Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Θωμάς Κοροβίνης Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην Γκλαβανή Εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Θωμάς Κοροβίνης

Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου

που λείπει χρόνια στην Γκλαβανή

Εκδόσεις Άγρα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Θωμάς Κοροβίνης: «Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην γκλαβανή»




 

«Καμιά φορά σαν να μιλάνε οι παραπονεμένοι άγγελοι. Ίσως κι ο ίδιος ο Θεός». (σ. 35).

Μέσα σε λίγες λέξεις –ποιος χρειάζεται περισσότερες;– όλη η ουσία της γραφής του Γιώργου Ιωάννου. Τι κρίμα που πολλοί σήμερα (όπως και τότε ακόμη) ξεχάσανε να ακούνε, και μαζί ξεχάσανε και τον ανθρωπογνώστη και δάσκαλο της ζωής, όπως τον ονομάζει ο Θωμάς Κοροβίνης στο χειμαρρώδες κείμενο-ανοιχτή επιστολή προς τον ίδιο αλλά και προς όσους ποτέ δεν τον ξεχάσαμε. Εστιάζοντας στον Ιωάννου, όπως και σε λιγοστούς ακόμη, ανοίγει ένα τοπίο, πικρό στη μνήμη αλλά απίστευτης ωραιότητας, που προκαλεί τη σύγχρονη αδιαφορία (μα και ανοησία) να αγγίξει το παλίμψηστο αυτού του τόπου που ανασαίνει με τις πολλαπλές του αναπνοές, ενώνοντας όσα επιφανειακά ανόμοια, όμως επίμονα καρφωμένα στο ίδιο σώμα. Η εκλεκτή αφορμή οδηγεί, άλλοτε με ευθείς και άλλοτε με παρακαμπτήριους δρόμους, στον στόχο ενός κειμένου που δεν αποτελεί απλώς  μια τιμητική μνεία στον Γιώργο Ιωάννου, αλλά συμπεριλαμβάνει όλα τα ακριβά μεταλλεύματα, τα κρυμμένα κάτω από τις κακοτοπιές μιας ζωής περίλαμπρης μα και κενής νοήματος. Έτσι, χτίζεται μια σύναξη ζώντων και, κυρίως, τεθνεώτων, που δεν μπορεί κάπου θα συναντώνται να μιλήσουν για τα ομολογημένα τους και τα ανομολόγητα, τις προσωπικές τους πίκρες, γέννημα μιας πατρίδας που τα χαλάει τα παιδιά της. Ο Μάρκος Μέσκος, ο Κωστής Μοσκώφ, η Διδώ Σωτηρίου, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Σαββίδης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μάνος Ελευθερίου, κι άλλοι, κι άλλοι, μα όσο τους μετράς πάλι λίγοι βγαίνουν μέσα στο  πλήθος, το οιονεί ανοϊκό. Και η Θεσσαλονίκη, κάποτε κραταιά κοιτίδα των γραμμάτων, παρούσα κι αυτή (αν τη νιώθεις ως μάνα των προσφύγων), αλλά με αλλοιωμένη τη μορφή της, την ουσία της, το πνεύμα της – ο Κοροβίνης αμείλικτος όσο κι αληθινός:

«Δε μασάω στα σχόλια και στις ειδήσεις, ότι δήθεν η πόλη αυτή θα ’ρθει στα συγκαλά της. Ό,τι βλέπουν τα μάτια μου εκείνο πιστεύω». (σ. 51).

Σαν να το χρωστάει στον αδελφό Ιωάννου, σαν να μιλάει όπως θα μίλαγε κι εκείνος, αν ζούσε ακόμα σήμερα.



«Πάλι εψές πολιορκούσες τα όνειρά μου. Καθόσουν πάνω σ’ ένα σύννεφο και τραβούσες κουπί, να φτάσεις πού; Λαχανιασμένα έλαμνες. Ποιον πήγαινες να βρεις; Τον Διγενή; Τον Τρεμαντάχειλο; Τα σκυλιά του Σέιχ-Σου; Τη Λάμια του παραμυθιού; Τον Καλογερόπουλο; Τον Κακριδή; Τον Κουμανταρέα; Τον Παναγούλη; Έπιασες στεριά κι έδεσες σε μιαν άκρη. Βγήκες προς το άγνωστο. Τέσσερις πολιτείες! Οι μάνες μας! Ποια να διαλέξεις; Η Πόλη έσταζε αίμα! Η Σμύρνη έσταζε αίμα! Η Τραπεζούς έσταζε αίμα! Η Θεσσαλονίκη έσταζε αίμα!» (σ. 50).

Μια μνεία σε κάθε «αγαθότητα», όπως τη διαβάζουμε στις ιστορίες του Ιωάννου, τώρα πιο επίκαιρη από ποτέ, που κάθε μορφή ιδιοτέλειας, ευτέλειας και συμφέροντος έχει επισκιάσει επικίνδυνα τον ουρανό μας. Μια κραυγή συνάμα, γιατί αλίμονο αν πάψει κάποτε, μην και ξυπνήσουν οι υπνώττουσες συνειδήσεις και νιώσουν τις αόρατες αλυσίδες, κάτι σαν τα κάγκελα που έβλεπε παντού ο Τζίμης Πανούσης. Μια κραυγή που ο Ιωάννου την είχε δει να «κονταίνει» στο ποίημά του «Σε επαρχία μακρυνή»:

[…] Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή/ “Ζήτω η ελευθερία” γιατί κι αυτή καλή·/ όμως γλυκό και το ψωμί.

Το αφήγημα, στην τωρινή του μορφή στην πρόσφατη έκδοση (Άγρα), είναι το αποτέλεσμα συστηματικής επεξεργασίας των αρχικών του μορφών, σημάδι πως επί σαράντα χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Ιωάννου (από τη φυγή του στο νέο του καταφύγιο, την καταπακτή, την γκλαβανή του) ο Κοροβίνης έψαχνε διαρκώς μέσα του (και στα γραπτά του, ως εκλεκτός επίγονος) τη σκέψη, τις λέξεις, τις μνήμες εκείνου, τη θέα του στον κόσμο, να μη χαθεί τίποτα από τον «δάσκαλο» όχι μόνον της γραφής μα και της ζωής.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου