Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/25439-pio-pera-apo-ti-thalassa-tou-pol-lints-kritiki-yparksiaka-erotimata-se-xrono-enestota

 

Paul Lynch

Πιο πέρα από τη θάλασσα

Μετάφραση: Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου

Gutenberg

Σειρά Aldina

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Πιο πέρα από τη θάλασσα» του Πολ Λιντς (κριτική) – Υπαρξιακά ερωτήματα σε χρόνο ενεστώτα


 

 


Εγώ ένας ψαράς είμαι

 

Τι είναι άραγε πιο πέρα από τη θάλασσα; Χαμένοι στον Ειρηνικό ωκεανό, αντιμέτωποι με καταιγίδες, με την πείνα και τη δίψα, με την αφόρητη σιωπή γύρω τους, αλλά και την επίσης αφόρητη συνύπαρξή τους, ο Μπολίβαρ και ο Χέκτορ, εντελώς ανόμοιοι μεταξύ τους, θα αναρωτηθούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, αν ο υγρός τόπος που τους περιβάλλει θα τελειώσει ποτέ. Στο νέο του μυθιστόρημα ο Paul Lynch, βραβευμένος ήδη με το βραβείο Booker για το βιβλίο του Το τραγούδι του προφήτη, διεισδύει ακόμη περισσότερο στον εσώτερο κόσμο του ανθρώπου, στα βαθιά και αναπάντητα υπαρξιακά ερωτήματα. Οδηγώντας τους δύο μοναδικούς ήρωες της ιστορίας του στην πιο ακραία κατάσταση που θα μπορούσαν να βρεθούν, τους «καθοδηγεί» σταδιακά από τον έξω κόσμο –τόσο μακριά τους πλέον– σε ένα εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας. Κι αν θεωρηθεί αυτό ως ένα πρώτο στάδιο γνώσης, αναπόφευκτα θα φθάσουν και στην αναζήτηση της θέσης τους μέσα σ’ έναν κόσμο που αποκτά μια εντελώς προσωπική διάσταση γι’ αυτούς· πώς βλέπει ο καθένας το ανοίκειο, αφιλόξενο, απειλητικό τοπίο/πρόσωπο αυτού του κόσμου; Και η ανάγκη τους για επιβίωση, θα τους φέρει κοντά, ως μια ελπίδα συμπόρευσης και αλληλεγγύης, αυτούς τους δύο μόνους ανθρώπους μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας;  

Θα ήταν επιφανειακή η προσέγγιση του βιβλίου ως μιας ακόμη ιστορίας περιπέτειας. Η δράση, λόγω των εξωτερικών συνθηκών, είναι φυσικά υπαρκτή, ωστόσο ο Lynch θέλησε να προχωρήσει πιο πέρα. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η εσωτερική περιπέτεια του ανθρώπου, η πάλη του με τον δικό του, προσωπικό δαίμονα, απέναντι στον οποίο το θαλασσινό στοιχείο (με όλα τα δικά του στοιχειά) μοιάζει αδύναμο, και λειτουργεί μόνον ως αφορμή. Ο Μπολίβαρ, έμπειρος ψαράς, που θα ήθελε να δει κάποτε πώς συναντιέται το φως και το σκοτάδι στην επιφάνεια του νερού, αντιμετωπίζει αλόγιστα τον κίνδυνο της θάλασσας, κι όμως, όταν χρειαστεί ξέρει τρόπους να την αντιμετωπίσει. Ο Χέκτορ, νέος και άπειρος, ασυνήθιστος σε ακραίους κινδύνους, θα «μάθει» δίπλα του. Απέναντι, όμως, στον εαυτό του ο καθένας, έχει ένα δύσκολο ταξίδι με απρόβλεπτες εξελίξεις. Οι πρακτικοί τρόποι του Μπολίβαρ μοιάζουν αδέξιες κινήσεις μπροστά στο δράμα της προσωπικής του ζωής, όταν θα αντιληφθεί πως έτσι κι αλλιώς όλος ο πραγματικός κόσμος γι’ αυτόν ήταν ξένος. Και τότε θα πρέπει να έρθει πρόσωπο  με πρόσωπο με τα δικά του φαντάσματα. Ο Χέκτορ, έχοντας άλλες καταβολές, αναζητάει την υποστήριξη άνωθεν, ελπίζει στην αρωγή της αόρατης δύναμης, ερμηνεύει τυχαία συμβάντα ως θεϊκές παρεμβάσεις, κι όταν χάσει και τα τελευταία δείγματα «βοήθειας», θα αφεθεί στη μοίρα του.

Όσο η σύγχρονη λογοτεχνία αναζητά τις αφορμές της στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, φέρνοντας στην επιφάνεια αιτίες, αφορμές και δειλά (όσο και άστοχα) καμιά φορά τολμώντας να δείξει λύσεις, τόσο θα μένει στην ουσία αδούλευτο από τη συγγραφική πρόθεση και επιλογή το βάθος της ύπαρξης (εννοούμενο ως μέγιστο ερώτημα), καθώς αφήνεται στη δικαιοδοσία των φιλοσοφικών αναλύσεων ή, ακόμη πιο αναποτελεσματικά, των θρησκευτικών εξ αποκαλύψεως προσεγγίσεων. Μπορεί, φυσικά, έτσι να παίρνει τον ρόλο του συν-δημιουργού των εξελίξεων, κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση μιας καλής γραφής που ξέρει να πρωτοτυπεί, να διακρίνει τα κύρια θέματα, να τα παρουσιάζει εν καιρώ και εν τέχνη. Κι όμως, τα «εργαλεία» της λογοτεχνικής γραφής έχουν τη δυναμική μέσα τους να αποδώσουν τις εσωτερικές διεργασίες, τον ψυχισμό και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της μοναχικής (κατ’ ουσίαν) ανθρώπινης ύπαρξης, που οι ακραίες καταστάσεις τις κινητοποιούν. Όπως ακριβώς στο βιβλίο αυτό. Η φράση που ο Μπολίβαρ επαναλαμβάνει, σαν να περικλείει μέσα της όλη του την ύπαρξη, «Ένας ψαράς είμαι», φανερώνει τη γνώση στα τρία της επίπεδα: την αυτογνωσία, τη γνώση του κόσμου που περιβάλλει την ύπαρξη, τέλος τη συνειδητοποίηση της θέσης μέσα σ’ αυτό τον κόσμο.  Όσο αυτή η γνώση τίθεται εν αμφιβόλω, τόσο η ζωή αποβαίνει τραγική. Στην προμετωπίδα/θύρα του βιβλίου η ερώτηση του Ευριπίδη: «Ποιος γνωρίζει αν η ζωή είναι θάνατος, ή ο θάνατος ζωή;» συνοψίζει το όλον.



 Ο Lynch θέτει σε λειτουργία τον κοφτό Ενεστώτα χρόνο (άριστα εξυπηρετούμενο από τους δύο μεταφραστές), προσδίδοντας στην αφήγησή του την αναγκαία συγχρονία ήρωα και αναγνώστη. Δεν είναι τυχαίο ότι πουθενά δεν χρησιμοποιεί τους παρελθοντικούς  χρόνους, σαν η ιστορία να επινοείται και να γράφεται την ίδια ώρα που διαβάζεται. Είναι σαν να βρισκόμαστε μέσα σ’ αυτή τη βάρκα που παρασύρεται χωρίς μηχανή στο άγνωστο, αντικρίζουμε μαζί με τους δύο ήρωες όχι το ρομαντικό απέραντο γαλάζιο αλλά το σκούρο, το μαύρο που απειλεί να τους καταπιεί. Αν η λογοτεχνία μπορεί να μας εισαγάγει στο δικό της τοπίο, όσο ζοφερό, τότε και το άχθος της ύπαρξης, έτσι όπως το βιώνουν οι ήρωες, αγγίζει κι εμάς. Η απομόνωση μέσα στη θάλασσα και πιο πέρα κι από αυτήν, μεταποιείται πλέον σε σύμβολο, με τη συγγραφική επινόηση να προσφέρει το ένα μισό από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη του συμβόλου, και τον αναγνώστη να προσθέτει με τη δική του βιωματική πρόσληψη το άλλο μισό, προκειμένου να φανεί τον όλον και να λειτουργήσει. Έτσι, πιο πέρα από τη θάλασσα, είναι ο κόσμος μας, ένα αφιλόξενο μέρος, με αποξενωμένους ανθρώπους που την ώρα που νομίζουν πως ζουν με όσα η σύγχρονη τεχνολογία προσφέρει, δεν νιώθουν πως πρόκειται μόνο για ένα υποκατάστατο ζωής, έναν τεχνητό οιονεί παράδεισο εγκατάλειψης και σιωπής, με τα επιπλέοντα γύρω από τη βάρκα της ιστορίας σκουπίδια να καταδεικνύουν την ουσία του πολιτισμού μας.

Στην εικόνα του εξωφύλλου (design by Ben Summers) ένα πλεούμενο μοιάζει να ισορροπεί στην κορυφή ενός θαλασσινού χώρου, τόσο που αν προχωρήσει θα κατακρημνιστεί στις παρυφές της εικόνας.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

Η νύχτα πέφτει στον ωκεανό. Παρακολουθεί τον ήλιο να βουτάει στο νερό, ένα τσουχτερό πορτοκαλί που έρχεται προς τη βάρκα του, λες και φωτίζει ένα μονοπάτι μόνο γι’ αυτόν. Τα μάτια του παρακολουθούν το φως να βουλιάζει στις πιο βαθιές του αποχρώσεις, το σκοτάδι να στρώνει στη θάλασσα τα βελούδινα νυχτερινά της χρώματα, τη θάλασσα και τον ουρανό να γίνονται ένα και να χάνονται. Και τότε το βλέπει, βλέπει ακριβώς τη στιγμή, την τελευταία στιγμή της συνάντησης ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, πάνω στην επιφάνεια του νερού. Δεν μπορεί να το πιστέψει. Είναι σιωπή. Επιτέλους, σκέφτεται. Το είδες, το είδες με τα μάτια σου. Το ήξερες ότι θα τό ’βλεπες. Και τη νιώθει να υψώνεται στο κέντρο του είναι του, ν’ απλώνεται απ’ άκρη σ’ άκρη στο κορμί του, αυτήν την καθαρή τρεμουλιαστή ευτυχία. (σ. 219)

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου