Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

ΑΣΚΗΤΙΣΜΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

 

 

ΑΣΚΗΤΙΣΜΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ



Και μη θαρρείς πως πραγματικά επαναστατείς

όταν εγκαλείς την προνοητικότητα του ψεύδους

πάνω από τα ερείπια των ήσυχων καιρών

ούτε κι όταν βίαιες ανατροπές καθαγιάζεις

σε μέρες ευφρόσυνες άδηλων συμφορών,

γιατί η συγχορδία ολοφυρμών και απειλών,

ενός πυροβολισμού και μιας αυτοκτονίας,

επανάληψη είναι κι ας μοιάζει πρωτοτυπία,

γνώριμες αθωότητες και της συνήθειας πιστώσεις,

συστράτευση αβίαστη κι εξαγνισμού παράσταση

για την ύποπτη φυγή και την αθώα επιστροφή.

 

Αλόγιαστη κι ασύνταχτη η υποτέλεια του νου,

η διαφάνεια στέγασμα στις ύστερες εκτιμήσεις

κι ευδόκιμη προσαρμογή η άσκηση της αλήθειας,

στου χρόνου την επανένταξη και τις μαρτυρίες.

 

Κι αν λεύτερο πνεύμα της ευταξίας αντιστέκεσαι,

την ευνομία των επινίκιων θεσμών αμφισβητείς

κι ο λόγος σου πρεσβεία ιδεών δοκιμάζεται

στην ιστορία που ρητόρευσε δίκες και θυσίες

και διαφέντεψε σε μνήμες και αλήθειες,

δύσκολο ν’ αρνηθείς την εποχή σου,

αυτή που ως ασκητισμός είχε προηγηθεί,

με τις επίνοιες, τα εφικτά και τ’ ατελέσφορα,

κι ακόμη δυσκολότερο ως ασκητής ν’ απαλλαχτείς

από τη σωτηρία της προσφοράς και της συντριβής

που η πλάνη της μοναδικότητας περιποιεί.

 

 Γιώργος  Αλεξανδρής

(φωτογραφία: Lee Jeffries)

Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους Μιχάλης Αλμπάτης Εκδόσεις Νήσος [παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]

 

 

Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους

Μιχάλης Αλμπάτης

Εκδόσεις Νήσος

 

[παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος]


 

 Ένα βιβλίο, που θα μπορούσε κάλλιστα να τροφοδοτήσει με τις ευρηματικές ιστορίες που περιγράφει σενάριο μιας κινηματογραφικής ταινίας με σκηνές διασκεδαστικές, αλλά και με προβληματισμό για τις σχέσεις των ανθρώπων, τις υποκριτικές, με τις κακίες και τις δολοπλοκίες τους, τις κρυφές επιθυμίες, τα ανέκφραστα και ανολοκλήρωτα όνειρα, τις σκέψεις, τα μυστικά, που, όπως λέγεται, συχνά «τα παίρνουν στον τάφο» οι άνθρωποι!...

  Αν μπορούσαμε να …ακούσουμε τι σκέφτεται ένας άνθρωπος, αφού πεθάνει, το πνεύμα του δηλαδή, αν υποθέσουμε ότι αυτό δεν απόλλυται με το θάνατο του σώματος, πόσα μη αναμενόμενα για πολλούς από τους οικείους και τους φίλους του θα μαθαίναμε! Αν οι νεκροί σκέφτονταν και «μιλούσαν», πόσα θα μπορούσαν να συμβούν! Πόσοι θα δυσαρεστούνταν και πόσοι θα αισθάνονταν δικαίωση για όσα πίστευαν για τον εκλιπόντα! Αφού, απαλλαγμένοι πλέον από την άμεση σχέση και επικοινωνία με τους ζωντανούς οι νεκροί, δεν θα είχαν κανένα ενδοιασμό να αποκαλύψουν την αλήθεια τους, όλα όσα φοβούνταν να πουν ενώ ζούσαν, στα πλαίσια της κοινωνικής υποκρισίας ή από φόβο, υστεροβουλία και σκοπιμότητα. Και πόσο κάποιες φορές θα διασκέδαζαν οι πεθαμένοι διαπιστώνοντας τις διάφορες αντιδράσεις των οικείων τους, αν ήταν δυνατό να ακούσουν εκείνοι τις αλήθειες που κρύβονταν μια ζωή, ενώ άλλες φορές θα λυτρωνόταν το πνεύμα τους από το βάρος που έφεραν στη ζωή κρύβοντας πολλά από αγαπημένα τους πρόσωπα, αν έτσι αποκαλύπτονταν από τους ίδιους, ως εξομολόγηση, έστω μετά το θάνατο!...

    Ο Μιχάλης Αλμπάτης επινόησε τον ήρωα του βιβλίου, ένα νεαρό αγόρι στην Κρήτη, που ανακαλύπτει σε μια κηδεία πως έχει το «χάρισμα» να ακούει τη φωνή, τη σκέψη των νεκρών, χάρισμα, που κάποιες φορές σκέφτεται πως μπορεί να είναι «κατάρα» για τον ίδιο. Ένας θείος του σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί την ιδιότητα του νεαρού και τον κάνει «διερμηνέα των πεθαμένων» περιοδεύοντας στα χωριά, παραβρισκόμενοι σε νεκροτομεία, και προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σε συγγενείς, αλλά και, όταν χρειαστεί, στις αστυνομικές αρχές, στην ιατρική επιστήμη προς έρευνα και μελέτη του φαινομένου, υπό την εποπτεία και των εκκλησιαστικών αρχών, προς επιβεβαίωση της θρησκευτικής πίστης περί αθανασίας της ψυχής!...

   Θα μπορούσαν να αποτελούν μια επιστημονική θεωρία όσα συμπεραίνει ή υποθέτει ο αρχίατρος, επικεφαλής μιας επιστημονικής επιτροπής που μελετά τη διαδικασία «διερμηνείας» της σκέψης των νεκρών στο νεκροτομείο του παλαιού Δημοτικού Πανάνειου Νοσοκομείου του Ηρακλείου – η ιστορία τοποθετείται στο 1950 – από το νεαρό Φανούρη, με την παρουσία, πάντα βεβαίως, του θείου του, δημοσιογράφων, αλλά και ενός ιερωμένου ως εκπροσώπου της Αρχιεπισκοπής. Μια θεωρία ενδιαφέρουσα, που δεν αποδέχεται την εκκλησιαστική άποψη περί αθανασίας της ψυχής, αλλά δέχεται την ύπαρξη αυτού που αποκαλούμε ψυχή, «όχι όμως σαν μια αθάνατη έξωθεν ουσία, αλλά σαν παράγωγο του ίδιου του σώματος, σαν κύημά του».

   Αντιγράφουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη συζήτηση στην επιτροπή και την …«επιστημονική» θεωρία:

     « ̶ Ένα είναι το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα! παρενέβη αποφασιστικά ο ιερομόναχος. Η ψυχή υπάρχει! Ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα το σώμα του, όπως η επιστήμη πασχίζει τους τελευταίους αιώνες να αποδείξει! Ιδού! Είναι νεκροί κι όμως ακόμα μιλάνε, υπάρχουνε ακόμα!

̶  Δεν έχετε άδικο, αγαπητέ, απάντησε ο αρχίατρος χαμογελώντας με συγκατάβαση, αλλά ούτε ολοκληρωτικά δίκιο. Απ’ ό,τι αποδεικνύεται, είμαστε κάτι περισσότερο από το σώμα μας, αλλά όχι κάτι πέρα από αυτό. Όπως κι αν ονοματίσουμε αυτό που απομένει του θανάτου, παρατηρούμε ότι παραμένει προσδεμένο στο κορμί που το εκκόλαψε κι ότι είναι καταδικασμένο να εξασθενεί και να αποσυντίθεται προοδευτικά μαζί του, διαδικασία που η ψύξη της σάρκας δεν μπορεί να ανακόψει. Μακάρι να βρίσκαμε έναν τρόπο να διατηρήσουμε αναλλοίωτο αυτό που θα αποκαλούσαμε ψυχή, γιατί – ναι! – πρέπει να παραδεχτούμε πως υπάρχει, όχι όμως σαν μια αθάνατη έξωθεν ουσία, αλλά σαν παράγωγο του ίδιου του σώματος, σαν κύημά του. Αν παρομοιάζαμε το ανθρώπινο έμβρυο με έναν σπόρο και το ενήλικο άτομο μ’ ένα πλήρως αναπτυγμένο φυτό, θα λέγαμε ότι η ψυχή είναι το άρωμα που αναδίδουν τα άνθη του. Ακόμα κι αν το λουλούδι κοπεί, το άρωμά του θα εξακολουθεί για κάποιο διάστημα να διαχέεται στον αέρα, αλλά θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε ότι το άρωμα προϋπήρχε του φυτού ή ότι είναι δυνατόν να συνεχίσει να υπάρχει εις το διηνεκές μετά τον μαρασμό του υλικού κέντρου εκπήγασής του.

  »Για να χρησιμοποιήσω μιαν άλλη παρομοίωση, θα έλεγα πως η ψυχική μας δραστηριότητα, παραγόμενη προφανώς από τη λειτουργία του νου, προσιδιάζει σε μια αδιάκοπη εκπομπή εγκεφαλικών κυμάτων, τα οποία δεν είμαστε σε θέση ακόμα, δυστυχώς, να συλλάβουμε και να αναλύσουμε. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι ψυχικοί αυτοί παλμοί συμπεριφέρονται όπως και κάθε άλλο παλμικό κύμα, διαχέονται δηλαδή προς όλες τις κατευθύνσεις με τη μορφή πολλών, ολοένα διευρυνόμενων κύκλων. Μπορούμε να φανταστούμε τον θάνατο σαν τη στιγμή εκείνη όπου ρίπτεται στο ακουάριο(*) του Νου το τελευταίο βότσαλο αυτοσυνειδήσεως, προξενώντας τις στερνές, κυκλοειδείς ρυτιδώσεις, τις ύστατες εκπομπές ψυχικού ρευστού, που με τη μορφή διευρυνόμενων δακτυλίων εξαπλώνονται ολοένα, μέχρι την οριστική τους διάλυση.

    »Τούτο πιστεύω, κύριοι, ότι συμβαίνει, ένα καθ’ όλα φυσικό φαινόμενο, το οποίο ως τώρα δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή μας και που κάποια στιγμή η εξέλιξη της επιστήμης θα μας επιτρέψει να μελετήσουμε διεξοδικά και να εντρυφήσουμε στους νόμους που το διέπουν…»

  Η φαντασία του συγγραφέα μάς προσφέρει ιστορίες διασκεδαστικές, πικάντικες κάποτε, συναρπαστικές και απροσδόκητες, με μόνο μειονέκτημα, κατά την άποψή μας το μακροσκελές κάποιων ιστοριών-αφηγήσεων των νεκρών, που καλό θα ήταν να είχαν κάποια συμπύκνωση λόγου.

   Σε συνέντευξή του στη lifo ο Μιχάλης Αλμπάτης στην ερώτηση “— Από πού ξεκίνησε η ιδέα για το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους»;” απαντά:

  “…χρειαζόμουν κάτι άλλο, μια ιδέα καινούρια, ξεχωριστή, κι αυτή με βρήκε αναπάντεχα στην κηδεία ενός συγγενή μου. Κατά τη διάρκεια της αγρύπνιας, ένας φίλος του, που συνήθιζαν να τα πίνουν παρέα, νιώθοντας ενοχές που εμείς απολαμβάναμε το κονιάκ μας ενώ κανείς δεν σκέφτηκε να δώσει λίγο στον μακαρίτη, του έσταξε μερικές σταγόνες στα χείλη και του παραπονέθηκε για το φευγιό του, γιατί οι ζωντανοί αισθανόμαστε πάντα εγκαταλειμμένοι μπροστά στον θάνατο.

Αναρωτήθηκα τότε τι θα σκεφτόταν ο θείος μου αν μπορούσε να ακούσει τα παράπονα του φίλου του, τι θα σκεφτόταν και τι θα μας έλεγε αν μπορούσε να μιλήσει, και η ιδέα του βιβλίου ξεπήδησε με μιας· ένα νεαρό αγόρι που μπορεί να αφουγκραστεί τις σκέψεις των νεκρών! Ήξερα πως θα είναι μυθιστόρημα ενηλικίωσης και περιπλάνησης, αλλά ταυτόχρονα, μέσα απ’ τις διηγήσεις των νεκρών, ιστορίες μέσα στην ιστορία, θα μπορούσε να είναι πολλά περισσότερα…”

Με μια τέτοια ιστορία αρχίζει το βιβλίο, με το θάνατο του θείου του Φανούρη, του Κρασογιώργη:

“…Όταν έφτασε ο Φανούρης, η αυλή ήταν ήδη γεμάτη κόσμο. Είχαν κουβαλήσει καρέκλες απ’ όλη τη γειτονιά, που τις είχαν τοποθετήσει περιμετρικά του αυλόγυρου, κι ο κόσμος, αφού έμπαινε να προσκυνήσει τον νεκρό και να δώσει τα συλλυπητήριά του, καθόταν εκεί για να κουτσομπολέψει ψιθυριστά, αργορουφώντας τους καφέδες κι αδειάζοντας τα ποτηράκια με το κονιάκ που η αδερφή του, η Φιλιώ, και άλλες συγγενοπούλες σερ­βίρανε αδιάκοπα, πηγαινοερχόμενες αεικίνητα ανάμεσα στο πλήθος…

Όλες αυτές οι εκφράσεις τρυφερότητας προς τον νεκρό ξάφνιασαν τον Φανούρη, που είχε συνηθίσει να ακούει τα ίδια χείλη να κατηγορούν αδιάκοπα τον μακαρίτη σαν μέθυσο, ανεπρόκοπο, γρουσούζη και ακαμάτη, και σκέφτηκε πως αυτή η μεταστροφή εξη­γούσε τη συνήθεια να αποκαλούνται οι νεκροί «συγχωρεμένοι», πως ο θάνατος έκανε να φαίνεται ασή­μαντο κάθε ελάττωμα και κάθε πρότερο αμάρτημά τους, απαλλάσσοντάς τους από κάθε μομφή και κάθε κατηγορία. Με τις σκέψεις αυτές, ζύγωσε πάνω απ’ το φέρετρο…

Τότε το άκουσε. Ήταν η φωνή του θείου του, με τη συνηθισμένη της χροιά, όμως σε έναν τόνο πολύ πιο χαμηλό κι από αυτόν του πιο αιθέριου ψιθύρου, χωρίς να χάνει ωστόσο σε διαύγεια ή σε σφρίγος, θυμίζοντας το απαλό βουητό που αφήνει ο άνεμος καθώς περνάει μέσα απ’ τα χωράφια με τα στάχυα.

— Καλώς το Φανουράκι μου! Ήρθες; Πώς και σ’ άφησε ο τσιγκούναρος ο Σπαγούλιος να φύγεις; Αυτός δεν ήρθε, ε; Εμ βέβαια! Σιγά μην κλείσει το μαγαζί του να ’ρθει να ανάψει μια λαμπάδα στον συγγενή του! Φοβάται μη χάσει καμιά δεκάρα ο σπαγγοραμμένος!

Ο Φανούρης, που δεν είχε προλάβει ακόμα να προσκυνήσει το εικόνισμα, έστρεψε τα γουρλωμένα από έκπληξη μάτια του προς το πρόσωπο του νε­κρού, πιστεύοντας πως είχε γίνει κάποιο θαύμα και πως ο θείος του είχε αναστηθεί, όμως όχι, τα χείλη του παρέμεναν σφαλιστά, έχοντας την μπλαβιά από­χρωση του σκοτωμένου αίματος.

— Αχ! Τι με κοιτάς, ανίψο μου, λες και μπορείς ν’ ακούσεις όσα λέω. Μακάρι να μπόραγες! Εσύ πάντα με νοιαζόσουνα και με καταλάβαινες κι όλο και κάνα ποτηράκι κρασί μου ’φερνες κρυφά απ’ τη γιαγιά σου. Αχ! Μακάρι να μ’ άκουγες και να μου ’δίνες κι εμένα λίγο κονιακάκι, που το ζήλεψα. Τόση ώρα πίνουνε οι κερατάδες και λένε «Μακαρία του», μα δεν εβρέθηκε ένας τους να στάξει λιγουλάκι απά στα χείλια μου, απού έχουνε πετρώσει!

Ο Φανούρης, σίγουρος πια πως ο θείος του ήτανε ζωντανός, μόνο που δεν μπορούσε να ανοίξει το στόμα του εμποδισμένος απ’ το μαντίλι, στράφηκε απότομα προς τα πίσω, άρπαξε ένα ποτηράκι με κονιάκ από τον δίσκο που η αδερφή του μετέφερε και ξαναγυρίζοντας πάνω από το φέρετρο έσταξε αργά αργά το περιεχό­μενό του πάνω στα παχιά, σφιγμένα χείλη, που όμως διόλου δεν σαλέψανε για να το υποδεχτούν, παρά το άφησαν να κυλήσει σε δυο λεπτές γραμμές πάνω στον ζαρωμένο λαιμό κι από κει να μουσκέψει τον γιακά του άσπρου πουκαμίσου. Μέσα στην αίθουσα επικράτησε ξαφνικά μια απόλυτη σιωπή, με κάθε κίνηση να μένει μετέωρη και με ολωνών τα βλέμματα συγκεντρωμένα επάνω του, ξαφνιασμένα από την παράδοξη σπονδή, που την ερμήνευσαν σαν έναν συμβολικό αποχαιρετι­σμό προς τον αγαπημένο του θείο.

Εκείνη τη στιγμή η αέρινη φωνή ακούστηκε ξανά:

— Αχχχ! Να’χεις την ευχή μου! Δεν μπορώ, βέβαια, να το καταπιώ, μα μου γλύκανε τα χείλη. Μα πώς μπορείς και με ακούς; Είσαι κι εσύ σαν τον παππού σου τον Φανούρη, ε; Κι αυτός λένε πως εμίλαγε με τους αποθαμένους…”

 

Πάλι από τη συνέντευξή του συγγραφέα στη lifo:

   “— Γιατί τοποθετείς το βιβλίο σε παλιότερη δεκαετία, του ’50, και όχι στη σημερινή εποχή;”

“Το «τώρα» του βιβλίου είναι οι αρχές της δεκαετίας του 1950, αλλά με τις διηγήσεις-αναμνήσεις των νεκρών ταξιδεύουμε ακόμα πιο πίσω. Ήταν εποχές που ο κόσμος δεν είχε ακόμα ολότελα απομαγευτεί, όπου, κυρίως στην επαρχία, πίστευαν ακόμα στα ξόρκια, στις μαγικές τελετές, στις νεράιδες και τα φαντάσματα. Ήταν ένας κόσμος όπου ο Φανούρης, με το αλλόκοτο χάρισμά του, μπορούσε, παρ’ όλες τις αρχικές επιφυλάξεις, να γίνει πιστευτός και σεβαστός. Αν εμφανιζόταν στην εποχή μας ένα παιδί που υποστήριζε ότι μπορεί να μιλήσει με τους νεκρούς, είναι σίγουρο ότι θα κατέληγε στο ψυχιατρείο…”

 

Ο Μιχάλης Αλμπάτης γεννήθηκε στο Ζαρό Κρήτης, στους πρόποδες του Ψειλορείτη, ζει στο Ηράκλειο.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «νήσος», Αθήνα 2022


(*) ακουάριο = ενυδρείο

Σάββατο 6 Ιουλίου 2024

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων έτος 43o, τχ. 203, Οκτώβριος-Δεκέµβριος 2024

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ

ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ

 εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων

έτος 43o, τχ. 203, Οκτώβριος-Δεκέµβριος 2024




ΠEPIEXOMENA

Aφιέρωμα

στον Ρούντολφ Νουρέγιεφ

3 Γιώργος Χρονάς: Ο Νουρέγιεφ στον Όλυμπο

4 Ρούντολφ Νουρέγιεφ. Βιογραφία

6 Έμυ Πανάγου: Στη δόξα του εφήμερου

8 Εφημερίδες

10 Ανδρέας Ρικάκης: «εἶναι παιδί, πολύ παιδί»

14 Eλένη Χέλμη-Μαρκεζίνη: Ένας περίπατος στη Βιέννη

20 Εφημερίδες

24 Θόδωρος Κρίτας: Ρούντολφ Νουρέγιεφ

30 Εφημερίδες

34 Η ζωή του Νουρέγιεφ άλλαξε

38 Ροζίτα Σώκου: Ο χορός πάνω από τη ζωή του

46 Ήρα Φελουκατζή: Κηδεύτηκε ο Νουρέγιεφ

*

48 Γιώργος Χρονάς: Ο Χάρης Μεγαλυνός κοιμάται

53 Μιχάλης Κατσαρός: Τράπεζα Ελλάδος

54 Βασίλης Κοντόπουλος: Εδώ Βερολίνο

59 Στέλιος Λουκάς: Ο πόλεμος, το δέντρο και το πουλί

60 Αγγελική Πετροπούλου: Το μπαρ του Απότσου, ο Ώντεν και οι Αμερικάνοι «αυτοεξόριστοι»

 στη ‘Χαμένη Άνοιξη’ του Τσίρκα

82 Χρίστος Χριστοφής: Με την ματιά του συλλέκτη...

88 Αργυρώ Κεφάλα: Η ζωή στο αθόρυβο

90 Αλέξανδρος Π. Στεργιόπουλος: Μαρία Λαϊνά.  Στον πυρήνα της ύπαρξης

93 Νεφέλη Γκάτσου: Ω έλατο!

94 Μία συνομιλία με τον Γιάννη Αντωνόπουλο:  Δήμος Μούτσης. Είμαι κατά βάση μοναχικός λύκος

102 Αμάντα Σκαμάγκα: Ο Τίτος Πατρίκιος και η ιταλική τέχνη – Μια σύντομη προσέγγιση

105 Κωνσταντίνος Βορβής: Από την Ρώμη στην  Νάπολη

108 Κώστας Θ. Ριζάκης: η σφήκα τής μελίσσης

110 Θωμάς Κοροβίνης: Έναν αιώνα σαν ξελογιασμένη

111 Βιβλία. Γράφουν οι: Διώνη Δημητριάδου, Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης, Βασίλης Γεωργιάδης,  Κωνσταντίνος Βορβής, Κωνσταντίνος Μπούρας, Γιώργος Χρονάς

139 Θέατρο. Γράφουν οι: Κωνσταντίνος Μπούρας,  Αθανάσιος Βαβλίδας

145 Αθανάσιος Βαβλίδας: Μουσικές Ανταπο-κρίσεις

153 Μαρία Γαλανού: «Λας – Πέτρα»

154 Γιώργος Ζώταλης: Ποντικοφάρμακα

155 Κωνσταντίνος Μπούρας: Ο πεσμένος κάλυκας

157 Τα νέα μας βιβλία του 2024

158 Δευτέρα

159 Τα 4 τεύχη μας του 2024 – 200, 201, 202, 203

Υπάρχει στα βιβλιοπωλεία:

Πολιτεία

Ιανός (Αθήνα, Θεσσαλονίκη)

Πρωτοπορία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα)

Πατάκης

Αχιλλέας Σίμος

Ελευθέριος Τζανακάκης

Χρήστος Μαρίνης

Α. Κανάκης

Συμμετρία Α. Ε.

Τσιγαρίδας Α. Ε.

Ευριπίδης Α. Ε.

Σμυρνιωτάκης Greek books

Δ. Τσανάς – Σ. Δημόπουλος

Σκλαβούνος Παράσχης

Ηλίας Μαγγόπουλος

Κέντρο του Bιβλίου (Θεσσαλονίκη)

Μαλλιάρης (Θεσσαλονίκη)

Κεντρί (Θεσσαλονίκη)

Oblik Editions (Θεσσαλονίκη)

Πολύκεντρο Θαλασσινού (Κως)

Βιβλιοπωλείο Οδός Πανός, Διδότου 39 και Ιπποκράτους

106 80 Αθήνα, τηλ 2103616782

e-mail: chronas@otenet.gr

και όπου ζητηθεί με αντικαταβολή.

Διανομή από το Πρακτορείο Τύπου, Άργος Α.Ε., μόνο στην Αττική,

και στο αεροδρόμιο Αθηνών

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

Νώε Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης Εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

 

Νώε

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Εκδόσεις Κίχλη

 η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Νώε» του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη (κριτική) – Ένας σύγχρονος Ροβινσόνας (bookpress.gr)




Ο μοναχικός βαρκάρης Νώε

 

Μπορεί ποτέ να εννοηθεί χρόνος χωρίς χρόνο; Η πρόσφατη ιστορία του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη ξεκινά με αυτή την παράδοξη συνθήκη ενός διαφορετικού χρόνου, χωρίς ημερομηνίες, λεπτοδείκτες, χρονόμετρα και ξυπνητήρια· ένας χρόνος άχρονος, μέσα σ’ έναν τόπο επίσης παράδοξο, αν τον δούμε με τα μάτια της λογοτεχνίας. Ωστόσο, αν, έστω και για λίγο, η σκέψη μας ξεφύγει από τη μαγεία του λογοτεχνικού ψεύδους, τόσο ο τόπος όσο και ο χρόνος αποκτούν διαφορετικές διαστάσεις, μοιάζουν γνώριμες συνθήκες, μια δυστοπία τόσο εφιαλτικά σημερινή. Αρκεί να δούμε το τώρα λίγο να επεκτείνεται στο μέλλον, το πολύ κοντινό. Ένας πλημμυρισμένος τόπος, με χαμένο πλέον τον ορίζοντα, όπως τον γνωρίζουμε να κόβεται ασύμμετρα από τα ανθρώπινα δημιουργήματα, μια απέραντη λίμνη, την οποία ο μοναχικός βαρκάρης και ο σκύλος του θα πρέπει να την περάσουν, μέχρι να βρουν στεριά.

Η αλήθεια είναι πως δεν με ελκύει ιδιαίτερα η λογοτεχνία της δυστοπικής θεματικής (με τη συνακόλουθη μελλοντολογία) ίσως γιατί έχω την αίσθηση, ολοένα και πιο έντονη, πως ήδη βρισκόμαστε μέσα στον εφιάλτη, μόνο που ακόμη ελπίζουμε πως, έστω την ύστατη στιγμή, θα διαβούμε τον κίνδυνο της ολοκληρωτικής μας εξαφάνισης. Έχοντας, όμως, εμπιστοσύνη στη γραφή του Παναγιώτη, το διάβασα, αφήνοντας στην άκρη την όποια προκατάληψη. Και καλά έκανα. Γιατί, ένας συγγραφέας με εναργή κοινωνική συνείδηση, όπως αυτός, δεν θα επέτρεπε στη γραφή του να απομακρυνθεί τόσο από τη σύγχρονη προβληματική, από τις σημερινές αγωνίες, μόνο και μόνο για να μας οδηγήσει σε ένα απώτατο μέλλον με ένα βιβλίο φαντασίας. Ο Νώε του είναι σύγχρονος, περσόνα ρεαλιστική, με πολύ μακρινή απήχηση του βιβλικού προσώπου, σύμβολο του σημερινού, εν αγωνία διαβιούντος, ανθρώπου. Η ιστορία που αφηγείται ο Νώε στον σκύλο του, τον Παρασκευά (σύμβολο κι αυτός της άλαλης συντροφικότητας) περικλείει μέσα της την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, που όπως ξεκίνησε ως μοναχικός αγώνας επιβίωσης, έτσι πάλι κινδυνεύει να βρεθεί με μια σειρά από μοναχικούς βαρκάρηδες, με εκ θεμελίων διαλυμένο τον περίφημο τεχνολογικό κόσμο, που όλα τα προέβλεψε εκτός από τη δυναμική της αυτοκαταστροφής του, κρυμμένη εν δυνάμει από την αρχή μέσα του.

Επειδή, όμως, όλα τα μπορεί η συγγραφική πρόθεση, εκτός από την αιφνιδιαστική «αυτονόμηση» της ίδιας της γραφής, που απρόσμενα και απροειδοποίητα αναλαμβάνει τα ηνία, καθοδηγώντας τις λέξεις σε πολυδαίδαλα μονοπάτια, έτσι και η ιστορία αυτή, κατά τα γνώριμα χαρακτηριστικά της γραφής του Παναγιώτη, ανοίγει τα τοπία της σε διαφορετικούς ορίζοντες. Κωπηλατώντας ο Νώε θα θυμηθεί ακρογωνιαίους λίθους της ανθρώπινης πνευματικότητας, όπως εξελίχθηκε από την αρχαιότητα ώς την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, ανοίγοντας (όπως όλα έδειχναν) τον δρόμο για έναν ελεύθερο άνθρωπο, έναν διεκδικητή των δικαιωμάτων του. Αυτή η μνεία δοκιμάζει περισσότερο τις αντοχές του, τον οδηγεί στο καταφύγιο των ονείρων –πού τελειώνει, όμως, η πραγματικότητα και πού αρχίζει η υπέρβασή της;– ή στην εκτίναξή του σε ένα απώτατο μέλλον, όπου εξωγήινοι πολιτισμοί θα «διαβάσουν» κάποτε την ιστορία των γήινων ανθρώπων. Η μνήμη του θα γυρίσει στα πιο πρόσφατα γεγονότα, όταν οι αρχές της πόλης ευελπιστούσαν με έργα της τελευταίας στιγμής να οχυρωθούν απέναντι στην καταστροφή που ερχόταν. Μνήμες συλλογικές αντλημένες από θρύλους, από μύθους, από θρησκευτικές δοξασίες, εισβάλλουν εμβόλιμα, καταργώντας έστω και πρόσκαιρα το εφιαλτικό παρόν. Πώς αναγεννήθηκε το γένος των ανθρώπων από τις ταπεινές πέτρες του Δευκαλίωνα και της Πύρρας; Μήπως συμβεί το θαύμα ξανά; Αφηγείται παραμύθια (γνωστή η δύναμη της παραμυθίας, δηλαδή της παρηγοριάς) στον εν απορία Παρασκευά, που αποκτά την υπόσταση των απόντων πλέον ανθρώπων. Συγκρίνει με τον λογοτεχνικό Ροβινσώνα τον εαυτό του, μόνο και μόνο για να τον βρει δραματικά κατώτερο σε επινοητικότητα· ο συνειρμός εύκολος με τον σύγχρονο άνθρωπο που, βοηθούσης της τεχνολογίας, λησμόνησε τη δύναμη του επινοητικού μυαλού. Η ποντισμένη πλέον ανθρωπότητα συμπαρασύρει στον βυθό και στη λήθη όλα τα βήματα του πολιτισμού από τον πρώιμο έως τον σύγχρονο. Ο βαρκάρης Νώε είναι απελπιστικά μόνος.


Και είναι τότε η στιγμή που θα πρέπει να «χτίσει» από την αρχή τον πολιτισμό, σε έναν «ου τόπον», αυτός ο νέος «ούτις» να ιστορήσει (ο κόσμος όλος μια αφήγηση είναι), και η ιστορία του να έχει τον τίτλο Νώε. Ο Χατζημωυσιάδης, μέσα σε μόλις σχεδόν εβδομήντα σελίδες, καθοδηγούμενος από την προσωπική του αγωνία και την κοινωνική του συνείδηση, ιστόρησε, σε έναν νέο συλλαβισμό, τον τωρινό πολιτισμό και οραματίστηκε εξ αρχής έναν νέο, εν κύκλω στην ουσία, μόνο με την ελπίδα να υπερβεί την ύβριν του προηγούμενου. Καταλήγω πως το φαινομενικά δυστοπικό στη θεματική του βιβλίο, ήταν ένας ολικός επαναπροσδιορισμός, να βρούμε από τη αρχή ποιοι είμαστε, τι μας περιβάλλει και ποια η θέση μας σ’ αυτό. Όχι τυχαία, ολοκληρώνοντας ο ίδιος την ιστορία του, μιλά για έναν νέο ρεαλισμό, χωρίς στυγνό και απελπιστικά τετραγωνισμένο ορθολογισμό, που να επιτρέπει στην αξία άνθρωπος, σε συμφιλίωση με τον φυσικό κόσμο, να επιβιώσει και να χαρεί μια ισορροπημένη ζωή, χωρίς βαρβαρότητες, χωρίς βία, χωρίς την ψευδαίσθηση της δύναμης, χωρίς οίηση. Ακόμα κι αν, για να συμβεί αυτό, να πρέπει να διαλυθεί ο παρών κόσμος στα στοιχεία του. Τολμηρό, όσο και ευαίσθητο βιβλίο, ανοιχτό σε διαφορετικές αναγνώσεις. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη μια πολύτιμη συγγραφική «κατάθεση». Στο εξώφυλλο, σε σκοτεινά χρώματα, φωτογραφία της Χριστίνας Καραντώνη (Πνιγμός), παραπέμπει σε μια ζωή εν κινδύνω.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Αποσπάσματα

 

Ήρθε στον  νου μου ο Οιδίποδας, ο ήρωας του Σοφοκλή, που σκότωσε τον πατέρα του, έσμιξε με τη μητέρα του και έκανε τέσσερα παιδιά μαζί της. […] Τον φαντάζομαι μετά την τελευταία λέξη να κατεβαίνει από τη σκηνή και να βγαίνει από το κείμενο· τυφλός, ρακένδυτος και μόνος να περιφέρεται ανά τους αιώνες από ήπειρο σε ήπειρο και από χώρα σε χώρα, για να δείξει στην ανθρωπότητα τις συνέπειες της ύβρεως. (σ. 66).

 

Κι ύστερα με τον Παρασκευά θα οδοιπορούμε ολημερίς εξερευνώντας τα ενδότερα σκοτάδια. Αναζητώντας αποικίες πτηνών και ζώων και κυρίως πρωτόγονες φυλές ανθρωποφάγων. Όχι για να τις εξημερώσομε. Ούτε για να τις μελετήσουμε επιστημονικά. Μόνο για να διδαχτούμε απ’ αυτές την τεχνική της φωτιάς. Εκφωνώντας τους ως αντίδωρο ένα ποίημα του Ντύλαν Τόμας και ένα διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού.  (σ. 74.).

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024

ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΝ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2024-2025

 ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΕΝΗΛΙΚΩΝ

ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΝ

ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2024-2025

 




ΠΕΜΠΤΗ, 17 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2024

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Παράτα με, Μυθιστόρημα, εκδόσεις 24 Γράμματα

 

ΠΕΜΠΤΗ, 14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2024

Νέλλη Σπαθάρη, Το νησί και ο πέρα κόσμος, Νουβέλα, Εκδόσεις Ελκυστής

 

ΠΕΜΠΤΗ, 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2024

Μάνος Κοντολέων, Σαν Μήδεια, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Πατάκη

 

ΠΕΜΠΤΗ, 16 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2025

Χρύσα Φάντη, Οδός Ευτυχίδου, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Σμίλη

 

ΠΕΜΠΤΗ, 13 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2025

Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Το άγνωστο αριστούργημα - Πιέρ Γκρασού, 2 νουβέλες, μτφρ. Βασιλική Σιαφάκα, Εκδόσεις ΑΩ

 

ΠΕΜΠΤΗ, 13 ΜΑΡΤΙΟΥ 2025

Δημήτρης Χριστόπουλος, Έλα να παίξουμε, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Το Ροδακιό

 

ΠΕΜΠΤΗ, 10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2025

Νίκος Κουρμουλής, Άπνοια, Διηγήματα, Εκδόσεις Κείμενα

 

ΠΕΜΠΤΗ, 15 ΜΑΪΟΥ 2025

Τίνα Κουτσουμπού, Χλομά βουνά, μυθιστόρημα, Εκδόσεις ΑΩ

 

[Χώρος και ώρα συναντήσεων: Κτήριο Κεντρικής Βιβλιοθήκης-Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου (Κοντοπούλου 13), στις 6 το απόγευμα]

Στις συναντήσεις μας παρευρίσκεται και συζητά με τα μέλη και τους φίλους της Λέσχης ο συγγραφέας ή ο μεταφραστής του βιβλίου.

 

Οι συντονίστριες της Λέσχης Ανάγνωσης

Διώνη Δημητριάδου

Δήμητρα Καραχάλιου

 

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

Η Ραχήλ και άλλες ιστορίες Λενέτα Στράνη εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Η Ραχήλ

και άλλες ιστορίες

Λενέτα Στράνη

 εκδόσεις Κουκκίδα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Μικρές χαραμάδες στην άλλη όψη του κόσμου • Fractal (fractalart.gr)

 

 



Μικρές χαραμάδες στην άλλη όψη του κόσμου

 

Διαβάζοντας τη Λενέτα Στράνη, ό,τι κι αν γράφει (ποίηση, παραμύθια, ιστορίες), έχω την εντύπωση πως πατά σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Ο ένας είναι ο πραγματικός, στην πλήρη εικόνα του, με τη Λενέτα να βρίσκεται συνειδητά μέσα του, χωρίς καμιά  ψευδαίσθηση ωραιοποίησης, καθώς στην ουσία είναι ρεαλίστρια. Γνωρίζει ποια είναι, ποιος ο κόσμος που την περιβάλλει, και, κυρίως, ποια η θέση της σ’ αυτόν. Ωστόσο, ένας άλλος, διαφορετικός κόσμος συνυπάρχει με τον πραγματικό, όχι για να τον καταργήσει, σε μια αδιέξοδη ονειροφαντασία, αλλά ίσα ίσα για να τον καταστήσει περισσότερο προσεγγίσιμο, μέσα από μια νέα ματιά. Η Στράνη, με τη βοήθεια του προσωπικού της κόσμου, μοιάζει να διεμβολίζει την πραγματικότητα, ανοίγοντας μικρές χαραμάδες, προκειμένου να μας δείξει μια νέα θέα, να μας προτείνει μια άλλη δυνατότητα ζωής.

Αυτό κάνει και στην πρόσφατη συλλογή της με εννέα ιστορίες. Η κάθε μία από αυτές φωτίζει σκοτεινά τοπία της σύγχρονης ζωής, επιτρέποντας στον αναγνώστη της μια ιδιόμορφη «συμμετοχή», καθώς καλείται ο ίδιος να απαντήσει στα έμμεσα ερωτήματα που θέτει η συγγραφέας· ίδιον, άλλωστε, της καλής λογοτεχνίας να θέτει ερωτήματα και όχι  να τα απαντά. Επιλέγω κάποιες από τις ιστορίες, γιατί σ’ αυτές συνοψίζεται όλη η οπτική της, αλλά και οι «προτάσεις» της για μια διαφορετική εικόνα του κόσμου.

Στην ιστορία «Τα χρώματα», θα μιλήσει για την υποταγή, χρησιμοποιώντας τον συμβολισμό (χαρακτηριστικό της γραφής της), θα μας δώσει την εικόνα του υποταγμένου άχρωμη, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης πώς (και αν) άραγε θα άντεχε την αιφνίδια εισβολή του χρώματος.

Σε άλλη ιστορία, θα μιλήσει για το ταξίδι, αρχικά κυριολεκτικά, για να μας μεταφέρει κατόπιν με μια άλλη οπτική, να δείξει πως το πραγματικό ταξίδι μπορεί να είναι μπροστά μας, ακόμα κι αν χρειαστεί, για να το δούμε, να κοιτάξουμε από μια μισάνοιχτη πόρτα. Ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί αν ο ίδιος θα άνοιγε εντελώς την πόρτα για να συναντήσει το όνειρό του, όπως ο ήρωας της Στράνη.


Αλλού, στην πιο ολοκληρωμένη, κατά τη γνώμη μου, ιστορία, τη «Μάσκα». Θα δείξει πώς η προσαρμοστικότητα από αναγκαία συχνά συνθήκη, μεταποιείται σε ενσωμάτωση για να καταλήξει εθιστική τόσο, που αν κάποτε η συνείδηση «ξυπνήσει» και θέλεις να απαλλαγείς από αυτήν, είναι πλέον αδύνατον, εκτός αν γδάρεις τον ίδιο σου τον εαυτό· μια μορφή «ωμοφαγίας εαυτού».

Αλλά και η μεταβολή του θεατή σε θύμα, στη συγκλονιστική ιστορία «Το τσίρκο», εισχωρεί βαθιά στη συνείδηση του αναγνώστη, καθώς αντιλαμβάνεται πως όλο και κάποιος θα πριονίζει το σχοινί του ακροβάτη, αφήνοντας τον ίδιο στη θέση του χειροκροτητή-θεατή, χωρίς να συνειδητοποιεί πως αυτή είναι η μοίρα του καθενός που θα θελήσει να ξεχωρίσει, ριψοκινδυνεύοντας την ασφάλειά του, την ηρεμία του, τη βολική του ενσωμάτωση στο σώμα των πολλών.

Η συνειδητοποίηση, για τη Στράνη, είναι ένα σταθερό θέμα στη γραφή της. Εδώ, στην ιστορία «Τα φτερά» (άλλο σύμβολο, επανερχόμενο στη γραφή της), θα δούμε τη μοναξιά της συνείδησης εκείνης που, ξεχωρίζοντας από τις πολλές και ομοειδείς, θα θελήσει να μιλήσει στους αδαείς. Επί ματαίω;

 

Αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία στο εξώφυλλο (έργο φιλοτεχνημένο ειδικά για το βιβλίο από τον γλύπτη και χαράκτη Αριστείδη Πατσόγλου). Μισό πρόσωπο γυναίκας με έντονο κόκκινο στα χείλη, το μόνο έντονο χρώμα, σε μια εικόνα που, έχοντας ως φόντο τη γήινη ώχρα, βάφει το τοπίο με μαύρο και «σκοτωμένο» κόκκινο. Ένα απόλυτο δέσιμο με τους δύο κόσμους της Στράνη. Από τη μια η πραγματικότητα όπως είναι, πιο σκοτεινή, γήινη. Από τη άλλη, ένα μικρό άνοιγμα –αρκεί να το δεις– στο κόκκινο του έρωτα, του πάθους.


Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

[…] Σύσσωμοι ξέσπασαν οι θεατές σε χειροκρότημα· καμιά ελπίδα δεν υπήρχε πλέον. Τα χέρια τους ακούγονταν συγχρονισμένα με στους πολύχρωμους καπνούς που διαχέονταν.

Έπαιξαν τα τρομπόνια με τα τύμπανα, μούγκριζαν αλυσοδεμένα τα θηρία και μια  μαϊμού υποδυόταν στον καθρέφτη πώς μακιγιάρονται για τις εξόδους οι φιλοθεάμονες.

Έβγαλε απ’ το σακίδιο το μαγνητοφωνάκι της –ήταν το μόνο που της είχε απομείνει– να καταγράψει τον επίλογο, κάτι να σώσει, έστω και με πολλά παράσιτα: Είμαστε το μεγάλο τσίρκο, είμαστε το μεγάλο τσίρκο· φυλακισμένος στο κλουβί του ο παπαγάλος, ανήγγειλε το τέλος της παράστασης. («Το τσίρκο», σ. 79.

 

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

ΕΠΙΓΕΙΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ

 

 

ΕΠΙΓΕΙΕΣ  ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ





Στις ανοιχτές κι ολόγιομες παλάμες της γης,

αφειδώλευτο άφηνε το βλέμμα του ο ήλιος

και οι άνθρωποι, ακέραιες ψυχές και αδέσποτες φωνές,

αναμάρτητη ακουμπούσαν την πλησμονή και τη βιασύνη.

 

 

Τ’ αψήλου η ομορφιά και η μετάληψη πιο κάτω.

 

 

Στις ψηλόλιγνες κορφές, ανίσκιωτο του θεού το βλέμμα,

στις ξέφραγες απλωσιές, αβίαστη η συντριβή και το σχώριο

και στις γαλάζιες απεραντοσύνες η φυγή και το απάγκειο,

για να ’χει πρόσφορα κι απλόχερο μοίρασμα η ζωή.

 

Το όνειρο μια αγκαλιά και η λύτρωση ένα βήμα.

 

 

Στο ψηφιδωτό του χρόνου, σχήματα μικρών επιθυμιών

και χρώματα κρυφών πειρασμών, δειλά ψηλαφίσματα

στη μαγεία του άγνωστου και στη δεσποτεία της γνώσης

για μια βέβαιη παραδοχή, σε μια αιώνια επιστροφή.

 

 

Στ’ ασήμαντα το στέγασμα και στα απλά το πάθος.

 

 

Στα σαββατιάτικα δειλινά ανίχνευαν το μερτικό τους,

προλάβαιναν την απειλή της  συνήθειας και της τάξης

και στης Κυριακής τα πρωινά κούρσευαν τις ορμήνιες

σπαταλώντας θάρρητα, αμφιβολίες και αντιρρήσεις.

 

 

Μνήμη σεμνή το αύριο και οφειλή τα περασμένα.

 

 

Κι αυτή, ανασαιμιά της γης και φέγγισμα του ήλιου,

μοίρα των ώριμων καιρών και συναξάρι των γήινων θεών,

λεύτερη και μακρόθυμη χωρίς απαντοχές και φόβους,

συστοίχιζε όνειρα και πεθυμιές κι αφέντευε αλήθειες.

 

 

Χωρίς ικεσία οι εποχές, δίχως ανάγκη οι ελπίδες .

 

 

Και μάθαινα στο δρόμο της περαστικός να μη διαβαίνω,

στο βλέμμα και τα λόγια της τα όριά μου να σιγουρεύω,

αυτά της πεποίθησης, χωρίς εικασίες και παρενθέσεις ,

πνοή κι εγώ της γης , του ήλιου ακόμη ένα σημάδι.

 

 

Κάθε ουτοπία και μια αρχή, σε κάθε γέρμα και μια ανατολή.

 

Γιώργος  Αλεξανδρής 

(φωτο: Andor Kertész)