ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΙΚΕΣΙΕΣ
Φέραμε την αγρύπνια μας ως το ξημέρωμα.
Με συντριβή και χωρίς παραιτήσεις.
Άσκεπο το πρωί κι η μέρα αναποφάσιστη.
Χωρίς χρώμα και χειροκρότημα.
Κανένας έπαινος κι ασπασμός.
Ούτε μια βλαστήμια.
Έσκυβε πάλι η ζωή υπομονετικά σ’ επιταγές και νουθεσίες.
Μικρό φορτίο η συνήθεια, θρίαμβος η υπακοή
και μεγαλείο η συνέχεια και η ομοιομορφία.
Μα αυτή, βιασύνη αβόλευτη κι αστέγαστη φυγή,
δραπέτευσε από ανακωχές κι εκεχειρίες.
Την είδα να στέκεται ερώτημα και προτροπή
στην άκρη του αταξίδευτου ουρανού,
μπροστά από τα όνειρα και τους ανθρώπους,
βέβαιη για το μακρύ και ασχεδίαστο ταξίδι,
μύχια ευχή, χωρίς απαντοχές κι επιστροφή,
ίδια η άβυσσος, ο φόβος και η οργή.
Τους θεούς τους είχε σκοτώσει αποβραδίς.
Τους ειδήμονες και τους προστάτες
τους είχε αφήσει αδικαίωτους στην πρώτη σιωπή
και μένα, ένοχα κι επώδυνα να ισορροπώ
στους δισταγμούς και τις αντιφάσεις.
Μ’ ατίθαση ματιά γρίκαε το μερτικό της
πίσω από το μούχρωμα της ήσυχης ημέρας,
συνείδηση καθαρή και μνήμη από το μέλλον.
Ξημέρωνε μ’ ένα επινίκιο σάλπισμα
πάνω από τ’ απροσανατόλιστα σταυροδρόμια,
στις κλειστές γωνιές και τους λαχανιασμένους δρόμους,
κόκκινη αντηλιά στον ίσκιο της
και ρωγμή βαθιά στη σιγουριά μου.
Την είδα σειρήνα του χαμού, του λυτρωμού γητεύτρα,
λεύτερη να μετρά με ουρανό τον κόσμο
κι εγώ αφτέρουγος από τη γη να ικετεύω
νωρίτερα από τ’ όνειρο στο γέρμα να μην φτάσει.
ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΙΚΕΣΙΕΣ
Φέραμε την αγρύπνια μας ως το ξημέρωμα.
Με συντριβή και χωρίς παραιτήσεις.
Άσκεπο το πρωί κι η μέρα αναποφάσιστη.
Χωρίς χρώμα και χειροκρότημα.
Κανένας έπαινος κι ασπασμός.
Ούτε μια βλαστήμια.
Έσκυβε πάλι η ζωή υπομονετικά σ’ επιταγές και νουθεσίες.
Μικρό φορτίο η συνήθεια, θρίαμβος η υπακοή
και μεγαλείο η συνέχεια και η ομοιομορφία.
Μα αυτή, βιασύνη αβόλευτη κι αστέγαστη φυγή,
δραπέτευσε από ανακωχές κι εκεχειρίες.
Την είδα να στέκεται ερώτημα και προτροπή
στην άκρη του αταξίδευτου ουρανού,
μπροστά από τα όνειρα και τους ανθρώπους,
βέβαιη για το μακρύ και ασχεδίαστο ταξίδι,
μύχια ευχή, χωρίς απαντοχές κι επιστροφή,
ίδια η άβυσσος, ο φόβος και η οργή.
Τους θεούς τους είχε σκοτώσει αποβραδίς.
Τους ειδήμονες και τους προστάτες
τους είχε αφήσει αδικαίωτους στην πρώτη σιωπή
και μένα, ένοχα κι επώδυνα να ισορροπώ
στους δισταγμούς και τις αντιφάσεις.
Μ’ ατίθαση ματιά γρίκαε το μερτικό της
πίσω από το μούχρωμα της ήσυχης ημέρας,
συνείδηση καθαρή και μνήμη από το μέλλον.
Ξημέρωνε μ’ ένα επινίκιο σάλπισμα
πάνω από τ’ απροσανατόλιστα σταυροδρόμια,
στις κλειστές γωνιές και τους λαχανιασμένους δρόμους,
κόκκινη αντηλιά στον ίσκιο της
και ρωγμή βαθιά στη σιγουριά μου.
Την είδα σειρήνα του χαμού, του λυτρωμού γητεύτρα,
λεύτερη να μετρά με ουρανό τον κόσμο
κι εγώ αφτέρουγος από τη γη να ικετεύω
νωρίτερα από τ’ όνειρο στο γέρμα να μην φτάσει.
ΣΤΗΝ ΚΛΕΙΣΤΗ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ
Έκλεισα διστακτικά πίσω μου την πόρτα
με έντονη την αίσθηση της απουσίας σου.
Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα
να μην τρυπώνεις πρώτη, να μη μ’ ακολουθείς
κι η μοναξιά να καρτερεί και ν’ απειλεί
τη μέρα μου ν’ αδειάσει, τη νύχτα να ερημώσει.
Βγήκα και σ’ αναζήτησα στις σκιές της νύχτας,
στις σιωπές και τα ψιθυρίσματα των περαστικών,
στους δρόμους που γειτόνευαν κι ακούγονταν παιδιά,
εκεί που μ’ απορία σήκωναν τους ώμους,
ακόμα κι εκεί που φώτα χλώμιαζαν
και δίνονταν και σφίγγονταν τα χέρια κι οι ψυχές.
Σε βρήκα καθισμένη στο πρώτο το σκαλί,
στο στήθος σου να ζεσταίνεις αφτέρουγη λαχτάρα,
και στις χούφτες σου να διπλώνεις όνειρα μικρά,
ίσα με κείνα τα θαύματα τα μεγάλα
που προλάβαινα στα μάτια σου να ζω,
όταν στο βλέμμα σου η ζωή γινόταν προσευχή.
Στοιβάξαμε αναμνήσεις από γιορτές και μυήσεις
και λυτρωθήκαμε στης ανάγκης τη σοφία.
Στην κλειστή την πόρτα, της ψυχής η δοκιμασία,
έγινε αντοχή και ισορροπία,
υπόσχεση, της ζωής μας την αρμονία
στην πλησμονή του ελάχιστου να δούμε.
Γιώργος Αλεξανδρής
Έκλεισα διστακτικά πίσω μου την πόρτα
με έντονη την αίσθηση της απουσίας σου.
Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα
να μην τρυπώνεις πρώτη, να μη μ’ ακολουθείς
κι η μοναξιά να καρτερεί και ν’ απειλεί
τη μέρα μου ν’ αδειάσει, τη νύχτα να ερημώσει.
Βγήκα και σ’ αναζήτησα στις σκιές της νύχτας,
στις σιωπές και τα ψιθυρίσματα των περαστικών,
στους δρόμους που γειτόνευαν κι ακούγονταν παιδιά,
εκεί που μ’ απορία σήκωναν τους ώμους,
ακόμα κι εκεί που φώτα χλώμιαζαν
και δίνονταν και σφίγγονταν τα χέρια κι οι ψυχές.
Σε βρήκα καθισμένη στο πρώτο το σκαλί,
στο στήθος σου να ζεσταίνεις αφτέρουγη λαχτάρα,
και στις χούφτες σου να διπλώνεις όνειρα μικρά,
ίσα με κείνα τα θαύματα τα μεγάλα
που προλάβαινα στα μάτια σου να ζω,
όταν στο βλέμμα σου η ζωή γινόταν προσευχή.
Στοιβάξαμε αναμνήσεις από γιορτές και μυήσεις
και λυτρωθήκαμε στης ανάγκης τη σοφία.
Στην κλειστή την πόρτα, της ψυχής η δοκιμασία,
έγινε αντοχή και ισορροπία,
υπόσχεση, της ζωής μας την αρμονία
στην πλησμονή του ελάχιστου να δούμε.
Γιώργος Αλεξανδρής
(φωτογραφία: Moises Levy)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου