Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ
μυθιστόρημα
Κωνσταντία Σωτηρίου
εκδόσεις Πατάκη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Το μυστικό κυπριακό «τοπίο» • Fractal
Το μυστικό κυπριακό «τοπίο»
Η ξεχωριστή γραφή της
Κωνσταντίας Σωτηρίου, ήδη αναγνωρίσιμη από τα προηγούμενα έργα της, έρχεται
τώρα, στο πρόσφατο μυθιστόρημά της, να δέσει με όλα τα προηγούμενα και να
αποκορυφώσει στην καλύτερη ώς τώρα συγγραφική της στιγμή. Μια αφήγηση
πρωτοπρόσωπη, της γραίας, που ενσωματώνει στα δικά της βάσανα τον καημό όλου
του κόσμου, τότε και τώρα, γιατί «Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί
του κόσμου», όπως το έγραψε ο Σκιαθίτης σ’ εκείνο το «Μοιρολόγι της φώκιας», σε
μια ισορροπία του πραγματικού με το πάντοτε παρόν μυθικό.
Δύο ιστορίες θα
ακούσουμε σε άρτια προφορικότητα, με καταργημένη μέσα τους την ευθεία χρονική
γραμμή, καθώς όλα έρχονται και φτιάχνουν συνειρμούς, ο χρόνος άχρονος πατάει
πότε στο τότε της ανάλγητης αγγλικής αποικιοκρατίας, πότε έρχεται στο σήμερα
για να αντιστρέψει τα πράγματα: εκεί που τότε ο φτωχός λαός των χωριών της
Κύπρου άφηνε τη ζωή του έρμαιο στα συμφέροντα όσων εκμεταλλεύονταν τα μεταλλεία
σιδηροπυρίτη, ή στην κατασκευή των
δρόμων των πόλεων, τώρα είναι οι ξένες εργάτριες, που μειονεκτούν απέναντι σε
μια πλέον ευημερούσα χώρα. Ποιος μένει να θυμάται, όμως, εκείνους τους εργάτες
που πέθαιναν από την πνευμονοκονίαση, τις γυναίκες τους (εύγλωττη η φωτογραφία
στο εξώφυλλο με τις γυναίκες εργάτριες στις ανασκαφές της δεκαετίας του ’50), που
αναγκάστηκαν να πάρουν στους ώμους τους όλη την οικογένεια; Ποιος νοιάζεται
σήμερα για τις δολοφονημένες αλλοδαπές γυναίκες, βυθισμένες στην κόκκινη λίμνη,
που απέμεινε θλιβερό μνημείο ενός μεταλλείου που «αναποδογύρισε»;
Άφηκε τούτον τον μεγάλο
τον λάκκο, την τρύπα που ήρθε και γέμισε με νερό, όπως έπιαναν οι βροχές,
γέμισε τελικά με νερό ο λάκκος και σιγά σιγά έγινε λίμνη, και επειδή είχε το
χώμα τα μέταλλα, έγινε σκούρο το νερό, κόκκινο και μαύρο και φαρμακερό, επειδή
είχε δηλητήριο το νερό το κόκκινο, ήταν μολυσμένη η κόκκινη που έγινε τούτη η
λίμνη.
(σ. 81).
Η ζωντανή αφήγηση μοιάζει
να παίρνει αυτή όλη την ευθύνη του τότε και του τώρα, αυτή να νοιάζεται για το
τελευταίο θύμα που δεν βρέθηκε και να παρακαλεί να είναι ζωντανό το κορίτσι,
σαν αυτή η ευχή να μπορούσε να αναστήσει όλους τους δικούς της πεθαμένους.
Εμβόλιμα κεφάλαια, με την αφήγηση να αλλάζει πρόσωπο, πηγαίνοντας με τη φωνή της γιαγιάς της γραίας πίσω μια ακόμη γενιά, επιτρέπουν στη συγγραφική πρόθεση, καταργώντας τα χρονικά διαστήματα, να πλάσουν διαφορετικά τη Γένεση, τοποθετώντας το νησί του χαλκού, την Κύπρο, στο κέντρο της δημιουργίας του κόσμου, παρουσιάζοντας τα τέσσερα γένη των ανθρώπων σε μια εύστοχη παραλλαγή του ησιόδειου μύθου με τα πέντε γένη, κατόπιν φέρνοντας στο προσκήνιο μια ξεχασμένη υπόθεση αρχαιοκαπηλίας με την κλεμμένη από τον Τσάτσγουερθ κεφαλή του χάλκινου Απόλλωνα, θυμίζοντας ύστερα την ιστορία του ιερέα Κινύρα και την τιμωρία του από τον θεό Απόλλωνα, μιλώντας όμως και για την παράδοση με τα Μερομήνια (μηναλλάγια) αλλά και το διαδεδομένο σε όλο τον ελληνικό κόσμο παραμύθι της δεκαοχτούρας στην κυπριακή παραλλαγή «Κοστέσσερα πεθερά». Πώς πλάθεται, αλήθεια, η ιστορία του κόσμου μέσα από την προφορική παράδοση, ακουμπώντας στην τοπική μικροϊστορία των τόπων, και πώς έρχεται μετά η λογοτεχνία όλα αυτά να τα συνταιριάξει, να μειώσει την απόσταση από την αλήθεια στην επινόηση, να πει πως όλα ένα είναι.
Δύο κεφαλές θεών, από
διαφορετικές θρησκείες διέρχονται όλο το βιβλίο, χωρίς να συναντώνται παρά μόνο
στο μυαλό της αφηγήτριας. Ο ένας, ο Απόλλωνας, πότε θεός τιμωρός μέσα στον
μύθο, πότε αγλάισμα τέχνης αρχαίας, που οι ντόπιοι δεν κατανοούν και τον
παρομοιάζουν με τον Δράκο που τους στερεί το νερό, οι ξένοι, όμως, αναγνωρίζουν
το χάλκινο πολύτιμο απομεινάρι και το κλέβουν. Ο άλλος, ο θεός στον θόλο της
εκκλησίας, έτοιμος να δεχθεί την παρακλητική προσευχή, ως ύστατο αποκούμπι. Και
οι δύο, όμως, σιωπούν, με τη θνητή ύπαρξη να κατανοεί πια πως:
[…] δεν είναι να του
έχεις πίστη του θεού, δεν είναι να του έχεις εμπιστοσύνη. Ό,τι και να κάμεις
του Θεού θα σε βρει, αν το θέλει η μοίρα το κακόν. Και το μόνο που μένει εις
τον άνθρωπον είναι να έχει καλά υστερινά, να έχει τέλος καλό και να πεθανίσκει
γέρος και μακάριος κι ευτυχισμένος. (σ. 77).
Έτσι όπως στη γραφή της
Σωτηρίου όλα βρίσκουν τη θέση τους, όμοια και ανόμοια, παλαιότερα και τωρινά,
έτσι όπως η γλώσσα (κυρίως η γλώσσα) στα χέρια της γίνεται η ίδια από μόνη της
ιστορία, καθοδηγώντας την αφήγηση σε μια
διαρκή ροή, συχνά χωρίς να έχει ανάγκη την τελεία, όπως και η σκέψη άλλωστε την
αγνοεί, σκέφτομαι πόσο ελληνική μεν, αλλά τόσο διαφορετική από την ελλαδίτικη
(για να χρησιμοποιήσω την κυπριακή λέξη που τις διακρίνει μεταξύ τους) είναι η
γραφή των σημαντικών Κύπριων συγγραφέων. Μια άλλη ματιά στον κόσμο, μοιάζει.
Πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς ακολουθεί κατ’ ανάγκη την ιστορική πορεία ενός λαού
που βρέθηκε αποκομμένος από την Ελλάδα, άθυρμα συχνά πολιτικών σχεδιασμών και
συμφερόντων. Είναι καλό, νομίζω, η λογοτεχνία τους να παραμείνει έτσι
ξεχωριστή, μια άλλη ματιά στη ιστορία και τους μύθους της ελληνικότητας, χωρίς «ξένα»
πρότυπα, ακόμα κι αν αυτά γράφονται στην ελληνική επίσης γλώσσα. Είναι πλούτος απαράμιλλης
αξίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου