Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος 199
του περιοδικού Οδός Πανός
με αφιέρωμα στα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Γ. Χ. Ώντεν
Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος 199
του περιοδικού Οδός Πανός
με αφιέρωμα στα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Γ. Χ. Ώντεν
Ημέρες
καλοσύνης
Κρυστάλλη
Γλυνιαδάκη
εκδόσεις Πόλις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ
Πιάνουμε απ’ τα μαλλιά την ευκαιρία,
δίνουμε πήδους από ακτές,
προσγειωνόμαστε – συχνά – σε μια σχεδία
μένουμε να χαζεύουμε τους άλλους
να διασχίζουν το νερό πάνω από γέφυρες.
Οι Ημέρες καλοσύνης είναι μια ποιητική
σύνθεση ιδιαίτερης δύναμης (χωρισμένη σε πέντε μέρη: Εισαγωγή, Πράξη 1η, 2η, 3η, Ορατόριο),
με την οποία η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη προτείνει μια διαφορετική θέα τόσο στην
ιστορία του κόσμου όσο και στο εσωτερικό τοπίο, αναπόφευκτα αυτά τα δύο σε
συνδυασμό. Ποίηση τολμηρή, που εστιάζει στη διαρκή πάλη της έννοιας του Καλού απέναντι
στην κυρίαρχη έννοια του Κακού, πιστεύοντας πως χρέος της ποίησης είναι να
παρεμβαίνει με ξεκάθαρη θέση, ελπίζοντας σε μια κατίσχυση της καλοσύνης –
έννοια που άλλωστε δεσπόζει στον τίτλο του εκτενούς αυτού ποιήματος. Ποιος,
όμως, είναι άραγε ο δρόμος που οδηγεί σε μια εσωτερική, αρχικά, ανακατάταξη,
προκειμένου κατόπιν να φανεί το αποτύπωμα στις συλλογικές πράξεις; Έχει ο
έρωτας, ή μήπως η ευρύτερη έννοια της αγάπης, τη δύναμη να αποσείσει κάθε
εκδήλωση εγωισμού, να διασώσει ό,τι καλύτερο υποκρύπτεται πίσω από τις
εκδηλώσεις του Κακού, μετατρέποντας το ιδιωτικό βιωματικό αποτύπωμα σε
συλλογική συνείδηση;
Είναι που βλέπεις ξαφνικά
τον άνθρωπο απ’ την αρχή
που τον ξαναγαπάς μαζί
μ’ όλες τις κόγχες που έπλασε
για να χωρέσει εντός του
ανθρώπους άλλους·
και τώρα ανοίγεται μπροστά σου
σα νέα γη
άγνωστη
μα δικιά σου.
Όμως, τα σημάδια που αντλούνται από την ιστορία είναι, δυστυχώς, δηλωτικά μιας γενικευμένης συμφοράς: η ιστορία όταν χτυπά/ στυγνά δεν έχεις μέρος να κρυφτείς, θα πει η ποιήτρια. Το Κακό μοιάζει να είναι τόσο βαθιά πλέον ριζωμένο και, εν είδει στερεότυπης συμπεριφοράς, να καθοδηγεί την ανθρωπότητα. Η Γλυνιαδάκη, συνδέοντας το τότε με το τώρα στο εξαιρετικό «Αγόρι και γάτα, Κεντρικός εμπορικός δρόμος της Παλαιάς Φώκαιας, 1913», θα κάνει το αιχμηρό της σχόλιο για τον παγιδευμένο άνθρωπο στη δίνη των ιστορικών συγκυριών, που αγνοούν τη δική του θέληση καθιστώντας τον έρμαιο των ισχυρών, ενώ ταυτόχρονα θα θέσει το βασικό ερώτημα που κάθε ποιητής θα αντιμετωπίσει ως πραγματικότητα στη γραφή του:
οι άνθρωποι πάντα θα πεθαίνουν, χιλιάδες σε μια
μέρα
[…]
Τι να την κάνεις
την ποίηση όταν πια τίποτα
δεν σε γλιτώνει από το θάνατο.
Η σύνθεση
ολοκληρώνεται με το συγκλονιστικό «Ορατόριο» που αναλαμβάνει να μιλήσει
ανοιχτά, θέτοντας αντιμέτωπες τις δύο έννοιες (Καλό και Κακό) που ώς τώρα
αχνοφαίνονταν μέσα από υπαινιγμούς και μεταφορικότητα ποιητική.
Ξέρουμε πώς μοιάζει το Κακό.
Σκέψου.
Σκέψου πώς θα ’ταν το Καλό·
το Καλό σκέψου πώς θα ’ταν
σε κλίμακα μαζική.
Κι εδώ
ακριβώς έρχεται η ποιήτρια να αποκαλύψει το «κλειδί», τον τρόπο (μακάρι) που θα
ανοίξει το τοπίο στην καλοσύνη. Είναι η ατομική βούληση, στηριγμένη στη σκέψη;
Αρκεί αυτό για ν’ ανοίξει το τοπίο στην καλοσύνη; Είναι ο ποιητικός λόγος, όπως
λέει η ποιήτρια (το φως της ποίησης, το
φως/ η χαραμάδα στην πραγματικότητα)
ο οδοδείκτης; Κάτω από αυτή την οπτική, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτή η
ποίηση ονειροβατεί, παρουσιάζοντας τη βαθύτερη επιθυμία ως εφικτή λύση. Ωστόσο,
φαίνεται να έχει σαφή επίγνωση των αληθινών μεγεθών:
ήθελα ν’ αναπνεύσω λίγο φως
[…]
όχι για να πω πως νίκησα – ποτέ δεν θα νικήσω
μα για να πω πως τη γνωρίζω
τη μάσκα της κακίας· μου ανήκει.
Κι αν θέλω τη φορώ σαν μετωπίδα –
κι αν θέλω την εκδέρομαι
και μες στα αίματα , λούζομαι στο λευκό.
Ποίηση
ειλικρινής, ευθύβολη που, γνωρίζοντας τα όριά της, προτείνει ένα διαφορετικό
τοπίο. Θα λέγαμε ώς εκεί, μα και αυτή η πρόταση καθόλου λίγη ας μη νομισθεί· η ποίηση δείχνει πού έγκειται το
πρόβλημα, κινητοποιεί τη σκέψη στη σωστή κατεύθυνση. Άλλωστε η έννοια, με την
οποία έρχεται αντιμέτωπη, έχει τη δική της δυναμική, ικανή να ενσωματώσει κάθε
αντίθεση, να οδηγήσει σε μια εφιαλτική ομοιομορφία. Η Γλυνιαδάκη, χωρίς να
τοποθετεί τον εαυτό της εκτός του τοπίου αυτού, δηλώνει πως γνωρίζει (τη γνωρίζω/ τη μάσκα της κακίας)· κι
αυτό το βήμα, το πρώτο στάδιο συνειδητοποίησης, ας θεωρηθεί σπουδαίο, μέσα στη
γενικότερη αδιαφορία και αφασία για τη σημερινή εικόνα του κόσμου μας.
Λι Μπάι
Ποιήματα
Απόδοση – Επίμετρο: Γιώργος Βέης
εκδόσεις Σμίλη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ο ποιητής των παραμυθιών • Fractal (fractalart.gr)
Ο ποιητής των
παραμυθιών
«Τι κάθεσαι και κάνεις, ζώντας
ολομόναχος στο βουνό;»
με ρωτούν κι εγώ χαμογελώ, είναι ήσυχη η
καρδιά μου.
Σαν πέσουν οι ανθοί και περάσει το
φουσκωμένο το νερό
ο κόσμος μου πια ολάκερος δεν είναι των
ανθρώπων.
(«Βουνίσιος διάλογος»)
Σε μια εξαιρετικής καλαισθησίας έκδοση από τη Σμίλη, έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποίηση του Λι Μπάι (αλλιώς Λι Πο ή Τάι Λι Πο), ενός από τους σημαντικότερους Κινέζους ποιητές, στην απόδοση του επίσης ποιητή Γιώργου Βέη. Έτσι κι αλλιώς η μετάφραση/απόδοση της ποίησης απαιτεί μια «ποιητική» ανάγνωση, την ευαισθησία με την οποία ο μεταφραστής-ποιητής θα προσεγγίσει το αρχικό κείμενο και θα κατορθώσει, στην άλλη γλώσσα πλέον, να διασώσει την «ανάσα» του πρωτότυπου. Ακόμη πιο απαιτητική η εργασία αυτή, όταν η αρχική γλώσσα διακρίνεται για την ιδιομορφία της, τον πλούτο των διαφορετικών εκδοχών ερμηνείας που εγκιβωτίζει στα (ιδεο)γράμματά της (συχνά αποδίδουν ένα ολόκληρο σκηνικό και όχι μόνο μία λέξη/έννοια), στοιχεία φυσικά που υπογραμμίζουν και την ξεχωριστή αξία των κειμένων της. Ο Βέης, αντιμετωπίζοντας με σοβαρότητα το εγχείρημα της μετάφρασης/απόδοσης, όντας γνώστης της κουλτούρας της Άπω Ανατολής, χρησιμοποίησε ποικίλα μεταφράσματα από την αγγλική απόδοση του έργου του Λι Μπάι, κατορθώνοντας μαζί με τις πολύτιμες συμβουλές φίλου Κινέζου ποιητή, να μην προδώσει τη σπουδαία αυτή ποίηση, διατηρώντας στην ελληνική γλώσσα (πλούσια και περιεκτική) τις ζωντανές εικόνες των ποιημάτων και την ενάργεια της σκέψης του Κινέζου ποιητή. Έτσι η μετάφραση συνιστά μια σπουδαία ποίηση επίσης.
Στα 46 ποιήματα (από τα περίπου
χίλια της ποιητικής προσφοράς του Λι Μπάι) που διαβάζουμε στη συλλογή,
κυρίαρχες οι εικόνες της φύσης, έτσι όπως εισβάλλουν στους στίχους γεμάτες από
λυρισμό, από συναισθηματική συμμετοχή του ποιητή, με τις στοχαστικές
προεκτάσεις τους να αγγίζουν τον άνθρωπο και τα προβλήματά του, τον έρωτα, την
απώλεια, τον φόβο του θανάτου – μια μείξη εξαιρετική της ζωής με ό,τι την
ξεπερνά, μια υπόμνηση πως όλα τελικά ένα είναι, κοινή η ουσία τους. Η ποίηση
αυτή άσκησε και ασκεί τεράστια επιρροή στην ποιητική δημιουργία όχι μόνο στη χώρα του δημιουργού της αλλά και στη
Δύση. Ίσως αυτή η αίσθηση πως βρίσκεται πολύ κοντά στον πάσχοντα άνθρωπο,
ανοίγοντας χαραμάδες ελπίδας μέσα από τη
σοφία της φύσης, που γνωρίζει πώς να επουλώνει τα τραύματά της, να κάνει αυτή
την ποίηση διαχρονικά σημαντική. Κι ας έχει γραφεί πριν από περίπου τρεις
χιλιάδες χρόνια· ο Λι Μπάι έζησε από το
701 - 762 μ. Χ. Αν ο σύγχρονος άνθρωπος χρειάζεται ένα στήριγμα, μια εμψύχωση,
σε δύσκολους καιρούς, η ποίηση αυτή που εμπεριέχει μια αισιόδοξη νότα, μια
ελπίδα για ζωή, μπορεί να θεωρηθεί επίκαιρη.
Δύο παραδείγματα εδώ:
Τι φεγγάρι! Το πλένουν τα πράσινα νερά.
Τι φως, αλήθεια! Οι ερωδιοί ξαφνιάζονται
νομίζουν ότι ξημέρωσε
για μια στιγμή κάνουν να πετάξουν.
Μια γυναίκα μαζεύει κάστανα του νερού
ο άντρας την ακούει
μετά κι οι δυο τους τραγουδούν
γυρνώντας σπίτι μέσα στη νύχτα.
(«Τραγούδι του φθινοπώρου
πάλι στα πράσινα νερά»)
Θα πρέπει πολλές κανάτες να πιούμε
πώς αλλιώς τις πίκρες μας να διώξουμε μια και καλή;
Τέτοιες νύχτες, οι εξομολογήσεις ποτάμι που ξεχύνεται.
Σελήνη μου λευκή, μην αφήσεις τον ύπνο να φανεί.
Μεθυσμένοι θα γείρουμε στις σπηλιές του βουνού
στρώμα και προσκέφαλό μας ας είναι ο ουρανός και η γη.
(«Ως τα ξημερώματα»)
Καταφυγή στη φύση, πάντα το
φεγγάρι σύντροφος του ποιητή, αλλά και η μέθη, ένα ακόμη δικό του «καταφύγιο»,
δημιουργούν τα μοτίβα της ποίησής του. Στο κατατοπιστικό του Επίμετρο, για τη
ζωή και τον ποιητικό τρόπο του Λι Μπάι, γράφει ο μεταφραστής:
Ως απόλυτος νομάς, ως
μοναχός των δασών και των λιμνών, άγγιξε την ωραιότητα της Φύσης, αλλά και τον
σκοτεινό πυρήνα της. κατά τ’ άλλα, ο υπόλοιπος κόσμος, αυτός των θνητών, που
τον αφήνει συνειδητά πίσω του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ντουκχά, δηλαδή πόνος, σύμφωνα πάντα με την περιώνυμη αρχή του
βουδισμού περί της ατελείας, η οποία δεν παύει ποτέ να κατατρύχει καταστατικά
τα ορατά. (σσ. 59-60).
Στο εξώφυλλο το έργο του
Γκάο Κιπέι (1660-1734) Μπαμπού, άνθη
δαμασκηνιάς και σελήνη, 1713, μελάνι και χρώμα σε χαρτί. Την αισθητική της
έκδοσης συμπληρώνει το επεξεργασμένο φόντο στις σελίδες των ποιημάτων: Ο Λι Μπάι θαυμάζοντας τον καταρράκτη.
Έργο του Ιάπωνα ζωγράφου Σοάμι (περ. 1500-1525), μελάνι σε χαρτί, Asian Art Museum του Σαν Φρανσίσκο.
Διώνη Δημητριάδου
Άπνοια
Διηγήματα
Νίκος Κουρμουλής
Εκδόσεις Κείμενα
Οκτώ διηγήματα σε μια συνέχεια θεματική, σαν μέρη ενός
σπονδυλωτού μυθιστορήματος, με την κοινή τους αναφορά να βρίσκεται στην
επινοημένη πολιτεία «Κλεψύδρα», με τους χαρακτήρες των ηρώων τους να συνταιριάζουν
μεταξύ τους στην απουσία της ζωής, την έλλειψη της αληθινής ανάσας, την άπνοια
που διακατέχει τόσο τα πρόσωπα όσο και τον χώρο που τους περικλείει ασφυκτικά.
Οκτώ ιστορίες για μια ζωή, που ζωή δεν είναι. Σαν όλα όσα γνωρίζουμε,
συμβατικά, συμφωνημένα και στερεοτυπικά καθιερωμένα, να έχουν εκποιηθεί,
παραχωρώντας τη θέση τους σε ένα νέο τοπίο, με νέους κανόνες, όχι όμως και με
νέες προοπτικές· η «Κλεψύδρα» που επινόησε ο Νίκος Κουρμουλής δεν θα μπορούσε απλώς
να είναι η εξέλιξη της τωρινής ζωής, δεν αποτελεί μόνον ίσως το δυστοπικό
μέλλον του σημερινού κόσμου, αν και φέρει μέσα της πολλά στοιχεία αυθεντικής
δυστοπίας, όπως τη γνωρίσαμε σε ποικίλες εκδοχές της λογοτεχνικής γραφής.
Περισσότερο δίνει την αίσθηση μιας άλλης οπτικής σε ό,τι σήμερα ζούμε, αν
υποθετικά αποκτήσουμε την ικανότητα να περάσουμε στην αντίπερα όχθη και να
αποτιμήσουμε τα πράγματα, αποβάλλοντας από πάνω μας ό,τι μας έχει επιβληθεί ως ετεροπροσδιοριζόμενη
βούληση ή ως συνήθεια. Και εδώ ακριβώς, πιστεύω πως κρύβεται η αξία της πρώτης
αυτής μυθοπλαστικής κατάθεσης του Νίκου Κουρμουλή, που είναι γνωστός από τη
δραστηριότητά του ως πολιτιστικός συντάκτης.
Τι είναι αυτό που βαραίνει ανελέητα πάνω στο σώμα και
την ψυχή των ανθρώπων της «Κλεψύδρας»; Ένα παρελθόν, που για τους περισσότερους
συνιστά την απομυθοποίηση της οικογενειακής εστίας, του ασφαλούς καταφυγίου,
αποκαλύπτοντας τις δεσμεύσεις, τον ετεροκαθορισμό, το «καλούπι» που μέσα του
εκόντες άκοντες χύθηκαν και ή μορφοποιήθηκαν σε αποδεκτό σχήμα, εντασσόμενοι
ομαλά στο ήδη διαμορφωμένο σκηνικό, ή διαφοροποιήθηκαν, προκαλώντας τη χλεύη
και την απόρριψη. Ταυτόχρονα, τραγικά αδιέξοδα, αποτυχημένες απόπειρες να
χτίσουν μια αυτόνομη προσωπικότητα, εγκλωβισμένοι σε ψεύτικα σχήματα επιτυχίας
ή άλλοι στο περιθώριο, αποσυνάγωγοι. Σε κάθε περίπτωση, όλοι βιώνουν την
απουσία της ζωής, την ανεπάρκεια του ονείρου, την ήττα με τον ένα ή τον άλλο
τρόπο.
Από αυτό το τέλμα θα βγουν, όταν ένα αιφνίδιο γεγονός
θα ανατρέψει είτε την ψευδαίσθηση της επιτυχίας ή τη μυρωδιά της σήψης, την
αίσθηση της ήττας, τη βίωση του κενού. Τότε,
αντιμέτωποι, ίσως για πρώτη φορά, με την αλήθεια που ήταν εν υπνώσει μέσα τους,
θα αποπειραθούν, αναπλάθοντας το παρελθόν τους και την εικόνα της ζωής μέχρι
τότε, να κατανοήσουν και να βιώσουν (όσοι το καταφέρουν) μια τριπλή
πραγματικότητα: ποιοι είναι, τι είναι ο κόσμος που τους περιβάλλει και, κυρίως,
ποια είναι η θέση τους σ’ αυτόν τον κόσμο.
Οι ήρωες του Κουρμουλή, κάτοικοι της παράξενης σε πρώτη εκτίμηση
(τραγικά ωστόσο οικείας σε προσεκτική προσέγγιση) «Κλεψύδρας», θα νιώσουν πάνω
στην ψυχή τους το νόημα του χώρου που κατοικούν. Ο χρόνος αδιάλειπτα τρέχει, το
πάνω μέρος της κλεψύδρας του αδειάζει. Κάτι πρέπει να γίνει. Ανατρέπεται, άραγε
η αρχαία αυτή μηχανή μέτρησης του χρόνου; Και με ποιο τίμημα;
Οι επτά από τις οκτώ ιστορίες του βιβλίου εστιάζουν στην προσωπική κάθε φορά περίπτωση του ήρωα, στο ξύπνημά του, στην αναμέτρησή του με τον εαυτό του και τα γεγονότα που αιφνίδια εισβάλλουν στη ζωή του. Εκτιμήσεις για την ως τώρα ζωή τους ανατρέπονται, κόσμοι εσωτερικοί κατεδαφίζονται, αχνές ελπίδες διακρίνονται. Η διαφορά έρχεται στην τελευταία ιστορία με τον τίτλο «Μάνατζερ/Πλημμύρα», που (όπως και οι υπόλοιπες) φέρει στο τίτλο της την ιδιότητα του ήρωά της (εδώ της Κλάρας) αλλά και την κατάσταση που καλείται να βιώσει. Αν στις άλλες ιστορίες επιμέρους γεγονότα πυροδοτούν μια νέα κατάσταση για τον ήρωα, τη συνειδητοποίηση μιας αλλαγής που καλείται να επιφέρει στη ζωή του (αν έχει τη δυνατότητα κι αν οι αντοχές του το επιτρέπουν), εδώ φαίνεται η ίδια η πολιτεία της «Κλεψύδρας» να «επιλέγει» να διαλυθεί μέσα σε μια αληθινή θεομηνία που παραπέμπει στον κατακλυσμό του Νώε, συμπαρασύροντας τους κατοίκους της, που άβουλοι οδηγούνται στον χαμό τους. Η ικανότητα «επιλογής» προσδίδει στη (θεωρητικά άψυχη) πολιτεία έμψυχο χαρακτήρα, καταξιώνοντάς την ως τον κεντρικό ήρωα όλου του βιβλίου, με τους υπόλοιπους να υποτάσσονται στην ανώτερη βούλησή της. Έτσι, μοιάζει οι επτά ιστορίες που προηγήθηκαν να προετοίμαζαν, η κάθε μία με τον δικό της τρόπο, την προφητική κατάρρευση, αρχικά των προσώπων και τελικά της ίδιας, του χώρου δηλαδή που συντήρησε μέχρι τότε τη ζωή μέσα σε κατάσταση άπνοιας.
Αξίζει ιδιαίτερη μνεία η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο
Κουρμουλής για να αποδώσει τα πρόσωπα και τον τόπο, τον διαταραγμένο ψυχικό
τους κόσμο και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τον χώρο που τους περιβάλλει όλους,
τους περικλείει, τους πνίγει εν τέλει.
Γλώσσα απολύτως ρεαλιστική, σε αντίστιξη με τις συχνές υπερβάσεις σε
τοπίο υπερρεαλιστικό, σκληρή σε ισορροπία με τις λεπτές συναισθηματικές
διακυμάνσεις που διαφαίνονται πίσω από το κέλυφος απάθειας και παραίτησης που
διακρίνει τους ήρωες. Μια γλώσσα που δεν είναι απλώς το μέσον της έκφρασης αλλά
υπηρετεί τη μυθοπλασία, την κατευθύνει.
Μια πρώτη εμφάνιση στη μυθοπλασία άξια προσοχής για
την πρωτοτυπία της σε θεματική και μορφή, ακόμη περισσότερο για την ίση
απόσταση που κατορθώνει να κρατήσει ανάμεσα στη δυστοπία ενός όχι μακρινού
μέλλοντος και στη ρεαλιστική αποτύπωση του παρόντος (απότοκο προσεκτικής και
βαθιάς παρατήρησης των στοιχείων που συνιστούν το σημερινό κοινωνικό
«κατασκεύασμα. Με την ευφυή επινόηση της «Κλεψύδρας» του ο συγγραφέας μοιάζει
να λέει: η δυστοπία είναι εδώ, η «Άπνοια» ήδη μας πνίγει.
Διώνη Δημητριάδου
Μια δάφνη
Ανάποδα ο άνεμος
Σωτήρης Κακίσης
εκδόσεις Βακχικόν
η πώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Με τον τρόπο του Σωτήρη Κακίση • Fractal (fractalart.gr)
Με τον τρόπο του
Σωτήρη Κακίση
Πολυπρόσωπος, ευρύχωρος, ο κόσμος που ξετυλίγεται μέσα στην ποίηση του Σωτήρη Κακίση, με τους ιδιωτικούς χώρους να μεταποιούνται σε «κοινό τόπο», οικείο παραδόξως (καθόσον απολύτως προσωπικά τα δεδομένα τους) για τους «παρείσακτους» αναγνώστες. Ποίηση που, αν και επιφανειακά περίκλειστη σε ιδιωτικό χώρο, ως αποτύπωση μιας ζωής βιωμένης στον χρόνο, με το πρώτο πάντα πρόσωπο να κοιτάζει έναν καθρέφτη-καταστάλαγμα ζωής, μοιάζει από παντού να ανοίγει κρυφές χαραμάδες· αν τις ανακαλύψεις, νιώθεις ο χώρος πλέον να σου ανήκει – όσο μπορεί, φυσικά, να γίνει δικό σου κάτι αλλότριο, τουλάχιστον ως αρχική αφορμή. Τετραγωνισμένα σε μορφή τα ποιήματά του, στον γνώριμο τρόπο του ποιητή (θέμα ύφους ή αλλιώς μια απόπειρα να «ελεγχθεί» η ποιητική ορμή έτσι αυστηρά σχηματοποιημένη), ξεγελούν για πεζές αποτυπώσεις, μέχρι να νιώσεις τον ποιητικό τους ρυθμό να ξεχειλίζει. Η απουσία των κεφαλαίων γραμμάτων, διατυπώνει εμμέσως τη θέση πως κάθε τι στην ποίηση έχει κεφαλαιώδη σημασία· άλλωστε η επιλογή αυτή εξυπηρετεί την ομοιομορφία της στιχουργίας. Η εναλλαγή των εικόνων, οι αλλεπάλληλοι συνειρμοί της μνήμης, οι συχνά απρόσμενες αναμείξεις τόπων και προσώπων, δημιουργούν την εντύπωση μιας ενιαίας γραφής από το πρώτο μέχρι το τελευταίο ποίημα. Ένας ποιητής που ξεχωρίζει για τον ιδιαίτερο τρόπο να προσεγγίζει τον ποιητικό λόγο, αναμφισβήτητα ένας από τους λίγους στυλίστες της γραφής.
Η πρόσφατη ποιητική του
συλλογή, στην πραγματικότητα στεγάζει δύο συλλογές, Μια δάφνη και Ανάποδα ο
άνεμος, με τον παλαιό (δικό του
πάλι) τρόπο να έχει ένα βιβλίο δύο όψεων, ώστε η κάθε μία συλλογή να
αυτονομείται, κατά κάποιον τρόπο. Ωστόσο, δεν είναι τυχαία η συστέγασή τους,
καθώς μοιάζει η μία να συνεχίζει την άλλη, όπως άλλωστε συμβαίνει στην καλή
ποίηση, εκεί που όλα έχουν τη θέση τους σε μια κοινή πορεία, όλα αποτελούν
σημεία διακριτά στο ίδιο νήμα δημιουργίας. Κι αυτά τα ποιήματα κινούνται στην ίδια θεματική που απασχολεί
τον ποιητή και συνιστά την αρχική ιδέα όλης της γραφής του, δηλαδή τον χρόνο
που γράφει μέσα του με παιδικές μνήμες, με τόπους σημαδιακούς στη ζωή του, με
τους φίλους που όλο χάνονται, τον έρωτα που διαρκώς δηλώνει την παρουσία του,
με σώμα υπαρκτό ή όχι, με τον θάνατο, όλο και πιο πολύ να ανοίγει το δικό του
πέρασμα, να μπει στο ποίημα. Πάντα στην ποίηση του Κακίση είχε μια ιδιαίτερη
θέση η σύζευξη του χρόνου με τον θάνατο, όμως εδώ πιο καθαρά διακρίνεις τη δική
του παρουσία/απουσία, κάθε που μιλάει για τις δύο αυτές άφευκτες συνθήκες της
ζωής ([…] κι αυτή η ηρεμία τι άλλο/ παρά
το μέλλον όπως χωρίζουμε τον χρόνο είναι, μ’ εμένα να/ το ξέρω πια τέλεια,
λείποντας. «The leg room», Μια δάφνη).
Δύο πίνακες του Χρήστου
Κεχαγιόγλου (Love και Θάλασσά μου)
στολίζουν τα δύο εξώφυλλα του βιβλίου, δένοντας απολύτως με το περιεχόμενο των δύο
συλλογών.
Παραθέτω εδώ 2 ποιήματα.
Το πρώτο από το Μια δάφνη, σαν μια γνήσια φελινική
εικόνα:
ένα πλοίο μεγάλο με όλους τους
γονείς μας, δηλαδή ο Θεός
σαν υπερωκεάνιο,
προς εποχές προηγούμενες
σαλπάροντας
στην καρδιά μου
μέσα συνέχεια, αδιάκοπα, πάλι και πάλι. και
μαντίλια πολλά,
πάρα πολλά από το κατάστρωμα, κι Αμερικές
συνέχεια σαν ακόμα περισσότερα πλοία, και μαύρη μετά
σαν τον
χρόνο παντού θάλασσα, βυθός με όλους τους πια, σαν σύμπαν.
κι εγώ στην αποβάθρα εδώ, κι εγώ πολλοί, πάρα πολλοί,
κι εγώ
με μαντίλια.
Και αυτό, από το Ανάποδα ο άνεμος, σαν μια αποτύπωση του
έσω κόσμου, να αντιπαλεύει τη μνήμη ως άχθος πια:
μέρες ωραίες
που με φοβίζουν πια, που δεν μου λένε πια πολλά,
σχεδόν
τίποτα. στον λαβύρινθο πια μέσα
του εαυτού μου πολύ,
πάρα πολύ, σε σκοτεινά κι εδώ συνέχεια
περάσματα, όπου το
φως το απέξω
ελάχιστο, σχεδόν ανύπαρκτο. εκεί εγώ
όμως
πάντα με το μαχαίρι στο χέρι, στο στόμα, στα δόντια, έτοιμος
να σκοτώσω κι όχι να
σκοτωθώ, με τον χρόνο άλλο, τελείως
άλλο, μ’ όλα
τα ως τώρα αν θέλω δίπλα μου, παρόντα. κι όποια
ανάμνηση καταπάνω μου μες στο σκοτάδι
πλησιάσει επιθετικά,
εγώ να τη
σκοτώσω, να τη ξεφορτωθώ.
Μικρά δείγματα από τη διπλή
αυτή πρόσφατη ποιητική κατάθεση του Κακίση, από έναν κόσμο πλήρη από εικόνες,
μνήμες, με περισσότερο εμφανή πλέον την επίγνωση πως αντέχει να αποτυπώνει ποιητικά
όλο το βάρος του βιωμένου χρόνου. Μα, δεν έχει άλλο δρόμο μια γραφή που πάντα
θεωρούσε την ποίηση πολύ σοβαρή υπόθεση.
Η ΚΡΗΝΗ ΤΗΣ ΟΔΥΝΗΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ
(παρουσίαση- φωτογραφίες)
Χθες (14/6/23) στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αγίας Παρασκευής, παρουσιάσαμε το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Ομότιμου Καθηγητή της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ Γιάννη Παπακώστα: "Η κρήνη της οδύνης - Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας", (ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ).