Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Για τους «Αδώνιδος κήπους» της Διώνης Δημητριάδου – γράφει η Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

 



Για τους «Αδώνιδος κήπους» 
της Διώνης Δημητριάδου – 
γράφει η Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr 17/03/2026


Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι, εκδ. ΑΩ, Αθήνα 2025

«Ήθος του ποιητή/το άχθος του ανθρώπου»


Η Διώνη Δημητριάδου μετά την τελευταία της προσωπική ποιητική συλλογή (Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή, εκδ. ΑΩ, 2021) επανέρχεται με την παρούσα, με την αίσθηση μιας ποιητικής πραγματείας, εντός της οποίας κατοικεί η υπαρξιακή αγωνία, με κυρίαρχο συναίσθημα τη βεβαιότητα της γήινης φθαρτότητας, του θανάτου και της απώλειας. Ρεαλισμός, υπερρεαλισμός και διακείμενο συνεργάζονται στο ποιητικό σύμπαν της Διώνης Δημητριάδου. Εντός του ποιητικού της σύμπαντος συμπεριλαμβάνει αναφορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία, καθώς και στη λαογραφική – λατρευτική παράδοση, όπως αυτή εξελίχθηκε ιστορικά και συνδέθηκε με το κοινό αίσθημα. Ο ποιητής αποτελεί συχνά το ποιητικό αίτιο αλλά και υποκείμενο, μέσω του οποίου συνδέεται βιωματικά και πρωτοπρόσωπα η ποιήτρια με του Ποιητού το ήθος, που ως εισαγωγικό ποίημα της συλλογής δηλώνει απερίφραστα την πρόθεση της να τον συνδέσει τραγικά με το «άχθος του ανθρώπου.»

Σε ένα δομημένο ενιαίο όλο, η Διώνη Δημητριάδου αναλύει την απώλεια ανοίγοντας την Αυλαία με τους Κήπους του Αδώνιδος και τα ταπεινά πιατάκια με φακή της Μ. Παρασκευής, που αν και «η μοίρα τους η λήθη» συνδέουν τραγικά τον άνθρωπο με τον θεάνθρωπο και με τη μοίρα του, «Να ζει ζωή ατέλειωτη και θάνατο αθάνατο. Να πεθαίνει κάθε φορά μέσα στο άνοιγμα της φύσης. Να γεννιέται κάθε φορά με μιαν ανάσα πανάρχαιας μνήμης.» (σ. 10). Έτσι δηλώνει την πρόθεσή της η ποιήτρια να πραγματευτεί την απώλεια, τη κάθε είδους θυσία, το εφήμερο της Άνοιξης ως αναγέννηση, η οποία γίνεται σύμβολο και ρεαλιστική διαπίστωση, πως ο θάνατος αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα, ακόμα και για τους θεούς, αφού «Τη μοίρα τους ακολουθώντας/λεν πως πεθαίνουν οι θεοί» (σ. 12).

Η απώλεια και η υπαρξιακή καταβύθιση ακολουθεί κάθε φορά διαφορετικά μοτίβο, ωστόσο η κοινή θεματική δημιουργεί ένα στιβαρό ποιητικό παρόν. Οι ενότητες προσημαίνονται με προμετωπίδες, οι οποίες αποτελούν ποιητικές δηλώσεις. Κάπως έτσι εισάγει τη λήθη ως νέα παράμετρο, της μιλά, συνδιαλέγεται μαζί της, αποδίδοντάς της την αίγλη της ματαιότητας, του ψεύτικου φωτός, «Πώς λήθη φθάνεις άηχη λέμβος σωστική;», και της απευθύνεται δεόμενη «…απόσωσε το μοιρολόι πια/μαύρο στεφάνι του καημού» (σ. 16). Ο χρόνος παραμορφώνεται για να «…εισβάλλουν τέρατα δαίμονες και θεοί», καθώς συνδέεται με μια γνώριμη, για την Διώνη, υπαρξιακή μορφή, τον Λύκο της, το στοιχειό και τολμά να συνδιαλέγεται μαζί του, «Τι είσαι; το ρωτάω» τον προκαλεί, συμπράττει σ’ ένα κοινό μέτωπο έναντι του χρόνου και της μνήμης.

Η μνήμη, η μοίρα, ο χρόνος, ο φόβος, η ζωή και η ποίηση, οι φίλοι, οι εκλιπόντες, η ζωή, η απώλεια και ο επιτάφιος θρήνος, η θηλυκή καταγωγή της ελπίδας συνδέεται με την τραγική ειρωνεία της φύσης της, «Παμπάλαια η μήτρα/ απ’ όπου φύτρωσε η ελπίδα //Κι ο απόηχος/μιας τελειωμένης μέρας» (σ.33) μα πριν, μια τραγική αφιέρωση στον Δημήτρη (Μήτσο) Φύσσα, με τον σαφή τίτλο Σκόνη στον αέρα, όπου όλα δηλώνουν το αναπόδραστο, εκείνο το «ποτέ» που καμιά μνήμη δεν μπορεί να κατανοήσει, να αποφύγει τη βεβαιότητα του συντελεσμένου. Η Διώνη προτιμά τη μεταμόρφωση, τη μετουσίωση σε σκόνη, αφού έστω κι έτσι, το σώμα διεκδικεί το δικαίωμα της ελευθερίας, της συνδιαλλαγής με το σύμβολο της ελευθερίας και της ζωής, τον αέρα, «Κι αν πεις πως ίσως έτσι να μπορούσες/μέσα από σκοτεινά λαγούμια//…θα πω σκόνη καλύτερα/να ακούς τον ψίθυρο του αέρα/να σε σηκώνει/να τρέχεις/ατελείωτα» (σ.σ. 29-30).

Στην επόμενη προμετωπίδα, η Διώνη, σαν άλλος Σίσυφος αναμετράται με τα δεσμά της απώλειας, τα επαναδημιουργεί και κάπως έτσι επιτρέπει την εμφάνιση των Αγγέλων και της απατηλής γαλήνης και αργότερα του εκτυφλωτικού φωτός και της ελπίδας για να τονίσει κάθε φορά τη στιβαρή αντίθεση μεταξύ της ζωής και του θανάτου. Ωστόσο, εντός της αντίθεσης, κατοικεί και μια αντίφαση, η οποία με τη σειρά της κατοικεί σ’ εκείνες τις ρωγμές, απ’ όπου αναβλύζει η οδύνη αλλά και το φως και η ελπίδα, γιατί η ζωή αρπάζεται ακόμα κι από τις λέξεις για να επικρατήσει. Ο ποιητής αναζητά το φως, την ίαση εντός τους, μα η αμφιθυμία επικρατεί αφού, «…το ποίημα/ δεν είναι ψυχοφάρμακο/των λέξεων ιαματικό» (σ.35).

Στο ποιητικό σύμπαν της Δημητριάδου θα μπορούσε να κατοικεί και ο πεσιμισμός του Καρυωτάκη, με τη σκληρή δυσοίωνη διαπίστωση της επωδού στο ποίημα Σήμα ταπεινό). Μα δεν είναι μόνο οι άνθρωποι θνητοί, αλλά και οι θεοί, καθώς η ποιήτρια καταβυθίζεται, επιστρέφει να συναντήσει θρησκείες και θεούς που μεταλλάχθηκαν λατρευτικά, άλλαξαν ονόματα, μα την υπόστασή τους ποτέ, «Εκάτη μεταμορφωμένη/σε όλων Μητέρα/εσύ ίσως γνωρίζεις από/χθόνιες μεταλλάξεις» (σ. 48).

Μικρές Παρασκευές, διάσπαρτες και Σίσυφοι σε μια αιώνια πάλη με στόχο να επικρατήσουν απέναντι στο αιώνιο σκοτάδι, να αποτιμήσουν την οδύνη όσων απόμειναν για να θρηνούν, να υποδέχονται Συνδέσεις αφανείς σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο εναλλαγής μεταξύ φωτός και απόλυτου ερέβους, μεταξύ ζωής και θανάτου, να ταλανίζουν το ποιητικό υποκείμενο σε μια προσπάθεια να ισορροπήσει, να συνδεθεί με το θείο, να βρει απαντήσεις σε προαιώνια ερωτήματα, όπως επαναλαμβάνονται και οι επωδοί σε πολλά ποιήματα της, εν είδει ποιητικής απόσταξης.

Και η Ανάσταση; Μήπως κι αυτήν δεν την εφηύρε ο άνθρωπος μαζί με την ανάγκη του να εφεύρει έναν ή πολλούς θεούς; Ο ποιητής ταυτίζεται με το ποιητικό υποκείμενο βιώνοντας ανάλογη υπαρξιακή αγωνία, «Σκύβοντας στο πηγάδι πες τι βλέπεις» (σ. 61) με την ελπίδα να φωτίσει, να συντρέξει, να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, τα φθαρτά και τα θνητά, μα αλίμονο, ούτε κι αυτός… «[Πέρα μακριά χαρά \ζουν τα σκοτάδια και δύει το ανέσπερο φως]» (σ. 61). Το ποιητικό υποκείμενο, έμμεσα ταυτίζει το φως με το ποίημα. Επιθυμεί διακαώς, αγωνιά τουλάχιστον εκείνο να σωθεί, «Και τούτο το ορφανό/το στερημένο ποίημα/ατελείωτο απομένει/σταυρού σημάδι». Ετούτη η ποιητική συλλογή πέρα από τη λογοτεχνική της αξία, τη φιλολογική, την ιστορική και τη λαογραφική της αποτίμηση είναι κυρίως ένας σύγχρονος Γολγοθάς, ο Γολγοθάς όσων απέμειναν πίσω, στην αντίκρυ πλευρά του επέκεινα, να μαρτυρούν την έκπτωσή τους από τον Παράδεισο, με μια αμυδρή ελπίδα να σιγοκαίει στην ψυχή…

Κι όταν Παρασκευή μεγάλη ξημερώνει
θρηνούν εκείνον και τον εαυτό τους
για όλες εκείνες τις μικρές Παρασκευές
που ανάσταση καμιά δεν καρτερούν
σφραγίδα ανελέητη στο κεφάλι τους
από άδικη αμαρτία πατρογονική
στερήθηκαν το αναστάσιμο το φως
το άφθαρτο θνητής ζωής
δεν έγινε γι’ αυτούς και δεν τους αφορά

Μόνο που μια στις τόσες συλλογιούνται
μήπως στην άκρη φυλαγμένο
κάτι ελάχιστο απομένει
ακόμη αμοίραστο
δικό τους
κι έτσι με αμυδρή ελπίδα συνεχίζουν
για να δοξάζεται η θεϊκή επιλογή.


⸙⸙⸙

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου