Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Περί δουλείας και ελευθερίας του ανθρώπου Νικολάι Μπερντιάγιεφ μετάφραση: Πάνος Σταθόγιαννης-Γιώργος Πινακούλας εισαγωγή: Νίκος Μανωλόπουλος εκδόσεις Printa η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr


Περί δουλείας και ελευθερίας του ανθρώπου

Νικολάι Μπερντιάγιεφ

μετάφραση: Πάνος Σταθόγιαννης-Γιώργος Πινακούλας

εισαγωγή: Νίκος Μανωλόπουλος

εκδόσεις Printa
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
https://diastixo.gr/kritikes/meletesdokimia/13923-peri-douleias





Δοκίμιο περσοναλιστικής φιλοσοφίας αποκαλεί ο Μπερντιάγιεφ το βιβλίο του. Θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί εγχειρίδιο που εξαντλεί το θέμα του «προσώπου» σε όλα τα πεδία, από τη φιλοσοφία ως την ιστορία, αφού διατρέξει την κοινωνικοπολιτική σκέψη, τη γνωσιολογία, την ηθική, φυσικά και τη θεολογία. Ο συγγραφέας του, ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα, εστιάζει στο «πρόσωπο» ως τη βασική βαθμίδα, από την οποία αποκτά την υπόστασή της η έννοια της ελευθερίας – με άλλα λόγια, όσο θα καταξιώνεται η προσωπική ανθρώπινη ύπαρξη, τόσο θα πραγματώνεται η ουσιαστική ελευθερία και θα αποκαλύπτεται η πολύμορφη δουλεία που καθυποτάσσει τον άνθρωπο είτε ως άτομο είτε ως κοινωνικό και πολιτικό ον.

Ο Μπερντιάγιεφ θεωρούσε τη φιλοσοφία ενταγμένη στην πρακτική ζωή, ωστόσο καθώς υπογραμμίζει στον Πρόλογο του  βιβλίου, δεν πρέπει οι αναγνώστες να το εκλάβουν ως πρακτικό πρόγραμμα και λύση των κοινωνικών ζητημάτων. Είναι ένα βιβλίο φιλοσοφίας, και προϋποθέτει, πάνω απ’ όλα, την πνευματική μεταρρύθμιση. Καθόλου τυχαία η προμετωπίδα του πρώτου κεφαλαίου που παραπέμπει στον Νίτσε: «Sollt ihr schaffende sein», δηλαδή «Πρέπει να γίνετε δημιουργικοί» (Τάδε έφη Ζαρατούστρα). Ας θεωρηθεί, επομένως, το βιβλίο αυτό μια παρότρυνση για πνευματική εγρήγορση ως απαραίτητη συνθήκη προκειμένου να εστιάσει η σκέψη στο κατ’ εξοχήν ζητούμενο: πώς η ελευθερία γίνεται πράξη, πώς το πρόσωπο (και όχι το άτομο) αποκτά την αυτοδίκαιη εξουσία του.

Ο περσοναλισμός δεν σημαίνει, όπως ο ατομισμός, την εγωκεντρική απομόνωση. Το πρόσωπο στον άνθρωπο είναι η ανεξαρτησία του σε σχέση με τον υλικό κόσμο, ο οποίος είναι το υλικό για την εργασία του πνεύματος. Και, ταυτόχρονα, το πρόσωπο είναι το σύμπαν, πληρούται με συμπαντικό περιεχόμενο. (σελ.62)

Αυτονόητο είναι πως ο περσοναλισμός  αξιολογεί ως ανώτερο το πρόσωπο σε βάρος όλων των τεχνητών κατασκευών (κοινωνία, συλλογικότητα, έθνος, κράτος), που εξυπηρετούν την απρόσκοπτη συνύπαρξη των ατόμων εν κοινωνική ειρήνη αλλά και των λαών σε επιθυμητή (αν και όχι πάντοτε επιτυχημένη) ισορροπία. Οπότε, για να το εξηγήσει αυτό, ο Μπερντιάγιεφ εστιάζει στα κεφάλαια που ακολουθούν στην ελευθερία σε σχέση με τη Φύση, με τον Θεό και τις θρησκείες, με τον ίδιο τον εαυτό, με τον πολιτισμό, τον πόλεμο, την επανάσταση, τον έρωτα, το έθνος και τον συνακόλουθο εθνικισμό, την τέχνη, τον θάνατο, την ιστορία, καταδεικνύοντας αντιστικτικά τις μορφές δουλείας στις οποίες υπόκειται ο άνθρωπος. Εξαιρετικό το κεφάλαιο, στο οποίο ανατέμνει την επανάσταση ως έννοια θεωρητική αλλά κυρίως ως πράξη, προκειμένου να αναδείξει την καταστρατήγηση της ελευθερίας, την οποία οι εκάστοτε επαναστάτες ευαγγελίζονται. Η επανάσταση συνιστά μια βίαιη ρήξη στην πορεία των κοινωνιών –γνωστό αυτό–  επομένως από τη φύση της καταργεί την πολυφωνία, συχνά με το άλλοθι της εδραίωσής της που δεν επιτρέπει δημοκρατικές ευαισθησίες. Η θέση του Μπερντιάγιεφ, εκτός από τον προβληματισμό του ως φιλοσόφου που εισηγείται τον περσοναλισμό, εύλογο είναι ότι απηχεί τη στάση του απέναντι στο κομμουνιστικό καθεστώς και  είναι απότοκο των διώξεων που υπέστη ως διαφωνών με τη μορφή που πήρε η Οκτωβριανή επανάσταση.


Σε όλο το φάσμα των δεσμεύσεων, που επενεργούν πάνω στην εγγενή (δυνάμει) ελευθερία του προσώπου, ιδιαίτερη σημασία προσδίδει στη δουλεία του έρωτα, όπως την ονομάζει, καθόσον αφορά τη φυσιολογία και την ψυχολογία ταυτόχρονα του ανθρώπου, ενώ με το σεξ συνδέονται βαθιές αντιθέσεις της ανθρώπινης φύσης.

Ο άνθρωπος υφίσταται την ταπεινωτική δουλεία του σεξ. Το σεξ βασανίζει τον άνθρωπο και προκαλεί πολλές δυστυχίες στην ανθρώπινη ζωή. Ταυτόχρονα όμως, με το σεξ συνδέεται η ένταση της ζωής, η ενέργεια του σεξ είναι ενέργεια της ζωής και μπορεί να είναι πηγή δημιουργικής ζωτικής έξαρσης. (σελ.299)

Ο Μπερντιάγιεφ με τον περσοναλισμό υπονοεί την ανάγκη για συνολική αλλαγή του κόσμου όπως τον γνωρίζουμε, σε καμία περίπτωση όμως δεν εισηγείται την παθητικοποίηση του ανθρώπου σε μια ατέρμονη αναμονή για την αλλαγή του σκηνικού. Το ζητούμενο είναι αρχικά η συνειδητοποίηση πως όσα πιστεύουμε για ακλόνητες αλήθειες, και πόσο περισσότερο για φυσικές και γι’ αυτό απαραβίαστες, πρέπει να ανατραπούν. Κατόπιν απαιτείται η δημιουργική δραστηριοποίηση στην κατεύθυνση αυτής της  ανατροπής. Για να συμβεί, όμως,  αυτό θα χρειαστεί να νοηθεί ο κόσμος ως μέρος του ανθρώπου και όχι το αντίθετο. Μακρύς ο δρόμος. Ωστόσο, μελέτες όπως αυτή κινητοποιούν τη σκέψη σε μια ρηξικέλευθη αλλαγή πορείας. Από αυτή την πραγματικότητα πηγάζει και η διαχρονική αξία του έργου, το οποίο έχουμε τώρα σε νέα πολύ προσεγμένη έκδοση, με την κατατοπιστική  εισαγωγή του Νίκου Μανωλόπουλου και την άρτια μετάφραση των Σταθόγιαννη και Πινακούλα.
Διώνη Δημητριάδου






Επίμονη Μήνις Λίνα Βαταντζή μαζί με μια φωτογραφία της Tish Murtha


Επίμονη Μήνις

Λίνα Βαταντζή
μαζί με μια φωτογραφία της Tish Murtha





Σιωπή κρατώ φυλακισμένη
τεράστια άηχη οργή
σε τοίχους περιορισμένη.



Νοητικό ηφαίστειο
σε διαμάχη

με συναίσθημα πολικό.


Ψυχρό αέρα φυγαδεύουν

οι χαραμάδες στο παράθυρο -
το κρύο γίνεται ένδυμα ψυχής.

Όνειρα μουδιασμένα

σε κρατήρα αναδεύονται -
εντάσεις καλπάζουν γοργά.



Και οι στοχασμοί ορμούν

σαν μύδροι εξαπολύονται–

Δεν κατευνάζεται το μένος.



Σιωπή κρατώ φυλακισμένη,

μια ανεξάντλητη οργή.



Λίνα Βαταντζή



Η Λίνα Βαταντζή ζει και εργάζεται, ως εκπαιδευτικός, στη Νάουσα Ημαθίας. Είναι πτυχιούχος της Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακή εξειδίκευση στη διδασκαλία της γλώσσας του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου Πάτρας. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Χρόνος Προσέγγισης - Χώρος Απομάκρυνσης» (2018). Δημοσιεύει ποιήματά σε ηλεκτρονικές σελίδες, αρθρογραφεί στον τύπο και διαχειρίζεται το προσωπικό της ιστολόγιο  https://poesyandpoem.blogspot.com Συμμετείχε με οκτώ ποιήματα στο ομιλούν βιβλίο «Λάμψεις Ποιητικές» για άτομα με περιορισμένη όραση (https://youtu.be/pTp1I6f8u6c ), όπως, επίσης, με ανάγνωση ποιημάτων της στην εκδήλωση «Προσφυγιά και Μετανάστευση - Ανέντιμη Καταδίκη» στο αρχαίο θέατρο της Μίεζας.


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Μάρτυς μου ο Θεός μυθιστόρημα Μάκης Τσίτας εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


Μάρτυς μου ο Θεός

μυθιστόρημα

Μάκης Τσίτας

εκδόσεις Μεταίχμιο
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
https://www.fractalart.gr/martis-mou-o-theos/






μια χειμαρρώδης σύνοψη ζωής

Αναμνήσεις μιας δυστυχισμένης ζωής. Έτσι θα ονόμαζε ο Χρυσοβαλάντης, ο ήρωας του μυθιστορήματος του  Μάκη Τσίτα, την αυτοβιογραφία του, αν ποτέ αποφάσιζε να μοιραστεί τη ζωή του με τους άλλους. Δυστυχισμένη ζωή, αφού πρώτα σκέφτηκε τον χαρακτηρισμό κακόγουστη ζωή ή ξεδιάντροπη ζωή. Και μάλλον ταιριάζουν και οι τρεις σαν μια  σύνοψη του βίου του, όπως προχωράει η συνειδητοποίηση του ήρωα, αρχής γενομένης από την ξεδιάντροπη, μετά κακόγουστη, και σε τελικό απολογισμό δυστυχισμένη.

Ο υποφαινόμενος είναι «κλάψε με, μάνα, κλάψε με». Η ζωή μου απλωμένη πάνω σ’ ένα απέραντο χωράφι γεμάτο κόκκινες καυτερές πιπεριές. Όταν πέφτω (πάντα με τα μούτρα), ζεματίζομαι. Αυτή είναι η ζωή μου. Μονίμως προσγειώνομαι μέσα στις παγίδες, μέσα σε εκτάσεις με αγκάθια και τσουκνίδες, και ξεχνάω ότι είμαι ξυπόλυτος. Πάντα ξεχνάω να φορέσω παπούτσια. Ούτε καν παντόφλες, ενώ ξέρω εκ των προτέρων πού πηγαίνω. Δυστυχώς αυτός είμαι. (σελ.14)

Ένα μυθιστόρημα με τον ήρωα σε εξουθενωτικό για τον ίδιο, ωστόσο απολαυστικό στην ανάγνωση μονόλογο, ένα χείμαρρο λέξεων και σκέψεων χωρίς προσοχή στη γραμμική ακολουθία του χρόνου. Ένα μυθιστόρημα οφείλει να ανταποκρίνεται σε δύο τουλάχιστον προϋποθέσεις: αφενός να επεκτείνει την πλοκή του σε πλάτος αλλά και σε βάθος και αφετέρου να αναλύει τους βασικούς χαρακτήρες, δίνοντας μέσω της εμπλοκής τους σε καταστάσεις συχνά περιπετειώδεις (εδώ με την αριστοτελική έννοια του ‘περιπίπτω’) ολοκάθαρη την εικόνα του κόσμου τους. Εδώ ένα ξέσπασμα συνειρμικό συνιστά μια διαφορετική εκδοχή του μυθιστορήματος. Με πλοκή που προκύπτει μέσω των εικόνων, που υπαινικτικά ξεπηδούν από τις ψυχικές διακυμάνσεις του ήρωα και συνθέτουν το πολύπλοκο παζλ της περιπέτειας της ζωής του. Ένα μυθιστόρημα με μια διαφορετική θεώρηση της μυθοπλασίας προτείνει εδώ ο Μάκης Τσίτας. Τα γεγονότα θα συναρμολογηθούν μέσω της ρέουσας σκέψης του ήρωα, και μόνον έτσι θεωρούμενα στο σύνολό τους θα συναποτελέσουν την ιστορία. Εδώ, άλλωστε, η οπτική γωνία ανήκει αποκλειστικά στον ήρωα, αφού ο συγγραφέας παραχωρεί τη φωνή του παντογνώστη αφηγητή στον συμπαθή, ταλαίπωρο Χρυσοβαλάντη. Αυτός με το δίκιο του να τον πνίγει, με την αρωγή της μαρτυρίας του Θεού (μάρτυς μου ο Θεός) θα μας καθοδηγήσει στα παθήματά του. Με την αφέλεια του ανθρώπου που αντιλαμβάνεται οπωσδήποτε τα σφάλματά του: Αλλά τώρα έχω μετανιώσει για όλα. Οικτρά, θα πει.

Ποια είναι εν ολίγοις η κατάσταση της ζωής του; Εγκλωβισμένος εκών άκων σε μια οικογένεια οπωσδήποτε προβληματική (με άλλοθι αυτής της δυσλειτουργίας  εν μέρει τον ίδιο τον ήρωα), μεγαλώνει εν μέσω ηθικών παραινέσεων (που αποδεικνύονται, πέρα από υποκριτικές, πολύ βαριές για τις αντοχές του) από γονείς και αδελφές, κουβαλώντας το προσωπικό φορτίο της ασθενικής του κράσης αλλά και του υπέρβαρου σαρκίου του. Ταυτόχρονα, βαθύτατα ενοχικός, χρεώνεται όλων τα προβλήματα προσπαθώντας να επινοήσει λύσεις γι’ αυτά αλλά και για τα σημαντικότερα προσωπικά του. Πρώτα για την επιβίωσή του μέσω της εργασίας –είναι λιθογράφος σε μια εποχή αυτοματοποίησης και μηχανοποίησης των εκδόσεων– η οποία καταλήγει ιδιαιτέρως επισφαλής λόγω απανωτών απολύσεων αλλά και για τη σχέση του με τις γυναίκες, που συνιστά το μείζον γι’ αυτόν πρόβλημα. Η επιλογή των συντρόφων του άστοχη αλλά και ατελής η σχέση που επιδιώκει μαζί τους. Όπως εισπράττει τη  μειωτική ισοπέδωση από τους εργοδότες, έτσι βιώνει την πλήρη εκμετάλλευση από την πλευρά των γυναικών, αδυνατώντας τις περισσότερες φορές να κατανοήσει την αληθινή διάσταση των πραγμάτων αλλά και την ευθύνη του στο πρόβλημα αυτό.

Το γυναικείο κομπλιμάν μπορεί να στείλει τον άντρα στο φεγγάρι. Ή στον Παράδεισο. Γι’ αυτό κι εγώ κυνηγούσα κατά καιρούς τις ωραίες κοπέλες, με την ιδέα ότι θα με βοηθήσουν ψυχολογικά να αδυνατίσω. Πράγμα που δεν έκανε καμία. Διάλεγα όμορφες, γιατί πίστευα ότι θα γίνω κι εγώ όμορφος […] Τέτοιο ρίσκο, την έχω πατήσει. (σελ.200)

Μόνη του εκτόνωση τα στιχάκια που φτιάχνει –κατά την κρίση του έξοχα–  που μας προσφέρουν το αναγκαίο μειδίαμα κατά την ανάγνωση.

Δες Πατσαβουρόπιτα, Ευμορφία και Ζωή,
Γιώτα, Σοφία, Ντίνο και Σωτήρη
και άνεργος εγώ, χωρίς ψωμί,
χωρίς φαΐ, μ’ άδειο ποτήρι.
Κανείς δε μου ’κανε εμέ ποτέ χατίρι. (σελ. 212)

Η γραφή του Μάκη Τσίτα θυμίζει εξέχουσες μορφές της λογοτεχνίας, που τάραξαν τα λιμνάζοντα ύδατα, ο καθένας στην εποχή του, και μας άφησαν παρακαταθήκη κλασικά πλέον έργα. Πρωτοπόρος, ο Κώστας Ταχτσής με το «Τρίτο στεφάνι», ο Παύλος Μάτεσις με τη «Μητέρα του σκύλου», ακόμα ο Γιώργος Χρονάς με τη «Γυναίκα της Πάτρας». Σε άλλο ιστορικό φόντο της ιστορίας τους ο καθένας, με ηρωίδες γυναικείες μορφές ενώ εδώ χαρτογραφείται μέσω των λέξεων η αντρική φιγούρα, αλλά με την ίδια διάθεση “να τα πουν”, να τα βγάλουν από μέσα τους, με τον παρόμοιο ρέοντα λόγο. Ο συγγραφέας εδώ ακολουθεί τα βήματά τους, την ίδια παράδοση. Αυτό και μόνον ίσως αρκεί για να κάνει το συγκεκριμένο έργο του άξιο ιδιαίτερης παρατήρησης και μνείας. Καθόλου τυχαίες, φυσικά, οι πολλές βραβεύσεις του.

Τελειώνοντας το μυθιστόρημα ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί: είναι στ’ αλήθεια ο Χρυσοβαλάντης υπεύθυνος για όσα κακορίζικα του συμβαίνουν ή μήπως το κοινωνικό σκηνικό, μέσα στο οποίο ζει, καθόρισε τη στάση του αλλά και την αντίδραση της μετρημένης οπωσδήποτε ευφυΐας του; Ο ίδιος πιστεύει ότι έχουν στηθεί παγίδες στη ζωή του, οπότε αυτός απλώς πέφτει μέσα, με την ευθύνη που του αναλογεί, του θύματος δηλαδή. Ο συγγραφέας  κατάφερε ευφυώς να μας παραπλανήσει αρκετά καθοδηγώντας σε πρώτο πλάνο τη σκέψη μας στα βήματα του ήρωα και στον λόγο-ποταμό που εκστομίζει, τη στιγμή που μια πάσχουσα κοινωνία αναμένει να στρέψουμε σ’ αυτήν την προσοχή μας. Τον βλέπουμε τον “ασθενή” κοινωνικό ιστό να περιπλέκει τις κινήσεις του κεντρικού προσώπου αλλά δευτερευόντως και των υπολοίπων, χωρίς αυτά να μπορούν να κάνουν απολύτως τίποτε για να ξεφύγουν. Είναι το πρόσωπο θύμα των καταστάσεων ή φέρει και τη δική του ευθύνη χρησιμοποιώντας τον κοινωνικό περίγυρο και τις συνθήκες ως άλλοθι των επιλογών του και της αδράνειας που τον διακατέχει; Μια έξοχη αντιστροφή που φέρνει στο προσκήνιο το ενοχικό άτομο και αφήνει να νοηθεί πίσω από την ατυχία και την κακοδαιμονία της ζωής του ο όντως ένοχος.
Ας δεχθούμε την ειλικρίνεια της φράσης Μάρτυς γαρ μου εστίν ο Θεός του Αποστόλου Παύλου, την οποία επικαλείται ο ήρωας προς εμάς που τον παρακολουθούμε, προκειμένου να πάρουμε μέρος στην αλήθεια των προθέσεών του αλλά και των δυνατοτήτων του.

Διώνη Δημητριάδου

Κάτι κρυφό μυστήριο μυθιστόρημα Καρολίνα Μέρμηγκα εκδόσεις Μελάνι η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Κάτι κρυφό μυστήριο
μυθιστόρημα
Καρολίνα Μέρμηγκα
εκδόσεις Μελάνι
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/mermigka-karolina-melani-kati-krufo-mustirio-dimitriadou




Δανειζόμενη τις λέξεις του Διονύσιου Σολωμού από τον «Κρητικό»: Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση/Κάθε ομορφιά να στολιστή και το θυμό ν’ αφήση, η Καρολίνα Μέρμηγκα αποκόπτει από την καταγεγραμμένη ιστορία το πρόσωπο του Ιωάννη Καποδίστρια για να το τοποθετήσει στο λογοτεχνικό, μυθοπλαστικό τοπίο και να μιλήσει για ό,τι τη συγκινεί στην ιδιόμορφη παρουσία του. Κάτω από αυτή την οπτική είναι λάθος να διαβαστεί το βιβλίο με την ιστορική ταυτότητα που δεν έχει. Αλλά είναι επίσης λάθος να διαβαστεί ως καθαρή μυθοπλασία, γιατί απέχει από μια τέτοια μορφή. Η Μέρμηγκα γράφει ένα μυθιστόρημα με κεντρικό πρόσωπο τον Καποδίστρια στηριγμένο σε ιστορικά ντοκουμέντα, τα οποία παραθέτει σε κάθε ευκαιρία. Παράλληλα πλάθει τη μορφή του στην πορεία της ζωής του, όπως η ίδια την προσλαμβάνει με τη θεμιτή αυτονομία που έχει η λογοτεχνική γραφή, σε ικανή χρονική απόσταση από τα γεγονότα αλλά και με εμφανή θαυμασμό στο πρόσωπό του.

Σ’ αυτόν βλέπει τον διπλωμάτη που βρέθηκε στις αυλές των Μεγάλων Δυνάμεων, να υπηρετεί, Έλληνας αυτός,  τον Τσάρο, σε μια περίοδο καθοριστικής σημασίας για τα κινήματα ανεξαρτησίας στην Ευρώπη. Να πρέπει στα συνέδρια της Ιερής συμμαχίας, που καθόριζαν τη μοίρα των λαών, να υποστηρίζει τις ρωσικές θέσεις και να ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στον ρόλο του Υπουργού εξωτερικών της Ρωσίας και στα αισθήματά του για τους Έλληνες. Πόση δυνατότητα ελιγμών άραγε είχε; Αλλά και πόσο ενστερνιζόταν τις επαναστατικές διαθέσεις των ομοφύλων του, αυτός που τουλάχιστον λεκτικά (αν όχι και ιδεολογικά) καταδίκαζε τις «αναρχικές» κινήσεις των λαών κατά των ηγετών τους;

Βλέπει σ’ αυτόν τον διπλωμάτη καριέρας που εγκατέλειψε τα αξιώματα για να βρεθεί να διαφεντεύει έναν περίεργο λαό σε ένα ανύπαρκτο κράτος, με εχθρούς ορκισμένους απέναντί του να φτάνουν στα άκρα το μίσος τους για τον «ξένο» που θέλει να βάλει μια τάξη στις ορέξεις τους, στα ανομήματά τους ή έστω στα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα που τους καθιστούν μάλλον απείθαρχους και  φύσει ακυβέρνητους. Με φίλους πολλούς στους κόλπους του απλού λαού, ωστόσο  αδύναμους να τον υπερασπιστούν. Με ιδέες διαμόρφωσης μιας κρατικής οντότητας που κανείς δεν φαίνεται έτοιμος να δεχθεί αδιαμαρτύρητα, όταν τα συμφέροντά του κινδυνεύουν. Και με την υποψία, που με τον χρόνο γίνεται  σαφής γνώση μέσα του, πως  όχι μόνον όλο αυτό είναι μάταιο αλλά κινδυνεύει να το πληρώσει ακόμη και με τη ζωή του. 

Γράφει στον Εϋνάρδο, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1831:
Απέκαμα. Αλλ’ όμως θα παραμείνω στη χαλάστρα μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής μου, κι ας κινδυνεύω να χαθώ. […] Θα συνεχίσω εκπληρώνοντας πάντοτε το χρέος μου, ουδόλως φροντίζοντας για τον εαυτό μου, και ας γίνει ό,τι γίνει. (σελ.272)

Η γραφή της Μέρμηγκα έχει την ικανότητα να αποκαλύπτει πίσω από την ιστορική, και αυστηρά διαγραφόμενη, φιγούρα του Κυβερνήτη τον άνθρωπο Καποδίστρια· είναι ευτύχημα που δεν είναι ιστορικός, γιατί τότε θα ήταν δέσμια της κριτικής ματιάς και θα έπρεπε να κατευθύνει τη γραφή της περισσότερο στις ευθύνες, στις παραλείψεις ή στις εμμονές του ανθρώπου/πολιτικού που πρώτος ανέλαβε να κυβερνήσει τον ακυβέρνητο λαό. Θα είχαμε τότε μια μελέτη αξιώσεων ίσως, ωστόσο δεν θα ήταν τόσο διακριτή η άλλη πλευρά της ιστορίας, αυτή που βιώνεται από τον αποδέκτη των ιστορικών εξελίξεων. Η συγγραφέας, εδώ, παραθέτει τα ντοκουμέντα όχι για να συγκροτήσει μια ιστορική άποψη για τον Καποδίστρια – υπάρχουν επιστημονικές μελέτες σχετικά, αν και όχι τόσες όσες θα αναλογούσαν στη σημασία της προσωπικότητάς του. Μέσα από το ιστορικό υλικό και τη λογοτεχνική επεξεργασία του κατορθώνει να δώσει το πρόσωπο του Καποδίστρια ίσως όχι όπως ήταν αλλά όπως θα ήθελε να είναι – η λογοτεχνία έχει το ελεύθερο να πλάθει το σκηνικό της, να τοποθετεί μέσα τους ήρωες, να τους σκηνοθετεί καθοδηγώντας τους πάνω στο κείμενο που έχει μυθοπλαστικά επινοήσει. Για να το πετύχει αυτό εναλλάσσει τα πρόσωπα που αφηγούνται δίνοντας έτσι το εκτόπισμα της προσωπικότητας του Καποδίστρια στον περίγυρό του και προσφέροντας μια (πλαστή φυσικά) πολυφωνία και πολυπρισματικότητα στην οπτική γωνία από την οποία τον βλέπουμε. Τέχνη συγγραφική καταδεικνύεται με αυτή την αφηγηματική τεχνική.  Δεν πρόκειται, όμως ευτυχώς, για εξωραϊσμό της εικόνας· περισσότερο πρόκειται για φως που πέφτει στις πιο λεπτές πτυχές της ιστορίας, αυτές που είναι ικανές να αναδείξουν την άλλη όψη των πραγμάτων, να αποκαλύψουν το κρυφό μυστήριο.

Στον Επίλογο του βιβλίου (και με την αρωγή των στίχων του Κάλβου από τα «Ηφαίστεια» ως προμετωπίδα-κατευθυντήρια οδό) απευθύνεται η συγγραφέας (ή μήπως όλοι εμείς μέσα από τα λόγια της;) στην εικόνα του Κυβερνήτη,  όπως την ξέρουμε από το πορτρέτο του με τη ρεντιγκότα και το λευκό πουκάμισο.

Πού είναι το παράπονό σου; Γιατί δεν έχεις παράπονο; Πώς θα σε ζωντανέψουμε όταν συνέχεια ξεγλιστράς χωρίς μνησικακία καμία; Τι είδους μνήμη είναι αυτή που δεν ζητά τίποτα για ανταμοιβή, τίποτα για αντίποινα, τίποτα για εξαγορά; Δεν είναι μνήμη. Και γι’ αυτό γλίστρησες κι έφυγες και χάθηκες σαν σκιά, και πώς θα σε καταλάβουμε, πώς θα σε παρηγορήσουμε; (σελ.282)

Η παραμυθητική δράση της λογοτεχνίας είναι γνωστή. Την ξέρουμε να αφορά τον δημιουργό και τον αποδέκτη. Εδώ η Καρολίνα Μέρμηγκα δίνει την άλλη εκδοχή της παραμυθίας: παρηγορητική για τον ήρωα, που δεν του έχει πληρώσει ακόμη η επίσημη ιστορία αυτό που του χρωστά. Ας το κάνει, λοιπόν, η λογοτεχνία.

Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020

ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ Πόλα Βακιρλή-Γιαννακοπούλου μαζί με έναν πίνακα του René Magritte








ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Πόλα Βακιρλή-Γιαννακοπούλου

μαζί με έναν πίνακα του René Magritte





Μαίνεται η καταιγίδα από μέρες

κάμπους και βουνά σαρώνει, πανύψηλα βουνά

και πολιτείες απ' τα θεμέλια σύγκορμα ξεριζώνει

που αιώνων είχαν ιστορία

Τρέχουν οι άνθρωποι αλαλιασμένοι στους πλημμυρισμένους δρόμους

ανάμεσα σε οχήματα αναποδογυρισμένα

να γλυτώσουνε της φύσης τη μανία, άοπλοι

άλλοι στις στέγες σκαρφαλώνουν πάντα με την ελπίδα

να μην τους προφτάσει το νερό κι άλλοι από κλωνάρια δέντρων

τσακισμένων με χέρια απελπισίας

διέξοδο να βρούνε στο κακό που αναπάντεχα τους βρήκε.



Κινητικότητα στους δρόμους που δεν τη λες συνήθη

και τα φανάρια αδύναμα να ρυθμίσουνε του πλήθους τη ροή

Κάποιος στο βάθος της λεωφόρου φαίνεται ομπρέλα να κρατάει

αμέριμνα βαδίζοντας σαν σε περίπατο απογεύματος

την ώρα που απλώνεται στον ουρανό πολύχρωμο το ουράνιο τόξο.

 Στο βλέμμα του το φως του αντανακλάται γεμάτο ελπίδα

και χαρά γιατί απ’ όλα τα αγαθά που είχε μια ομπρέλα

του έμεινε στο χέρι

Ίσως να χρειαστεί στο ξέσπασμα μιας άλλης καταιγίδας



Πόλα Βακιρλή-Γιαννακοπούλου



Η Πόλα Βακιρλή-Γιαννακοπούλου κατάγεται από την Ακράτα Αιγιαλείας, σπούδασε φιλολογία στο ΕΚΠΑ και εργάσθηκε στη Β/θμια Εκ/ση ως καθηγήτρια φιλόλογος. Ασχολείται με την ποίηση και   με τη συγγραφή άρθρων και δοκιμίων, πολλά από τα οποία έχουν δημοσιευτεί στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές:  Φως στην άκρη της καταχνιάς, εκδόσεις Bookstars 2014, Μικρό αλώνι, εκδόσεις Γαβριηλίδη 2015, Με χρώματα κι αρώματα, εκδόσεις Βεργίνα 2016 και Στη συνοικία το Χάος, εκδόσεις Βεργίνα 2018. Ποιήματά της έχουν αποσπάσει βραβεία και διακρίσεις σε Πανελλήνιους ποιητικούς αγώνες και έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο Παύλος Ταμουρίδης Η βιβλιοθήκη εκδόσεις Το ροδακιό-Με τον Παύλο Ταμουρίδη συνομιλεί η Διώνη Δημητριάδου


Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο


Παύλος Ταμουρίδης


Η βιβλιοθήκη


εκδόσεις Το ροδακιό





Με τον Παύλο Ταμουρίδη

συνομιλεί η Διώνη Δημητριάδου



-Αγαπάτε τη μικρή φόρμα στην αφήγηση. Δύο συλλογές διηγημάτων στο ενεργητικό σας ως τώρα. «Νυχτερινό ταξίδι» το 2017 και τώρα η «Βιβλιοθήκη». Κάποιοι ισχυρίζονται πως πρόκειται για μια εύκολη επιλογή γραφής. Πιστεύετε ότι είναι πράγματι εύκολο το άπλωμα της αφήγησης μέσα σε λίγες σελίδες;



Καμία γραφή δεν είναι εύκολη, άσχετα από το μέγεθος του κειμένου. Σε ένα κείμενο μερικών σελίδων απαιτείται η ικανότητα του συγγραφέα να γίνεται εξαιρετικά καίριος, λιτός και ουσιαστικός. Σε ένα μεγαλύτερο κείμενο απαιτείται μια συνεχής προσπάθεια για τον εμπλουτισμό του, μια επίπονη αναμέτρηση με ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπινων χαρακτήρων και γεγονότων.



-Μια από τις αρετές ενός πεζογραφήματος είναι η κινητοποίηση του αναγνώστη, που νιώθει το ξάφνιασμα, την ανατροπή στην πλοκή. Ο μυθιστοριογράφος έχει την άνεση του χώρου για να δουλέψει τους αιφνιδιασμούς του. Τι γίνεται, όμως, με τις μικρές ιστορίες;



Η δυνατότητα ανατροπής της πλοκής υπάρχει και στις μικρές σε μέγεθος ιστορίες. Και επειδή σε αυτές συμβαίνει μέσα σε μερικές μόνο σελίδες, αφήνει ίσως πιο έντονα τα ίχνη της στον αναγνώστη από ό,τι σε ένα μεγαλύτερο κείμενο.



-Εσείς κατορθώνετε να ανατρέψετε το σκηνικό σας. Ο αναγνώστης νιώθει το ευρηματικό γύρισμα της ιστορίας. Είναι ο σκοπός σας εξ αρχής αυτή η τεχνική; Ή, να το θέσω αλλιώς: θα γράφατε ποτέ μια ιστορία πιο προβλέψιμη;



Επειδή η ίδια η πραγματικότητα μας αιφνιδιάζει, πρέπει και οι αφηγήσεις να μην είναι προβλέψιμες. Πρέπει, ωστόσο, να μας προετοιμάζουν και να μας προειδοποιούν.



-Ας μιλήσουμε για τις έξι ιστορίες του βιβλίου σας. Αρχικά η πρώτη που τιτλοφορεί όλη τη συλλογή, η Βιβλιοθήκη. Το θέμα σας εδώ είναι η οικειοποίηση των βιβλίων, η ιδιαίτερη σχέση που αποκτούμε μαζί τους. Υπάρχουν, λοιπόν, τα βιβλία μόνο μέσα από τον αναγνώστη;



Για τον κάθε ξεχωριστό αναγνώστη υπάρχει μια προσωπική πρόσληψη του κειμένου. Δημιουργείται έτσι μια βιβλιοθήκη που ανήκει αποκλειστικά σε αυτόν και που η ζωή της είναι άμεσα εξαρτημένη από τη φυσική  του ύπαρξη. Ο θάνατός του σημαίνει την εξαφάνιση μιας βιβλιοθήκης, μικρότερης ή μεγαλύτερης ανάλογα με το αριθμό των βιβλίων που είχε διαβάσει. Βέβαια, η υποκειμενική πρόσληψη του κειμένου δεν μπορεί να αναιρέσει την αντικειμενική ύπαρξη και το νόημα ενός βιβλίου.



-Στην Είδηση, τη δεύτερη ιστορία σας, θα έλεγα πως επιχειρείτε μια ψυχογράφηση των ηρώων· πώς αντιλαμβάνονται την απώλεια, τι μετράει περισσότερο γι’ αυτούς. Είναι, ίσως, λίγο ακραία η αντίδρασή τους; Η αιτία ενός θανάτου ή ο τρόπος που κάποιος πεθαίνει έχει μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το γεγονός;



Ό,τι εξαρτάται από εμάς έστω και σε ένα βαθμό, όπως ο τρόπος που ζούμε αλλά  και πεθαίνουμε, δεν μπορεί παρά να είναι σημαντικότερο από το αναπόφευκτο, από αυτό που δεν μπορούμε να αλλάξουμε ή να αποφύγουμε.



-Στην ίδια ιστορία, τουλάχιστον για τη δική μου ανάγνωση, υπάρχει και δεύτερος θεματικός άξονας, που αφορά τις αντιδράσεις του πλήθους. Δεν είναι σύνηθες σε τόσο μικρά αφηγήματα να μοιράζεται το σκηνικό. Νιώθετε ότι πρωτοτυπήσατε;



Δεν γνωρίζω αν πρωτοτύπησα. Κατά τα άλλα το πλήθος είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, ίσως ο σημαντικότερος.



Στον Εξαφανισμένο, την τρίτη ιστορία σας, δίνετε μια άλλη διάσταση στο πρόβλημα της μοναξιάς. Πιστεύετε πως ο ήρωάς σας αντιπροσωπεύει μια ευρεία ομάδα ανθρώπων, που επιζητούν την προσοχή που δικαιούνται αλλά δεν τους τη χαρίζει κανείς;



Νομίζω ότι δεν θα απείχε κάποιος πολύ από την πραγματικότητα, αν ισχυρίζονταν ότι είμαστε όλοι, ή έστω έχουμε υπάρξει, κάποια στιγμή εξαφανισμένοι.



-Στον Οίκο ευγηρίας χρησιμοποιείτε με εύστοχο τρόπο την τεχνική της παραβολικής αφήγησης, γι’ αυτό και η ιστορία σας μοιάζει εξωπραγματική. Έχει για εσάς η χρήση της παραβολής μεγαλύτερη δύναμη από τη ρεαλιστική αφήγηση;



Η παραβολή αναμιγνύεται με την πραγματικότητα και ο στόχος του συγγραφέα πρέπει να είναι η εναρμόνιση και η συνεργασία τους. Άλλωστε η παραβολή και η φαντασία πρέπει να είναι εργαλεία προσέγγισης  της πραγματικότητας και όχι βέβαια η διαγραφή της.



-Σκέφτομαι πώς με την πέμπτη ιστορία σας, τους ευφάνταστους Θαλασσοπόρους, μοιάζει να διαβάζετε τα ιστορικά γεγονότα αλλιώς, δίνοντάς τους μια διάσταση πιο ανθρώπινη, εστιάζοντας στους αδικημένους του πολιτισμού και της Ιστορίας. Έχει, κατά τη γνώμη σας, η λογοτεχνία τη δύναμη να «γράψει» αλλιώς την Ιστορία;



Αν με τη λέξη «αλλιώς» εννοούμε ότι  πρέπει να  αποτυπώσει την αλήθεια για την Ιστορία και να υπονομεύσει την κυρίαρχη και πλαστογραφημένη εκδοχή της, τότε μπορεί και πρέπει να το κάνει, με τον δικό της βέβαια ιδιαίτερο τρόπο.



-Στον χώρο του φανταστικού θα μας οδηγήσετε με την τελευταία ιστορία σας, το Άγαλμα. Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται στη βαθμιαία μετατροπή του τοπίου από απολύτως ρεαλιστικό σε εξωπραγματικό, τεχνική που δείχνει άλλη μια αρετή της γραφής σας. Ταυτόχρονα δίνετε με υπόρρητο τρόπο πολιτικό χαρακτήρα στο διήγημά σας. Θέλετε να σχολιάσετε αυτές τις δύο ενδιαφέρουσες παραμέτρους στην ιστορία σας;



Είναι μια αναφορά σε αυτούς που τις τελευταίες δεκαετίες φαντάζονται ότι έχουν νικήσει οριστικά, ότι έχουν εξαφανίσει κάθε δύναμη αντίστασης, ότι η κοινωνική πραγματικότητα που εκπροσωπούν είναι ακλόνητη και θα διαρκέσει αιώνια. Υποθέτω ότι τους περιμένουν δυσάρεστες εκπλήξεις



-Τα έξι διηγήματά σας θα μπορούσα να πω ότι έχουν λόγο ύπαρξης. Εννοώ πως συναντάμε συχνά πεζογραφήματα που ο συγγραφέας τους δεν είχε εξ αρχής εστιάσει σ’ ένα θέμα. Κι όμως όλα από αυτόν τον ελάχιστο πυρήνα ξεκινούν. Εδώ, λοιπόν, η κάθε ιστορία έχει συγκεκριμένο θέμα. Ξεκινάτε από αυτό όταν γράφετε ή σας παρασύρει η ιστορία σας στην πορεία; Σας αιφνιδιάζουν οι ήρωές σας;



Την στιγμή της εκκίνησης υπάρχει σε γενικές γραμμές  διαμορφωμένη  η πορεία και η κατάληξη της αφήγησης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι στη διάρκεια της γραφής δεν αλλάζει η διαδρομή αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και ο προορισμός. Θα μπορούσα να πω ότι, πριν αιφνιδιασθεί ο αναγνώστης, έχει αιφνιδιασθεί ήδη ο συγγραφέας.



-Παρατηρώ ότι οι τίτλοι των διηγημάτων σας αρκούνται σε ένα μόνο ουσιαστικό αποφεύγοντας κάτι περισσότερο και ίσως περιττό. Η επιλογή σας αυτή, λιτή και περιεκτική, αφορά την ουσία των λέξεων – τι άλλο άλλωστε δηλώνει η λέξη «ουσιαστικό»;



Θεωρώ τις λέξεις που επέλεξα ως τίτλους  των ιστοριών μου περιεκτικές και επαρκείς,  «ουσιαστικές», όπως λέτε.



-Θα σκεφτόσασταν να δοκιμάσετε την ικανότητά σας στη γραφή μεγαλύτερης αφήγησης, εννοώ το μυθιστόρημα, ή είναι η μόνη σας συνειδητή επιλογή η  μικρή φόρμα, την οποία φυσικά υπηρετείτε άριστα;



Αν  το θέμα, για το οποίο θα ήθελα να γράψω, απαιτούσε μεγαλύτερου μεγέθους κείμενα, θα το δοκίμαζα. 





 Ο Παύλος Ταμουρίδης γεννήθηκε το 1957. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του ΑΠΘ. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων "Νυχτερινό ταξίδι" (Σαιξπηρικόν, 2017) και "Η βιβλιοθήκη" (Το Ροδακιό, 2019).


Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Τόμας Μπέρνχαρντ Άπαντα τα ποιήματα Μετάφραση: Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, Ιωάννα Διαμαντοπούλου Πρόλογος: Ευριπίδης Γαραντούδης Εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Τόμας Μπέρνχαρντ
Άπαντα τα ποιήματα
  Μετάφραση: 
Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου,
 Ιωάννα Διαμαντοπούλου
Πρόλογος: Ευριπίδης Γαραντούδης
Εκδόσεις Βακχικόν
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/bakchikon-apanta-ta-poiimata-dimitriadou-bernhard-thomas





Μια φυλακή ο κόσμος

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, ήταν αρχικά ποιητής. Καθόσον η ιδιότητα αυτή ήταν ελάχιστα γνωστή στην Ελλάδα, αποτελεί ξάφνιασμα ευχάριστο η ενασχόλησή του με την ποίηση (συνολικά έξι ποιητικές συλλογές στο διάστημα 1952-1963), όπως παρουσιάζεται στην έκδοση των ποιητικών απάντων του από τις εκδόσεις Βακχικόν. Μια πλήρης δεκαετία αποκλειστικής ποιητικής παραγωγής, την οποία αργότερα ο Μπέρνχαρντ αποκήρυξε στρεφόμενος στην πεζογραφία και στο θέατρο θεωρώντας πως με την ποίηση ούτε ξορκίζεις ούτε κατακτάς τον κόσμο, όπως συνήθιζε ο ίδιος να λέει. Ωστόσο, η πνευματική συνέχεια του έργου είναι αναμφισβήτητη· στη νεανική ποίησή του, που συνιστά και την πρώτη ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ανιχνεύονται όλα τα στοιχεία που τον οδήγησαν στην τόσο ξεχωριστή πρόζα του.
Η αίσθηση της αβέβαιης πρόσληψης του κόσμου που τον περιβάλλει, το ανικανοποίητο συναίσθημα που κινητοποιεί τη σκέψη του, προβάλλει στα πρώτα του ποιήματα:

Ω βαθιά νύχτα, ω νύχτα μέσα στο χιόνι,
Που μέσα της σκεπτικός πηγαίνω…
(Ω βαθιά νύχτα)

Εφήμεροι είμαστε όλοι σ’ αυτήν τη θέση,
Παρατηρώντας τη ζωή, όπως χύνεται,
Όρθιοι και μόνοι σήμερα στο κατώφλι,
Κολυμπώντας αύριο στο στιλπνό κύμα
Με το ρεύμα που ρέει και ρέει
(Ρεύμα της ύπαρξης)

Οδηγείται σταδιακά στη συνειδητοποίηση· πρώτα νιώθει τη μοναξιά της  θνητότητας, όταν αναφωνεί:

Γιατί πρέπει την κόλαση ν’ αντικρίσω; Άλλος δρόμος προς τον Θεό δεν υπάρχει; (Η μέρα των προσώπων)

Κατόπιν αισθάνεται τη δική του θέση, με την απόλυτη αψηφισιά που η νεαρή ηλικία διαθέτει:

Η πλευρά του πηγαδιού κραυγάζει μπροστά απ’ το σάπιο παραθύρι…
Εγώ όμως δεν φοβάμαι.
(Κοράκια)

Φθάνει από νωρίς στη στάση που θα κρατήσει σε όλα του τα γραπτά: την πολεμική αντιμετώπιση του κόσμου, μέσα από την επίγνωση πως το απώτατο όριο της απελπισίας του ανθρώπου γειτνιάζει επικίνδυνα με το οπλισμένο χέρι – εν προκειμένω με την επιθετική πένα:

Κεντώ μέσα στη νύχτα μου
και την πείνα μου,
το πένθος μου
και το πολεμικό πλοίο των απελπισιών μου,
που γλιστράει πέρα σε χίλια ύδατα,
στα ύδατα της ανησυχίας, στα ύδατα της αθανασίας.
(Σε ένα χαλί από νερό)

Στα μισά περίπου της γόνιμης ποιητικής του πορείας θα εννοήσει την ουσία της «φυλακισμένης» ζωής – με όποια μορφή μπορεί να πάρει ο περιορισμός της ανθρώπινης ελευθερίας στα πλαίσια ενός συστήματος πιεστικού και εκ φύσεως ανελεύθερου:

Το μυαλό είναι τόσο ανελεύθερο και το σύστημα που μέσα του γεννήθηκε το μυαλό μου, τόσο ελεύθερο, το σύστημα τόσο ελεύθερο και το μυαλό μου τόσο ανελεύθερο, που σύστημα και μυαλό καταποντίζονται.
(Οι τρελοί – Οι φυλακισμένοι)

Ανάμεσά τους και ο ίδιος (Σε γελωτοποιούς πάνω κρεμιέμαι και σε από βάσανα τρελούς), ο παρατηρητής της ζωής, ο ποιητής, οδεύοντας προς το τέλος της ποιητικής του γραφής και λίγο πριν αποκηρύξει το έργο του, θα γράψει τα πιο σπουδαία του ποιήματα εγκαταλείποντας τα ψήγματα λυρισμού που είχαν διεισδύσει στα πρώτα του και που τον δυσκόλευαν να δει ολοκληρωμένη την αληθινή όψη του κόσμου. Τώρα η σταδιακά αποκτημένη επιθετικότητά του γίνεται ένας γνήσιος αρνητισμός σε πρωτοπρόσωπη αναφορά με τη χρήση του «εγώ», η ζωή όπως αποτυπώνεται στα ποιήματά του καταλήγει συνώνυμη της απόγνωσης, η γραφή του απογειώνεται καταγγελτικά.

Η χώρα μου είναι σκοτεινή και κανένας δεν βγαίνει
το βράδυ χωρίς μαχαίρι στην τσέπη…
(Η χώρα μου)

Ο ασταμάτητος χρόνος ανέβηκε
στα πτερύγια των αυτιών και ξέσχισε τα σπλάχνα,
ματωμένων ρευμάτων παράνοια μας οδηγεί στη δόξα.
(Ο πόλεμος)


Κι όμως, ο αρνητισμός του δεν οδηγεί σε μια αποστασιοποίηση από τον κόσμο που καταγγέλλει. Δεν είναι ισοπεδωτικός και μηδενιστικός. Και μόνο το γεγονός ότι καταγράφει και σχολιάζει όσα τον θλίβουν και τον απογοητεύουν αποδεικνύει τη διάθεσή για παρέμβαση και όχι για παραίτηση. Σε ένα από τα τελευταία του ποιήματα η προστακτική που χρησιμοποιεί είναι δηλωτική μιας ελπίδας (με όποια διάσταση μπορεί να της δοθεί) που κυοφορείται μέσα στο ζοφερό τοπίο:

Σήκω πάνω και μίλα για τις γενεές,
για το σκοτάδι και την άγια παγωνιά του θανάτου,
σε μεγάλες σχολικές αίθουσες δίδαξέ τους να πεθαίνουν
την άνοιξη, στο τραύλισμα των καταιγίδων…
(Σήκω πάνω και μίλα)

Τα Άπαντα ποιητικά του Μπέρνχαρντ, σε μια προσεγμένη έκδοση από το Βακχικόν που ξεπερνά τις 400 σελίδες, μεταφράστηκαν από την Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου και την Ιωάννα Διαμαντοπούλου. Ποιήτριες και οι δύο ήξεραν τον τρόπο να αποδοθεί στην ελληνική γλώσσα όχι μόνον η πιστότητα των λέξεων  του πρωτοτύπου αλλά και ο ρυθμός της ποίησης του Αυστριακού δημιουργού, καθώς και το ύφος των ποιημάτων του. Την έκδοση προλογίζει ο Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογία στο Ε.Κ.Π.Α. Ευριπίδης Γαραντούδης. Το κείμενό του δεν είναι μόνο κατατοπιστικό για την ποιητική ιδιότητα του Μπέρνχαρντ αλλά επιχειρεί και μια πρωτότυπη συσχέτιση της ποίησής του με την ποίηση της  δεύτερης μεταπολεμικής ελληνικής ποιητικής γενιάς. Όσο κι αν τα μεγέθη είναι διαφορετικά, τα συμπεράσματα είναι ενδιαφέροντα στα πλαίσια της συγκριτικής θεώρησης της λογοτεχνίας. Εν συνόλω μία πλήρης παρουσίαση του ποιητικού έργου του Τόμας Μπέρνχαρντ. Μια πρόκληση αναγνωστική για να γνωρίσουμε τον σπουδαίο συγγραφέα μέσα από τις πρώτες του αναζητήσεις στη λογοτεχνική γραφή. Ένα κομμάτι που έλειπε για να συμπληρωθεί η εικόνα του.


Διώνη Δημητριάδου