Φτου σου, κοπελάρα μου!
διηγήματα
Χρυσούλα Σ.
Γεωργούλα
εκδόσεις Βακχικόν
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το «πέρασμα» • Fractal
Το «πέρασμα»
Γνώρισα τη γραφή της
Χρυσούλας Γεωργούλα μέσα από το Λέγε
με Στράτο (Βακχικόν, 2022), ένα μυθιστόρημα που μοίραζε την πλοκή του σε
μικρής έκτασης κεφάλαια. Πράγματι, όπως αποδεικνύει και με την πρόσφατη συλλογή
διηγημάτων της, η Γεωργούλα έχει την ικανότητα να συμπυκνώνει την πλοκή της
ιστορίας της μέσα σε λίγες λέξεις, αποτυπώνοντας την ουσία της αρχικής ιδέας.
Στις δώδεκα νέες ιστορίες της –οι περισσότερες σε ευθεία αναφορά με ό,τι
χαρακτηρίζουμε ενηλικίωση– ανιχνεύει το «πέρασμα» προς μια ωριμότερη (συχνά
σκληρή) ζωή, ένα πέρασμα που μπορεί να ανοίγει συμβολικά σαν μια χαραμάδα
αθέατη και να εξαφανίζει ό,τι ώς τότε φαινόταν ανέμελη περιδιάβαση σε κόσμο
απατηλά οικείο, όπως στο διήγημα «Προσοχή στο κενό».
Υπάρχουν στις μεγάλες πόλεις
αθέατες χαραμάδες, όπου μπορείς να γλιστρήσεις σαν κέρμα από ξηλωμένη τσέπη και
να εξαφανιστείς. Προτιμούν συνήθως τα υπόγεια και τις πίσω αυλές των σπιτιών ή
την πυκνή βλάστηση των πάρκων, εκεί που κανένας δεν τολμά να πατήσει το βράδυ,
αλλά και τοίχους παρόμοιους με αυτόν που άνοιξε για να περάσει ο Χάρυ Χάλερ
στον παράξενο κόσμο του μαγικού θεάτρου. («Προσοχή στο κενό», σ. 27).
Έχει, νομίζω, σημασία πως,
για να μιλήσει διακειμενικά για τις χαραμάδες αυτές, επέλεξε τον ήρωα του Έρμαν
Έσσε και όχι την αναμενόμενη ίσως Αλίκη στον δικό της λαβύρινθο, στη χώρα των
θαυμάτων. Στο διήγημα «Ούλα Μπαμπάτσι», είναι το επικίνδυνο, κυριολεκτικό
πέρασμα, το σημείο που αποχωρίζεται το παιδί τον εαυτό του, αιφνιδίως
μεταλλασσόμενο σε ενήλικα.
«Δεν μπορώ να γυρίσω μόνη μου» αρπάξαμε τον
πατέρα από τον λαιμό κι εκείνος μας ρώτησε αν ήμαστε η Ούλα Μπαμπάτσι και, όταν
του γνέψαμε ναι, ρουφώντας μύξες και δάκρυα, είπε πως για να συνεχίσουμε να
είμαστε, έπρεπε να γυρίσουμε μόνες. («Ούλα Μπαμπάτσι», σσ. 25-26).
Η εναλλαγή ή η μείξη των
υποκειμένων ενός και του αυτού προσώπου, αποδίδει άριστα το χρονικό σημείο της
ενηλικίωσης. Γιατί, συχνά, αρκεί ένα μόνο γεγονός για τη μετάβαση, το πέρασμα
σε άλλη ηλικία.
Στις ιστορίες αυτές, οι
ανήλικοι συγχρωτίζονται με τους ενήλικες, παρατηρούν, προσπαθούν να
κατανοήσουν, αντιδρούν ή υποτάσσονται, παρουσιάζοντας έναν κόσμο διαφορετικό, το
λίγο «πριν» του κόσμου στον οποίο θέλοντας και μη θα ενσωματωθούν. Διαβάζω στο
οπισθόφυλλο: «ένα τοπίο που πλάστηκε από παιδιά για να διαβαστεί από ενήλικες»,
και αναρωτιέμαι πόσο πίσω μπορεί να πάει κανείς, προκειμένου να συναντήσει τον
πρότερο εαυτό του, αυτόν που εγκατέλειψε για να εισχωρήσει (ως όφειλε) στον
κόσμο των μεγάλων, σ’ έναν κατασκευασμένο «παράδεισο», όπου ο αυθορμητισμός, το
παιχνίδι, η αθωότητα και η αλήθεια είναι εξ ορισμού υπό διωγμό, φανερά ή
συγκαλυμμένα.
Η Γεωργούλα καθιστά συν τω
χρόνω αναγνωρίσιμα τα χαρακτηριστικά της γραφής της. Όπως το καταληκτικό,
αποκαλυπτικό σχόλιο, τον συμβολισμό, για να αναφέρω τουλάχιστον δύο από αυτά
που συνιστούν τον ιδιαίτερο τρόπο που χειρίζεται τη μορφή. Ως προς τη θεματική
της, η έννοια του τραύματος είναι εμφανής, κυρίως ως προς τον χρόνο που αρχίζει
τη διαβρωτική του διαδρομή, αλλά και ως προς τις βαθύτερες αιτίες (και όχι
μόνον τις επιφανειακές αφορμές) που σκιαγραφούν την κοινωνική παθογένεια. Στο
διήγημα «Ο δικτάτορας» ή στο «Η ζωή εν τάφω», βλέπουμε από τη μια τον τρόπο που
νεαρά παιδιά, άτρωτα ακόμη από την ανοησία των μεγάλων, ατακτούν ή περιπαίζουν
αυτό που οι ενήλικες με ευκολία αποδέχονται, μέσα από κοινωνικές, θρησκευτικές
ή πολιτικές συνθήκες. Έτσι, μοιάζει να εννοούν (χωρίς να το ξέρουν) πόση
υποκρισία κρύβεται πίσω από τις επιταγές μιας ήρεμης και αγαστής κοινωνικής
συνύπαρξης.
Μένω στο διήγημα «Ο
χωρισμός», το οποίο στη δική μου ανάγνωση είναι το καλύτερο της συλλογής Σκέφτομαι
πως θα ήταν μια σωστότερη επιλογή για τον τίτλο ολόκληρου του βιβλίου, καθώς
εμμέσως παραπέμπει στην κύρια θεματική του , δηλαδή τον αποχωρισμό του ανήλικου
εαυτού, στη θέση του παραπλανητικού ως προς την αξία της συλλογής Φτου σου,
κοπελάρα μου, μαζί με μια διαφορετική εικόνα εξωφύλλου, στη θέση του
καθρέφτη, που παραπέμπει με έκδηλη κυριολεκτική, άρα αυτοαναφορική σχέση στο ομώνυμο
διήγημα. Στον «Χωρισμό», αντίθετα, τίποτα δεν είναι κυριολεκτικό, όλα απαιτούν
μια ερμηνεία. Με τις αποδιωγμένες στα αζήτητα κάλτσες χωρίς το ταίρι τους, η
Γεωργούλα μιλάει με εύγλωττο τρόπο για τη διαφορετικότητα, τη μοναξιά χωρίς τη
συνακόλουθη, θεσμική και ηθικά αποδεκτή συνύπαρξη, τον κορμό (όπως τον
αντιλαμβάνεται η κυρίαρχη, επικρατούσα άποψη/ιδεολογία) της οικογένειας με
σαφώς δομημένη ιεραρχικά και πάντοτε κατοχυρωμένη θεσμικά κλίμακά της.
Κι έπειτα ακολουθούν μέρες
σιωπής και περισυλλογής κι αφόρητης αναμονής και προσευχής. Θεέ των χαμένων
καλτσών, φέρε μου πίσω το ζευγάρι μου, ν’ αναστηθώ και να γυρίσω στον κόσμο των
ζωντανών. («Ο
χωρισμός», σ. 47).
Πιστεύω πως η γραφή της
Γεωργούλα δεν κυριολεκτεί, όσο κι αν, με την περιγραφή των χώρων και τη
διακριτή ψυχογραφία των ηρώων της, δείχνει συχνά το αντίθετο. Έχει την
ικανότητα να βρίσκει τον πυρήνα των προβλημάτων, προσωπικών και κοινωνικών, και
να τον αποτυπώνει με έναν τρόπο τόσο επιφανειακά πλάγιο όσο και ευθύβολα
αντιληπτό.
Διώνη Δημητριάδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου