Για τη συλλογή
«Αδώνιδος κήποι»
της Διώνης Δημητριάδου
γράφει
ο Κωνσταντίνος Λίχνος
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Οδός Πανός, τχ. 211
Η Οντολογία του Κενού
Στο σύγχρονο ποιητικό
τοπίο, το οποίο συχνά διολισθαίνει σε έναν εύπεπτο, εξομολογητικό
ιμπρεσιονισμό, η πρόσφατη σύνθεση της Διώνης Δημητριάδου, «Αδώνιδος κήποι»
(Εκδόσεις ΑΩ, 2025), παρουσιάζεται ως μια κλειστοφοβική οντολογική πραγματεία.
Το έργο δεν προσεγγίζει τη βιολογική φθορά ως απλό ελεγειακό μοτίβο, αλλά ως τη
μοναδική, αδιαπραγμάτευτη νομοτέλεια εντός της οποίας εγκλωβίζεται η ανθρώπινη
συνείδηση. Η ποιήτρια εγκαθιδρύει ένα περίκλειστο σύμπαν, ένα εργαστήριο του
αναπόδραστου, όπου η ύπαρξη τελεί υπό τη διαρκή και αμείλικτη πολιορκία του
μηδενός.
Ο εννοιολογικός άξονας του βιβλίου
εδράζεται σε μια βαθύτατη πολιτισμική σύνθεση. Η παραδεδομένη αγροτική
τελετουργία των εφήμερων φυτεύσεων προς τιμήν της αρχαίας θεότητας της
βλάστησης συνυφαίνεται οργανικά με το πένθιμο ορθόδοξο τελετουργικό των Παθών.
Εντούτοις, η δημιουργός προβαίνει σε ριζοσπαστική αποδόμηση αυτού του υλικού,
απογυμνώνοντας πλήρως το τελετουργικό βίωμα από κάθε εσχατολογική προσδοκία ή
λυτρωτική υπόσχεση. Στο ποιητικό της σύστημα, η Ανάσταση δεν υφίσταται ως
μεταφυσική προοπτική, παρά ως μια οδυνηρή αυταπάτη. Ο ετήσιος, κυκλικός ρυθμός
της φύσης (η βλάστηση και ο μαρασμός) μετατρέπεται στο απόλυτο αρχέτυπο της
θνητότητας. Η ζωή λογίζεται αποκλειστικά ως μια φευγαλέα, ατελής προετοιμασία
για την οριστική επιστροφή στο ανόργανο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ίδια η καλλιτεχνική
πράξη αποβάλλει κάθε θεραπευτική ή παραμυθητική ιδιότητα. Ο ποιητικός λόγος δεν
λειτουργεί ως ίαμα απέναντι στο ψυχικό τραύμα, ούτε προσφέρει παρηγοριά.
Αντιθέτως, η γραφή περιγράφεται ως σισύφειο μαρτύριο, μια βασανιστική
διαδικασία αναμέτρησης με το κενό. Το υποκείμενο της δημιουργίας αναλαμβάνει το
βάρος να διασώσει τα ίχνη όσων καταποντίστηκαν στη λησμονιά και βυθίστηκαν στη
σιωπή, γνωρίζοντας εξαρχής την ολοκληρωτική ματαιότητα τούτου του εγχειρήματος.
Συνεπώς, η ποίηση δεν είναι βάλσαμο, οι λέξεις δεν λυτρώνουν· απλώς συγκροτούν
το ύστατο, τραγικό ανάχωμα απέναντι στην οριστική λήθη.
«Έχουν
από παλιά πεθάνει οι θεοί // αφήνοντας τα ίχνη τους // λαμπρά σημάδια για τους
ταπεινούς // που μάταια ψάχνουν // με τα κλειστά τους μάτια // να λιγοστέψει ο
κόσμος – να σωθούν // το χάος τους φοβίζει – δεν στέργουν ν’ απλωθούν // μόνη
τους τόλμη ένα σήμα τόσο δα // ταιριάζοντας τη φύση τους με δύο μέτρα χώμα //
κάτι να μείνει – όχι γι’ αυτούς // μα για τους άλλους που έρχονται // να το
πιστέψουν έτοιμοι // ανίδεοι στη θέα του κενού.»
Το εν λόγω ποίημα, με
τίτλο «Σήμα ταπεινό», διακρίνεται για την αυστηρή πεζολογική του εκφορά, η
οποία αποφεύγει συνειδητά τον συναισθηματικό πληθωρισμό. Η απουσία στίξης δεν
συνιστά απλώς μια μοντερνιστική σύμβαση, αλλά υπηρετεί τη συνεχή, αδιατάρακτη ροή
μιας στοχαστικής συλλογιστικής. Τα επιλεγμένα ρήματα υποδηλώνουν τη ματαίωση
και τον εγκλωβισμό, ενώ η σύνταξη βασίζεται σε αλλεπάλληλους προσδιορισμούς που
περιορίζουν δραστικά τον χώρο και τον χρόνο, δημιουργώντας μια αίσθηση
σταδιακής συμπίεσης. Η ποιήτρια αξιοποιεί έντονες αντιθέσεις. Από τη μία πλευρά
τα λαμπρά σημάδια και το άπειρο χάος, κι από την άλλη τα κλειστά μάτια και το
απειροελάχιστο σήμα. Το ρυθμικό βάδισμα διατηρείται αργό, βαρύ και πένθιμο,
παραπέμποντας στην ίδια την τελετουργία του ενταφιασμού. Η αποφυγή λυρικών
εξάρσεων προσδίδει στον λόγο μια κατηγορηματική ψυχρότητα που εντείνει τη
δραματικότητα.
Νοηματικά, το ποίημα εκκινεί με μια
τελεσίδικη, εμβληματική δήλωση πως το υπερβατικό έχει οριστικά εκλείψει. Η
μεταφυσική διάσταση έχει καταρρεύσει ιστορικά, αφήνοντας πίσω της μόνον απατηλά
πολιτισμικά υπολείμματα. Οι άνθρωποι, ανίκανοι να διαχειριστούν τον ίλιγγο του
συμπαντικού κενού, επιλέγουν την εθελούσια τύφλωση. Η επιθυμία τους να
λιγοστέψει ο κόσμος μαρτυρά την υπαρξιακή αγωνία ενώπιον του αχανούς, καθώς το
υποκείμενο προτιμά τον περιορισμό προκειμένου να νιώσει ασφαλές. Η κορύφωση του
δράματος εντοπίζεται στη στιγμή του ενταφιασμού, όπου τα «δυο μέτρα χώμα»
καταλήγουν να αποτελούν την απόλυτη εναρμόνιση του ανθρώπου με τον φυσικό
κανόνα. Ο τάφος δεν λογίζεται ως πύλη μετάβασης, αλλά ως η ύστατη υλική
υπογραφή της ανυπαρξίας.
Στο θεματικό αυτό πλαίσιο, η ποιήτρια
στρέφεται καταληκτικά στη διαγενεακή μεταβίβαση της αυταπάτης. Ο αγώνας να
διατηρηθεί ένα μνημειακό ίχνος δεν αφορά τη σωτηρία του θνήσκοντος, αλλά τη
συντήρηση μιας προστατευτικής παραίσθησης για τους επιγόνους, οι οποίοι
εισέρχονται στο ιστορικό προσκήνιο ανίδεοι και απροετοίμαστοι να αντικρίσουν το
οντολογικό χάος. Μέσω αυτού του πρίσματος, το ποίημα καθίσταται μια αδυσώπητη
ανατομία της ανθρώπινης κουλτούρας, αναδεικνύοντας πώς ολόκληρο το οικοδόμημα
του πολιτισμού εγείρεται πάνω στην απεγνωσμένη ανάγκη συγκάλυψης της απόλυτης
και αναπόφευκτης εκμηδένισης.
Οι «Αδώνιδος κήποι» της Διώνης Δημητριάδου
δεν αποτελούν μια απλή ποιητική συλλογή, αλλά μια ανατομία της ανθρώπινης
περατότητας. Η γραφή εδώ δεν λειτουργεί ως διαφυγή ή απόδραση, αλλά ως απόπειρα
να αναδειχθεί η δημιουργία ως η μοναδική πράξη ελευθερίας μέσα σε ένα σύμπαν
αχανές και νομοτελειακά φθαρτό. Παρά την απουσία εσχατολογικής προοπτικής, η
Δημητριάδου κατορθώνει να μετατρέψει την απόγνωση σε αισθητική μαρτυρία, αναπέμποντας
ταπεινά σήματα αισιοδοξίας στην απεραντοσύνη του κενού. Εν τέλει, η συλλογή
επιβεβαιώνει πως η μόνη δυνατή νίκη επί του θανάτου είναι η νηφάλια και ηρωική
αποδοχή της κυκλικής του κυριαρχίας, η οποία μετατρέπει το εφήμερο σε μνημειώδη
υπαρξιακή παρακαταθήκη.
Λίχνος
Κωνσταντίνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου