πως απαιτούνται πολλές ψηφίδες (μικρής ή μεγάλης σημασίας) προκειμένου να συγκροτηθεί σε ένα  σπουδαίο όλον ό,τι αποτελεί πλέον πολύτιμο εθνικό κειμήλιο. Έτσι, πίσω από τις μεγάλες μορφές που μονοπωλούν τη γνώση μας γύρω από τα ιστορικά γεγονότα, υπάρχουν πολλοί ακόμη πρωταγωνιστές ή και δευτεραγωνιστές, στους οποίους οφείλουν οι ιστορικές συγκυρίες την εξέλιξή τους, και που χωρίς αυτούς μπορεί τα γεγονότα να είχαν πάρει άλλη τροπή. Το γεγονός ότι δεν διασώζονται ως ευρύτερο γνωστικό απόκτημα τα ονόματά τους και η δράση τους, καθόλου δεν μειώνει τη συμβολή του καθενός από αυτά τα πρόσωπα σε ό,τι εν τέλει συνιστά την εθνική μας περιουσία.

Μία από αυτές τις μορφές είναι και ο Κωσταντής Παναγή Λαμπρινός, ο επονομαζόμενος (δικαίως) Θεριο-Κωσταντής, γνωστός μεν στην τοπική κοινωνία των Μεσογείων για τη σπουδαία δράση κατά τον Αγώνα όπως αυτή παραδόθηκε με την προφορική παράδοση, ωστόσο ελάχιστα  η φήμη του έχει περάσει στην υπόλοιπη Ελλάδα. Ιδιαίτερη αξία, επομένως, αποκτά το πρόσφατο πόνημα (ιστορική αφήγηση με μυθιστορηματική επεξεργασία) της Ματίνας Κ. Καρελιώτη, η οποία στηριγμένη στην οικογενειακή ιστορία για τον επιφανή πρόγονό της, αφηγείται σε υποδειγματική περιεκτική λιτότητα την ιστορία του, δένοντας έτσι την ατομική (οικογενειακή) περίπτωση με την ευρύτερη εθνική, ενσωματώνοντας την τοπική ιστορία του Αγώνα στην ευρύτερη ιστορία της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της ένδοξης περιόδου της παλιγγενεσίας,  και τοποθετώντας επάξια το όνομά του στη μεγάλη σειρά των ηρώων της Επανάστασης.


Η Καρελιώτη επέλεξε στη θέση ενός χρονικού στηριγμένου αποκλειστικά στην παράθεση στοιχείων από τις πηγές (κυρίως προφορικές), να αποδώσει την ιστορία του Θεριο-Κωσταντή μέσα από μια λογοτεχνική επεξεργασία, προεκτείνοντας τα πραγματικά γεγονότα με την επινοημένη προσθήκη, η οποία χωρίς να προδίδει τα αληθινά γεγονότα προσφέρει ένα ανάγνωσμα γοητευτικό, με εμβόλιμα διαλογικά μέρη που ζωντανεύουν την αφήγηση. Να επισημανθεί εδώ η αφηγηματική ικανότητά της, καθώς κατορθώνει να συμπεριλάβει όσα αξίζει να ειπωθούν από τη γέννηση του Κωσταντή ως τη σταδιακή του συνειδητοποίηση και τη μεταβολή του από τσιράκι του Μπαμίρ Αγά σε ικανό πληροφοριοδότη των αγωνιστών και κατόπιν ως την προσωπική συμμετοχή του στον Αγώνα στα πλέον σημαντικά γεγονότα που καθόρισαν τις εξελίξεις στη περιοχή της Αττικής. Στην αφήγηση αυτή δεν περισσεύει ούτε λείπει τίποτα, σε μια σοφή κατανομή του αυθεντικού υλικού (ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία παράλληλα με την αλήθεια των γεγονότων) και της επινοημένης πλοκής. Η λογοτεχνία, άλλωστε, που σέβεται και δεν προδίδει τα πραγματικά γεγονότα, είναι γνωστό ότι προσφέρει τα μέγιστα στην επεξεργασία του ιστορικού υλικού.

Η Καρελιώτη κάνει εισαγωγή στην ιστορία μέσα από ένα οικογενειακό κειμήλιο, ένα μαχαίρι/χατζάρι, που τραβάει την προσοχή της και κινητοποιεί έτσι την εγκιβωτισμένη αφήγηση του πατέρα της. Η ίδια θα κλείσει την ιστορία αποτιμώντας την αξία όσων της αφηγήθηκε ο πατέρας της, καταλήγοντας: Και τελικά, γι’ αυτό μάς πονάνε τα χώματα της πατρίδας μας: γιατί κρύβουν μέσα τους τα στίγματα αυτά, που με τη σειρά τους κρύβουν μέσα τους άλλες ζωές, στις οποίες οφείλουμε τη δική μας. Αναμφισβήτητη η αξία του αφηγήματος, όπως επισημαίνεται και στον  πρόλογο του βιβλίου, όπου έχουμε την άποψη για τη σημασία του γραμμένη από τον Πέτρο Φιλίππου, Αρχαιολόγο και Δήμαρχο Σαρωνικού. Όπως θα πει: […] εκτός των άλλων, μας μαθαίνει πράγματα και γεγονότα της τοπικής μας Ιστορίας, πολλά από τα οποία είναι άγνωστα.

Στο εξώφυλλο της εξαιρετικά φροντισμένης έκδοσης (για μια ακόμη φορά αξίζουν συγχαρητήρια στις ΑΩ εκδόσεις) και στην προμετωπίδα βλέπουμε έργα του ζωγράφου Βαγγέλη Τζερμιά.

 

Απόσπασμα

 

Τα νέα ταξίδεψαν από στόμα σε στόμα με μεγάλη ταχύτητα. Το βράδυ κιόλας, η Δημητρία φώναξε στο πλυσταριό τον Κωσταντή για να του πει τι είχε συμβεί.

«Παλικάρι μου. θα βγούνε λόγια απ’ το στόμα μου που κάλλιο να με έπνιγες για να μη βγούνε».

«Τι γίνηκε, θεια; Η μάνα, Η γιαγιά; Μίλα».

«Όχι ντιάλιο μου… όχι… ο… καπετάνιος μας! Ο καπετάνιος μας, πάει…».

Ο Κωσταντής στο άκουσμα της λέξης καπετάνιος ένιωσε έναν οξύ πόνο στο στέρνο, τα μάτια του γέμισαν κατακόκκινα σημάδια από σπασμένα αγγεία και το σώμα του βάρυνε τόσο πολύ, λες κι ήταν έτοιμο να τρυπήσει το πάτωμα και να βρεθεί στα τρισκατάρατα βάθη της κόλασης. Είχε έρθει η ώρα του θεριού. (σσ 52-53)


Διώνη Δημητριάδου

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Η Μεγάλη Ιδέα Anton Beraber μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Η Μεγάλη Ιδέα

Anton Beraber

μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου

εκδόσεις Πόλις

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Η μεγάλη ιδέα», του Αντόν Μπεραμπέρ – Νόστος με φόντο τη Μικρασιατική Εκστρατεία (bookpress.gr)


 

Ο μύθος της περιπλάνησης

 

Η ενσωμάτωση των ιστορικών γεγονότων στη συλλογική συνείδηση ενός λαού αποτελεί πάντοτε ένα θέμα προς διερεύνηση. Και αυτό γιατί οι διαφορετικές εκδοχές των αφηγήσεων που τα συνοδεύουν διαρκώς ανανεώνονται μέσα στον χρόνο διαφοροποιώντας τον βαθμό και την ποιότητα αποδοχής της αλήθειας τους. Φυσικά, η επεξεργασία των γεγονότων αφορά κυρίως τον λαό που δέχθηκε, σε ένα πρώτο επίπεδο ή σε πολλαπλά μεταγενέστερα, την επίδρασή τους, και όπως είναι αναμενόμενο ανιχνεύει την πιστότητά τους είτε στο πεδίο της επιστημονικής έρευνας είτε στο επινοητικό όσο και ευφάνταστο της λογοτεχνικής γραφής. Έχουμε, ωστόσο, δει επιστημονικό αλλά και λογοτεχνικό ενδιαφέρον να εκδηλώνεται και από ερευνητές ή συγγραφείς, στη ζωή των οποίων δεν είχαν τα γεγονότα αυτά καμία επίδραση, καθώς προέρχονται από διαφορετικό εθνολογικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Ξαφνιάζει όμως η περίπτωση ενός συγγραφέα –πρόκειται για τον Γάλλο Anton Beraber– που με αφορμή τη Μεγάλη Ιδέα, που ταλάνισε τον ελληνισμό, προχωράει σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες «αναγνώσεις» ενός όχι μόνον ελληνικού αλλά παγκόσμιου μύθου, του μύθου της περιπλάνησης. Θα μπορούσε να συνιστά άθλο συγγραφικό (αρχικά ως έμπνευση και κατόπιν ως λογοτεχνική απόδοση) η σύμπτυξη, σε ένα και μόνο  βιβλίο, της ιστορίας αλλά και της μυθολογίας ενός άλλου λαού – κι ας έχει ο ίδιος τις σοβαρές σπουδές του στην ελληνική γλώσσα και ιστορία.

Ένα βιβλίο με πολλές διαφορετικές αφηγήσεις. Ο αρχικός αφηγητής είναι ένας φοιτητής που για τις ανάγκες της διατριβής του μελετά την περίπτωση ενός στρατιώτη, του επινοημένου συγγραφικά Σαούλ Καλογιάννη, που πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία και έκτοτε ακούγονται πολλαπλές εκδοχές για την τύχη του. Έχει ενδιαφέρον το χτίσιμο της φιγούρας του Καλογιάννη, όπως διασταυρώνονται οι αφηγήσεις όσων υποτίθεται ότι τον γνώρισαν, καθώς πολύ απέχει από μια συμβατική ηρωοποίηση/ωραιοποίηση. Ο Σαούλ θα εμφανιστεί μέσα από τις διαδοχικές αναπαραστάσεις της μορφής του πότε ως άγγελος/σωτήρας των συντρόφων του και πότε ως ολέθριος γι’ αυτούς δαίμονας· πότε ως ένα από τα θύματα μιας καταστροφικής (εκ του αποτελέσματος) και παράλογης εν μέρει εκστρατείας και πότε ως ένας τυχοδιώκτης, λιποτάκτης, που σε τίποτα δεν πίστεψε και γι’ αυτό σε τίποτα δεν προδόθηκε· πότε θα ακουστεί ότι είναι από χρόνια πεθαμένος, πότε θα συναντηθεί γέροντας πια με τον αφηγητή, σε μια καταιγιστική εναλλαγή εικόνων και εκδοχών – πού βρίσκεται άραγε η μοναδική αλήθεια; Πουθενά, φυσικά. Όπως στην ιστορία έτσι και στη λογοτεχνική της απόδοση δεν ενδιαφέρει η αλήθεια αλλά η αντιπαράθεση των εκδοχών της.


Από τη στιγμή που γίνεται αντιληπτή αφενός η πολυμορφία του ήρωα και αφετέρου η αμφιβολία για την πιστότητα των αφηγήσεων που οι αυτόπτες μάρτυρες καταθέτουν στον ερευνητή φοιτητή, κατανοούμε και τον απώτερο συγγραφικό στόχο: δεν ενδιαφέρει στην πραγματικότητα τόσο η σκιαγράφηση του Σαούλ Καλογιάννη όσο κερδίζει πλέον έδαφος η επιθυμία να γραφεί μια ιστορία για την περιπλάνηση ως ιδέα και ως πραγμάτωση. Είναι τότε που το μυθιστόρημα του Beraber ξεφεύγει από το αποκλειστικό ενδιαφέρον για το ελληνικό ιστορικό παρελθόν και ανοίγει τον ορίζοντά του σε μια παγκόσμια αλήθεια: πέρα από τα γεγονότα, πέρα από τις ιστορικές συγκυρίες που ορίζουν τις τύχες των λαών, αυτό που μετράει είναι το ταξίδι, μια αέναη περιπλάνηση προς οικείο, ποθητό τόπο, που άσχετα από το αποτέλεσμα είναι ό,τι σημαντικότερο μπορεί να γραφεί στην προσωπική ιστορία του καθενός. Εδώ, λοιπόν, στη μορφή του Σαούλ Καλογιάννη καταλήγουν όλα τα ταξίδια, όλες οι απόπειρες φυγής και επιστροφής, όλοι οι νόστοι, αρχής γενομένης από τον μυθικό Οδυσσέα. Έτσι, ο ευφυής συγγραφέας δεν γράφει μόνο για την αναζήτηση του ενός ήρωα, δεν γράφει καν μόνο για τον νόστο του Οδυσσέα, αλλά γράφει ένα σύγχρονο έπος πανανθρώπινης αξίας. Άλλωστε ο ίδιος, σε  μια συνέντευξή του στο περιοδικό LObs, θα πει: Για μένα το επικό νήμα δεν έχει κοπεί: επιστρέφουμε στις μεγάλες αφηγήσεις […] Η λογοτεχνία έχει, λοιπόν, ελεύθερο το πεδίο για να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό της, να γίνει ξανά λυρική. Ο Beraber γράφει ένα χειμαρρώδες μυθιστόρημα σε εξαιρετική γλώσσα πολλαπλών εναλλαγών ύφους, με εμβόλιμο στοχασμό, που ευτύχησε στη μετάφραση/απόδοση από την Αλεξάνδρα Κωσταράκου, στην πολύ προσεγμένη όπως πάντα έκδοση των εκδόσεων Πόλις.

Και αν θέλουμε να μιλήσουμε για την αναγνωστική πρόσληψη του θέματος αυτού, τότε αυτό που ενδιαφέρει εδώ (και το αντιλαμβάνεται νωρίς ο αναγνώστης) δεν είναι η ταυτοποίηση του Σαούλ με κάποια από τις εκδοχές της μορφής του, ούτε φυσικά αν επιτέλους ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αλλά η ίδια η αναζήτηση, όπως προκύπτει μέσα από τα συγκρουόμενα στοιχεία των αφηγήσεων. Όταν τελειώνει το βιβλίο ο αναγνώστης νιώθει την αναγκαία τέρψη, που προκύπτει από την καλή λογοτεχνία, ακριβώς σ’ αυτό το δικό του ταξίδι από την κατεστραμμένη Σμύρνη του ’22 ως την Ελλάδα του Εμφυλίου, κατόπιν της δικτατορίας, από την Ευρώπη ως την Αμερική, τη Μέση Ανατολή, ακολουθώντας τον Σαούλ/Οδυσσέα σε όλα τα μέρη όπου φαίνεται να περιπλανήθηκε. Όσο για τη  Μεγάλη Ιδέα, ξεπερνά και αυτή τα δεδομένα ιστορικά της πλαίσια και αφορά πλέον την ορμή προς το ταξίδι και την αναγκαία περιπλάνηση προς επίτευξη της επιστροφής – όποια κι αν θεωρεί ο καθένας προσωπική του επιστροφή.

 

Αποσπάσματα

 

Ωστόσο ο βαθύτερος χαρακτήρας του μύθου σάς διαφεύγει: ένας μύθος δεν διεκδικεί σαφήνεια, αντιφάσκει, μερικές φορές ξεχνιέται σε λεπτομέρειες άσχετες. Λέει και ψέματα, πολλά. Κατ’ αρχάς, πρέπει να το ξέρετε, αυτό δεν έχει καμιά σημασία: οι άνθρωποι κινούνται στα τυφλά, δίνουν χτυπήματα στο σκοτάδι, απευθύνονται σε αγνώστους. Ένας μύθος είναι διφορούμενος, σαν τα Ιερά Πρόσωπα που μοιάζουν να αποτραβιούνται κάτω από φύλλα χρυσού για να μείνουν απρόσβλητα από την κριτική· πρέπει, για να προσπαθήσεις να τα γνωρίσεις, να περάσεις μπροστά τους ένα κερί γιατί η φλόγα τρέμει, διστάζει, κάποτε σβήνει, και τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις. Αυτό δεν σας ικανοποιεί· εκείνο που μου ζητάτε, εσείς, είναι να τα φωτογραφίσω με φλας.

Μόνο πολύ αργότερα καταφέρνουμε να αποφασίσουμε για τα λάθη και τις αρετές, ποιοι είναι ήρωες, ποιοι καθάρματα. (σ. 77)

 

Όλα αυτά μένουν στη μνήμη. Οι κατοπινοί άνθρωποι βρίσκουν να διατηρείται εκεί ένα καθρέφτισμα της ζεστασιάς των παλιών, την ανεξήγητη οικειότητα των τόπων που είχαν διαλέξει πριν από χίλια χρόνια οι όμοιοί τους, και απλώς ανακαλύπτουν ξανά τους τόπους αυτούς. (σ. 96)

 

Διώνη Δημητριάδου