περιοδικό Καρυοθραύστις
τεύχος 7ο
Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση Λόγου και Τέχνης
ΓΡΑΦΩ Μ' ΕΝΑ ΣΤΥΛΟ-ΝΥΣΤΕΡΙ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ [επιμ. Γ. Κολοβελώνη]
Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ [ΑΕΙ] ΚΟΣΜΟΣ
ΤΗΣ ΓΙΩΤΑΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ [Α΄]
Περιεχόμενα
περιοδικό Καρυοθραύστις
τεύχος 7ο
Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση Λόγου και Τέχνης
ΓΡΑΦΩ Μ' ΕΝΑ ΣΤΥΛΟ-ΝΥΣΤΕΡΙ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ [επιμ. Γ. Κολοβελώνη]
Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ [ΑΕΙ] ΚΟΣΜΟΣ
ΤΗΣ ΓΙΩΤΑΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ [Α΄]
Περιεχόμενα
Β. Γ. Δελλής
Μπανάλ
ΑΩ εκδόσεις
η πρώτη δημοσίευση στο Culture Book
Η απρόβλεπτη βόλτα μιας τελείας
Ένα ξάφνιασμα που ξεκινά από το εξώφυλλο, με το σχέδιο
του Paul Klee Μια τελεία βγαίνει βόλτα. Η
αρχή μιας δημιουργίας, το ελάχιστο σημείο εκκίνησης (ας το πούμε αφορμή της
έμπνευσης), που μπορεί να μη σημαίνει απολύτως τίποτα για πολλούς, ωστόσο ικανό
να συγκινήσει τον ένα, εν προκειμένω τον ζωγράφο ή τον ποιητή. Γιατί, τι άλλο
είναι η ποίηση από μια αναλαμπή, ένας κεραυνός εν αιθρία; Ή, μια τελεία που
αποφασίζει να αφήσει την ησυχία της και να βγει βόλτα – ποικιλία σχηματισμών,
απρόσμενα σχήματα, ποιητικός λόγος εν εξελίξει, σε ένα ροζ-μωβ φόντο που
προετοιμάζει για μια αθωότητα.
Ο ποιητής εδώ στην πρώτη του εμφάνιση. Αυτό από μόνο
του προκαλεί την προσοχή, πολύ περισσότερο σε μια εποχή (μα και πάντοτε ίσως)
που διαρκώς ακούμε για πρωτοεμφανιζόμενους και πειραματιζόμενους στην ποίηση. Ο
Δελλής δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ούτε να ονομάσει με κάποιο τίτλο τα
ποιήματά του ούτε να ακολουθήσει τη γραμματική σειρά των σημείων στίξης.
Αφήνεται στον ίδιο τον ποιητικό λόγο να δώσει τις αναγκαίες ανάσες στην
ανάγνωση, τις παύσεις, τις τομές, τον ρυθμό. Και, ναι, η ποίησή του έχει ρυθμό,
κάτι που δεν συναντάμε συχνά σε νέους ποιητές, που φαίνεται να αγνοούν την αξία
του, ίσως από απειρία ίσως από μια λανθασμένη εκτίμηση του ελεύθερου στίχου.
Η γραφή με τον αυτοματισμό των υπερρεαλιστών
απροκάλυπτα φανερό, τόσο που να υποψιάζεσαι πίσω της πολύ προσεκτική
επεξεργασία – ποιος άλλωστε θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι και εκείνη η
αυθεντική ήταν αποτέλεσμα μόνο υποσυνείδητων συνειρμών; Αιφνιδιασμοί μέσα από
απρόσμενους συνδυασμούς λέξεων, εναλλαγές συνεχείς των εικόνων, τόσο που ίσα
που προλαβαίνεις να εισχωρήσεις σε ένα τοπίο και ξαφνικά βρίσκεσαι έξω από την
πόρτα. Μοιάζει να αρκείται εδώ ο λόγος στα λίγα απαραίτητα για μια επικοινωνία
συχνά μονόδρομη, που απαιτεί άλματα πάνω από τα κενά διαστήματα, προκειμένου να
μη βρεθείς κι εσύ, ο παρανόμως εισχωρών αναγνωστικά στα ποιήματα, κρεμασμένος
στο κενό.
Κι όμως, από αυτή την ποίηση πηγάζουν θαύματα, σαν κι
αυτά που ο ποιητής θα δει να αναδύονται από ένα πίνακα του Σπύρου Βασιλείου,
στην ουσία εκτός του πίνακα: εγώ γνωρίζω
πως εκτός του κάδρου συντελούνται θαύματα/κι ακόμη περισσότερα αξιοθαύμαστα απ’
όσ’ αποκαλύπτει/το γαλάζιο/ακόμη περισσότερα κι απ’ όσα γύρω του μετεωρίζονται.
Γιατί, αν η εικόνα είναι η αφορμή για το ποίημα, τότε το ίδιο το ποίημα είναι η
αφορμή για όσα θα συμβούν μετά από αυτό – το
περιθώριο του μουσαμά που δε σημαίνει τελειωμός/αλλά μι’ αρχή.
Αυτή η αίσθηση της αέναης σειράς των πραγμάτων, με
κάποια επιφανειακά να αποκαλύπτονται και άλλα, τα περισσότερα, να υποκρύπτουν
τη σημασία τους, είναι έκδηλη σε όλα τα ποιήματα. Και είναι αυτό το πιο
χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της γραφής, που επικαλείται δύο στίχους του Κώστα
Ουράνη για τη φύση του ταξιδιού, ως προμετωπίδα σε ένα ποίημα, για να δώσει
στην κατακλείδα τον σημαδιακό στίχο του ίδιου ποιητή: το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε, και την άλλη στιγμή
φέρνει τον Μπόρις Βιαν με το αιρετικό του μεθύσι ως ύστατο επιχείρημα για τη
συνέχιση της ζωής – όλα σε μια αγαστή συνύπαρξη, μια αλληλοσυμπλήρωση και μια
αλληλοαναίρεση· το ζητούμενο (αν υπάρχει) έχει να κάνει με την ίδια την ποίηση,
που δεν έρχεται να λύσει αινίγματα αλλά να θέσει ακόμη μεγαλύτερα: κάμετε ό,τι ’ναι να συμβεί: αυτό που δε
συμβαίνει κάμετέ το!/αλλά αφήστε κάνα αίνιγμα/επιτέλους/καμία πόρτα να
μετεωρείται.
Η ποίηση του Δελλή θέτει στο στόχαστρο την εικόνα του
πραγματικού, τουλάχιστον αυτό που είθισται να νοείται ως πραγματικό, και το
κάνει θρύψαλα. Εδώ βρίσκεται και η θεμελιώδης αντίφαση, που τροφοδοτεί τους
ποιητές στους αιώνες, να ξέρουν ότι νικιέται με την ποίηση αυτό που μόνον η
ίδια η ποίηση το βλέπει να νικιέται, και αυτό να τους αρκεί. Όπως εδώ, με την
ερώτηση: να βελτιώνεται καθόλου ο
θάνατος; που από μόνη της θα ήταν αρκετή να στηρίξει τα ποιήματα όλης της
συλλογής. Ο ποιητής προφητεύει προ-φυτεύοντας: εγώ να προ-φυτεύω με σειρά από σειρήνες πως/το μέλλον/έρχεται/
καβάλα/σε ποδήλατο/με αποχρώσεις/από ρόδι/είτε θειάφι. Ήδη ορατή μέσα σ’
αυτούς τους στίχους, κι ας διαφοροποιεί τη θέα της, η εικόνα του στίλβοντος εμπειρίκιου ποδηλάτου να
περνά από μπροστά μας θριαμβευτικά απαστράπτον – οι προφητείες ήταν πάντοτε των
ποιητών. Κι ας λέει σε αυτοαναφορικούς στίχους ο ποιητής: κρεμάστε με σε μια θηλιά σε μια φωτογραφία στο γαλάζιο/δεν είμαι πνεύμα
μόνο σάρκα κι αίμα/μονάχα ένα στυλό στην άκρη των δαχτύλων/κανένας δε μ’
ακούμπησε και δεν ακούμπησα κανέναν//να σβήσω μες στη νύχτα και του πρωινού ν’
αποσοβήσω/την ευθύνη/κάθε ίχνος κάθε χνάρι να το εξαλείψω/κι όλα όσα νόμισες
πως ήμουνα χαμογελώντας/κι όλα τα λουλούδια που δε μου χαρίστηκαν ποτέ.
Μια τέτοια ποίηση βλέπει και τον έρωτα να ακροβατεί
ανάμεσα στο υπαρκτό και το υπερβατικό, σαν μνήμη ή σαν ζωντανή αίσθηση του
σώματος, πότε σαν ζωή ασπαίρουσα (όταν
μας χαμογελούσε μ’ ηδονή το φως κ’ η αμαρτία) και πότε σαν θάνατος ανηλεής (σε σκότωσα στ’ αληθινά παντού) – μια
συνέχεια, μια ομοιότητα. Κι επειδή εδώ πρέπει να γίνει πιο συγκεκριμένος ο
ποιητής, χρειάζεται να ονοματίσει τον τόπο για να σταθούν οι μνήμες και να μην
αιωρούνται –και η πιο αυτόματη γραφή θέλει τα ορόσημά ή τα οδόσημά της– συλλογίζουμαι τους έρωτες που πέρασαν συχνά/με
τις ομπρέλες τους σταλαματιά στην έρημο/των πατησίων ξεκαθάρισμα στην ύστατη
καχυποψία/της κυψέλης αντικατοπτρισμός στην άγια νύχτα/της αθήνας.
Ο Δελλής είναι ποιητής. Ας το πούμε κι αυτό, γιατί δεν
είναι πάντα αυτονόητο όταν διαβάζουμε βιβλία που τιτλοφορούνται ποιητικές
συλλογές. Και είναι ποιητής που δεν φοβάται να εκτεθεί πατώντας στην άκρη της
ταράτσας (από εκεί που καμιά φορά οι ποιητές απογειώνονται, με αβέβαια ωστόσο
αποτελέσματα). Είναι ποιητής με τη φυσικότητα των απλών πραγμάτων, που απλώς
συμβαίνουν χωρίς καμία δικαιολογία γι’ αυτό. Σαν τις μέρες που διαδέχονται τις νύχτες/επειδή απλά τους πρέπει.
Διώνη Δημητριάδου
Σπύρος Λάμπρου
Προαύλια
εκδόσεις Ιωλκός
Σε μια εξαιρετική σε ποιότητα
έκδοση κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα πολύ ιδιαίτερο λεύκωμα, που αφορά στα μουσεία.
Ιδιαίτερο γιατί ο δημιουργός του, Σπύρος Λάμπρου, δεν έμεινε στο σύνηθες,
δηλαδή στην αποτύπωση των εκθεμάτων, που αιχμαλωτίζουν την προσοχή των επισκεπτών,
αλλά σε ό,τι βρίσκεται ακουμπισμένο (συχνά και ξεχασμένο) στον προαύλιο χώρο τους
ή στους κήπους τους. Θραύσματα από αγγεία
και αγάλματα, σπόνδυλοι από κίονες, αναθηματικές πλάκες, επιγραφές, που
συνιστούν κατά κάποιο τρόπο τμήμα των μουσειακών εκθεμάτων, ωστόσο, σπάνια
κερδίζουν την προσοχή των επισκεπτών. Η επιλογή της θεματικής του αποβαίνει εκ
των πραγμάτων και μια σωτήρια αποτύπωση όσων «εκθεμάτων» στην ουσία εξαρτούν την επιβίωσή τους από τα
καιρικά φαινόμενα, στερούμενα την προστασία των έσω ευρισκόμενων και
προφυλαγμένων στις αίθουσες των μουσείων.
Θέλοντας να συνοδεύσει το
πρωτότυπο υλικό του, παραθέτει κείμενα που απηχούν την πρόσληψη της ιστορικότητας
των τόπων που, ως φωτογράφος αρχικά, επισκέφθηκε. Έτσι, θα δούμε δίπλα στις εικόνες
αποσπάσματα από κείμενα του Αριστοφάνη, του Λόγγου, του Ευριπίδη, του
Πλούταρχου, του Παυσανία, του Οράτιου, ακόμα και από τις Πράξεις των αποστόλων,
για να αναφερθούν μόνο κάποια από τα πολλά που παρατίθενται. Όλα σε έναν ιδιότυπο διάλογο
με τις φωτογραφίες, άλλοτε αυτονόητο και άλλοτε υποκρυπτόμενο στη συνείδηση του
φωτογράφου – άλλωστε η οπτική είναι προσωπική, όσο και η ανάγνωση κατόπιν, που
δημιουργεί τους δικούς της συνειρμούς.
Ο Σπύρος Λάμπρου γεννήθηκε,
μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως γιατρός καρδιολόγος.
Ασχολήθηκε με τη φωτογραφία από νεαρή ηλικία. Δείγματα της δουλειάς του
δημοσιεύονται στον ημερήσιο Τύπο και σε φωτογραφικά περιοδικά στην Ελλάδα και
το εξωτερικό. Έχει λάβει μέρος και βραβευτεί σ’ εκθέσεις φωτογραφίας στην
Ελλάδα, την Κύπρο και τις ΗΠΑ. Τα
Προαύλια είναι το πρώτο του φωτογραφικό λεύκωμα.
Ιππείς
του Αριστοφάνη
σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου
και μετάφραση του Σωτήρη Κακίση
Επίδαυρος 2021
Ιππείς
του Αριστοφάνη
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ρήγος
Από το Εθνικό Θέατρο
Στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
25 Ιουνίου έως 27 Ιουνίου 2021
Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει τους Ιππείς του Αριστοφάνη, από τις πιο «πολιτικές» κωμωδίες του ποιητή, σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ρήγου με μια διανομή σημαντικών πρωταγωνιστών.
Ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου,
Παφλαγόνας, είναι εμπνευσμένος από τον Κλέωνα, τον πολιτικό που, μετά το θάνατο
του Περικλή και την περήφανη νίκη των Αθηναίων στην Πύλο επί των Λακεδαιμονίων
(425 π.Χ.), υπήρξε ηγέτης της Αθηναϊκής Πολιτείας. Στο πρόσωπο του Κλέωνα, ο
Αριστοφάνης σατιρίζει τη διαφθορά κάθε λαοπλάνου πολιτικού, που ασκεί εξουσία
αποβλέποντας σε προσωπικό όφελος και, μέσα από μια σπαρταριστή πλοκή, οδηγεί σ’
ένα πικρό συμπέρασμα: αν η πονηριά, η καπατσοσύνη, το αγοραίο ήθος είναι ίδιον
των πολιτικών, στην πολιτική σκηνή επικρατεί πάντα ο ικανότερος…
Μετάφραση Σωτήρης Κακίσης
Σκηνοθεσία - Χορογραφία
Κωνσταντίνος Ρήγος
Μουσική Θοδωρής Ρέγκλης
Σκηνικό Κωνσταντίνος Ρήγος -
Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια Νατάσα Δημητρίου
Φωτισμοί Χρήστος Τζιόγκας
Συνεργάτις στη χορογραφία
Μαρκέλλα Μανωλιάδη
Βοηθός σκηνοθέτη Άγγελος
Παναγόπουλος
Μουσική διδασκαλία Μελίνα
Παιονίδου
Β' Βοηθός σκηνοθέτη Χριστίνα
Στεφανίδη
Βοηθός σκηνογράφου Αλέγια
Παπαγεωργίου
Βοηθοί ενδυματολόγου Aλίκη Μπουλάτ,
Κατερίνα Κωστάκη
Δραματολόγος παράστασης Εύα
Σαραγά
Παίζουν (αλφαβητικά) Κωνσταντίνος
Αβαρικιώτης (Αλαντοπώλης), Στέλιος Ιακωβίδης (Δήμος), Κώστας Κόκλας (Κλέων),
Λαέρτης Μαλκότσης (Νικίας), Πάνος Μουζουράκης (Δημοσθένης)
Xορός Πάρις Αλεξανδρόπουλος,
Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Στεφανία Γουλιώτη, Θάνος Γρίβας, Πάνος Ζυγούρος,
Κωνσταντίνος Καϊκής, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Λαέρτης Μαλκότσης, Κωνσταντίνος
Μπιμπής, Βασίλης Μπούτσικος, Γιώργος Πατεράκης, Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Περικλής
Σιούντας, Γιώργος Σκαρλάτος, Αντώνης Σταμόπουλος, Γιάννης Χαρίσης
Πληροφορίες:
Παράσταση: 25 Ιουνίου έως 27
Ιουνίου 2021
Η Κούλα Αδαλόγλου γράφει
για την ποιητική σύνθεση
της Διώνης Δημητριάδου
«Παλίμψηστη του Λύκου μου Μορφή»
ΑΩ εκδόσεις
η πρώτη δημοσίευση στο Culture Book
Με εννιά περάσματα η απόγνωση του Λύκου
Το παλίμψηστο ήταν εξαρχής η
έννοια που με σταμάτησε. Από τον τίτλο της συλλογής. Μου ήρθε στον νου ένας
άλλος τίτλος, Το παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης, και ανέτρεξα σε αυτό. Στην
πολύ καλή μελέτη του, ο Δημήτρης Τζιόβας δίνει τη δική του εκδοχή για την
αφήγηση και τη λογοτεχνία, συνθέτοντας διάφορες απόψεις. Λέει λοιπόν ο
Τζιόβας[1]:
Στην περίπτωση της αφήγησης, η
παλίμψηστη κίνηση δεν έγκειται στην ανακάλυψη του πρωταρχικού, αφού αυτό δεν
υπάρχει, αλλά στο αργό γύρισμα, στη σταδιακή αποφλοίωσή της, ώστε να
καταλάβουμε τη λειτουργία της, τις τεχνικές της, να συνειδητοποιήσουμε την
επενέργειά της μέσα από αυτό το αργό ξεδίπλωμα […] (σ. 11)
Λίγο πιο κάτω τονίζει ότι Η
έννοια του παλίμψηστου εφαρμοσμένη στη λογοτεχνία δέχεται το κείμενο μαζί με
τις εκάστοτε επιστρώσεις του, δηλαδή τις ερμηνευτικές αναγνώσεις του.
Υπογραμμίζει την πολλαπλότητα αντί της μοναδικότητας, την πολυφωνική
διαστρωμάτωση εις βάρος της αρραγούς μονοφωνικότητας. Λειτουργεί εντελώς ως
μεταφορά όχι μόνο για την αφήγηση ή την τέχνη αλλά και για τον ίδιο μας τον
εαυτό διαμορφωμένο ως παλίμψηστο από φωνές, μνήμες και κείμενα. (σ. 12)
Χρειάζεται προσοχή στον τρόπο που
διαβάζεται η λέξη «πέρασμα». Είναι οι διαδοχικές επισκέψεις-προσπάθειες του
Λύκου. Είναι η προσπάθεια να αποδοθεί, σαν παλίμψηστο, η εσωτερική κατάσταση
της οργής του Λύκου-δαίμονα-ποιητικού υποκειμένου. Ένας συνδυασμός.
Είναι παράλληλα η αναφορά στην αρχετυπική
μορφή και συμπεριφορά του λύκου, με τη βιαιότητα και την αιματηρή συμπεριφορά
του, παρούσα σε όλες τις παλιότερες αφηγήσεις και στα παραμύθια, αλλά και στην
πιο πρόσφατη προσπάθεια αναστροφής της εικόνας του, όπως στον Έσσε, στον Μόγλη
ή στα ανάποδα παραμύθια. Και η διακειμενικότητα προς την παράδοση και άλλα
σχετικά κείμενα. «Η πολυφωνική διαστρωμάτωση», όπως την όρισε ο Τζιόβας.
[…] σαν τότε που μικρό παιδί στη
σκοτεινή σπηλιά μας δράκους ανθρώπους φανταζόμουν κι έκλαιγα μη με
κατασπαράξουν στην άγρια άγνοιά τους, κι ήταν η όμορφη ιστορία βάλσαμο και
ύπνος ερχόταν και μ' έπαιρνε στης μάνας μου την αγκαλιά – ο Μόγλης μου…
Μονολογούσε ο Λύκος κι έγειρε να
κοιμηθεί/ τον ύπνο τον μοναχικό και ατελείωτο/ της νύχτας των ανθρώπων. («Του
Λύκου πέρασμα πέμπτο», σ. 16)
Στη συγκεκριμένη συλλογή, η οποία αποτελεί
ποιητική σύνθεση, το παλίμψηστο της μορφής του λύκου, του συγκεκριμένου Λύκου,
το διαβάζω να διαμορφώνεται κυρίως με το πέρασμα του καιρού προς τα μπρος, όχι
ως αναδρομή. Σαν μια εξέλιξη στην προσπάθεια της προσαρμογής του, σαν σταδιακή
μεταμόρφωση. Είναι αλλεπάλληλες οι αφηγήσεις του Λύκου και οι μεταμορφώσεις
του. Χωρίς να μπορεί να διακρίνει ο αναγνώστης την τελική μορφή – ούτε την
αρχική – του προσώπου που αποκαλύπτεται. Πιθανότατα γιατί είναι διαρκής η
μεταμόρφωση. Που ωστόσο κρατά ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά.
Λύκος μοναχός και μοναχικός. Τρέμει τους
ομοίους του, αλλά περισσότερο τους ανθρώπους. Ανεπιτυχής η προσπάθειά του να
μπει στην πόλη και να ενσωματωθεί. Με εννιά περάσματα η απόγνωσή του. Και η
σταδιακή ένωσή του με το ποιητικό υποκείμενο ή, με άλλον τρόπο, η ένδυση του
ποιητικού υποκειμένου με το προσωπείο του Λύκου. Το ποιητικό υποκείμενο από την
άλλη χωνεύει μέσα στον ποιητή, τυφλό κι ανέστιο, που γίνεται δαίμονας και
οδηγεί σε μια πορεία νυχτερινή, επώδυνη, αδιέξοδη και ανελέητη σαν του Σίσυφου,
από την κόλαση στα ύψη.
Ο δαίμονάς μου θα με τυραννά/ δε θα
γνωρίζει ούτε γιορτή ούτε σχόλη/ σε ανήφορο ανελέητο σπαρμένο βράχια θα με
οδηγεί/ μια από δω στην κόλαση/ μια από κει στα ύψη («Άφυλη φύση». σ. 18)
Με εννιά περάσματα και τα ενδιάμεσα
ποιήματα η αποτυχία του ως ποιητικού υποκειμένου να βάλει αίμα και σκληρότητα
στους στίχους. Το ποίημα επιμένει στην ευάλωτη γαλήνη του. Το εμβληματικό
ποίημα «Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή», αποτελεί μια συνόψιση μεταμορφώσεων
και απογοητεύσεων του Λύκου. Αποδίδει την κορύφωση της οργής και της απόγνωσής
του, αλλά και την τελική αδυναμία του Λύκου-ποιητικού υποκειμένου να γίνει
όμοιος με τους ανθρώπους-λύκους της πόλης.
Ο Λύκος μου ο πιο σκληρός/ το πιο
μοβόρο πλάσμα/ στο αίμα έπνιξε/ τα προσωπεία όλα/ μόνος προβάλλει πια/ είμαι η
μόνη λύση/ λέει με σιγουριά/ κι εγώ/ το ξέρω/ του απαντώ // Μαζεύω κατακόκκινα
κατόπιν/ μες στο αίμα/ τ' απομεινάρια τα φορώ/ διπλά και τρίδιπλα/ ίχνος να μη
φανεί/ από το τρίχωμα/ που άγριο και μαύρο/ πρόσωπο νέο δείχνει
Μα είναι που το ποίημα/(αδύναμο
πολύ)/ θέλει πιο ήπιες λέξεις
(«Παλίμψηστη του Λύκου μου
μορφή», σ. 48)
Να επισημάνω τη συνοχή ανάμεσα στις
διαδοχικές απόπειρες του Λύκου, μέσα από τους στίχους, τη μετάβαση και τη
σύνδεσή τους με επόμενο ποίημα, την επαναφορά ενός μοτίβου, την εξέλιξη.
Παράδειγμα:
[…] στάχτη να γίνουν όλα / τα
πρόσωπα του τέρατος («Του Λυκου πέρασμα έκτο», σ. 30)Και αμέσως μετά
Θα είμαι το τέρας του παραμυθιού/
ή ο διώκτης κυνηγός του; («Λεία του ψεύδους», σ. 30)
Σε άλλο σημείο:
[…] κι ήταν η όμορφη ιστορία
βάλσαμο και ύπνος ερχόταν και μ' έπαιρνε στης μάνας μου την αγκαλιά – ο Μόγλης
μου… («Του Λύκου πέρασμα πέμπτο», σ. 26). Και λίγο πιο κάτω
Ο Μόγλης ένα παραμύθι/ που μέσα
του μας κοίμισαν/ κι εσάς κι εμένα («Λεία του ψεύδους», σ. 30)
Επίσης, να επισημάνω τις λανθάνουσες
διακειμενικές αναφορές, όπως:
Ο στίχος Πώς βρέθηκα σε τούτο το αλωνάκι,
«Μοιραία ρήση», σ.24, παραπέμπει στον Διονύσιο Σολωμό, τα μάτια μου δεν είδαν
τόπον ενδοξότερον από ετούτο το αλωνάκι, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Α΄.
Οι στίχοι Τώρα Λύκος κι αυτός/
ρωτά όλο ρωτά/ αν κάποιος/ βρήκε τον χώρο ανάμεσα/ θηρίο ή θεός/ κι άνθρωπος
πού;, «Παλίμψηστη του λύκου μου μορφή», σ. 47-48, παραπέμπουν στον Γιώργο
Σεφέρη, τ' είναι θεός, τι μη θεός, και τι τ' ανάμεσό τους;, από το ποίημα
«Ελένη», Κύπρον ου με θέσπισεν.
Ποιήματα εκτεταμένα αλλά και συντομότερα,
πεζόμορφα κάποιες φορές και σαν παραληρηματικά (π.χ. σ. 40-410), με έντονο
πάντα τον εσωτερικό ρυθμό. Η γλώσσα της συλλογής έχει τον χαρακτήρα της
προφητικής γραφής αλλά και χαρακτήρα βιβλικό.
Μα ήταν πολύ αργά για φανερώματα
κι είπε να περιμένει ως την αυγή. Γιατί αυτός το ήξερε καλά πως με το φως της
μέρας τρομακτικό είναι το μπόι του και η ματιά του αλλόκοτη. («Του Λύκου
πέρασμα έβδομο», σ.33)
Η αφήγηση χωρίς περιττές
λεπτομέρειες, με έντονο ρωμαλέο συναίσθημα, αποδίδει στάδια της μεταμόρφωσης
αλλά και προλέγει δεινά, και για τους άλλους και για τον ίδιο τον Λύκο. Φωνή
ζοφερή, πυκνή και ώριμη. Με ένα ποιητικό υποκείμενο – και τα προσωπεία του – να
πάσχει μέσα στις κρατούσες συνθήκες, αλλά και να αποζητά τη λυτρωτική δύναμη
των στίχων.
[1] Δημήτρης Τζιόβας, Το
παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης. Από την αφηγηματολογία στη διαλογικότητα,
εκδ. Οδυσσέας, β΄ έκδοση, 2002
Τα δύο δώρα
νουβέλα
Γιώργος Μητάς
Εκδόσεις Στερέωμα
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
Τα δύο δώρα, του Γιώργου Μητά (bookpress.gr)
Ποιος γνώρισε την ομορφιά και έμεινε αλώβητος; Η
σωματική ωραιότητα (γιατί γι’ αυτή μιλάμε) είναι ένα δώρο που με τη σπανιότητα
της εμφάνισής του αποκτά και το εγγενές χάρισμα να πληγώνει όποιον το
αντικρίσει πρόσωπο με πρόσωπο. Το ζητούμενο είναι αν, εκτός από δώρο της φύσης
προς τα χαρισματικά άτομα, μπορεί να αποτελέσει, εν τέλει, δώρο και για τον
τρωθέντα, τον λαβωμένο δηλαδή, ανελέητα από αυτό. Θαρρώ πως ο Γιώργος Μητάς, σ’
αυτή την τρίτη πεζογραφική του εμφάνιση (μετά τις Ιστορίες του Χαλ και Το Σπίτι)
διάλεξε το ως τώρα δυσκολότερο θέμα. Κι αυτό γιατί συνιστά ένα τραύμα που
υπερβαίνει την όποια μυθοπλασία θα θελήσει να το καλύψει ή πιθανόν να το
θεραπεύσει. Δεν εννοώ με αυτό καθόλου πως το εν λόγω τραύμα αφορά προσωπικά τον
συγγραφέα, ωστόσο όποιος καταγίνεται με τη γραφή γνωρίζει πως όσα μυθοπλαστικά
καταγράφονται στοχεύουν (πέρα από τον αναγνώστη τους) παραδόξως και τον
δημιουργό τους με ευθύβολο ή όχι τρόπο –
ποιος κατόρθωσε ποτέ να ξεχωρίσει απολύτως την αλήθεια από το μαγικό ψεύδος της
γραφής, το αφηγηματικό υποκείμενο από τον ήρωά του; Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο
Γιώργος Μητάς είχε επίγνωση της δυσκολίας του θέματός του, και ίσως αυτό να
αποτέλεσε το κίνητρο της συγκεκριμένης επιλογής, στο μέτρο που οι καλές γραφές
ακολουθούν συχνά την πιο επίπονη πορεία. Με την αναγνωστική, ωστόσο, αυθαιρεσία
(πολύτιμη όσο και η λογοτεχνική άδεια) θα επιχειρήσω να κοιτάξω κατά πρόσωπο
την ομορφιά, όπως και ο ήρωας του
βιβλίου, ο Αντρέας, ο νεαρός βιολόγος όταν αντικρίζει την τελειότητα στη μορφή της Μύρρας, της
συναδέλφου του στο Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (Ε.Κ.Θ.Ε.).
Ασθενικός στο σώμα και ενδοστρεφής ο Αντρέας από την
παιδική του ηλικία πέρασε σε μια προβληματική εφηβεία αποφεύγοντας όσα τα
συνομήλικα αγόρια επιδίωκαν μέσα από την προκλητική τους συμπεριφορά
υπακούοντας στις επιταγές της σωματικής τους ορμής· ο ίδιος προσπαθούσε να
εξισορροπήσει την υστέρηση του σώματος με την ευφυΐα του πνεύματος και το
ιδιαίτερο ταλέντο που είχε να αφηγείται ιστορίες, απότοκο ίσως των εξωσχολικών
του αναγνώσεων, μια που αγαπούσε πολύ τα βιβλία. Όταν για πρώτη φορά θα νιώσει
έτοιμος να εξομολογηθεί σε μια συμμαθήτριά του τον έρωτα που τον καίει, το σώμα
του θα τον προδώσει, και η διάγνωση θα γίνει: σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Ο
έρωτας θα πρέπει να περιμένει, ο αγώνας για την επιβίωση μόλις είχε ξεκινήσει,
και ο Αντρέας έχανε τη μια νεανική κατάκτηση μετά την άλλη, μην μπορώντας να
ακολουθήσει τους φίλους του που γεύονταν τη ζωή.
Λίγα χρόνια μετά θα επιστρέψει στην καθημερινότητα αφήνοντας πίσω του νοσοκομεία και χειρουργεία, έχοντας διαφύγει τον κίνδυνο, ωστόσο πάλι με εύθραυστη υγεία και από πάνω μια ανασφάλεια να τον συνοδεύει. Κι όμως, υπήρχαν κορίτσια στη σχολή του, στο Βιολογικό, που τα προσέλκυε η αφηγηματική του δεινότητα και το χιούμορ του· το πνεύμα πάσχιζε να νικήσει την υστέρηση του σώματος. Ο Αντρέας κατάλαβε πως ένα μεγάλο δώρο ζωής προερχόταν από τον έρωτα, έναν έρωτα όμως που δεν επρόκειτο να του κάνει τη χάρη να τον γευθεί. Έπρεπε να αμυνθεί κρατώντας τον έξω από τη ζωή του. Τα τείχη που όρθωσε προστατευτικά γύρω του έπρεπε να είναι ικανά να κρατήσουν μακριά τον «εχθρό». Ο Αντρέας θα τα κατάφερνε και χωρίς το μεγάλο δώρο της ερωτικής σχέσης. Μακριά από την απειλητική γι’ αυτόν σωματική ομορφιά. Αυτά τα τείχη ήταν που κατέρρευσαν μπροστά στη θέα της Μύρρας, χρόνια μετά, στο περιβάλλον της δουλειάς του. Ο «εχθρός» ήταν μέσα στην πόλη. Κι αυτός ήταν πλέον απροστάτευτος.
Στο εξώφυλλο του βιβλίου μια φωτογραφία από την
Μπανγκόκ με τη φαντασμαγορία της αποτελεί το κατάλληλο σκηνικό για τη συνάντηση
του Αντρέα με το αντικείμενο του πόθου του, χρόνια μετά, στο Διεθνές Συνέδριο
Αλιείας στην πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης. Εκρήξεις στο μυαλό του, μια ανάδευση του
παρελθόντος, η αναζωπύρωση του καταπιεσμένου ερωτικού ενστίκτου, φωτιά παντού.
Κι όταν θα πιστέψει πως όλα είναι πιθανά –γιατί η ελπίδα θα γεννηθεί εντελώς
απρόσμενα– το θελκτικό όραμα ξανά θα
χαθεί.
Ο μη βιωμένος έρωτας μπορεί να λογίζεται για δώρο; Ο
Γιώργος Μητάς ανασύρει μέσα από την ασθένεια, τη σωματική υστέρηση, την
ανασφάλεια και την ανημπόρια του ήρωά του το ελάχιστο άγγιγμα της ομορφιάς,
αυτό που είναι αρκετό για να σκάψει βαθιά στον περίκλειστο κόσμο και να αφήσει
το ισχυρό αποτύπωμα· όποιος γνώρισε την ομορφιά που δεν αγγίζεται μπορεί να
λογίζεται χαμένος. Εκτός αν την καταβύθιση αυτή τη μετουσιώσει σε κάτι επίσης
δυνατό. Ο Αντρέας της ιστορίας θα νιώσει την απροσδόκητη ευτυχία ενός άλλου
δώρου, πιο οικείου με αυτόν και τις επιδιώξεις του· οπωσδήποτε πιο κοντά στις
ικανότητές του. Η γραφή προβάλλει εξίσου δύσκολη και απαιτητική με τον έρωτα,
με τη δική της ομορφιά ανοιχτή μπροστά του· οι απαιτήσει της όμως είναι
πνευματικές, αρκεί να βρίσκεται πίσω της
ως αφορμή το βίωμα. Αυτό, στην περίπτωση του ήρωα, υπάρχει, έστω με την
ιδιαιτερότητά του.
Το πολύ ενδιαφέρον στη γραφή του Μητά είναι ότι
κατορθώνει να μην επαναλαμβάνεται στα θέματα αλλά και στον τρόπο που τα
παρουσιάζει από βιβλίο σε βιβλίο. Σαν μια διαρκής τάση ανανέωσης να τον
καθοδηγεί. Σε κάθε βιβλίο του, όμως, λίγο να λησμονήσεις την πλοκή, θα δεις το
σημείο συνάντησης, τον κοινό τόπο: μια ιδιαίτερη ευαισθησία και κατανόηση για
ό,τι είτε καταρρακώνει είτε εξυψώνει τον άνθρωπο, αδιακρίτως. Εδώ το κάλλος της
μορφής, η απόλυτη ομορφιά, έδωσε πάλη γενναία με την αδυναμία του σώματος να
την κερδίσει. Δώρο που χάθηκε και δώρο που κερδήθηκε εν τέλει. Η γραφή, γενναία
ως επιλογή και αυτή, αλλά και γενναιόδωρη με τον αδύναμο άνθρωπο, έρχεται να
γεμίσει το κενό. Και το βιβλίο, που σαν φάντασμα πλανιέται σε όλη την ιστορία,
είναι έτοιμο να γεννηθεί.
Τα Δύο δώρα
είναι ένα βιβλίο για την ομορφιά του σώματος ή για την ομορφιά της γραφής; Και
αν είναι και για τα δύο, ποιος θα μπορούσε να τα ξεχωρίσει ως προς την
πληρότητα που προσφέρουν σε όποιον χαριστούν;
Αποσπάσματα
Για τον
Αντρέα, η εξήγηση γι’ αυτή την αλλόκοτη εποχή που είχε ανατείλει πάνω από τον
μικρόκοσμό τους ήταν απλή, όσο και φανερή: το Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών, με την
άφιξη της Μύρρας, είχε προσελκύσει την προσοχή του αήττητου τοξότη με τη
σκοτεινή καρδιά –αυτού του παμπάλαιου συνοδοιπόρου– ενώ η θεϊκή ομορφιά της
κοπέλας είχε αφυπνίσει στη συνέχεια τα πολεμοχαρή ένστικτά του. Τώρα το τρομερό
προνόμιο είχε δοθεί, το ανίκητο δοξάρι είχε τανυστεί – αλίμονο! Για τους
ανθρώπους του Κέντρου δεν υπήρχε πλέον διαφυγή: θα υπέμεναν την αιματηρή
πολιορκία, θύματα ή μάρτυρες της θείας μανίας, και δεν θ’ απελευθερώνονταν παρά
μόνο όταν θα είχε βγει από τη φαρέτρα και το τελευταίο βέλος, όταν θα είχε
βαφτεί πορφυρή και η τελευταία αιχμή.
(σελ. 84)
Για τον ίδιο
δεν απέμενε παρά ο ρόλος του φωτογράφου, του σκηνοθέτη· ο ρόλος του
πρωταγωνιστή που, λάμποντας πάνω στη σκηνή, εκτίθεται στων θαυμαστών του το
εκστατικό βλέμμα, του ήταν για πάντα απαγορευμένος. Ο Αντρέας γύρισε για λίγο
στο μυαλό του τη σκέψη αυτή· ναι, μπορούσε να την αποδεχθεί, μπορούσε να ζήσει
χωρίς το πρόσωπό του να εμπνέει τον θαυμασμό, δίχως η θωριά του να γεννά την
επιθυμία στους άλλους, και να είναι ευτυχισμένος. (Ο ίδιος εξάλλου δεν είχε
αποφασίσει να προστατεύσει τον εαυτό του από του Κάλλους την καταστρεπτική
δύναμη;) Στον νου του ήρθαν η επιστήμη του και οι ιστορίες του, πράγματα που
τον πάθιαζαν και με τα οποία μπορούσε να συνομιλήσει, να σχετιστεί – να
κατακτήσει. Ξαφνικά όλα ταίριαζαν· τώρα μπορούσε ν’ αντικρίσει, με ήρεμη την
καρδιά, τον δρόμο που απλωνόταν μπροστά του. (σελ. 74)
Διώνη Δημητριάδου
Οι εκθέσεις του Φριτς Κόχερ
Robert Walser
μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός
εκδόσεις Κριτική
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ένα ανεστραμμένο καφκικό τοπίο | Fractal (fractalart.gr)
Ένα ανεστραμμένο καφκικό τοπίο
Το γεγονός ότι ο Κάφκα θαύμαζε τον Βάλζερ, θα μπορούσε να οδηγήσει στη σκέψη ότι έχουμε μια γραφή με διακριτή μέσα της την απελπισία, κλειστοφοβική που ανατέμνει τις συνθήκες αποξένωσης του ανθρώπου από τα ίδια του τα δημιουργήματα. Μάλιστα η ζωή του Βάλζερ (ήταν μοναχικός με εμφανή από νωρίς συμπτώματα κατάθλιψης) θα προσέφερε ικανές αφορμές, προκειμένου να αποδοθεί γλαφυρά και περίοπτα ένας «καφκικός» κόσμος. Ωστόσο, ήδη από το πρώτο του βιβλίο, Οι εκθέσεις του Φριτς Κόχερ, φάνηκε ο διαφορετικός τρόπος που ο Βάλζερ απέδωσε το ίδιο σκηνικό. Η γραφή του, με λυρισμό και έντονο συναισθηματισμό, παρουσιάζει με ένα φαινομενικά απλό τρόπο τη ζωή, επιτρέποντας την αναγνωστική πρόσληψη να επινοήσει ό,τι υποκρύπτεται κάτω από την αφέλεια με την οποία συχνά προσεγγίζονται πρόσωπα, καταστάσεις καθώς και η σχέση των ανθρώπων με τη φύση που τους περιβάλλει. Ο ήρωάς του είναι ένας μαθητής, πολύ διαφορετικός από τους άλλους, που με αφορμή το μάθημα της έκθεσης καταγράφει σκέψεις και εντυπώσεις. Κοινός τόπος για όσα γράφει είναι η αναζήτηση της ομορφιάς· μέσα σε ό,τι αφήνει τους άλλους αδιάφορους, ο νεαρός μαθητής/λογοτεχνική περσόνα του ίδιου του Βάλζερ θα ανακαλύψει την ομορφιά των απλών φυσικών πραγμάτων. Σχολιάζει επικριτικά την ενασχόληση των πολλών με ανούσια πράγματα, την ώρα που θα μπορούσαν να νιώσουν, όπως αυτός, την πηγή της ομορφιάς.
Με περίεργη για την ηλικία του
ωριμότητα, θα καταγράψει σκέψεις που θα ταίριαζαν σε ενήλικα άτομα, αν φυσικά
(μοιάζει να λέει ο συγγραφέας) οι ενήλικες ήταν πράγματι ώριμοι – μια
ενδιαφέρουσα αντίστιξη που αποτελεί και το πλέον αξιόλογο στοιχείο αυτής της
γραφής, και ίσως την αφορμή της. Όσο για τον στόχο της, ας σκεφθούμε τον
συγγραφέα, ο οποίος σε νεαρή ακόμη ηλικία (το βιβλίο δημοσιεύθηκε το 1904, ο
Βάλζερ ήταν είκοσι έξι ετών) και νιώθοντας την ιδιαίτερη αίσθηση που του
προκαλεί η εποχή του, θέλει να μοιραστεί μια εναλλακτική θέα απέναντι σε ό,τι
κοινότοπο και υλιστικό τείνει να κυριαρχήσει στον κόσμο. Ας μη μας διαφύγει
μια ουσιαστική λεπτομέρεια: ο μαθητής, σύμφωνα
με τη συγγραφική επινόηση, δεν ζει πια, γεγονός που επιτρέπει να εικάσουμε ότι
όσα γράφει θέλει να εννοηθούν ως ολοκληρωμένες θέσεις, χωρίς να έχουν την
προοπτική μιας αναθεώρησης στην πάροδο των χρόνων. Ενδεδυμένος την περσόνα του
μαθητή, μοιάζει να λέει: «αυτή είναι η αλήθεια, όπως εγώ την εννοώ, μια αλήθεια
σταθερή και απαραβίαστη». Έτσι, απέναντι στις «σταθερές» υλιστικές αξίες ενός
εξελισσόμενου κόσμου, αυτός εγκαθιδρύει τον δικό του αξιολογικό πίνακα. Η αγάπη
για τη γνώση, η αλληλεγγύη προς τον αδύναμο, η φιλία, η δύναμη της φύσης, όλα
αντισταθμίζουν την αίσθηση της μοναξιάς. Ο Βάλζερ εκκινεί από μια καφκική θέα
στον κόσμο, μια ώριμη σκέψη για το τι πραγματικά συμβαίνει, για να την αποδώσει όμως με λαμπερά χρώματα,
επιτρέποντας μια ταπεινή ελπίδα. Και αν ο Κάφκα απαιτεί μια βαθιά ανασκαφή προς
ένα ελάχιστα ελπιδοφόρο τοπίο στηριγμένο στην ιδιοφυή σκέψη του ενός ατόμου,
εδώ ο Βάλζερ ανοίγει το παράθυρο προσκαλώντας μας να δούμε από πού πηγάζει το
φως – ο Κάφκα με τη μοναχικότητα των λύσεων, ο Βάλζερ με μια άλλη εικόνα του
κόσμου, βασισμένη στην ανθρώπινη κοινή πορεία. Η ίδια η ζωή, βέβαια, τραγικά
τον διαψεύδει, καθώς θα νοσηλευθεί σε νευρολογική κλινική και κατόπιν ως τον
θάνατό του σε νευρολογικό ίδρυμα, μόνος και λησμονημένος.
Αποσπάσματα:
Το υπόσχομαι εδώ με δυνατή φωνή: Θέλω να γίνω ένας
καλός, ακέραιος άνθρωπος. Είθε καθετί μεγάλο, καθετί όμορφο να βρίσκει στο
πρόσωπό μου έναν ένθερμο οπαδό αλλά και υπερασπιστή. […] Εμένα μόνο
μία σκέψη με τρομάζει: Η κατωτερότητα. Ω, θέλω να ανέβω τόσο ψηλά όσο μπορεί να
φτάσει άνθρωπος. […] Ωστόσο, δεν θα
απολέσω τίποτα από την εγγενή δύναμή μου (δημιουργικότητα), απεναντίας θέλω και
θα γίνομαι μέρα με τη μέρα πιο δυνατός, πιο ελεύθερος, πιο ευγενής, πιο
πλούσιος, πιο διάσημος, πιο τολμηρός και πιο ριψοκίνδυνος. […] Μα πόσο ωραίο είναι να έχεις μια καρδιά
τρεμάμενη, ευαίσθητη, επιλεκτική. Είναι ό,τι καλύτερο έχει ο άνθρωπος. Ένας
άνθρωπος που δεν ξέρει πώς να προφυλάξει την καρδιά του είναι ασύνετος, διότι
στερεί από τον εαυτό του μια αστείρευτη πηγή γλυκιάς, ανεξάντλητης δύναμης,
έναν πλούτο που τον καθιστά ανώτερο από κάθε άλλο πλάσμα πάνω στη γη, μια
πληρότητα, μια θέρμη, που αν θέλει να παραμείνει άνθρωπος, ποτέ δεν θα μπορέσει
να τα καταφέρει χωρίς αυτή. (σ. 9, 10)
Πρέπει να γράψουμε κάτι χρησιμοποιώντας τη φαντασία
μας. Η φαντασία μου αγαπάει τα χρώματα, τα παραμύθια. Δεν μου αρέσει να
ονειρεύομαι υποχρεώσεις και καθήκοντα. Ό,τι μας περιστοιχίζει είναι της
λογικής, ό,τι είναι απόμακρο του ονείρου. (σ. 31)
Διώνη Δημητριάδου