Θοδωρής Γκόνης
Ove vai?
Conte Nano,
Ove vai?
Το λεμονοπεριβόλι του Δαμαλά
Εκδόσεις Μικρή Άρκτος
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Θοδωρής Γκόνης: «Ove vai? Conte Nano, Ove vai?»
Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας
σε τρεις εικόνες θεατρικές. Ίσως με το θεατρικό τρόπο, συνάμα τον μουσικό, να
μπορεί να φανεί πιο ξεκάθαρα η προσωπικότητα αλλά και η μοίρα αυτού του
ξεχωριστού Έλληνα, του αμφιλεγόμενου για τις πρώιμες προσπάθειές του να
στηρίξει το νεοσύστατο, μικρό κρατίδιο, με το όραμά του να συνταιριάζει τα
αταίριαστα, όπως, για παράδειγμα την ίδρυση Πανεπιστημίου σε μια χώρα που η
πλειονότητα ήταν αναλφάβητοι. Όμως, όλα αυτά ας τα κρίνει η ιστορία, με τις
διασταυρούμενες απόψεις, την ανάλογη τεκμηρίωση, την ιδεολογία εν τέλει που
διαμορφώνει τις εκάστοτε θέσεις. Εδώ έχουμε μια άλλη οπτική, δραματουργική, με
την ευαισθησία του Θοδωρή Γκόνη, που ξέρει πώς να προσεγγίζει τις δυσδιάκριτες
πολύτιμες στιγμές των προσώπων, να τις μεταπλάθει σε λέξεις, σε στίχους, σε
εικόνες ζωντανές, όπως στο συγκεκριμένο μουσικο-θεατρικό έργο με τους δύο
ηθοποιούς και τους πέντε μουσικούς.
Πώς, διαβάζοντας τον τίτλο (Ove vai? Conte Nano, Ove vai?),
να μην έρθει η σκέψη στο άλλο εμβληματικό: Πού πας, παλληκάρι, ωραίο σαν
μύθος/ κι ολόισια στον θάνατο κολυμπάς; του άλλου ποιητάρη; Κι αμέσως η
αντίθεση, από τη μια ο Κόντε Νάνο (χαϊδευτικό όνομα του Καποδίστρια) και από
την άλλη το λεμονοπερίβολο του Δαμαλά, όπου έλαβε χώρα η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της
Τροιζήνας, που τον εξέλεξε Κυβερνήτη. Σ’ αυτό τον τόπο όλα τα μυστήρια, όλα τα
απίθανα χωρούν μαζί. «Πού πας; Σε ποιο χάος ετοιμάζεσαι να μπεις;» μοιάζει να αναρωτιέται
η παράσταση.
Ove vai? Conte Nano
Ove vai?
Η Ύδρα και η Μάνη αγκάθινο στεφάνι
σού κεντάει
Ove vai?
Μαύρος σκύλος στα ερείπια, στα
πέτρινα σκαλιά σε κυνηγάει
Ove vai?
η πατρίδα σου ζητιάνα όλο ζητάει,
τα «παιδιά σου»
το ένα τ’ άλλο πολεμάει
Ove vai? Conte Nano
Ove vai?
Ο Θοδωρής Γκόνης συνέλαβε την
εικόνα του Κυβερνήτη σαν μια προσωπική του εσωτερική αίσθηση, όπως μια εικόνα
από το εικονοστάσι, πέρα από κάθε ιστορική προσέγγιση, σαν μια δική του
προσωπική υπόθεση.
Τ’ αρχοντικό περπάτημα
του πρώτου Κυβερνήτη
λίγο προτού να κοιμηθώ
στο πατρικό μου σπίτι
το άκουγα κ’ ανέβαινα
τρέχοντας στον φεγγίτη
Τον έβλεπα να περπατά
με το τριμμένο ρούχο
να φέγγει όλος σαν κερί
σε άγιο πολιούχο
τον έβλεπα μεσ’ στα στενά
στρατιώτη πολιούχο
Γυρίζω στο κρεβάτι μου
στο άσπρο προσκεφάλι
ξυπνάω κι είναι κόκκινο
απ’ τον Μαυρομιχάλη
Με τα κείμενα της παράστασης στηριγμένα σε αυθεντικές πηγές της εποχής (Ιστορικαί Αναμνήσεις του Νικολάου Δραγούμη, Απόλογα για τον Καποδίστρια του Γεωργίου Τερτσέτη, Στρατιωτικά Ενθυμήματα του Νικολάου Κασομούλη, Ιστορική Ανθολογία του Γιάννη Βλαχογιάννη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Thomas Gordon, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Βαβυλωνία του Δ. Κ. Βυζάντιου, Νέα ελληνική ιστορία του Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου κ.ά.), με τα τραγούδια (στίχοι: Θοδωρής Γκόνης, σύνθεση: Πέτρος Χρηστάκης) να αποτυπώνουν μια αίσθηση επαπειλούμενης αιφνίδιας αλλαγής της μοίρας των πραγμάτων, με τον Κυβερνήτη να ισορροπεί ανάμεσα στη δύσκολη εξουσία και στην εσωτερική διάθεση όλα να τα αλλάξει ή αλλιώς να φύγει από τον τόπο, φτιάχνεται ένα έργο σπονδυλωτό με έντονη μουσικότητα, με τη γλώσσα στα καλύτερά της, σε όλη της τη δύναμη από τη ντοπιολαλιά μέχρι τον λόγο της εξουσίας, με διάλογο των δύο ηθοποιών που χτίζουν το πρόσωπο του Καποδίστρια μοναχικό και τραγικό εν μέσω μιας απίστευτης «Βαβυλωνίας», όπως ήταν τότε η Ελλάδα.
Το έργο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο
εκδηλώσεων «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού, τον
Αύγουστο του 2025 στο φρούριο Παλαμηδίου ενταγμένο στο πρόγραμμα του 2ου
Φεστιβάλ Ακροναυπλίας. Και τώρα σε έκδοση από τη Μικρή Άρκτο.
Παραθέτω τον τελευταίο διάλογο των
δύο ηθοποιών, που παρουσιάζει με τον πιο απέριττο όσο και εικονοπλαστικό τρόπο
τη σκηνή της δολοφονίας του Κυβερνήτη, που αφήνει ταυτόχρονα να φανεί τόσο το
προσωπικό του ήθος, η εμπιστοσύνη που είχε για όσους τον περιτριγύριζαν, όσο και το εκτόπισμα που είχε στον απλό λαό με
το αλάθητο συχνά κριτήριο:
Α. Λειτουργιώτανε στη μικρή παλιά ενοριακή εκκλησία τον Άη Σπυρίδωνα, τον
Κορφιάτη άγιο. Πήγαινε πολύ πρωί σ’ αυτή. Βγήκε από το Παλάτι πέντε η ώρα
ντυμένος βαθυγάλαζη ρεντιγκότα με διπλά κουμπιά ασημένια, που παρασταίνανε τον
Φοίνικα, μ’ άσπρο λινό παντελόνι και κασκέτο από τσόχα βαθυγάλαζη κι αυτό.
Πέρασε από το Συντριβάνι, έστρεψε δεξιά, σε λίγα βήματα γύρισε κι’ ανέβηκε αριστερά,
πάλι δεξιά και πάλι αριστερά και πρόβαλε στο πλάτωμα της εκκλησιάς. Μόλις
φάνηκε από τ’ αγκωνάρι του ιερού, ανηφορικά στ’ άνοιγμα του μικρού δρομάκου που
ανηφόριζε κατά το κάστρο, είδε τους Μαυρομιχάληδες να παραφυλάν αντικρύζοντας
τη θύρα του καθολικού, όπου θάμπαινε. Μια στιγμή δίστασε και κοντοστάθηκε, μα
ξανάπιασε το δρόμο του, πέρασε από κοντά τους και χαιρέτησε…
Β. Το φιλότιμο τον έφαγε, λέει ο
λαός.
Μια μόνη γυναικούλα, που ήτανε στη
εκκλησιά, έσκυψε με κλάματα και με το βαμβάκι μάζευε το αίμα.
Έτσι ολοκληρώνεται το θεατρικό έργο,
με μια οιονεί κινηματογραφική ματιά, μια σκηνοθετική οπτική, να παρακολουθεί τα
τελευταία βήματα πριν το τέλος, αφήνοντας στην πρόσληψη του θεατή (εδώ
αναγνώστη) να εικάσει τις τελευταίες σκέψεις του κυβερνήτη, αυτό το «λίγο
πριν».
Διώνη Δημητριάδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου