Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2023

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στη Λέσχη μας!

 

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στη Λέσχη μας!




Μια συναντηση που τη χαρήκαμε όλοι πολύ!

Την Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2023 υποδεχθήκαμε στη Λέσχη Ανάγνωσης Ενηλίκων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη και συζητήσαμε μαζί του το πρόσφατο βιβλίο του "Η νοσταλγία της απώλειας - διηγήσεις" (εκδόσεις Πατάκη ). Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από το βιβλίο, με διαφορετικές προσεγγίσεις και πολλές προεκτάσεις.











Η επόμενη συνάντηση της Λέσχης μας ορίζεται για την 14η Δεκεμβρίου, ημέρα Πέμπτη, στις 6 το απόγευμα. Θα υποδεχθούμε τη μεταφράστρια Ρίτα Κολαΐτη και θα συζητήσουμε μαζί της το βιβλίο της Annie Ernaux «Το γεγονός» (εκδόσεις Μεταίχμιο).




Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2023

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ Διήγημα της Αρετής Πάνου

 

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

Διήγημα της Αρετής Πάνου

 


Ο Γ και η Ε, είκοσι χρονών, φοιτητές της Φυσικομαθηματικής, βγήκαν από το αμφιθέατρο του παλιού Χημείου και κοντοστάθηκαν στα σκαλιά του κοιτάζοντας κατά τον ουρανό. Κανένα σύννεφο. Αν και προχωρημένο φθινόπωρο ο καιρός προμηνυόταν καλός. Θα ήταν κρίμα να κλειστούν πάλι μέσα για μάθημα, αντί να πάνε μια βόλτα. Στη Σόλωνος ακούστηκαν φωνές. Ορμητική και φουριόζα κατέβαινε μια ομάδα νέων -από τους νέους που τους έλεγαν αλήτες ή και προβοκάτορες- κραυγάζοντας συνθήματα, «φτάνει πια», «θάνατος στο φασισμό». Στο τέλος της πορείας, με δυσκολία προσπαθώντας να τους προλάβει, βάδιζε με το ιδιόρρυθμο δικό του βήμα ο Κ, ο συμφοιτητής τους που κούτσαινε. Ο Γ και η Ε κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και χωρίς να πουν λέξη κατέβηκαν τα σκαλιά που τους χώριζαν από το οδόστρωμα της Σόλωνος και μπήκαν στην πορεία πίσω από τον συμφοιτητή που κούτσαινε. Τα επόμενα τρία μερόνυχτα τα πέρασαν μαζί, άγρυπνοι, και ήταν τα πρώτα από τα πολλά μερόνυχτα που θα περνούσαν μαζί στη συνέχεια της ζωής τους.

 

Όταν στην Πατησίων εμφανίστηκε μια ομάδα αντρών που κράταγε το πανό «εργάτες  αγρότες φοιτητές» το πλήθος τους άνοιξε δρόμο για να περάσουν και να μπουν στον περίβολο. Κάποιοι νέοι ήθελαν να τους σηκώσουν στα χέρια. Η εικόνα είχε κάτι το θεατρικό, το συμβολικό. Η φτιαξιά τους, τα πρόσωπα και τα ρούχα που φορούσαν  ήταν τέτοια που δεν άφηναν καμιά αμφιβολία ότι ήταν αυτό που έλεγε το πανό τους, εργάτες και αγρότες που έρχονταν να ενωθούν με τους φοιτητές σε έναν κοινό αγώνα. Πολλά μάτια δάκρυσαν από συγκίνηση και χαρά και μια αίσθηση ενότητας και αρμονίας. Ενότητα απτή, καθαρή σαν καινούριο σπίτι και ζεστή σαν φρέσκο ψωμί που δεν είχε καμία σχέση με τις κουβέντες που κάποιοι άνοιγαν κιόλας στα πηγαδάκια για κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον έναν ή τον άλλο γηραιό πολιτικό.  Αίσθηση ενότητας και αρμονίας που έμοιαζε με έκσταση και μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τη στιγμή που μπήκε ο Ξυλούρης στον περίβολο και όλοι μαζί τραγούδησαν το «πότε  θα κάνει ξαστεριά». Γιατί μπορεί να ήταν άοπλοι και ανίσχυροι μπροστά στους αστακούς αντιπάλους τους, αλλά ήταν μαζί και είχαν ένα δυνατό όπλο ολοδικό τους, την ανθρώπινη φωνή και τι φωνή! Και το τραγούδι.

 

Ο Π, εξηνταπέντε χρονών, πρώην εαμίτης και πρώην μακρονησιώτης δηλωσίας πάντα ορμήνευε τα παιδιά του να προσέχουν, να κοιτάνε τη δουλειά τους και τις σπουδές τους, να μην μπλέξουν με τα πολιτικά γιατί μόνο προβλήματα και δυστυχία θα τους φέρουν στη ζωή τους, φτάνει να έπαιρναν παράδειγμα από τα δικά του βάσανα. Πολύ περισσότερο τώρα που οι καιροί είναι πονηροί, γεμάτοι φασίστες  και χαφιέδες αδίστακτους. Όταν άκουσε τον ραδιοφωνικό σταθμό και κατάλαβε πού ήταν και τι έκαναν τα παιδιά του που είχαν να φανούν ολόκληρα μερόνυχτα και ούτε φωνή ούτε ακρόαση, έφυγε αμίλητος από το σπίτι και κατέβηκε στο κέντρο. Γύριζε γύρω γύρω από τον περίβολο σαν θηρίο που προστατεύει τα μικρά του. Τα παιδιά του δεν τα είδε, ποιος ξέρει πού να ήταν χωμένα. Είδε όμως άλλα παιδιά, άλλων,  και τους μίλησε και τα ρώτησε αν χρειάζονται κάτι και τι μπορεί να κάνει αυτός και τους πήγε σάντουιτς  και πορτοκαλάδες. Κάθισε εκεί για ώρες, άκουσε σειρήνες και πυροβολισμούς, είδε πληγωμένους και μόνο όταν απαγορεύτηκε η κυκλοφορία και επιτράπηκε μόνο για τις ερπύστριες, πήρε το δρόμο για το σπίτι. Ανήσυχος και με σφιγμένη την καρδιά. Το είχε όμως αποδεχτεί και το είχε πάρει απόφαση μέσα του. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια για να τους προστατεύσει, να τους προφυλάξει. Αυτή ήταν η δική τους ώρα.

 

Ο  Χ, 19 χρονών, που ορφάνεψε μικρός από μητέρα, ήταν φοιτητής της φιλοσοφικής, μελετηρός και μοναχικός. Όταν έφεραν στον περίβολο, εκεί δίπλα του, τον πρώτο πληγωμένο και είδε τα αίματα, έπαθε σοκ. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να σηκώσει ένα όπλο, να σημαδέψει έναν άλλο για να τον σκοτώσει. Αυτά τα πράγματα δεν συνέβαιναν στ’ αλήθεια, μόνο στα μυθιστορήματα και στο σινεμά. Τώρα έβλεπε τη σφαίρα να έρχεται κατά πάνω του, άνοιγε μια τρύπα στο δικό του σώμα, έτρεχε αίμα, το δικό του αίμα. Το πρόσωπο του θανάτου δεν ήταν μια απουσία που ξεθώριαζε σιγά σιγά, αλλά η μάσκα ενός διεστραμμένου παρανοϊκού δολοφόνου από το πιο τρομακτικό κόμικς που όλο τον πλησίαζε. Ένας εφιάλτης από τον οποίο έπρεπε να ξυπνήσει.  Έχασε το χρώμα του, κρύος ιδρώτας τον έλουσε, άρχισε να τρέμει και να χτυπιέται, να κλαίει και να φωνάζει. Δολοφόνοι.  Ένα κορίτσι τον έπιασε από το χέρι. Ένα αγόρι τον έπιασε από τους ώμους και τον έσφιξε δυνατά. Κάποιος άλλος έφερε λίγο νερό. Έπλυνε το πρόσωπό του και ήπιε. Συνήρθε κι έμεινε εκεί. Ήταν αργά για να φύγει. Πού να πάει; Όποιος ξεμύτιζε κινδύνευε να φάει καμιά αδέσποτη. Ήταν παγιδευμένος, ποντίκι πιασμένο  σε θανατηφόρα φάκα.  Αλλά ήταν και κάτι άλλο, πιο δυνατό από τον πανικό του. Για πρώτη φορά στη ζωή του ίσως, αισθανόταν ότι κάπου ανήκε, ότι ήταν εκεί που έπρεπε να είναι.

 

Η Ν, 22 χρονών, απόφοιτος του μαθηματικού, ήταν από μικρή προκομμένη και γρήγορη. Έτσι τελείωσε τη σχολή πρώτη σχεδόν απ’ όλους τους φίλους και τους συμφοιτητές της. Περνούσε τα μαθήματα από έτος σε έτος με μεγάλη ευκολία και καλούς βαθμούς, χωρίς να φαίνεται ότι στερείται και τις συνηθισμένες διασκεδάσεις των νιάτων, λίγες παρέες με μουσική και χορό πότε πότε, μικρές εκδρομές και ατελείωτες κουβέντες μέσα σε φοιτητικά δωμάτια γεμάτα καπνό και  τις νότες μιας κιθάρας. Ήταν τόσο γρήγορη που λίγες μέρες πριν, μαζί με τα αποτελέσματα του τελευταίου μαθήματος που τη χώριζε από το πτυχίο, πήρε και τα αποτελέσματα του τεστ εγκυμοσύνης. Και τα δύο θετικά. Έτρεξε να βρει τους φίλους της να τους πει ότι πάει, εκείνη τελείωσε τη σχολή, γύριζε σελίδα στη ζωή της. Έπρεπε να σκεφτεί και το γάμο. Για την εγκυμοσύνη δεν ήξερε τι να τους πει, αισθανόταν κάπως χαμένη και αβέβαιη η ίδια. Έμεινε μαζί τους μέχρι το τέλος σαν σε μια τριήμερη τελετουργία θυσίας και αποχαιρετισμού αυτού που ήταν μέχρι τότε η ζωή της. Εκεί προς το τέλος, που ο φόβος την έπνιγε στον λαιμό και δεν την άφηνε να ανασάνει, έπιανε την κοιλιά της και προσευχόταν μια δική της προσευχή γι αυτό και σ’ αυτό που ζούσε μέσα της.  Μετά, όταν οι δικοί της, ακόμα και ο πατέρας του παιδιού της, την κατηγορούσαν γι αυτό που έκανε, δεν την κατηγορούσαν απλώς τη σκυλόβριζαν για πολύ καιρό, ότι ήταν μεγάλη ανοησία, άγνοια κινδύνου, αν όχι καθαρή τρέλα, έπιανε την κοιλιά της, τους κοίταζε στα μάτια και τους έλεγε, «μα δεν μπορούσα να αφήσω τα παιδιά μόνα τους».

 

Η Μ, δεκαπέντε χρονών μαθήτρια λυκείου ήρθε πιασμένη χέρι χέρι με το αγόρι της τον Λ, πρωτοετή φοιτητή των πολιτικών μηχανικών. Εκείνος έφυγε, αυτή έμεινε. Πρώτη φορά διανυκτέρευε έξω από το σπίτι της, χωρίς να πάρει την άδεια των γονιών της, ούτε καν να τους ενημερώσει. Όταν μετά αναρωτιόταν γιατί το έκανε δεν μπορούσε να βρει μια λογική απάντηση, μόνο της ερχόταν στο μυαλό μια φθινοπωρινή εικόνα.  Ήταν ο αέρας, παράσερνε τα φύλλα, τα στροβίλιζε και τα απόθετε απαλά στο δρόμο και στο πεζοδρόμιο. Κάτι στον αέρα την έσπρωξε και κείνη. Τα λόγια, τα βλέμματα, οι κινήσεις.

 

Ο Β, τριανταπέντε χρονών, ιδιωτικός υπάλληλος, κατηφής και κουμπωμένος, μετά τη δουλειά γύριζε στο σπίτι του περπατώντας, γιατί η συγκοινωνία είχε σταματήσει λόγω των φοιτητικών. Έμενε με τη μάνα του. Σκεφτόταν το φαί του που θα κρύωνε στο τραπέζι της κουζίνας και το ζεστό κρεβάτι που περίμενε το σώμα του να ξεκουραστεί, να ανακλαδιστεί και να ισιώσει μετά από τόσες ώρες σκύψιμο πάνω από δυσανάγνωστα λογιστικά βιβλία. Να κλείσει τα μάτια του και να πάψουν οι αριθμοί να τον βασανίζουν, να του στραγγαλίζουν και να του στραγγίζουν το μυαλό και τη ζωή. Να ονειρευτεί κάτι άλλο, ένα ματσάκι στην αλάνα που έπαιζε παιδί, μια βουτιά στη θάλασσα,  ένα ταξίδι. Κοντεύει σαράντα χρονών, τον πήραν τα χρόνια κι ακόμα δεν την χάρηκε τη ζωή του. Αλλά τι να καταλάβουν από τις δικές του τις ανησυχίες και τους φόβους οι φοιτητές, ανόητοι εικοσάρηδες. Ονειροπαρμένοι. Αργόσχολοι. Ακόμα παιδιαρίζουν στις αλάνες. Σε λίγο θα καταλάβουν τι σημαίνει ψωμί και πόσο δύσκολα βγαίνει, όσο για παιδεία και ελευθερία, ας γελάσει. Τώρα ούτε δουλειά, ούτε σκοτούρες, ούτε αρρώστιες, ούτε γέρους γονείς, μπορούν να παίζουν και να τραγουδάνε ακόμα. Δεν τον φτάνει η κούραση της δουλειάς, έχει και τον ποδαρόδρομο, εξαιτίας τους. Κοντοστάθηκε να πάρει μιαν ανάσα. Κοίταζε τις ομάδες των νεαρών που πηγαινοέρχονταν στη λεωφόρο φωνάζοντας  και μπαινόβγαιναν στο προαύλιο, τα πανό με τα συνθήματα, τις σημαίες που ανέμιζαν. Το βλέμμα του στάθηκε σε μια κοπέλα που στεκόταν μόνη της μπροστά στα κάγκελα με ύφος χαμένο, ονειροπαρμένο. Τα μαλλιά της ανέμιζαν. Έμοιαζε λίγο με μια γειτόνισσά του που την έβλεπε καμιά φορά στον ύπνο του. Μα όλο αυτό έμοιαζε με όνειρο, με ματσάκι στην αλάνα, βουτιά στη θάλασσα και ταξίδι μαζί. Ήχοι πυροβολισμών τον ξύπνησαν, τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Ξαναπήρε το δρόμο του, σκυφτός και βιαστικός. «Μήπως όμως έπρεπε να πάω κοντά της, να της μιλήσω», αναρωτήθηκε. Αυτή ήταν η τελευταία του σκέψη, πριν φάει την αδέσποτη στο μέρος της καρδιάς που τον ξύπνησε σ’ έναν άλλο κόσμο. 

 

Πενήντα χρόνια μετά. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μπορεί να σκοτώθηκαν ή να επέζησαν από τότε, που στο μεταξύ έζησαν ή πέθαναν πολύ διαφορετικές ζωές και πολύ διαφορετικούς θανάτους, που κέρδισαν ή έχασαν, που ευτύχησαν ή δυστύχησαν,  που πρόδωσαν ή προδόθηκαν, που συντροφεύτηκαν ή έμειναν μόνοι, που χώρισαν και χωρίστηκαν ο ένας από τον άλλο, από δικούς και φίλους και συντρόφους, που μπορεί να είναι εδώ ή κάπου αλλού πολύ μακριά ή και στον άλλο κόσμο, όλοι αυτοί  κάθε τέτοιες μέρες, στο τέλος του φθινοπώρου, συναντιούνται σε μια νοερή σύναξη, σαν συνεννοημένοι μεταξύ τους, μυστικά. Δεν ομονοούν πάντα, πολλές φορές οι καυγάδες τους ακούγονται μέχρις εδώ.  Ακούγονται και οι φωνές, τα γέλια και τα τραγούδια τους. Και όλοι συμφωνούν ότι εκείνες οι ημέρες, εκείνες οι ώρες, είναι ένα φωτεινό κέντρο στη ζωή τους, ένα άστρο που γύρω του περιστρέφονται τα πριν και τα μετά σαν ετερόφωτα ουράνια σώματα. Ακόμα κι αυτοί που διακτινίζονται στη φθινοπωρινή σύναξη από τον άλλο κόσμο. Σαν τον Ξυλούρη που τραγουδάει πάντα στο τέλος της το «πότε θα κάνει ξαστεριά», με κείνη την υπέροχη φωνή του, που περίεργο πράμα, δεν έχει αλλάξει καθόλου.

 

Αρετή Πάνου

Από τη Σύγκριση στη Σύγκλιση Η καταγωγική σχέση των Ωδών του Ανδρέα Κάλβου με τον Επιτάφιο Λόγο του Περικλή Ευσταθία Δήμου εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ Μ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Από τη Σύγκριση στη Σύγκλιση

Η καταγωγική σχέση των Ωδών του Ανδρέα Κάλβου με τον Επιτάφιο Λόγο του Περικλή

Ευσταθία Δήμου

 εκδόσεις Κουκκίδα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ Μ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ένα τολμηρό, ενδιαφέρον εγχείρημα • Fractal (fractalart.gr)

 


Ένα τολμηρό, ενδιαφέρον εγχείρημα

Τολμηρό το εγχείρημα της σύγκρισης ανάμεσα σε δύο τόσο διαφορετικά έργα ως προς την προέλευση των δημιουργών τους, το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, το ύφος του καθενός επηρεασμένο από προσωπικές επιλογές αλλά και από τις χωροχρονικές συνθήκες, τη σκοποθεσία, ακόμη και το θεματικό περιεχόμενο, τουλάχιστον στα βασικά του, πιθανόν επιφανειακά, σημεία. Η Ευσταθία Δήμου, ικανή δοκιμιογράφος με κριτικό πνεύμα, το τόλμησε. Έτσι, έχουμε ένα ενδιαφέρον φιλολογικό μελέτημα που ξεκινά από τη σύγκριση των Ωδών του Κάλβου με την απόδοση, κατά τον Θουκυδίδη, του εμβληματικού Επιτάφιου Λόγου του Περικλή, για να καταλήξει σε μια εμπνευσμένη σύγκλιση των δύο έργων. Πέρα, φυσικά, από την προσωπική εικόνα σύγκλισης των δύο έργων στη σκέψη της δοκιμιογράφου (αναγκαία για την εκκίνηση του εγχειρήματος, καθώς δηλώνει πως ξεκίνησε ως δοκιμή αναμέτρησης με τον διαχρονικά επίκαιρο λόγο του Κάλβου και προχώρησε στη συγγένεια με τον Επιτάφιο), περισσότερο αναγκαία κρίνεται η εύρεση μιας αντικειμενικής, κατά το δυνατόν, κοινής βάσης, ενός «κοινού τόπου», στον οποίο να εδράζεται η ανάλυση.

Εύστοχα επιλέχθηκε:

Πρώτον, ο πολιτικός χαρακτήρας των δύο κειμένων, καθώς αφενός η πολιτική βάση της σκέψης του Κάλβου δεν αμφισβητείται (ένθερμος υποστηρικτής επαναστατικών ιδεών και έμπρακτα υλοποιητής τους) αφετέρου οι συνθήκες της εποχής επηρέασαν τον ρήτορα (για την περίσταση) Περικλή να εστιάσει στην έννοια της Πόλης και του Πολίτη, πάντα με δεδομένη την ιδιαίτερη σημασία που αποκτούσε για τον Αθηναίο πολίτη η έννοια της πατρίδας, ως άξιας να την υπερασπισθεί κανείς όχι για να πεθάνει αλλά ίσα ίσα για να ζήσει και να απολαύσει τα προσφερόμενα αγαθά του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Κατά δεύτερον, η έννοια της Ελευθερίας συνδυασμένη με τη Ευψυχία και την Ευδαιμονία, κατά τον Περικλή, μπορεί να σταθεί δίπλα στον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο Κάλβος (κάτω από εντελώς διαφορετικές, φυσικά, συνθήκες) το ελεύθερο πνεύμα ως αρχική συνθήκη, προκειμένου να ακολουθήσει και η διεκδίκηση μιας ζωής στηριγμένης στη δικαιοσύνη και την ισότητα.

Αλλά, και η έννοια της Αρετής, όπως εκλαμβάνεται από Κάλβο και Θουκυδίδη/Περικλή (συχνά δύσκολη η διάκριση) εμπεριέχει τόσο την τόλμη και την ανδρεία, περισσότερο εμφανή στο πεδίο της μάχης, μιλώντας εκ του αποτελέσματος για τους επιφανείς νεκρούς προς τιμήν των οποίων εκφωνείται ο «επί του τάφου των» λόγος, όσο και ως προϋπόθεση για τον όποιο αγώνα, την επαναστατική ρήξη με τις καταπιεστικές συνθήκες, κατά την καλβική εκδοχή της.


Η Δήμου προχωρά έτι περαιτέρω στην ανάλυση/σύγκριση των δύο έργων, εντοπίζοντας το πνεύμα του Διαφωτισμού που ετεροχρονισμένα, δικαιολογημένα όμως, αποδίδεται στην εποχή του Επιταφίου, εκφράζει ωστόσο επαρκώς την εποχή στην οποία δημιουργήθηκαν οι Ωδές. Κοινός τόπος και εδώ η στροφή στις ανθρωπιστικές αξίες, ξεκάθαρες στις καλβικές Ωδές πιστές στο πνεύμα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, εν μέρει πάντως αμφιλεγόμενες στα πλαίσια της αθηναϊκής δημοκρατίας, τουλάχιστον ως προς το θέμα της ισότητας. Ομοίως συνεξετάζεται η αγάπη για την πατρίδα (Ζάκυνθο στον Κάλβο, Αθήνα στον Περικλή) ως έρωτας περισσότερο, γεγονός που συνιστά μεν κοινό σημείο, από τα πλέον όμως αδύναμα για να οδηγήσουν στη σύγκλιση, συγκρινόμενο με τα πλέον ισχυρά νοηματικά που προηγήθηκαν.

Έτσι, με την ανίχνευση των κοινών σημείων κυρίως στο περιεχόμενο, στην εκκινούσα έμπνευση και στις έννοιες που κυριαρχούν, επιτεύχθηκε η ενδιαφέρουσα μελέτη/σύγκριση (και ακολούθως σύγκλιση) των δύο εξεταζόμενων έργων, με έμφαση παράλληλα στην εποχή που τα γέννησε αλλά και στον σκοπό που το καθένα κλήθηκε να υπηρετήσει· στο σημείο αυτό, αναπόφευκτα διακρίνεται η διαφοροποίηση των δύο προσωπικοτήτων, χωρίς ωστόσο ούτε κατ’ ελάχιστο να μειώνεται η αξία της ανάλυσης. Άλλωστε το ύφος αλλά και η γλώσσα ως κώδικας επικοινωνίας έχουν επηρεαστεί καταλυτικά από το είδος του έργου· άλλοι οι κώδικες της ποίησης και άλλες του ρητορικού λόγου.

Διαβάζουμε στον Πρόλογο:

«Ούτως ή άλλως, τόσο ο Επιτάφιος όσο και οι καλβικές Ωδές είναι έργα που συνυφαίνουν στο εσωτερικό τους τόσο πολλά στοιχεία, τόσο διαφορετικούς προσανατολισμούς και κατευθύνσεις, ώστε να επιτρέπουν ή ακόμα και να επιβάλλουν τον πειραματισμό και τη δοκιμασία σε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές και αποτιμήσεις». (σ. 10).

Θεωρώ πως άριστα η Δήμου έκανε πράξη αυτή την πειραματική «δοκιμασία», την «ελεύθερη», όπως γράφει, «ανάγνωση», ώστε να αποτελεί πλέον η πρωτότυπη αυτή (κυρίως ως προς τον τρόπο διερεύνησης) τεκμηριωμένη μελέτη της έναυσμα για άλλους μελετητές των εμβληματικών αυτών έργων, αντικείμενο για μια περαιτέρω ανάλυση. Αυτή άλλωστε είναι κατ’ ουσίαν και η αξία των δοκιμιακών μελετών, να προκαλούν δηλαδή την έρευνα, τη συνέχιση της αρχικής σκέψης ή και την αμφισβήτηση ακόμη, η οποία πρέπει και αυτή να θεωρείται πλούτος του λόγου.


Διώνη Δημητριάδου

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

fractalίζων ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΩΤΗ Κώστας Θ. Ριζάκης εκδόσεις ΑΩ η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ Μ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

 

fractalίζων

ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΩΤΗ

Κώστας Θ. Ριζάκης

 εκδόσεις ΑΩ

 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ Μ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Η δυναμική ενός λόγου χωρίς σύνορα • Fractal (fractalart.gr)

 


Η δυναμική ενός λόγου χωρίς σύνορα

 

Πώς επικοινωνεί ένα ηλεκτρονικό περιοδικό με την παραδοσιακή έντυπη μορφή γραπτού λόγου;  Σπανίως (και αν) θα συναντήσουμε παρόμοιο επίτευγμα, όπως αυτό που επεχείρησε το περιοδικό Fractal σε αγαστή συνεργασία (στην ουσία μια απολύτως αγαπητική σχέση) με τον ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη. Δημοσιευμένα στο ηλεκτρονικό περιοδικό κάθε Τετάρτη ποιήματα/μικρά αριστουργήματα εσωτερικού ρυθμού και πλούσιας όσο και εύστοχης επεξεργασίας της γλώσσας, ήταν το προγραμματισμένο ραντεβού των αναγνωστών με ένα είδος ποίησης μοναδικής (στην πραγματικότητα μια κατηγορία από μόνη της), καθώς δύσκολα κατατάσσεται στα δόκιμα είδη. Πρόκειται για μια αντιστοιχία ανάμεσα στον ιδιόρρυθμο  ποιητή και στην εσώκλειστη ζωή του, όπως αυτή αποτυπωνόταν σε μια ανοιχτή επικοινωνία με το ευρύ κοινό – άλλωστε γνωστό αυτό, το Fractal είναι από τα πλέον αγαπητά και προσιτά στον αναγνώστη και στον δημιουργό, περιοδικά του διαδικτύου, επίτευγμα επίπονης και επίμονης δουλειάς των δημιουργών του. Επιλεγμένα ποιήματα από τον ίδιο τον ποιητή τώρα σε έντυπη μορφή, σε ένα ιδιαίτερης (όπως πάντα) αισθητικής από τις ΑΩ εκδόσεις του Πέτρου Μιχάλη. Άρα, η καλύτερη μορφή επικοινωνίας του ηλεκτρονικού και του έντυπου λόγου επετεύχθη!

Συγκινητικά στο Επίμετρο η Ελένη Γκίκα εξηγεί επαρκώς πού οφείλεται η άψογη συνεργασία. Στον τρόπο που οι δύο δημιουργοί ήρθαν σε επαφή, πέρα από ποιητικές αναφορές και κοινοτοπίες, με το αόρατο νήμα που συνδέει την αληθινή ανθρώπινη σχέση, την αλληλοκατανόηση χωρίς περιττά λόγια, το νοιάξιμο του ενός για τον άλλο. Πώς, λοιπόν, να μην προκύψει ένα τέτοιο αποτέλεσμα; Προλογίζοντας με τη σειρά της η Χριστίνα Καραντώνη, δίνει τα χαρακτηριστικά όχι μόνον της απρόσμενης αυτής συνύπαρξης αλλά και της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας της ποίησης του Κώστα Ριζάκη, επισημαίνοντας τον πλουραλισμό, τον πλούσιο λεκτικό κώδικα, τον ρυθμό, το προσεγμένο μέτρο που οδηγεί σε μια απίστευτη μουσικότητα, εν τέλει την ανάγκη επικοινωνίας με τον έτερο άλλο, τον μακριά ευρισκόμενο λόγω της εκούσιας απομόνωσης του ποιητή από τον φλύαρο κόσμο των συνοδοιπόρων.



Με παιχνιδισμούς της γλώσσας, σαρκασμό όσο και αυτοσαρκασμό, ειρωνεία όπου δει, αλλά και ένα ανεπαίσθητο κλείσιμο του ματιού στον προσεκτικό αναγνώστη του, ο Κώστας Ριζάκης  μοιάζει να ανοίγει  έναν δρόμο επικοινωνίας που φαινόταν κλειστός. Αρκεί να εισχωρήσεις στην ποίησή του χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς περιχαρακώσεις, για να αφεθείς στη μοναδικότητά της. Αίφνης εδώ στην «επανεκκίνηση», δείτε τον τρόπο που το ποίημα βρίσκεται πάντα εκεί να ορίσει τη συνέχιση σε μια ανηφόρα που φαινόταν απροσπέλαστη· αρκεί να έχεις την ετοιμότητα να πεταχτείς μέχρι τη σωστική του λέμβο:

 

τ’ αφορισμένον τι έπαθε τι στα μισά τον

βρήκε; – μονολογώντας γρύλισεν στα

δόντια κι όπως έδειξεν την τερηδόνα του

ψυχήν κατράμι να κοχλάζει – παρκάρων έ-

τι διακριτικά μαζί με δυο τρεις ρέστους τού

εξηγώ ναν σπρώξουμε έι οπ και με την μία

 

πετάχτηκα ώς το ποίημα γυρνών απλώς τη

μίζα

 

Αλλά και εδώ, με το ελάχιστο των λέξεων (πόσο σοφή επιλογή!) όλη η ματαιότητα ενός αγώνα (ζωής όσο και δημιουργίας)· εν τέλει το ευτελές χώμα.

 

πάλιν αποδεχόμενοι το δείνα προ-

φανές σημαίνει ότι επιστρέφουμε

σ’ αφετηρίας φρικώδες παρεπόμενον

ή στο απλώς καλούμενον σημείον τρι-

βής μηδέν όθεν συμβιβαζόμενοι βουνά

κατεδαφίζουμε μ’ αντάλλαγμα ταπέτα ‒

 

(τι υποτελώς σφουγγίζουμε λάσπες της εξουσίας)

 

(«χώμα»)

 

Θαρρώ πως το πλέον αισιόδοξο μήνυμα του βιβλίου εντοπίζεται στον υπότιτλο του  εξωφύλλου: Επιλογή πρώτη, άρα σε αναμονή για μια συνέχεια. Και μια κι έγινε η μνεία του εξωφύλλου, φιλοτεχνημένο αυτό από τη ζωγράφο Γλύκα Διονυσοπούλου, αποδίδει με τις συστροφές της ζωγραφιάς πόσο τελικά όλα ανήκουν σε μια ενιαία εικόνα, μια «τοιχογραφία» που βρίσκεται διαρκώς σε εξέλιξη, σε κίνηση, ανανεούμενη και αποδεχόμενη μέσα της κάθε διαφορετικότητα. Η συνάντηση του πιστού στον έντυπο λόγο ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη με το ηλεκτρονικό περιοδικό το αποδεικνύει. Από κει και πέρα, η έκδοση έρχεται να πιστοποιήσει, με τη σειρά της, πόσο όλα μπερδεύονται γλυκά. Κρατώ τη φράση της Ελένης Γκίκα, ακροτελεύτια στο δικό της επίμετρο: «Διότι η ποίηση ανήκει σε όποιον την έχει ανάγκη». Να προσθέσω: με όποιο δυνατό τρόπο, χωρίς σύνορα. Άλλωστε ο λόγος, σε όποια μορφή, έχει τη δική του δυναμική να διαλύσει κάθε διαχωριστική γραμμή.

 

Διώνη Δημητριάδου

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2023

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΣΤΑΦΥΛΗ ΤΧ. 5 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ

 ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ

ΣΤΑΦΥΛΗ ΤΧ. 5

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 


ΣΤΑΦΥΛΗΣ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ

 

Η ΚΥΡΙΩΣ ΜΕΘΗ

 

ΔΟΚΙΜΙΟ

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ: ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ – Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ: ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΑΘΕΑΤΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΔΡΙΒΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ: Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΛΕΟΝΤΑΡΗ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ: ΤΑ ΡΟΝΤΕΛΑ ΕΝΟΣ ΠΑΛΙΑΤΣΟΥ

ΜΑΡΙΖΑ ΓΑΛΑΝΗ: ΓΙΑ ΤΗΝ «BARBARA» ΤΟΥ JACQUES PRÉVERT

ΙΣΙΔΩΡΑ ΜΑΛΑΜΑ:  ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΡΑΧΗΛ: ΤΟ ΥΠΟΔΟΡΙΟ ΣΑΛΕΜΑ ΜΙΑΣ ΑΣΑΛΕΥΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΜΑΡΙΑ ΔΑΛΑΜΗΤΡΟΥ: Ο ΕΡΩΤΑΣ, ΤΑ ΠΡΑΣΙΝ’ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙΑ (ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ «ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»)

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΑΣ: ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΛΗΣΤΟΥ ΚΑΙ OΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΒΟΣΚΟΥ (ΓΙΑ ΤΟ «ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ» ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ)

ΝΙΚΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ: «ΕΙΣ ΤΑ ΟΡΗ ΨΥΧΗ!» – ΤΑ «ΟΡΗ ΤΑ ΥΨΗΛΑ ΤΑΙΣ ΕΛΑΦΟΙΣ» ΤΟΥ ΨΑΛΜΩΔΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΡΗΜΝΟΒΑΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

 

ΠΟΙΗΣΗ

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ: ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ: ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΠΤΑΨΥΧΗ

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ: «ΜΥΘΟΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΕΤΑΙ»

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ: ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ: «2 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ STYLE»

ΜΑΝΙΑ ΜΕΖΙΤΗ: «ΤΡΙΓΩΝΟ»

ΛΕΝΑ ΚΑΛΛΕΡΓΗ: «ΓΙΑ ΝΑ ΝΤΥΘΩ 

ΦΑΝΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΟΥ: ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ: «ΑΠΟΛΟΓΟΣ»

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

 

ΕΦΗ ΖΕΡΒΟΥ: ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΓΚΑΛΙΜΠΕΡΤΙ, «ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ –  Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΦΡΩΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ»

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ: WILLIAM MCGONAGALL, «Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΤΕΙ»

ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ: ΜAURICIO CUCCHI, ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΝΔΗΣ: RAINER MARIA RILKE, ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


 

ΠΕΖΟ

 

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ: ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ: ΑΣΥΜΜΕΤΡΗ ΜΑΧΗ

ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΜΕ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΛΕΕ [ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΦΗΓΗΜΑ] ΔΥΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ: ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

ΘΕΑΤΡΟ

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ: Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΙΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΓΙΑ ΦΑΡΜΑΚΟΥΣ!

 

ΜΕΛΕΤΗ

 

ΒΕΡΑ ΚΟΝΙΔΑΡΗ:  ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΕΠΕΤΗΡΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ (ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ – ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΝΕΑ – ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ – ΚΕΡΚΥΡΑΪΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ – ΔΕΛΤΙΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ – ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ – ΠΟΡΦΥΡΑΣ)

 

ΣΤΟ ΠΑΤΗΤΗΡΙ

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ: ΤΟ ΚΕΛΥΦΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΡΩΓΜΕΣ – ΛΕΝΕΤΑ ΣΤΡΑΝΗ, ΑΓΟΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΙΧΛΗ, 2022

 

ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΞΑΓΟΡΑΡΗ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΑΜΙΔΙΕΛΗ

 

 


Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2023

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ Ποίηση, Σοφία Αποστολοπούλου, Εκδόσεις Γκοβόστη, Σεπτέμβριος 2023 Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος *

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Ποίηση, Σοφία Αποστολοπούλου,

Εκδόσεις Γκοβόστη, Σεπτέμβριος 2023


Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος *

           


Με ένα «ναι» στη ζωή αρχίζει η ποιητική συλλογή, η πρώτη που εκδίδει η Σοφία Αποστολοπούλου μετά από πολλή περίσκεψη πριν το τολμήσει! Και, όπως διαπιστώνουμε, σωστά αποφάσισε, αφού πρόκειται περί ποιημάτων μεγάλης αξίας ως προς το περιεχόμενο για τα νοήματα και τις ιδέες που εκφράζει, αλλά οπωσδήποτε και ως προς τη μορφή του πολύ φροντισμένου στίχου.

            Διαβάζουμε στο σημείωμα στο οπισθόφυλλο: «Η ποιητική συλλογή Δεύτερη Ανάγνωση ονομάστηκε έτσι γιατί σε πολλά της ποιήματα αξιοποιείται κάποιο σημείο της Αρχαίας ελληνικής γραμματείας (π.χ. Όμηρος, Θουκυδίδης) ή της νέας ελληνικής (Καβάφης, Βάρναλης)». Εντούτοις το νόημα της «δεύτερης ανάγνωσης» το εντοπίζω και σε άλλα στοιχεία του περιεχομένου, όπως θα αναφέρω παρακάτω…

            Μας επιστρέφει, λοιπόν, στα παιδικά μας χρόνια με το πρώτο ποίημα «Τα μήλα», τότε που όλοι μας, φαντάζομαι, παίξαμε το ομαδικό αυτό παιγνίδι, που εδώ γίνεται σύμβολο της ζωής και του αγώνα μέσα σε αυτή «με την έξαψη ρέουσα λάβα στις φλέβες μας», ενάντια στα προβλήματά της, «διαρκώς ελισσόμενοι» και αποφεύγοντας «τα μοιραία χτυπήματα ήττας».

            ………………………..

Κι άμα τύχει στο στόχο μας τελικά ν’ αποτύχουμε,

            στο πεζούλι του δρόμου πάμε λίγο, καθόμαστε,

            δυο ανάσες να πάρει η εντός αποθάρρυνση

            ………………………..

            Και στην πρώτη στιγμή που ο τροχός θα γυρίσει

            ̶ γιατί οι ρόδες γυρίζουνε, αέναος νόμος  ̶

            στο παιχνίδι και πάλι με ελπίδα θα μπούμε.

            ………………………..

            Να σημειώσουμε εδώ την επίδραση από τους στίχους του «Ερωτόκριτου»:

            «Του Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,

            και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·»

αλλά και του Οδυσσέα Ελύτη «Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο» στους στίχους της Σοφίας:

            Και το σούρουπο σα θα γυρίσουμε σπίτι

            με το αίμα στο γόνατο ξεραμένο από ώρα

            κι η μητέρα ρωτήσει αν καλά τα περάσαμε,

            δίχως δεύτερη σκέψη, ανεπιφύλακτα,

            ένα αυθόρμητο «ναι» θα μας βγει, ακατάλυτο.

            Γιατί

            είναι ωραίο παιχνίδι εντέλει τα μήλα,

            είναι ωραίο παιχνίδι εντέλει η ζωή!

 

            Αυτό το ξεραμένο από ώρα αίμα στο γρατσουνισμένο γόνατο δηλώνει τις εμπειρίες που αφήνουν πάνω μας οι ατυχίες, οι αντιξοότητες που αντιμετωπίζουμε μέσα στο ωραίο παιχνίδι της ζωής, ώστε να λέμε ανεπιφύλακτα «ναι» στον αγώνα της ζωής, να μην αισθανθούμε ηττημένοι.

            Μπορεί στο πέρασμα της ζωής να λιποψυχήσει κανείς, όπως η ηρωίδα στο ποίημα «Το κάτοπτρο» αντικρύζοντας του προσώπου της το είδωλο

            κι αναρωτήθηκε…

            Ήτανε όντως η κυρά [της ζωής της], για η σκλάβα ήτανε;

Αλλά, πιστεύουμε, θα απέρριψε την ηττοπαθή στάση, να ταυτίζεται με τη σκλάβα, αφού, όπως μας λένε οι προηγούμενοι στίχοι:

            Στο ταλαιπωρημένο της το πρόσωπο εστίασε,

στην πιο βαθιά του τη ρυτίδα καταδύθηκε

κι είδε κοράλλια στο βυθό εξόχως σαγηνευτικά:

περγαμηνές, καριέρα, χρήματα, γόητρο, δύναμη,

αποδοχή.

 

Το πρόβλημα των σχέσεων στο γάμο και στην οικογένεια σχολιάζονται στο ποίημα «Τα νυφικά πορτρέτα», όπου βλέπουμε

Στη σάλα πάνω απ’ το μπουφέ τρία νυφικά πορτρέτα κρεμασμένα.

            ………………………..

Η γιαγιά,

Περίκλειστη στην αναγκαιότητα της υποταγής της.

            ………………………..

Μεγάλωσε δίχως υποψία άλλης τάξης του κόσμου.

Και δίχως αμφισβήτηση.

            ………………………..

Η κόρη,

που έζησε στην εποχή των εξελίξεων, αλλά

Ξεχύθηκε απροετοίμαστη στην αμείλικτη λεωφόρο.

Η σύγκρουση με τη ματαίωση αναμενόμενη…

Και

… Η εγγονή,

Μεγάλωσα στον ίσκιο των δυο κάδρων.

            ………………………..

Και μελετώ καθημερινά τον κώδικα των σχέσεων.

Ίσως δεν καταφέρω να τον μάθω, το φοβάμαι πια.

            ………………………..

Έτσι στο γάμο μου είχα λιγάκι πονοκέφαλο.

………………………..

Άλυτο το πρόβλημα των σχέσεων, αφού με τόση εξέλιξη της κοινωνίας δεν μπορούμε να πούμε πως βελτιώθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στα ζευγάρια, όταν τόσα προβλήματα διαπιστώνουμε καθημερινά να τα οδηγούν σε αδιέξοδα, σε ακραίες και βίαιες αντιδράσεις, κυρίως εις βάρος των γυναικών, όπως σε παλιότερες εποχές!...

 Δεν καταφέραμε, με τόσες προόδους που έχει παρουσιάσει η κοινωνία των ανθρώπων στο πέρασμα των αιώνων, να γίνουμε μια πραγματικά ευημερούσα και δίκαιη κοινωνία, αυτό που επαγγέλλεται η παιδεία, η μόρφωση, η εκπαίδευση δεν στοχεύει πάντα σε τέτοιο στόχο, στην παιδεία!...

………………………..

ένα Πανεπιστήμιο να χτιστεί.

Για γουρουνάκια μόνο – όλων των ζώων τα επίλεκτα.

Πρώτα να γίνονται σε ανταγωνιστικότητα,

να εκπαιδεύονται στην τεχνική της χειραγώγησης,

λαμπρή επίδοση να έχουν στη στρεψοδικία,

πνεύμα επινοητικό, ραδιούργο ν’ αποκτήσουν.

 

Μα προς Θεού, μακριά από αξίες ανθρωπιστικές.

Είναι να γίνουν τώρα τα γουρούνια άνθρωποι

και την παμφάγα τους φύση ν’ απολέσουν;

[Στη φάρμα των ζώων]

 

Έτσι, λοιπόν, τα …γουρούνια πρέπει να συμπεριφέρονται ως μάζα, απλώς να καταναλώνουν την τροφή που τους προσφέρεται από τα αφεντικά τους και όχι να αντιδρούν για την ποιότητα της τροφής, να μην διακρίνεται κανένα από αυτά αντιδρώντας για οποιαδήποτε αδικία στη ζωή, «μακριά από αξίες ανθρωπιστικές». Και, αν σκεφτεί κανείς να αντιδράσει, ένας ωχαδερφισμός να υπερισχύσει, ώστε να συμμορφωθεί πάραυτα με τη συμπεριφορά της κοινότητας! Έτσι, όπως αντιδρά ο «Φύλακας νομισμάτων»:

………………………..

 

Το δέντρο των ανθρώπων έχει κλώνο άρρωστο.

-Μα, τι να κάνει ένας χαρτοκόπτης;

-Ας κόψουνε τον κλώνο, όσοι έχουν τα πριόνια!

………………………..

άλλες δυο ώρες και η βάρδια του τελείωσε.

Για φασαρίες όρεξη δεν έχει!

 

Κι έτσι, λοιπόν, σε ένα κόσμο αποξένωσης, αδιαφορίας για τον άλλο, τις ανισότητες και την κοινωνική αδικία,

Η Πάντμα και η Σάντρα. Δεκατριών ετών.

Σε ορυχείο μακρινό σκυφτή η Πάντμα,

ώρες ατέλειωτες, καθημερινά, αδιαλείπτως,

πόδια στη λάσπη, μάτια στη λάσπη, ψάχνει διαμάντια.

Το βράδυ η οικογένειά της θα έχει ρύζι...

 

Σε ονομαστό κολέγιο σκυφτή κι η Σάντρα,

ώρες ατέλειωτες, καθημερινά, αδιαλείπτως.

Ψάχνει τη βεβαιότητα διατήρησης κι ενίσχυσης της θέσης.

Φοράει στο λαιμό διαμάντια.

Το βράδυ η οικογένειά της θα έχει αυταρέσκεια.

………………………..

Δεν έχουνε η μια την άλλη! Ποτέ δεν είδανε η μια την άλλη!

Αδιάφορη η τύχη, όρισε να ζουν με πλάτη κολλημένη

στις δυο τις όψεις του αυτού νομίσματος.

[Φύλακας νομισμάτων]

 

Μια «Δεύτερη ανάγνωση» της ζωής φαίνεται να προτείνει η Σοφία Αποστολοπούλου με τα ποιήματα της συλλογής αυτής, μια δεύτερη ματιά στη ζωή, τη γεμάτη ματαιώσεις και απογοητεύσεις, για την αλλαγή στάσης απέναντι στη ζωή μας, απέναντι στην αδιαφορία για τον άλλο, τον συνάνθρωπο, όπως διαβάζουμε, με αφορμή ένα νέο παιδί, που συχνά συναντούμε στων δρόμων τα φανάρια:

………………………..

Τα είκοσι δυο του χρόνια συλλογίστηκα.

………………………..

Στο πρώτο το χιλιόμετρο τρακάρισα.

Έπεσα πάνω σε μαντρότοιχο ντροπής!

………………………..

Μου έσπασε απόψε ο προφυλακτήρας μου.

 

Και τώρα τι θα έχω για να προστατεύομαι

από τον εμπαιγμό παρηγορητικών θεωριών

για τα εν γένει δικαιώματα του ανθρώπου;

[Πραγματογνωμοσύνη]

 

Γιατί μόνο αναγνωρίζοντας την ευθύνη της προσφοράς («Βγάζει μοιράζει, στο συμπάσχοντα Άλλον δίνεται» [Επιλογή]) αισθάνεται κανείς να δικαιώνεται η ύπαρξή του. Διαφορετικά μένεις να αυτοθαυμάζεσαι με μια φωτογραφία σου στο κινητό δημοσιευμένη στα κοινωνικά δίκτυα, συνήθεια της εποχής μας, του ναρκισσισμού, που προσφέρει σε πολλούς μια ψευδαίσθηση αποδοχής στον εικονικό μας κόσμο!

………………………..

Αγαπημένο κινητό, που λες,

πριν κάτι μέρες είδα εμπρός μου να λιποτακτεί

ένας παλιός μου σύντροφος, ελπίδα μάταιη.

Και σαν να μη μού έφτανε αυτό,

μια στρίγγλα υποψία τώρα με ακολουθεί

και σιγοτραγουδάει το κατόπι μου, η μάγισσα,

κάτι στιχάκια για ανεπάρκεια προσωπική…

………………………..

Μα μία χάρη σου ζητώ, αγαπημένο κινητό,

την ομορφότερη φωτογραφία μου να πάρεις,

εκείνη όπου τέλεια καμουφλάρεται

η καμπουρίτσα στο κυρτό μου ηθικό.

Διαμοίρασέ τηνε σε όλους τους γνωστούς,

φέρε μου πίσω τα «ουάου» και τα «τέλεια»,

μ’ αυτά να φτιάξω σκαλοπάτι αυτοεκτίμησης,

………………………..

[Selfie]

 

Νομίζω πως δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι σε αρκετά ποιήματα διακρίνεται καβαφικό ύφος. Κάνει χρήση προσώπων της ελληνικής μυθολογίας και ιστορίας, με το δικό της τρόπο, βεβαίως, τα οποία συνομιλούν, για να εκφράσει η Σοφία τις δικές της σκέψεις και απόψεις για τη ζωή και τις αξίες της. Όπως στο «Ο ψίθυρος της Αλκμήνης»:

………………………..

Ο Ηρακλής πτοήθηκε ημίθεος κι ας ήταν

και άθλους ας κατόρθωσε, που μάγεψαν τα πλήθη.

………………………..

Στη μάνα του παράπονο πικρό εξακοντίζει

………………………..

Κι η Αλκμήνη μες στη συνετή περίσκεψη της πείρας της

λόγια αναπτερωτικά σκύβει, του ψιθυρίζει

«Στης Ήρας τα τεχνάσματα άλλη αξία δώσε

………………………..

Η ύπαρξη είναι του κακού που το καλό γεννάει

και η χαρά ανταμοιβή όποιου δεν το ξεχνάει»

ή στο «Η εξεταστική»:

Αιώνες τώρα αυτό το μύθο διδασκόμαστε:

Ήτανε λέει ο Αχιλλεύς

………………………..

Αθάνατος (η ασήμαντή του πτέρνα μόνο διέλαθε).

Έξοχος στην ανδρεία και στην ομορφιά,

καλός και αγαθός στο ιδεώδες.

Τότε γιατί δεν υποκλίνονταν ενώπιόν του ταπεινά

ο Αγαμέμνων ως θα έπρεπε σε ημίθεο;

Χόλιασε ο Αχιλλέας – η Βρισηίδα ήτανε μοναχά η αφορμή.

Χόλιασε ο «καλός και αγαθός».

Πεισματικά από τις μάχες αποσύρθηκε.

Τους Μυρμιδόνες του στην τύχη τούς παράτησε.

Τον Πάτροκλό του, μόνο, ούτε που συνέτρεξε.

 

Και τώρα στο στρατόπεδο των Αχαιών

Η τελευταία πράξη παίζεται του δράματος.

– Πικρός, κλειστός, ενήλικος – πλέον ο Αχιλλεύς

προετοιμάζεται «τὸν βίον τελευτᾶν».

………………………..

Αιώνες τώρα αυτό το μύθο διδασκόμαστε.

Μα στείρα αποστήθιση στης εμπειρίας τα θρανία…

Και το όνομά μας μόνιμα σε καταλόγους ανεξεταστέων

στην ανοικτίρμονα των σχέσεων εξεταστική!

[Ως προμετωπίδα στο ποίημα τίθεται απόσπασμα από τον «Κατά Τιμάρχου» λόγο του Αισχίνη: «Ἐάν ἀτιμώρητον τὸν τοῦ Πατρόκλου θάνατον ἐάσῃς, γέρων ἐν τῇ πατρίδι ἀποθανεῖς, τιμωρησάμενος δὲ διὰ ταχέων μέλλεις τὸν βίον τελευτᾶν»]

 

Μια «Δεύτερη ανάγνωση», λοιπόν, να κάνουμε στη ζωή μας χρειάζεται, για να μη μένει μόνιμα το όνομά μας στους καταλόγους ανεξεταστέων στην εξεταστική των σχέσεων, την ανοικτίρμονα!...

Και ακολουθούν στο δεύτερο μέρος της συλλογής τα ποιήματα με το γενικό τίτλο «Δεύτερη ανάγνωση» (υπότιτλος: Οι περιπέτειες του Οδυσσέα), όπου με επεισόδια, ιστορίες από τα ομηρικά έπη, «επιχειρείται μια επαναπρόσληψη του ομηρικού μύθου», όπως μας πληροφορεί η Σοφία Αποστολοπούλου. Βρίσκουμε τίτλους-περιπέτειες του Οδυσσέα: Κίκονες, Λωτοφάγοι, Κύκλωπες, Αίολος, Λαιστρυγόνες, Κίρκη, Άδης, Σειρήνες, Σκύλλα και Χάρυβδη, Ήλιος, Καλυψώ, ενώ ακολουθεί «Η Ραψωδία ψ, αλλιώς…»

Τα ποιήματα στο δεύτερο αυτό μέρος του βιβλίου δεν είναι χωρίς ουσιώδη σχέση με εκείνα του πρώτου μέρους, κάθε άλλο. Το καβαφικό ύφος που επισημάναμε σε ποιήματα των πρώτων σελίδων είναι κι εδώ εμφανές.

Ως παράδειγμα:

Αλκίνοε, των φιλικών Φαιάκων βασιλέα,

αφού το θέλεις, άκουσε του νόστου μου τα πάθη.

Σαν έφυγα απ’ το Ίλιο το στόχο μου να φτάσω,

τα κύματα με έβγαλαν στη χώρα των Κικόνων,

που όπως καλογνώριζα των Τρώων φίλοι ήταν.

 

Κι αντί μόλις κατάλαβα στους Κίκονες πως είμαι,

όρτσα να σπρώξω τα κουπιά και όπου φύγει, φύγει,

εγώ αυτό που είθισται προτίμησα να πράξω

σαν ο πολέμαρχος βρεθεί σε τόπο αντιπάλων.

Βάλθηκα και διαγούμισα την πόλη των Κικόνων

Όμοια καθώς συνήθισα στην Τροία δέκα χρόνια.

 

Στο μεταξύ οι Κίκονες τα ίσα αποδίδουν

κι εγώ καλά το ένιωσα ο ίδιος στο πετσί μου

πόσο βαρύς ο χαλασμός, όταν δεν εξετάζεις

ποια είν’ τα δεδομένα σου, πού κίνησες να φτάσεις,

ποιον έχεις για αντίπαλο και ποια η δύναμή του

κι αφήνεσαι παθητικά σε ό,τι έχεις συνηθίσει,

σ’ ό,τι έμαθες να θεωρείς πως αυτονόητο είναι,

που σε αποσπά απ’ τα μέσα σου, το χρόνο ροκανίζει

με περισπάσεις διάφορες κρυφά που σ’ αναλώνουν.

[Κίκονες]

 

Η Πηνελόπη, με πνεύμα σύγχρονο, της εποχής μας πλέον, στο «Η Ραψωδία Ψ, αλλιώς», μιλά στον Οδυσσέα με παρρησία ελεύθερης γυναίκας και όχι συζύγου υποταγμένης στα ήθη της κλειστής αρχαϊκής κοινωνίας:

Φύγε απ’ την κλίνη μου, Οδυσσέα!

Δεν είμαι πια η Πηνελόπη που άφησες στα δεκαοκτώ της.

Στα χτένια αργάστηκε η ψυχή μου του αργαλειού είκοσι χρόνια

που ύφαινα – ξεΰφαινα τις σκέψεις, κεντούσα την ταυτότητά μου.

Τώρα σε ερμήνευσα Οδυσσέα κι η αχλή του μύθου σου εχάθη,

η στίλβη σου δε με θαμπώνει, πες τα αλλού τα παραμύθια!

 

Πως δήθεν πήγες στην Τρωάδα, για λόγο καθαγιασμένο

την προσβλημένη του Μενέλαου τιμή να αποκαταστήσεις.

Στην Τροία σε έσυρε το πάθος τα πλούτη σου να αβγατίσεις.

Στο αρχοντικό μας όταν έκανες συνάξεις άλλων βασιλέων

τρώγοντας πίνοντας σχεδιάζατε το πώς θα γίνετε σπουδαίοι

τον ξένο πλούτο υφαρπάζοντας δήθεν πνιγμένοι από το δίκιο.

 

Και σαν ο πόλεμος τελείωσε, ναι, οι θεοί ήταν θυμωμένοι

που τους ναούς τους πυρπολήσατε μέσα στην πόλη του Πριάμου

και δυσκολέψαν το ταξίδι σας, αλλά οι άλλοι όλοι ήρθαν,

εσύ το γυρισμό τον χρόνισες, τάχα διωγμένος απ’ τη μοίρα.

Προφάσεις μύριες μηχανεύτηκες, την ενοχή σου ν’ αφοπλίσεις

πότε οι Σειρήνες, πότε οι Κύκλωπες και πότε η Καλυψώ η πλανεύτρα.

Συ, που εν μια νυκτί επινόησες τον ξακουσμένο Δούρειο Ίππο,

από ιδέες μετά στέρφεψες το γυρισμό σου να επισπεύσεις.

………………………..

Και ο Οδυσσέας, αφού προσπαθεί να δικαιολογήσει τα, κατά τη σύζυγό του, αδικαιολόγητα, ομολογεί πως ίσως είχε δυνατότητα για μια …«Δεύτερη ανάγνωση» της δράσης του:

………………………..

Περόνη, λάβρα μου συμβία, είναι η αγκαθωτή σου σκέψη

και όλο και με κεντά η αγκίδα, μην άλλο τρόπο δράσης είχα.

………………………..

 

Κλείνουμε την παρουσίαση της συλλογής με ένα «καβαφικού ύφους» ποίημα, ολόκληρο:

Ζεύγος χρυσών ενωτίων

 

Αίθουσα μουσείου κατανυκτική.

Σκιών λιτανεία στο ημίφως.

Λεπτό θυμίαμα αιώνων βυθισμένων.

 

Σε προθήκη ζεύγος ενωτίων λαμπρών.

Από χρυσό φερμένο από μακριά,

τη χώρα των Περσών την ηττημένη.

Σύζυγος κραταιός όμορφης κόρης τα παράγγειλε

τον πλούτο και την ομορφιά να διατρανώσει.

Εξακτινίστηκε ο τεχνίτης από τη ζήση του

μέρες και μέρες καθώς σμίλευε το κόσμημα.

Λεπτοδουλειά πολλή το μέταλλο να υποτάξει

στου μεγαλείου της τέχνης του το γήτεμα.

 

Στο σιωπηλό μουσείο, τα λαμπρά ενώτια

σε όποιον αφουγκράζεται ν’ ακούσει, ψιθυρίζουν:

 

καλή και του συζύγου η πολιτική,

καλό και της Ασίας το χρυσάφι.

Μα πώς θα προκαλούνταν η κατάνυξη,

ποια πίστη θα λιτάνευε μες στο ημίφως,

αν οι ανώνυμοι τεχνίτες πάσης φύσεως

στο ακατέργαστο υλικό, σκυφτά κι αθόρυβα,

δεν έσταζαν ψυχή απ’ την ψυχή τους;

 

********************


Η Σοφία Αποστολοπούλου είναι φιλόλογος καθηγήτρια. Γεννήθηκε στους Αμπελόκηπους της Αιγιαλείας, ζει και εργάζεται στην Πάτρα.


«Τα ποιήματα που περιέχει η συλλογή», γράφει, «όταν τα έγραφα, μου φαίνονταν καλά, αλλά και πάλι αποφάσισα να τα εκδώσω μόνο εφόσον και μετά από χρόνια εξακολουθούσαν να μου φαίνονται καλά. Σήμερα που εκδίδω, είμαι πενήντα πέντε ετών.»

 

***

* Ο Παναγιώτης Χαλούλος είναι φιλόλογος με πλούσιο εκπαιδευτικό και συγγραφικό έργο. Συνέγραψε τα παρακάτω βιβλία:

· «Ιστορία για το Γυμνάσιο, Ασκήσεις και θέματα Ανακεφαλαιωτικών Εξετάσεων με αξιοποίηση ιστορικών πηγών – Σχέδια μαθημάτων με χρήση Η/Υ-συνοδευτικό CD-ROM, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη, στις παρακάτω εκδόσεις:

«Για όλες τις τάξεις του Γυμνασίου», 2005.

«Α΄ τάξη, Αρχαία Ιστορία» 2006.

«Β΄ τάξη, Μεσαιωνική και Νεότερη Ιστορία» 2006.

«Γ΄ τάξη, Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία» 2008.

· «Εύθυμα παραμύθια διασκευασμένα για το θέατρο – Πρακτικός οδηγός για σχολικές θεατρικές ομάδες για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση», εκδ. περί τεχνών, Πάτρα 2006.

· «Πατρινό καρναβάλι - Ο γάμος της Γιαννούλας της κουλουρούς», θεατρική σάτιρα, εκδ. το δόντι, Πάτρα 2011.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα εκπαιδευτικού περιεχομένου σε έντυπα περιοδικά και στο διαδίκτυο ( http://users.sch.gr/pchaloul ) πλούσιο υλικό σε ιστοσελίδες-παρουσιάσεις-video, για την πραγματοποίηση μαθημάτων Ιστορίας με χρήση Η/Υ.