Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γράφει για την ποιητική συλλογή Σπαράγματα της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2025

 

Η Παναγιώτα Π. Λάμπρη γράφει 

για την ποιητική συλλογή Σπαράγματα 

της Μαρίας Κολοβού-Ρουμελιώτη

εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα, 2025


 

 

Τη Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη, πεζογράφο, ποιήτρια και εικαστικό, τη γνώρισα μέσω της πνευματικής κίνησης της Πάτρας και η γνωριμία μας αυτή καρπίζει σιγά σιγά, γεννώντας αλληλοεκτίμηση και αναγνώριση, η οποία καλλιεργεί φιλικά συναισθήματα και έγνοια. Η ποιητική συλλογή «Σπαράγματα» (εκδ. Το Δόντι, Πάτρα 2025, σ. 124), την οποία κρατώ στα χέρια μου, είναι το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο της, αλλά το πρώτο που μελέτησα, αν και στο διαδίκτυο είχε δημιουργηθεί επαρκής επικοινωνία με το έργο της, τόσο το ποιητικό όσο και το εικαστικό.

     Το βιβλίο αποτελείται από πέντε μέρη, των οποίων η ροή διακόπτεται από την εικαστική σειρά, «Ανδρικές μορφές», της δημιουργού, που και το εξώφυλλο κοσμεί, ενώ το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο «Σπαράγματα» και συνίσταται από εννέα αριθμημένα ποιήματα, τα οποία υποτάσσονται στον εν λόγω τίτλο που βάφτισε και τη συλλογή.

     Έτσι, μελετώντας σελίδα τη σελίδα τα ποιήματα, ο αναγνώστης προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τα σπαράγματα που ποίηση γίνονται. Διότι αυτά μπορεί να είναι αποτελέσματα ψυχικού ή σωματικού πόνου, να ’ναι κομμάτια από παλιά χειρόγραφα ή περγαμηνές που μέσα από την ανθρώπινη μνήμη αιώνων ποίηση γίνονται ή ακόμα ακόμα λόγια που η ποιήτρια τα γράφει, όχι απαραίτητα αποσπασματικά, αλλά που ανοίγουν δρόμους για περαιτέρω ανάγνωση και επικοινωνία με τον καθένα.  

     Η ποίηση της Μαρίας, άλλωστε, ρέει σαν καθάριο νερό σε κοίτη χωρίς όχθες στιβαρές, ξεχύνεται και σε παρασύρει στις σκέψεις και τα συναισθήματά της, τα οποία  ο μέσα κόσμος της κρατεί, είναι πάρα πολλά και θέλουν από κει στον μάταιο τούτο κόσμο σάρκα και οστά να πάρουν, να γίνουνε φωνή, λέξεις που θα φωνάζουνε, για ν’ ακουστούνε.

     Και γράφει στο ποίημα, «Αγρίμι» (σ. 14): «Κάποτε… έγινα άνθρωπος! / Κι οι άνθρωποι με φώναζαν Αγρίμι. / Τότε ανθρωπινά φώναξα κι είπα: / Κάποτε και τα αγρίμια ημερώνουν / κι αποχτούν των αφεντικών τις συνήθειες… / μα το δικό μου αφεντικό είναι ο Θεός μου / και μ’ έμαθε να μιλώ ελεύθερα / με τη φωνή της συνείδησης, στη ζούγκλα των ανθρώπων!»

     Ο χειμαρρώδης συνήθως λόγος της, αρκετές φορές τιθασεύεται, γίνεται σύντομος, σχεδόν επιγραμματικός, θα έλεγα, με στίχους όμως που μιλούν  εύγλωττα για πολλά: «Έριξε δολωμένο αγκίστρι να ψαρέψει, / Η ψαρομάνα δεν τσίμπησε! / Το δόλωμα αστόχησε. / Για μια φορά ακόμη / το θήραμα γλύτωσε / από μύριες δολιότητες.» («Παραπλάνηση», σ. 111) Και ακόμα πιο επιγραμματικά, γράφει: «Κυμάτιζε σαν φλάμπουρο / μέχρι που έγινε η υποστολή σου / κι άρχισε το φαγοπότι της παρηγοριάς…» («Ταπείνωση», σ. 109).  

     Η Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη βυθίζεται με καθαρό βλέμμα και βαθιά ενσυναίσθηση στα πράγματα του κόσμου και αντικρίζοντας την άσχημη πλευρά τους, όπως η αδικία, η εκμετάλλευση, η εξαπάτηση, η ανέχεια, η πείνα, η αδράνεια, ο πόλεμος, ο ανθρώπινος πόνος, …, αν και δεν παύει να ελπίζει πως κάτι από αυτά μπορεί ν’ αλλάξει, κατακεραυνώνει τις αιτίες που τα προκαλούν, δηλώνοντάς το, εκτός από τους στίχους των ποιημάτων της, και στο μότο του δεύτερου μέρους της συλλογής ως εξής: «Λένε πως τα ωραία ποιήματα είναι γραμμένα με όμορφα λόγια… με λόγια που σου χαϊδεύουν τα αφτιά όταν τα ακούς ή όταν τα διαβάζεις… Μα βαρέθηκα να ωραιοποιώ τον πόνο για να τον κάνω πιο υποφερτό…».

     Η αίσθηση που δίνει η ποιητική γραφή της Μαρίας είναι πως συνιστά μέρος και συνέχεια της ύπαρξής της και μέσω αυτής καταθέτει τους στοχασμούς της για τ’ ανθρώπινα, ιδιαίτερα εκείνα που την πονούν, σχεδόν ως παρακαταθήκη στο παρόν και το μέλλον. Μοιάζει μάλιστα να αναζητά ευήκοα ώτα, πνευματικούς συνοδοιπόρους ή, απλά, ανθρώπους που θα τους ακούσουν, που θα προβληματιστούν κι ίσως μετά απ’ αυτό θα κάνουν κάτι, έστω μικρό, που θα γίνει η ζύμη, η οποία θ’ αλλάξει τα κακώς κείμενα για μια καλύτερη ζωή. Γνωρίζει ότι πρόκειται για κάτι δύσκολο, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να μιλάει θαρρετά γι’ αυτά, όχι μόνο από ιδεαλισμό, ή ρομαντισμό αν θέλετε, αλλά επειδή πιστεύει βαθιά πως, αν οι άνθρωποι θελήσουν, μπορούν ν’ αλλάξουν τους όρους της ζωής τους, να ζήσουν ειρηνικά και ν’ αναζητήσουν την επί γης ευδαιμονία.

     Και γράφει: «Καβάλα στην Πήγασο / τον κόσμο να ονειρεύεσαι / γιορντάνι την αγάπη να φοράς / πουλιά ειρήνης / στο μέρος της καρδιάς σου να φωλιάζουν / σκορπίζοντας τους σπόρους της αγάπης σου / για να τραφούν οι πεινασμένοι!» («Μαθήματα ιππασίας», σ. 81).  

     Κλείνοντας τούτη τη σύντομη αναφορά στην ποιητική συλλογή, «Σπαράγματα», της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη, η οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βουλιαγμένη Ηλείας, αλλά από τα δεκαοκτώ της ζει στην Πάτρα, όπου, πέραν άλλων, μετέχει στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης, εύχομαι από καρδιάς να ταξιδέψει αυτή σε πολλές καρδιές και η δημιουργός της να είναι πάντα υγιής και εμπνευσμένη!     

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

(ποιήτρια-πεζογράφος)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου