Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Για την ποιητική συλλογή Αδώνιδος Κήποι της Διώνης Δημητριάδου ΑΩ εκδόσεις Γράφει η Λίλια Τσούβα

 



Για την ποιητική συλλογή 
Αδώνιδος Κήποι

της Διώνης Δημητριάδου

ΑΩ εκδόσεις

Γράφει η Λίλια Τσούβα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal










Το ρυθμικό μοιρολόι της ύπαρξης





Ποιητική του τέλους και της φθοράς είναι η συλλογή της Διώνης Δημητριάδου, «Αδώνιδος κήποι» (ΑΩ, 2025). Δομικό στοιχείο της ο θάνατος, θέμα διαχρονικό, με ποικιλία αισθητικής μετάπλασης, που αναδεικνύει τη διαρκή αναμέτρηση του ανθρώπου με τη νομοτέλεια. Η συλλειτουργία του με την ποίηση αφορά την ανάγκη μιας έστω φευγαλέας προσπέρασης. Παραμυθητική η τέχνη. Το μοτίβο συνδέεται συχνά με τη θρησκευτική πίστη. Όλες οι θρησκείες καταγίνονται με τον θάνατο. Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη έχει αναγάγει τη γιορτή του Πάσχα σε κορυφαίο γεγονός. Πάνω στον Σταυρό ο Υιός του Θεού επικυρώνει την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας, όμως τη μετατρέπει σε ελπίδα. Τη Σταύρωση ακολουθεί η Ανάσταση.

Η Δημητριάδου εστιάζει στο μοτίβο του θανάτου το οποίο συμπλέκει με αυτό της ποίησης. Μνήμη, λήθη, θρησκευτική πίστη συνυφαίνονται. Τον τίτλο αντλεί από την αρχαία μας παράδοση. Στην αρχαία Αθήνα, προς τιμήν του Άδωνη, οι γυναίκες καλλιεργούσαν φακή και άλλα φυτά σε πήλινες γλάστρες ή πιατάκια. Αυτούς τους μικρούς «κήπους του Αδώνιδος» πετούσαν τελικά στη θάλασσα ή σε πηγές. Το έθιμο σηματοδοτούσε το εφήμερο πέρασμα του θεού από τη γη, το παροδικό της ζωής, της νεότητας και της ομορφιάς, τη φθαρτότητα. Το αρχαίο έθιμο πέρασε στο χριστιανικό τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδας. Τη Μεγάλη Παρασκευή, κατά την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου, σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας έβγαζαν αυτά τα πιατάκια με τη φυτρωμένη φακή.

Στους «Αδώνιδος κήπους» η Δημητριάδου συνομιλεί με τον θάνατο. Το αργόσυρτο και ρυθμικό μοιρολόι με το μαύρο και γκρίζο χρώμα που τεχνουργεί εσωκλείει την αγωνία και τον θρήνο της ανθρώπινης ύπαρξης για το τέλος. Την αέναη πορεία από την ακμή στην παρακμή, τη νεότητα στο γήρας, τη ζωή στον θάνατο, αναπαριστά σε αναλογία με την ανθοφορία και τον μαρασμό της φύσης, με επανάληψη των μοτίβων του Άδωνη και της Μεγάλης Παρασκευής, του Επιταφίου και της Ανάστασης, των λέξεων «πιατάκι», «φακή», «στάχτη», «φως», τις έννοιες του πένθους, της μνήμης, της λήθης.

ΑΔΩΝΙΔΟΣ ΚΗΠΟΙ

[…] Αναλογίστηκε χιλιάδες χρόνια πίσω εκείνον τον άλλο, τον όμορφο, τον νέο, τον ευλογημένο συνάμα και καταραμένο. Να ζει ζωή ατελείωτη και θάνατο αθάνατο. Να πεθαίνει κάθε φορά μέσα στο άνοιγμα της φύσης. Να γεννιέται κάθε φορά με μιαν ανάσα πανάρχαιης μνήμης. Για να ξεχαστεί πάλι. Σε μιαν αέναη πορεία του σκότους μέσα στο φως, Θεοί καινούργιοι και παλιοί. Η μοίρα τους η λήθη.

Πήρε στο χέρι της το πιατάκι με τη φακή που είχε πια βγάλει φύτρα και μεγάλωνε. Φόρος τιμής παλιάς θεότητας στον νέο θεό. Το ακούμπησε στο περβάζι. Και ξαφνικά ένιωσε πως όλα ένα είναι, και τα τωρινά και τα μακρινά. Αδιάσπαστη ενότητα των ανθρωπίνων και των θεϊκών.

Από μακριά ήδη ακουγόταν η πρώτη μελωδία. Του Επιταφίου που όλο και πλησίαζε. (σελ. 10)

Ψέλνοντας τον κύκλο της ζωής και του θανάτου στη γη η Δημητριάδου διερμηνεύει το καθολικό αίσθημα, ένα αίσθημα αυθεντικό, βγαλμένο από το κατακάθι της ανθρώπινης ψυχής. Συμφιλιωμένη με την τραγικότητα της μοίρας, εκφράζει μια ρεαλιστική αποδοχή της φθαρτότητας, μια ηρωική θα λέγαμε μελαγχολία.

ΑΤΟΠΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

Άωρος θάνατος

αφανισμός του νέου θεού

μέσα στην άνθιση της γης

οι πασχαλιές να σε μεθούν

να ξέρουν από μαρασμό

να ξέρουν από θάνατο

κι εκείνος να φθίνει αργά

να λιώνει

να μαραίνεται

να φεύγει

να ξεχνιέται

στη μάταιη πια

τη θεϊκή λατρεία



Απομεινάρια ταπεινά

κήποι εφήμεροι

του Αδώνιδος η μνήμη

καλά κρατεί

τον τόπο ετούτο

σαν Πάσχα

σαν Ανάσταση

ξαναγεννιέται νέα μορφή

κόκκινη μες στο αίμα

να κυβερνάει τους λαούς

να μη λαθέψουνε και πουν

πως όλα φθείρονται

πως καταργούνται

μες στη λήθη

Τη μοίρα τους ακολουθώντας

λεν πως πεθαίνουν οι θεοί



Γελάει ο Άδωνις

το νέο ρούχο του φορεί

τα νέα του σημάδια

δοξαστικά

λατρευτικά

καθόλου δεν τον νοιάζει

η νέα του μορφή

τη συμφιλίωση έμαθε

την αναγκαία προσαρμογή

ίαμα στη φθορά (σελ. 11-12)



Η νηφάλια αποδοχή της νομοτέλειας του τέλους μέσα από την ανακύκλωση και τη διαρκή αναγέννηση της φύσης συμπορεύεται με την απόρριψη κάθε θρησκευτικής πίστης. Ζεύς ἐστιν αἰθήρ, Ζεὺς δὲ γῆ, Ζεὺς δ᾿ οὐρανός, Ζεύς τοι τὰ πάντα χὤ τι τῶνδ᾿ ὑπέρτερον, γράφει ο αρχαίος Έλληνας τραγικός ποιητής Αισχύλος. Η θεότητα δεν είναι παρά παραδόσεις, υπολείμματα παλιάς λατρείας που παίρνουν καθαρά συμβολική έκφραση. Αναδύεται από την αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχθεί το τετελεσμένο. Από τον ζοφερό κόσμο του Άδη ξεπηδά. Ο ουρανός, αντίθετα, της ελληνικής παράδοσης αποδέχεται τον θάνατο, όπως αποδέχεται και «τον κόσμο τον εφήμερο, τον τραγικά ωραίο». Η πλέρια γεύση της ζωής και του θανάτου συμπλέει με την αρχαία ελληνική ελευθερία που δεν έχει ανάγκη από ψευδαισθήσεις, λόγια αναμονής κάποιου λυτρωμού. Για το ελεύθερο άτομο η συμφιλίωση με τον θάνατο είναι κέρδος ζωής.



ΣΗΜΑ ΤΑΠΕΙΝΟ

Έχουν από παλιά πεθάνει οι θεοί

αφήνοντας τα ίχνη τους

λαμπρά σημάδια για τους ταπεινούς

που μάταια ψάχνουν

με τα κλειστά τους μάτια

να λιγοστέψει ο κόσμος – να σωθούν

το χάος τους φοβίζει – δεν στέργουν ν’ απλωθούν

μόνη τους τόλμη ένα σήμα τόσο δα

ταιριάζοντας τη φύση τους με δυο μέτρα χώμα

κάτι να μείνει -όχι γι’ αυτούς

μα για τους άλλους που έρχονται

να το πιστέψουν έτοιμοι

ανίδεοι στη θέα του κενού (σελ. 42)





Δίχως ψευδαισθήσεις, ιερεμιάδες, παραιτήσεις, κοιτώντας τον χρόνο όπως και τον ψυχοπομπό άγγελο κατά πρόσωπο, το ποιητικό υποκείμενο στρέφεται στην ποιητική γραφή που δίνει διέξοδο στις διαθέσεις της ψυχής:



Καθώς εσώκλεισα τον θάνατο στο ποίημα

ένιωσα πως τον νίκησα

κι ας ήτανε τόσο βαθύ το πένθος της ψυχής (σελ. 47)



Η γραφή όμως είναι σισύφειος μόχθος, μια δραστηριότητα μοναχική, θάνατος και ανάσταση μαζί.



ΠΟΙΗΤΟΥ ΤΟ ΗΘΟΣ

Και θα σταθείς με μόνο το μολύβι σου στο χέρι

από φωτιά ν’ αστράφτει και να ξερνάει λυγμό

τα τρίσβαθα που μέσα τους κρυμμένο

ώς το μεδούλι σε κατατρώει σαράκι



Μόνο αυτό θα έχεις

των πιο παλιών κληρονομιά ακριβή

πικρό να γράφεις και να γεύεσαι το αλάτι



Ευχή κι όχι κατάρα

με μια ελάχιστη φωνή

το πιο βαρύ στα ποιήματα

φορτίο που σηκώνεις



Ήθος του ποιητή

το άχθος του ανθρώπου (σελ. 9)



Στη συλλογή της Διώνης Δημητριάδου, «Αδώνιδος κήποι» η ποίηση συμπλέει με την προβληματική του θανάτου, η αρχαία παράδοση με τη χριστιανική εικονοπλασία και τον υπαρξιακό στοχασμό. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί το τελετουργικό της χριστιανικής θρησκείας αφαιρώντας το μεταφυσικό του περιεχόμενο, κρατώντας μόνο την τραγική, γήινη ουσία του. Ο κήπος ένας ζωντανός οργανισμός που καθρεφτίζει την ανθρώπινη μοίρα, ο χρόνος παραμορφωμένος, το χώμα θα θάψει την οίηση.



ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ

Χρόνος παραμορφωμένος

ανοίγει πόρτες και παράθυρα

εισβάλλουν τέρατα δαίμονες και θεοί

εκλιπαρούν την προσοχή μου

πιάνω το πρώτο το στοιχειό απ’ το χέρι



Τι είσαι; το ρωτάω



Αν θέλεις να μαντέψεις, μου απαντά

πάρε με μέσα σου

και τότε γίνομαι ό,τι θες

λύκος ή αρνί



Λύκος το προτιμώ

στη ράχη σου να είμαι

και να χαθούμε

δεν σε φοβάμαι

λέω στον καθρέφτη μου

τα χάπια καταπίνοντας

υπόσχεση χαράς

αν κλείσω το παράθυρο

ο χρόνος κυλάει κανονικά



Γνωρίζω τη μορφή του

και δεν φοβάμαι πια (σελ. 17)



Στους «Αδώνιδος κήπους» τα συναισθηματικά τοπία αποτυπώνονται με δωρική οικονομία και πυκνότητα. Η γλώσσα και ο τόνος παραπέμπουν στον Σολωμό, υπενθυμίζουν την ανάγκη για υπερνίκηση της φθοράς μέσω του πνεύματος. Γίνεται χρήση λαϊκών εκφράσεων, στοιχείων παραμυθιού, διακειμενικότητας.

Ανυψώνοντας το πιατάκι με τη φακή σε σύμβολο συμπαντικής νομοτέλειας η Διώνη Δημητριάδου συνθέτει ένα έργο ανθρωποκεντρικό και χαμηλόφωνο, βαθιά ποιητικό και στοχαστικό. Μετατρέπει την απώλεια σε δημιουργία, το άχθος σε ήθος και υπενθυμίζει ότι η αποδοχή του εφήμερου είναι η μόνη οδός προς την αληθινή ελευθερία.



Λίλια Τσούβα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου