Τρίποντο και
πιρουέτα
Μάνος Κοντολέων
μυθιστόρημα
εκδόσεις Πατάκη
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
Για κάποιες
δύσκολες επιλογές
Εσωτερικός δισταγμός ή
υποταγή στους κανόνες των άλλων; Ένα ερώτημα που διατυπώνεται κάποια στιγμή στο
βιβλίο, που όμως το διατρέχει από άκρη σε άκρη, με τα δύο σκέλη του –αν και
διαφορετικά στην ποιότητά τους– να συγκλίνουν σε έναν κοινό τόπο, να γίνονται
στην ουσία ένα, αν δεχθούμε πως ο εσωτερικός δισταγμός υπαγορεύεται συχνά κι
αυτός από τη διάθεση υποταγής στις κυρίαρχες, στερεότυπες αντιλήψεις. Οι δύο ήρωες του βιβλίου, ο Άλεκ/Αλέξανδρος
και ο Κλείτος, κάτω από διαφορετικές συνθήκες δεν θα είχαν συναντηθεί ποτέ.
Όμως η ζωή του καθενός τούς φέρνει απρόσμενα κοντά, στον παραθαλάσσιο επαρχιακό
οικισμό, και μάλιστα στην άκρη του.
Δύο έφηβοι, συνομήλικοι, με ένα οικογενειακό πλαίσιο τελείως διαφορετικό, (με την αρσενική παρουσία να εκπροσωπείται, λόγω απουσίας της πατρικής φιγούρας, από την ακόμη προηγούμενη γενιά, τον παππού), που τους οδηγεί σε διαφορετικά όνειρα (ο Άλεκ αγαπά το μπάσκετ, ο Κλείτος τον χορό), που ως κοινωνικές «καταγραφές» αποκλίνουν μεταξύ τους. Ωστόσο, μια εσωτερική διάθεση επαφής, μια έλξη του ενός για τον άλλον, αμφίδρομη, μοιάζει αρχικά να καταργεί τα τυποποιημένα σύνορα των δύο κόσμων. Ο Άλεκ γίνεται Αλέξανδρος με δική του επιλογή, όνομα που αμέσως υιοθετεί ο Κλείτος, και εκεί που όλοι οι άλλοι βλέπουν το ταλαντούχο αστέρι του μπάσκετ, αυτός βλέπει ένα αγόρι που τον ελκύει. Ο Άλεκ/Αλέξανδρος, από την άλλη, νιώθει την ανάγκη να τον υπερασπιστεί απέναντι σε όσους τον ωθούν στο περιθώριο για τα φερσίματά του, γι’ αυτούς καθόλου αντρικά. Ανάμεσά τους η Νίνα, που βρίσκει τον τρόπο να τους συνδυάσει, να γίνει φίλη και των δύο, να γεφυρώσει το φαινομενικό χάσμα. Γύρω τους όλοι οι «άλλοι», της οικογένειας ή του ευρύτερου χώρου, να βλέπουν, να διακρίνουν, να ξεχωρίζουν τον Κλείτο από την εικόνα του εφήβου που «οφείλει» να ακολουθήσει το πρότυπο της αρρενωπότητας, να τους φοβίζει η προσέγγιση του αρρενωπού Άλεκ με τη «μαζορέτα» Κλείτο, να τους αποτρέπουν από ό,τι φαίνεται γι’ αυτούς φυσικό όσο και αναπόφευκτο. Εξαιρέσεις συνιστούν η καθηγήτρια της μουσικής και ο παππούς του Κλείτου. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο ενθαρρύνει την εκλεκτή διαφορετικότητα.
Ο Κοντολέων χειρίζεται το
λεπτό αυτό θέμα με την ευθύνη που τον βαρύνει ως συγγραφέα που απευθύνεται εδώ
σε νεανικό κοινό. Επιλέγει μια ανάλογη γλώσσα, με εκφράσεις κατανοητές για έναν
έφηβο, χωρίς επιτήδευση, με μικρές εμβόλιμες «προτάσεις» για μουσικά ακούσματα και
αναγνώσματα (που μακάρι να πιάσουν τόπο), εισχωρεί στον νοητικό και
συναισθηματικό κόσμο των ηρώων του, προκειμένου να τους αγγίξει αποτελεσματικά·
δεν είναι ο ενήλικας ειδήμων, ο έμπειρος που επιθυμεί να «διδάξει», δεν βλέπει
από τα επάνω, βρίσκεται μέσα στην ιστορία, δίπλα και μέσα στους δύο ήρωές του. Χωρίζει
τα κεφάλαια εστιάζοντας στην περίπτωση εναλλάξ του ενός και του άλλου, ισορροπώντας
έτσι τις σκέψεις, τις αντιδράσεις, τις επιλογές τους, διαφορετικές και όμως
συγκλίνουσες στη συναισθηματική γειτνίαση και, κυρίως, στη σωματική έλξη που
νιώθουν.
Σε κρίσιμα σημεία της πλοκής,
όταν οι δύο έφηβοι νιώθουν μέσα τους τις διακυμάνσεις των επιλογών τους, όταν
αμφιταλαντεύονται ανάμεσα σ’ αυτό που διαισθάνονται ως τη βαθύτερη επιθυμία
τους και σ’ αυτό που από τους κοινωνικούς κανόνες επιβάλλεται, έχουμε σε
διακριτή γραφή, πλαγιογράμματη, παρεμβάσεις που ισορροπούν στο μέσα και στο έξω
της ιστορίας. Ο Κοντολέω, ως αφηγητής εξωκειμενικός, σχολιάζει, ενδυναμώνει την
ιστορία του, άρα τα κομμάτια αυτά θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ευρύτερα
κοινωνικά σχόλια που άλλοτε προτρέπουν σε μια διαφορετική διαδρομή φυσική και
αυθόρμητη, και άλλοτε επισημαίνουν τον κίνδυνο που αυτή επιφυλάσσει. Βρισκόμενος,
από την άλλη, στη θέση ως συγγραφέας να καθοδηγεί
τους ήρωές του (ή ίσως να τον καθοδηγούν αυτοί), προβάλλει την ενδόμυχη σκέψη
τους, να φανεί ό,τι υποκρύπτεται πίσω από όσα λένε και δεν τολμούν να
ολοκληρώσουν.
Αυτό, πιστεύω, που κατεξοχήν
κατορθώνει ο Κοντολέων, με τον τρόπο που χειρίζεται τη θεματική του, είναι να
δείξει πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αποκλίσεις, κι ας έχουν καθιερωθεί
ως κοινωνικός όρος σκόπιμα φορτισμένος ιδεολογικά. Η ανθρώπινη φύση εμπεριέχει
όλα τα διαφορετικά στοιχεία που συγκροτούν από κοινού την ανθρώπινη ύπαρξη,
είτε εννοούμε την εσωτερική προδιάθεση, τον τρόπο σκέψης, την κοινωνική
παρουσία, τον πολύμορφο κόσμο μας. Πολύμορφο και ενδιαφέροντα, αρκεί να
αποσείσουμε από πάνω μας τις ιδεοληψίες, τις ασφυκτικές επιταγές, αρκεί να
αποδεχθούμε την όποια εκδήλωση του διαφορετικού ως απόδειξη αυτής ακριβώς της
πολύμορφης συνθήκης. Διαβάζοντάς την ιστορία του, προσπάθησα να μπω στη συνείδηση
ενός έφηβου αναγνώστη (αναρωτιέμαι αν θα φτάσει στα χέρια του) και σκέφτηκα
πως, αν ήμουν στη θέση του Άλεκ ή του Κλείτου, θα ήθελα κάποιος να γράφει έτσι για
μένα, ή αν δεν ήμουν στη θέση τους, θα με βοηθούσε να κατανοήσω κάποιους φίλους, συμμαθητές που μου
φαίνονταν παράξενοι. Και, μακάρι, να κατανοούσα και την επιλογή των ονομάτων
τους: Αλέξανδρος (όχι το εκποιημένο και ανούσιο Άλεκ), δηλαδή ο υπερασπιστής
των ανθρώπων (ρόλο που επιλέγει ο Αλέξανδρος απέναντι στον Κλείτο), και
Κλείτος, δηλαδή ο ευκλεής, ο φημισμένος, μια υπόμνηση πως συχνά όποιος ωθείται
στο περιθώριο κρύβει μέσα του τη δύναμη να διακριθεί· μια διακριτή ομορφιά που
λίγοι βλέπουν. Η γραφή του Κοντολέων, είτε γράφει για ενήλικες είτε για νέους,
χρησιμοποιεί συχνά την προοικονομία, ένα σχήμα που δομείται μέσα από γεγονότα,
ή τον προϊδεασμό, ένα σχήμα που εστιάζει σε λέξη ή φράση, με τα δύο αυτά να
δομούν την πλοκή προετοιμάζοντας τον αναγνώστη να συλλάβει τις νοηματικές
απολήξεις της ιστορίας. Όπως εδώ που προσεγμένη και η παραμικρή λέξη, σωστά
τοποθετημένα στη θέση τους τα γεγονότα, οδήγησαν στην τελική πρόσληψη εν
συνόλω.
Απόσπασμα
Και τρέχοντας κατεβαίνει τα
σκαλιά, χώνεται μέσα στο γήπεδο, σπρώχνει όσους τον εμποδίζουν να πλησιάσει τον
δικό του Αλέξανδρο, τον φτάνει κάποια στιγμή, τον βλέπει πάντα άγαρμπα να
συγκρατιέται στους ώμους οπαδών… Τα πόδια του Άλεκ ακουμπάνε στο στήθος του
ενός της τρίτης λυκείου, ο Κλείτος προσέχει πως στο αριστερό παπούτσι το
κορδόνι έχει λυθεί… Και απλώνει το χέρι, θέλει να πιάσει την άκρη του κορδονιού
–κάτι δικό του να αγγίξει!– , κάποιος τον σπρώχνει, τα δάχτυλά του όμως έχουν
προλάβει να χαϊδέψουν την κάλτσα του Αλέξανδρου κι αυτός –πώς έγινε και μέσα σε
όλον αυτόν τον συνωστισμό αισθάνθηκε την επαφή;– ρίχνει προς τα κάτω το βλέμμα,
τον Κλείτο τον έχουν ήδη κάποιοι άλλοι σπρώξει πιο πέρα, μόνο οι ματιές τους θα
συναντηθούν…
Στο βλέμμα του ενός έχει
αποκαλυφθεί ό,τι φοβάται να φανερωθεί στο βλέμμα του άλλου. (σ. 154).


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου