Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Στο χείλος της αβύσσου η πλήρης έκδοση του Φάμπιαν Erich Kästner μετάφραση: Άντζυ Σαλταμπάση εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/sto-xeilos-tis-avyssoy/


Στο χείλος της αβύσσου

η πλήρης έκδοση του Φάμπιαν

Erich Kästner

μετάφραση: Άντζυ Σαλταμπάση

εκδόσεις Πόλις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/sto-xeilos-tis-avyssoy/




μια θλίψη αναίσθητη κι ένας πόνος κρύος

Το 1931, δύο χρόνια πριν ο Χίτλερ να ανέβει στην εξουσία, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης αποδεικνύει με την κατάρρευσή της ότι η Γερμανία βαδίζει προς μια νέα ζοφερή εποχή βίας και παραλογισμού.  Είναι τότε που θα δει το φως της έκδοσης Το χείλος της αβύσσου του Kästner. Ο τίτλος δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερος δίνοντας έτσι στο μυθιστόρημα τη διάσταση ενός συνθήματος γραμμένου στον τοίχο (κατά την άποψη του Curt Weller), που εκτεθειμένο σε κοινή θέα φιλοδοξεί να κινητοποιήσει τη σκέψη των πολιτών· είναι αλήθεια η λογοτεχνία η αιχμή του δόρατος στην υπόθεση της συνειδητοποίησης; Αν για κάποιους μια τέτοια θέση φαντάζει ακραία, αξίζει να λάβουν υπ’ όψη τους τη δυναμική της μυθοπλασίας (εστιάζω εδώ στην υπόθεση της μεγάλης αφήγησης, δηλαδή στο μυθιστόρημα αλλά θα ήταν θεμιτή και μια γενίκευση).  Μέσα από τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων καθίσταται φανερή η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επιδρά πάνω τους, μέσα από τις σκέψεις των ηρώων γίνονται διαφανείς οι πολιτικές διαδικασίες που τους επηρεάζουν, τα γεγονότα που τους καθορίζουν την πορεία. Συχνά αυτή η εγγενής δύναμη ενός λογοτεχνικού έργου αποδεικνύεται από τις αντιδράσεις αυτών που το φοβούνται. Κι εδώ έχουμε ένα έργο που υπέστη από την αρχή τη λογοκρισία και κατόπιν τη δίωξη. Ο Kästner απαντώντας στους τιμητές του γράφει:
[…] οι δικαστές των ηθών αναρωτιούνται: Τι τους χρειαζόμαστε τους συγγραφείς, αυτούς τους υπαλλήλους της φαντασίας;
Ο συγγραφέας τους απαντάει: Είμαι ένας ηθικός άνθρωπος! Βλέπει μόνο μία ελπίδα, και την κατονομάζει. Βλέπει τους συγχρόνους του να περπατούν με γαϊδουρινό πείσμα προς τα πίσω, προς μια άβυσσο που χάσκει και έχει αρκετό χώρο για όλους τους λαούς της Ευρώπης. Και φωνάζει, όπως φώναξαν κι άλλοι, πριν και πέρα από αυτόν: Προσοχή! Προσδεθείτε!
(Erich Kästner, Επίλογος για τους δικαστές των ηθών)
Και όπως οι «δικαστές των ηθών» κρίνουν τον συγγραφέα, έτσι και οι «δικαστές της τέχνης» κρίνουν το βιβλίο. Ο συγγραφέας τούς απαντά:
[…] Τούτο το βιβλίο δεν έχει ούτε πλοκή ούτε δομή, η έμφαση δεν έχει μοιραστεί ισομερώς και το τέλος του δεν είναι ικανοποιητικό.
Γι’ αυτό και ορθώς μπορεί κανείς να υποθέσει, είτε το βρίσκει σωστό είτε όχι, πως ό,τι έγινε έγινε με πρόθεση!
(Erich Kästner, Επίλογος για τους δικαστές της τέχνης)
Τι ακριβώς είναι, λοιπόν, το βιβλίο του Kästner και πώς μπορεί να εκτιμηθεί τόσα χρόνια μετά η αξία του; Να σημειωθεί εδώ πως η παρούσα έκδοση προσφέρει το έργο πλήρες, χωρίς περικοπές, σε έξοχη μετάφραση από την Άντζυ Σαλταμπάση, με πολύ κατατοπιστικό Παράρτημα (εξαιρετικοί οι δύο Επίλογοι του συγγραφέα) και με τον αρχικό τίτλο που ήθελε ο συγγραφέας – η πρώτη έκδοση του 1931 είχε κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Fabian. Die Geschichte eines Moralisten» (Φάμπιαν. Η ιστορία ενός ηθικολόγου), τίτλο που κράτησε και η πρώτη ελληνική έκδοση, Οδυσσέας, 1982, που είχε τη μετάφραση της Βάσως Μανωλοπούλου.
Πρόκειται για την ιστορία του Φάμπιαν, του κεντρικού ήρωα, σε μια εποχή μεταβατική προς ένα χάος που οι περισσότεροι αρνούνται να δουν βιώνοντας μια προσωρινότητα γεμάτη καταχρήσεις, με καταξίωση της ανηθικότητας, με σανίδα σωτηρίας την εφεύρεση ιδεολογημάτων (ανίκανων φυσικά να προσφέρουν διέξοδο), σε ένα παρακμιακό βερολινέζικο σκηνικό.
Η Ευρώπη είχε βγει στην αυλή για ένα μεγάλο διάλειμμα. Οι δάσκαλοι είχαν φύγει. Ωρολόγιο πρόγραμμα δεν υπήρχε. Η γηραιά ήπειρος δεν θα έβγαζε την ύλη της τάξης. Την ύλη καμίας τάξης!
Ο Φάμπιαν επιμένει πως είναι ο ηθικός άνθρωπος μέσα σ’ αυτή την ανηθικότητα. Και σε όποιον του πει πως δεν έχει κανένα στόχο στη ζωή του (πέρα από τον νεφελώδη και ουτοπικό της καταξίωσης ενός ηθικού κόσμου) έχει την απάντηση:
Θέλω να βρω επιτέλους έναν στόχο στη ζωή. Κι αν δεν τον βρω, θα τον εφεύρω.
Δεν έχει, όμως, μόνο να αντιπαρατεθεί με όσους έχουν αφεθεί στην αφασία των καιρών. Υπάρχουν και αυτοί που πιστεύουν πως το πρωταρχικό μέλημα είναι να δημιουργηθεί ένα σωστό σύστημα, στο οποίο κατόπιν θα ενσωματωθούν τα άτομα – έχει ιδιαίτερη σημασία η θέση αυτή που μεταφέρει το βιβλίο του ο Kästner, μια θέση που ταλανίζει τη σκέψη και την πράξη (από τον προηγούμενο αιώνα και ως σήμερα) όσων επιθυμούν να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων προτάσσοντας την αλλαγή του πλαισίου και υποτιμώντας τη ατομική συνεισφορά. Ο Φάμπιαν (με τις μικροαστικές του καταβολές) υποστηρίζει την ατομική διάσωση ως πρωταρχικό βήμα, για να ακολουθήσει μετά η συνολική αλλαγή του σκηνικού. Η αντιπαράθεση με τον Λαμπούντε (ηγείται μιας μικρής σοσιαλιστικής γκρούπας), τον φίλο του, είναι σε όλο το βιβλίο αποκαλυπτική, καθώς βήμα βήμα στις κουβέντες τους διακρίνονται καθαρά οι δύο απόψεις.
Μακάρι να υπήρχε ένα μέρος, σαν το φυτώριο που ονειρεύομαι! Θα σε πήγαινα εκεί δεμένο χειροπόδαρα, και θα φυτεύαμε έναν σκοπό για τη ζωή σου.
[…] Κι εγώ σου λέω ότι, ακόμα κι όταν τον φτιάξεις τον παράδεισό σου, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να σπάνε ο ένας τα μούτρα του άλλου! Άσε που δεν πρόκειται να τον φτιάξεις ποτέ… Ε λοιπόν, εγώ ξέρω έναν στόχο ζωής, μόνο που, δυστυχώς, δεν είναι στόχος. Θέλω να βοηθήσω τους ανθρώπους να γίνουν  έντιμοι και λογικοί.
Μήπως, όμως, ο Φάμπιαν περιμένοντας να συμβεί αυτή η μετάλλαξη των ανθρώπων και να νικήσει η αξιοπρέπεια, δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να καρτερά όπως ο άθεος το θαύμα; Αλλά και ο Λαμπούντε οραματιζόμενος τη συνολική ανατροπή, μήπως απλώς μεταθέτει επ’ αόριστον την έστω μικρή συμβολή του στην κοινή υπόθεση; Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί ένα τέτοιο πρόβλημα, που αποδεικνύεται έτσι κι αλλιώς διαχρονικό και θεμελιώδες. Στην ουσία διαβάζοντας το βιβλίο (και παράλληλα με την απόλαυση που σου προσφέρει η σατιρική γραφή – οι σκηνές που δημιουργεί είναι απίστευτες!) διαρκώς θέτεις ερωτήματα που σε οδηγούν σε σημερινό προβληματισμό παραμένοντας επίσης αναπάντητα.
Εντωμεταξύ, όπως συμβαίνει πάντα:
 Λάθος άνθρωποι πέθαιναν και λάθος άνθρωποι ζούσαν.
Και ο Φάμπιαν που συστήνεται: Φάμπιαν Γιάκομπ, τριάντα δύο ετών, χωρίς σταθερό επάγγελμα, διαφημιστής για την ώρα, Σάπερστράσε 177, καρδιακός, καστανά μαλλιά, νιώθοντας να μην τον αγγίζει τίποτα, ούτε η πολιτική ούτε καμιά φιλοδοξία μα ούτε καν η αγάπη, θα στερηθεί κι αυτόν ακόμα τον πόνο που θα έπρεπε να νιώθει από τον θάνατο του φίλου του.
Ο πόνος του είχε καεί σαν σπίρτο και είχε σβήσει.   Θυμήθηκε ότι πάθαινε το ίδιο όταν ήταν παιδί: αν έκλαιγε πολλή ώρα για κάποιο πρόβλημα που του φαινόταν τεράστιο κι αξεπέραστο το ρεζερβουάρ που τον εφοδίαζε με πόνο άδειαζε. Τα συναισθήματα ψυχορραγούσαν, όπως όταν παθαίνει κανείς καρδιακή προσβολή και νιώθει να γλιστράει η ζωή μέσα απ’ τα χέρια του. Η θλίψη του ήταν αναίσθητη, ο πόνος του κρύος.


Η Γερμανία, που ήδη πορεύεται για ένα μέλλον σκοτεινό, με τους πολίτες της ήδη μέσα στο μυαλό τους να κυοφορούν την τυφλή πίστη στον έναν ηγέτη (λίγα χρόνια τους χωρίζουν από την επικράτηση του ναζισμού), μάλλον έχει τελειώσει για τον Φάμπιαν. Και επειδή είναι πράγματι δύσκολο να φανταστούμε πώς θα ζούσε αυτός ο ηθικολόγος στα επόμενα χρόνια, ο Kästner, αυτός ο σπουδαίος συγγραφέας, οδηγεί την ιστορία του βιβλίου του σε μια έξοδο απίστευτη. Τόσο απλή όσο και παράλογη. Αξίζει να περιμένει ο αναγνώστης ως το τέλος για να επιβεβαιώσει το παραπάνω.
Η αισθητική αξία της λογοτεχνίας αναμφισβήτητη, κυρίως στα χέρια των καλών συγγραφέων (κι ας είναι μετρημένοι στα δάχτυλα αυτοί, με τον Kästner ανάμεσά τους)· είναι, όμως, πράγματι η δύναμή της τέτοια, ώστε να κινητοποιήσει συνειδήσεις; Θεωρητικά, όπως ειπώθηκε παραπάνω, είναι, εκτός αν θεωρήσουμε την περίπτωση των Γερμανών ιδιότυπη. Σκέφτομαι τον άλλο συγγραφέα, τον Hans Fallada και το έξοχο «Μόνος στο Βερολίνο» (Jeder stirbt fur sich allein), γραμμένο το 1947, το οποίο θα μπορούσε να είναι η συνέχεια της ιστορίας του Kästner, και το οποίο δείχνει πόσο λίγοι ήταν αυτοί που αληθινά και μοναχικά αντιστάθηκαν στον ναζισμό. Ο καθένας πεθαίνει μόνος του, θα πει και θα εννοεί τον κάθε Φάμπιαν μέσα στη μοναξιά του, σε μια χώρα που ήταν ήδη πεθαμένη χωρίς να το ξέρει.
Διώνη Δημητριάδου

Να ’χω το νου μου Σωτήρης Κακίσης εκδόσεις βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/na-xw-to-nou-mou/


Να ’χω το νου μου


Σωτήρης Κακίσης

εκδόσεις βακχικόν
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/na-xw-to-nou-mou/




από τον Χρόνο πολύ πιο πέρα
ωραία που ήταν η ζωή! ωραία που πέρασε, σαν μια γλύκα και μισή, μ’ ανθρώπους να ’ρχονται και να φεύγουν σιωπηλά, σαν με πιρόγες σε ποτάμι, σαν στο Μεσολόγγι χωρίς καρίνα πάλι όλες τους οι πορείες αριστερά και δεξιά μου, σαν ποδήλατα σε βουβές ταινίες στην Ινδία, σαν χωρίς ήχο λέω όλων των ανθρώπων οι κινήσεις γύρω μου ώς τώρα, οι απορίες όλες. ωραία που ήταν η ζωή! μαυρόασπρη ολόκληρη τώρα πια μέσα μου, κι όλ’ αυτά τα άσχημα χρώματα επιτέλους απέξω μου, ακίνδυνα επιτέλους.

Θέλω να αρχίσω απ’ αυτό και μέσα του να διαβάσω σε συνέχειες τον κόσμο του Κακίση. Για μια ακόμη φορά. Η κίνηση των σωμάτων μέσα στη σιωπηλή ακινησία· το άσπρο και το μαύρο που μόλις έχουν, σε θριαμβευτική πορεία, καταργήσει όλα τα χρώματα· τα πρόσωπα και οι τόποι αιφνίδιες παρουσίες της μνήμης· οι απορίες ευτυχώς όλες ακόμα εδώ με την παιδική τους αθωότητα να αχρηστεύουν τον κίνδυνο – αν η ζωή νοείται έτσι. Και εκείνος ο ανελέητος Παρατατικός «ήταν». Αυτό το ρήμα είναι που δίνει το έναυσμα για την εν πολλοίς «αναμνηστική» ποίηση του Κακίση αλλά και στον αναγνώστη-κοινωνό της ποίησής αυτής την αφορμή για τις προσωπικές του καταδύσεις στη μνήμη.
Ο κόσμος των προσώπων και των τόπων – άγιες συναντήσεις μαζί τους, ακόμα πιο άγιες οι αναμείξεις τους. Έτσι όπως ο νους πηγαίνει προς τα πίσω και μαζεύει κομμάτια και αποσπάσματα ζωής. Όσα θέλεις να βάλεις σε μια σειρά την ώρα (που τη θεωρείς ύστατη), κι αυτά αντιστέκονται και επιλέγουν τις δικές τους συνευρέσεις. Οι υπέροχες εικόνες του Κακίση. Είναι οι γονείς, οι φίλοι, οι έρωτες, μα πιο πολύ ο εαυτός του παιδί. Σαν μια ταινία από κείνες τις παλιές που παρακολουθεί από τις πίσω θέσεις του κινηματογράφου, με τον μάγο Φελίνι να σκηνοθετεί πότε στην οθόνη και πότε στο μυαλό του μέσα. Ένας κόσμος με όλο το συλλογικό παρελθόν παρέα με αυτό της προσωπικής του ζωής. Οι μύθοι που εξέθρεψαν τη συλλογική μας μνήμη παρέα με τους προσωπικούς του μύθους, όπως πλάστηκαν από πολλά πρόσωπα των συναναστροφών του όλα αυτά τα χρόνια.

[…] όσο γι’ αυτήν εδώ τη ζωή, ευτυχώς που ώς τώρα είχε και Όμηρο, κι Αχαιούς, και Μαραθώνα, κι Αρίμνηστο. ευτυχώς που είχε ώς τώρα τους δικούς μου όλους, γονείς και προγόνους κι έρωτες. και παρόν.

Και τα γραφόμενά του, ποιήματα φυσικά, μόνο που έχουν τετραγωνισμένη τη μορφή τους (σαν να θέλει να τα στοιχίσει σε σειρές θρανία σχολικά) μα αυτά όλο να του ξεφεύγουν με αδιόρατες κινήσεις και να ολοκληρώνουν τη ζωή τους εν πλήρει ελευθερία. Ποιήματα λοιπόν. Και ο Κακίσης ποιητής πρωτίστως, που γράφει πάντα σχεδόν σε πρώτο πρόσωπο κοιτάζοντας όχι τον καθρέφτη του αλλά τον χρόνο που πέρασε από πάνω του και τους ανακαλύπτει μέσα του όλους, ζώντες και τεθνώτες εν χορώ.
Ίσως περισσότερο από τις προηγούμενες ποιητικές του συλλογές εδώ η σκέψη του κινείται στο θέμα του θανάτου – σε ένα του ποίημα μάλιστα του χαρίζει και το κεφαλαίο γράμμα σε μια απόπειρα αντίστιξης με το εφήμερο και το ασήμαντο των πραγμάτων, που αναδεικνύονται ωστόσο μέγιστα:

μας χωρίζει ο Θάνατος, αυτός ο χαζός. αυτός που κάνει αλλιώς τους ανθρώπους, τα παιδιά από παιδιά θάνατο, από αίμα νερό, από νερό μετά ρίζες. μας χωρίζει χωρίς λόγο άμα σκεφτείς, έτσι, σαν δάσκαλος κακός, σαν συγγραφέας της συμφοράς, σαν σκηνοθέτης ανόητος, αργός όταν δεν πρέπει, γρήγορος όταν δεν σκέφτεται. ο Θάνατος: ένα τίποτα τελικά μπροστά στο τώρα, ένα μηδενικό μπροστά σε τόσων γλυκών πραγμάτων την υπερβατική, την αήττητη ασημαντότητα.


Θα μπορούσε να διαβαστεί όλη η συλλογή σαν μια ενδιαφέρουσα μελέτη θανάτου, είναι όμως ιδιόμορφη αυτή η προσέγγιση του ποιητή στο φυσικό τέλος της ζωής, τουλάχιστον όπως η νόησή μας το συλλαμβάνει σαν τέλος. Εκεί που λες πως άλλη μια εικόνα ανασύρει από αυτές που πονούν, γιατί είναι δηλωτικές μιας προσωπικής απώλειας, εκεί ακριβώς η σκηνή μεταλλάσσεται σε ποθητή επιστροφή· ο Χρόνος συρρικνώνεται και ακουμπά όλο του το σώμα (βιωμένο και αβίωτο) σε μια καθημερινή σκηνή με το αγαπημένο πρόσωπο. Έτσι θα έπρεπε να είναι, όμως, σκέφτομαι. Ο θάνατος (με μικρό ή κεφαλαίο γράμμα) να είναι συνειδητά η συνέχεια της ζωής – τα προηγούμενα και τα επόμενα κεφάλαιά της. Και από τις παλιές εικόνες να ξεπηδά, όπως εδώ στο επόμενο ποίημα, μια ζωή πλήρης, γεμάτη από την απλότητα και την άγια καθημερινότητα. Με το πρόσωπο στις διαδοχικές του  μορφές μέσα στον Χρόνο,  να βρίσκεται παντού.

πού παντού, δηλαδή; πιο πολύ στα Καμένα Βούρλα καλοκαίρι, με λεμονάτο μπροστά μου κρέας στο πιάτο, και πουρέ, όχι πατάτες τηγανητές. και μπροστά μου, απέναντί μου χαμογελαστή να ξαναείναι, ποιος άλλος, εσύ η μάνα μου. κι ένας άγνωστος δεξιά μου, αόρατος για ’κείνη, για μένα όμως κανονικός άνθρωπος: η ζωή μου. η ζωή μου! σαν το πρόσωπό του ήρεμο, σαν τα χέρια του ακίνητη, σαν τα δάχτυλά του η ζωή μου λεπτή. και ζέστη υπέροχη, μια παραλία μπροστά μας κατάφωτη ο Χρόνος ολόκληρος. δεν θέλω να ’μαι προς τα ’δω, προς το τέλος. εκεί, στην αρχή, άλλος Θεός ήτανε, είναι. άλλος, υπέροχος τόπος.


Κάθε φορά που διαβάζω μια νέα ποιητική πρόταση του Κακίση λέω πως έχει φτάσει στην απόλυτη (ποιητική) ωριμότητα, και πάλι αναθεωρώ στην επόμενη κίνησή του. Δεν είναι παρά μια διαρκής αναμέτρηση με τις λέξεις (φαινομενικά αυτό) και με τις (διαρκώς κι αυτές) ανανεωμένες εικόνες που ανασύρει από τη μνήμη. Και κάθε φορά παρεμβαίνει διαφορετικά και τις δίνει σαν να είναι πρωτοϊδωμένες, πρωτάκουστες. Η στροφή στο παρελθόν (σαν μια υποσυνείδητη ανάγκη) συνηγορεί για μια κατάσταση μοναχική, η οποία θα έλεγα ότι στην περίπτωση του Κακίση δεν συνάδει με τα βιώματά του. Προτιμώ, επομένως, να πω ότι πρόκειται για μια συνειδητή απολύτως επιλογή που του δίνει την ευκαιρία μιας αποτίμησης των βιωμένων του και βοηθά περισσότερο στον εντοπισμό του σημερινού του στίγματος. Η ποίηση, έτσι, είναι η ώρα που μιλάει με όλες τις στιγμές του (είναι η ώρα που μιλάμε εγώ με όλες, μα με όλες μου τις στιγμές) χωρίς να αποκλείει καμία φθάνοντας ως το τώρα.

και τώρα που μιλάμε εγώ περπατάω αλλού. σε άλλο χρόνο τα πόδια μου άνετα με ξαναπάνε σ’ άλλης εποχής τη γλύκα, σε καλοκαίρι κατακόρυφο, σε νησιά σαν Αφρική ιδρωμένα. κάπου, δεν μπορεί, θα βρίσκομαι. έστω σε μια φωτογραφία, σ’ ένα βουνό μαυρόασπρο, σ’ ένα σπίτι στο γκρεμό  πάνω μόνο του, με τα πάνω πατώματα προς τα κάτω. […]

Γιατί, είναι αλήθεια, η ποίηση αυτή μοιάζει ταυτόχρονα να εμπεριέχει το φορτίο του πένθους αλλά και της ψυχικής ανάτασης. Θεωρώ πως αυτό το γνώρισμα το έχουν οι ποιητές που έχουν ενσωματώσει την έννοια της κορυφαίας αντίστιξης με το αληθινό της νόημα: η ζωή και η μη ζωή είναι οι δύο όψεις ενός και του αυτού. Δεν μπορείς να μιλήσεις για τη μία χωρίς την ίδια στιγμή πίσω από τα λόγια σου να αντιφεγγίζει η άλλη.



Άφησα για το τέλος ένα σχόλιο για το εξώφυλλο – μαζί για τον τίτλο και τη φωτογραφία. Η σκηνή από την ταινία «Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού» του Μισέλ Γκοντρί. Αγαπημένη ταινία που πραγματεύεται το θέμα της μνήμης και της δυνατότητας που έχουμε να παρέμβουμε στα δεδομένα της. Ο τίτλος, τώρα, του βιβλίου έρχεται να πει τον δικό του συμπληρωματικό λόγο με τη δισημία του – τουλάχιστον για τη δική μου ανάγνωση. Να έχω το νου μου, ναι, να προσέχω την κάθε στιγμή, να αποθηκεύω μέσα μου τις εικόνες, τα πρόσωπα. Αυτά μένουν ως το τέλος μαζί μου. Αλλά και η άλλη εκδοχή. Να έχω το νου μου, να φροντίσω να μη χάσω τη σκέψη μου, το λεπτό νήμα που με κρατάει σε σχέση με όλα, και τα δικά μου και των άλλων, και τα περασμένα και τα τωρινά. Μαζί, λοιπόν, η προσοχή αλλά και η φροντίδα, ή έστω η έγνοια ή ακόμα και η αγωνία. Όλα αυτά μαζί να συνιστούν το σήμερα της ζωής αλλά και να εκβάλλουν έξοχα στην ποίηση.

Διώνη Δημητριάδου

(η φωτογραφία του Σωτήρη Κακίση είναι του Κύριλλου Σαρρή)

Πολίτευμα ποίημα του Γρηγόρη Σακαλή και μια φωτογραφία του φωτογράφου των αστέγων Lee Jeffries


Πολίτευμα

ποίημα

του Γρηγόρη Σακαλή

και μια φωτογραφία του φωτογράφου των αστέγων Lee Jeffries




Όταν συναντάω ένα ζητιάνο

αισθάνομαι ξαφνικά πλούσιος

μα είναι μια ψευδαίσθηση

μία παγίδα που γραπώνει το νου

και τίποτα παραπάνω

αυτός ο ζητιάνος είμαι εγώ

είσαι εσύ, είμαστε όλοι μας

μα δεν το ξέρουμε

ή δεν το φανταζόμαστε

πως αύριο μπορεί

να είμαστε στη θέση του εμείς

αφού είναι όλα τόσο ρευστά

σ’ αυτό το «ιδανικό» πολίτευμα

της φιλελεύθερης δημοκρατίας

που καταδικαστήκαμε

να ζούμε

όπου ή ακολουθείς τους κανόνες

και επιζείς

ή πίνεις το κώνειο

και λύνεις το πρόβλημα οριστικά

αφού ο χώρος για αγώνα

είναι ελάχιστος

κι οι συναγωνιστές λιγοστοί.



Γρηγόρης Σακαλής

(φωτογραφία: Lee Jeffries)

Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» και «Θαμμένος στην Άμμο», από τις εκδόσεις Πλανόδιον, τη συλλογή «Πορεία στη γύμνια», Bookstars και τις συλλογές «Κυτίο κρυφών ονείρων» και «Άχρονη μετάβαση» από τις εκδόσεις Ενδυμίων. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012. Η συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες ενός παραμυθά» κυκλοφορεί σε μορφή e-book από την Easywriter.gr. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.

H «Αθήνα Ενδοχώρα» μέσα από τη ζωγραφική πράξη 37 Ελλήνων δημιουργών στο Κέντρο Τεχνών «Μετς» Το ζωγραφικό αφήγημα επιμελείται ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Βατόπουλος (4 Δεκεμβρίου 2018 ως 2 Φεβρουαρίου 2019)


«Αθήνα Ενδοχώρα» 

ζωγραφικό αφήγημα

μέσα από τη ζωγραφική πράξη 37 Ελλήνων 

δημιουργών

στο Κέντρο Τεχνών «Μετς»



Το ζωγραφικό αφήγημα

επιμελείται ο δημοσιογράφος και συγγραφέας

Νίκος Βατόπουλος

(4 Δεκεμβρίου 2018 ως 2 Φεβρουαρίου 2019)






Συμμετέχουν οι εικαστικοί
Νίκος Αγγελίδης, Δημήτρης Αγγελόπουλος, Γιάννης Αδαμάκης, Δημήτρης Αναστασίου, Καλλιόπη Ασαργιωτάκη, Ειρήνη Βογιατζή, Ανδρέας Γεωργιάδης, Φραγκίσκος Δουκάκης, Ειρήνη Ηλιοπούλου, Απόστολος Ιτσκούδης, Μηνάς Καμπιτάκης, Βασίλης Καρακατσάνης, Νίκος Κιτμερίδης, Νικόλας Κληρονόμος, Λήδα Κοντογιαννοπούλου, Σπύρος Κωτσάλας, Αλέκος Λεβίδης, Βασίλης Λιαούρης, Θανάσης Μακρής, Τίμος Μπατινάκης, Ράνια Μπέλλου, Γεωργία Μπλιάτσου, Γευσώ Παπαδάκη, Λίλα Παπούλα, Αχιλλέας Πιστώνης, Βασίλης Πούλιος, Γιώργος Σαλταφέρος, Βασίλης Σελιμάς, Βασίλης Σούλης, Αντώνης Σταβέρης, Φίλιπ Τάρλοου, Βαγγέλης Τζερμιάς, Νικόλας Τζούμας, Βιργινία Φιλιππούση, Κατερίνα Χαδουλού, Πάβλος Χαμπίδης, Αθηνά Χατζή

ωράριο λειτουργίας: 
Τρίτη-Πέμπτη-Παρασκευή 11.00 -14.00 και 18.00 - 21.00
Τετάρτη-Σάββατο 11.00 - 15.00


Ευγένιου Βουλγάρεως 6
Παγκράτι - Μετς
6938302071
2111134262

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

Για το βιβλίο «Ο Βιωμένος Χρόνος – μικρές ιστορίες» της Διώνης Δημητριάδου εκδόσεις ΑΩ γράφει η Μαρία Λυδία Κυριακίδου η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Apodyoptes https://apodyoptes.com/2018/11/27/o-viomenos-chronos-tis-dionis-dimitriadou/


Για το βιβλίο «Ο Βιωμένος Χρόνος – μικρές ιστορίες» 
της Διώνης Δημητριάδου
 εκδόσεις ΑΩ
 γράφει η Μαρία Λυδία Κυριακίδου
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Apodyoptes
https://apodyoptes.com/2018/11/27/o-viomenos-chronos-tis-dionis-dimitriadou/



Ο Émile Littré στο σπουδαίο λεξικό του (1863) μας χάρισε έναν ορισμό για το διήγημα.
Σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν, ο οποίος γεννάται από τη διάκριση του διηγήματος από τα υπόλοιπα είδη του πεζού λόγου, το διήγημα δε διαφέρει κατ’ ουσίαν από το μυθιστόρημα.
Διήγημα και μυθιστόρημα, κατά τον Littré,  αποτελούν ουσιαστικά τη γένεση μιας μυθοπλασίας ή, τελικά, μιας ιστορίας που φαίνεται ως τέτοια.
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ωστόσο, παρουσιάζει ένας χαρακτηρισμός του Ξενόπουλου, όπως εντοπίστηκε στον πρόλογο της συλλογής των διηγημάτων της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου (ουσιαστικά της πρώτης γυναίκας πεζογράφου), που είχε τον τίτλο «Δεσμίς διηγημάτων» και η οποία εκδόθηκε το 1889 στην Κωνσταντινούπολη.
Σε εκείνο το κείμενο, ο Ξενόπουλος, έγραφε πως το διήγημα «ομοιάζει με την γυναίκα», αφού όπως «η γυνή άνευ καλλονής» έτσι και το διήγημα, «άνευ τέχνης» δε μπορεί να εκπληρώσει τον προορισμό του.  Λίγο παρακάτω, θα προσθέσει πως το διήγημα είναι αδιαμφησβήτητα, μετά το δράμα, το δυσκολότερο είδος του λόγου.
Και είναι, θα λέγαμε, απολύτως εύστοχη η παρατήρηση του μέγα Ξενόπουλου, μιας που απαιτείται νους ευφυής, οξυδερκής και διεισδυτικός, απαιτείται νους εκπαιδευμένος στους ελιγμούς για τη συγγραφή ενός καλού διηγήματος, αφού το διήγημα δε μπορεί να εκπληρώσει τον στόχο του, αλλά ούτε και να φτάσει τον προορισμό του, αν δε καταφέρει να αποδώσει την ουσία, να σμικρύνει τα μεγάλα και να αποτυπώσει βαθιές παρατηρήσεις και αλήθειες σε μια μικρή, μόνο, σελίδα.
Διαβάζοντας τη συλλογή της κ. Διώνης Δημητριάδου, «Ο βιωμένος χρόνος», συναισθανόμαστε τον ορισμό του Ξενόπουλου. Πρόκειται για μια γραφή ψύχραιμη, μα όχι ψυχρή, ώριμη, μα όχι γερασμένη. Μια πένα μεστή και ζωηρή την ίδια στιγμή, που δε φλυαρεί τη συγκίνηση και που όμως δεν παζαρεύει την αλήθεια της. Μια ματιά που ανασκοπεί χωρίς να χάνει την επαφή της με το διαρκές παρόν.

«Ο βιωμένος χρόνος» αποτελεί μια συλλογή διηγημάτων που, όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο, πραγματεύεται «τον μέσα χρόνο», τον εσωτερικό, προσωπικό μας χρόνο. Τις στιγμές, δηλαδή, που εμείς καταφέρνουμε να αποτυπώσουμε ανάμεσα σε εκείνες τις μικρές αναλαμπές που νιώσαμε πως συλλάβαμε το νόημα της ύπαρξης. Κι όλο αυτό τη στιγμή που ο συμπαντικός «άχρονος χρόνος» τρέχει, αδιαφορώντας για οτιδήποτε ορίζει ή ερίζει εμάς, τους απειροελάχιστους.
«Πότε πότε και τα ουράνια σώματα αυτονομούνται από τις κοσμικές συντεταγμένες και αποφασίζουν να πρωτοτυπήσουν. Κι αν αυτό μοιάζει λιγάκι αυθαίρετη εικασία, τότε φτάνει να βρεθεί κανείς μια νύχτα με πανσέληνο δίπλα στη θάλασσα».
(άναρχα, σελ.32)

«Ο βιωμένος χρόνος» της κ. Διώνης Δημητριάδου μοιάζει να βαδίζει επάνω σε μια νοητή σκαλωσιά, φτιαγμένη συνδυαστικά από πραγματικά βιώματα και ονειρικά μετρήματα, σμιλεμένες παρατηρήσεις και φιλοσοφικούς (ανά)στοχασμούς. Σχολιάζει, θυμάται, θέτει την ερώτηση, διαπιστώνει. Όλα τα ίχνη των διηγημάτων του βιβλίου αυτού χαρτογραφούν οπωσδήποτε ένα κομμάτι του εσώτερου συμπαντικού ορίζοντα της συγγραφέως, τον οποίο περιφρουρεί καιροφυλακτώντας, αλλά και που αφήνει ελεύθερο να διαστέλλεται.
«Εκείνη κατέβηκε τις σκάλες και χύθηκε στον δρόμο με όλο το βάρος μιας λέξης που δεν ειπώθηκε. Ακόμα με την αίσθηση του μάταιου να ισοπεδώνει κάθε επιθυμία. «Ας είναι», είπε, «η στιγμή αποτυπώθηκε».
(ο σκοτεινός θάλαμος, σελ. 41)
Ξεχώρισα πολλές ιστορίες, κατά έναν παράξενο τρόπο συνδέθηκα στενά με την εξελικτική αφήγηση αυτού του βιωμένου χρόνου, όπως ξεδιπλώνεται σε τούτο το εξαιρετικό βιβλίο, όπως «η πορτοκαλιά» που με άγγιξε ιδιαιτέρως και από τη θέση του εκπαιδευτικού.
«Ο βιωμένος χρόνος» είναι μια συλλογή διηγημάτων που αληθινά αξίζει να διαβαστεί.

Μαρία Λυδία Κυριακίδου

"Κική Δημουλά «Αχθοφόρος Μελαγχολίας» Ποίηση και Ποιητική του Πένθους" Δέσποινα Παπαστάθη εκδόσεις Gutenberg η πρώτη δημοσίευση στην Bookpresshttps


"Κική Δημουλά

«Αχθοφόρος Μελαγχολίας»

Ποίηση και Ποιητική του Πένθους"

Δέσποινα Παπαστάθη

εκδόσεις Gutenberg
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpresshttps://www.bookpress.gr/kritikes/texnes/papastathi-despoina-gutenberg-kiki-dimoula-achthoforos-melagcholias-dimitriadou





Ένας πολύτιμος οδηγός στην ποίηση της Κικής Δημουλά. Αυτό θα μπορούσε να είναι το πόνημα της Δέσποινας Παπαστάθη, αν δεν ήταν η διδακτορική της διατριβή (εγκρίθηκε το 2014 στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων), η οποία παρουσιάζεται εδώ με την απαραίτητη φυσικά επεξεργασία, προκειμένου να αναγνωσθεί από το πλατύ κοινό και όχι μόνον από την επιστημονική κοινότητα.
Η Παπαστάθη κερδίζει τη θέα στην ποίηση της Δημουλά κάτω από το πρίσμα του πένθους, το οποίο ως αίσθηση κυριαρχεί σε όλο της τον ποιητικό λόγο. Το πένθος ερευνάται και ως πολλαπλή παρουσία (κυριολεκτική ή μεταφορική) στα ποιήματά της αλλά και ως αποκλειστική σχεδόν αφορμή της έμπνευσής της, ως γενικότερη ποιητική θεώρηση – γι’ αυτό και ο υπότιτλος του βιβλίου «Ποίηση και Ποιητική του πένθους». Η ποιήτρια αφήνει τον κοινωνό της ποίησής της να συλλάβει το εδώ και το εκεί. Η ίδια μεταφέρει τα μηνύματα από τον ένα κόσμο στον άλλο. Επαναφέρει τα νεκρά σώματα στη ζωή και στέκεται μετέωρη ανάμεσα στο θέλω και το φοβάμαι. Αντιλαμβάνεται ότι η απόπειρα αυτή είναι απλώς μια επίσκεψη. Έχοντας απόλυτη συνείδηση της διάρκειας της επίσκεψης, μας προσφέρει μια γέφυρα, ένα παράνομο περίπατο στον χώρο της ακινησίας. Μοναχικός ο περίπατος με γνώση της μοναξιάς του. Διαβάζουμε στον Πρόλογο:
Η ποίηση της Κικής Δημουλά, από την πρώιμη έως την ώριμη ποιητική παραγωγή της, κυριαρχείται από τον θάνατο, το κενό, την αίσθηση πως «ο χρόνος εξαντλείται», πως η «αυλαία δε θα αργήσει να πέσει», καθώς η ποιήτρια υπερβαίνει τα όρια της ιστορικής αλήθειας και πενθεί την απώλεια ως την αναπότρεπτη κατάληξη της ανθρώπινης φύσης.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία κεφάλαια: 1. Στο πρώτο ερευνάται η Ποιητική του πένθους στην ποίηση της Κικής Δημουλά. Εδώ ορίζεται και εξετάζεται η έννοια του πένθους από την οπτική της ποιήτριας, το εφήμερο του σώματος, τα συνακόλουθα του πένθους συναισθήματα, οι «χώροι» του πένθους (το έρημο σπίτι, το νεκροταφείο, οι κοινοί τόποι, η φύση) και η διαβρωτική δύναμη του χρόνου. 2. Στο δεύτερο ο μύθος και η λειτουργία του (η σχέση με τα θρησκευτικά στερεότυπα, η σχέση με τον αρχαιοελληνικό μύθο), καθώς και η απομύθευση του μύθου. 3. Στο τρίτο η Ποίηση και η Τέχνη – ο διάλογος μεταξύ τους, επιρροές, εμπνεύσεις.
Σημαντική θέση στο πόνημα καταλαμβάνει η εκτενής Εισαγωγή, την οποία «προλογίζει» ως προμετωπίδα ο στίχος του T.S. Eliot every poem is an epitaph (εύσχημος τρόπος για να ανοίξει ο χώρος του πένθους που έτσι κι αλλιώς ταιριάζει στην ποίηση γενικότερα, ωστόσο αποτελεί ακριβώς το πλαίσιο της εξεταζόμενης ποίησης). Εδώ δίνεται η έννοια του πένθους ως παρηγοριά/παραμυθία στην παραδοσιακή ποίηση αλλά και η διαφοροποίηση του ως «απαρηγορία» στις μοντέρνες ποιητικές εκδοχές., ώστε να φανεί η διάκριση της Ελεγείας από την  «Αντιελεγεία», κατάλληλη επισήμανση προκειμένου στα κεφάλαια που ακολουθούν να καταδειχθεί η ιδιαιτερότητα της ποίησης της εξεταζόμενης ποιήτριας.
Ανατέμνοντας την ποίηση της Κικής Δημουλά η Παπαστάθη μεταφέρεται στον χώρο της υπαρξιακής ποίησης, αφού η αναζήτηση της ποιήτριας εστιάζεται στον εσωτερικό της κόσμο με διαρκείς καταδύσεις στα βάθη του εαυτού της. Οι αφορμές της σχεδόν αποκλειστικά γήινες, καθημερινές, πεζές – όσο πεζή μπορεί ποτέ να είναι μια ποιητική αφορμή. Η ποιήτρια ανακαλύπτει εκεί στο βάθος του πνιγμού –για να δανειστούμε ένα στίχο του Γιάννη Ρίτσου– την πραγματική ζωή, και νιώθει έτοιμη να μας τη δώσει σε ποιητική φόρμα. Αποφεύγει τον λυρισμό και δίνει τις λέξεις γυμνές από περιττά στολίδια γεμάτες, όμως, από πλούσια νοήματα. Οι λέξεις της ερμηνεύονται σε πολλά επίπεδα, ανάλογα με τα είδωλα που δίνει ο καθρέπτης, μέσα από τον οποίο κοιτάζουμε. Αφαιρετική η σύλληψη, δημιουργείται, όμως, ένα είδος κώδικα, τον οποίο καλείται να σπάσει ο κοινωνός της ποίησής της προκειμένου να διεισδύσει μαζί της στην κοινή εμπειρία. Αλλεπάλληλα παιχνίδια με τον στίχο μέσω μιας γλώσσας, που η ποιήτρια κατέχει πολύ καλά, ώστε να την πλάθει ανάλογα με τη διάθεσή της. Ξεκινάει από κάτι συγκεκριμένο και εύκολα αναγνωρίσιμο, για να μεταβεί αμέσως μετά σ’ ένα χώρο ερμητικά κλειστό και δυσπρόσιτο σε όποιον  δεν μπορεί να βρει τα κλειδιά για να εισχωρήσει. Στον ποιητικό της κόσμο τα αντικείμενα προσωποποιούνται, την ίδια στιγμή που οι άνθρωποι αποκτούν ιδιότητες υλικές. Η Παπαστάθη με πληθώρα αναφορών σε άλλους μελετητές της ποίησης της Κικής Δημουλά δίνει έτσι τα βασικά χαρακτηριστικά της, αναδεικνύει το ύφος και τη χρήση της γλώσσας και τη θεματική της ποιήτριας, η οποία παραμένει ίδια σε όλες τις συλλογές της. Επισημαίνεται, φυσικά, η καταλυτική επίδραση του θανάτου του συντρόφου (Άθως Δημουλάς) στον τρόπο της γραφής της, που την έφερε πρόσωπο με πρόσωπο με την εσωτερίκευση του πένθους και κατόπιν με την εξωτερίκευσή του μέσω της ποίησης. 




Όπως παρατίθενται επιλεγμένα αποσπάσματα από τις συλλογές της που ακολούθησαν το τραυματικό αυτό γεγονός, δηλαδή από το  Χαίρε Ποτέ, 1988, ως την πρόσφατη Άνω τελεία, 2016, γίνεται φανερή και μία ακόμη παράμετρος που αφορά προσωπικά την ποιήτρια αλλά μπορεί να έχει και γενικότερο ενδιαφέρον. Η ποιήτρια στη συλλογή της Ήχος απομακρύνσεων, 2001, επανέρχεται πιο ώριμη στο θέμα του βιωμένου πια θανάτου και της συντροφικής απώλειας. Έχει συνδέσει, θαρρείς, την ποιητική της δημιουργία με αυτή τη δαιμόνια θλίψη, μια θλίψη προς την οποία συμφιλιώνεται αποβάλλοντας λίγο λίγο τον θυμό της για τις παράλογες απώλειες, που χαρακτήριζε τις προηγούμενες συλλογές της Χαίρε ποτέ, 1988, Η εφηβεία της λήθης, 1994, Ενός λεπτού μαζί, 1998. Έρχεται πιο κοντά στην αποδοχή του τέλους; Ακουμπά τις πρότερες βεβαιότητες και τις βρίσκει σαθρές;  Καταρρέει μαζί με τους ανθρώπους που φέρει μέσα της ως απώλειες; Ή μήπως πατάει γερά σε μια βεβαιότητα, ανθρώπινη κι αυτή, αλλά πιο απτή; Ασκήσεις αντοχής, λοιπόν, απέναντι σε μια βεβαιότητα, που μοιραία παραμένει πάντα επίμονη αλλά και πάντα στείρα. Και η ελπίδα δεν βρίσκεται πουθενά; Η ποίηση της Κικής Δημουλά ήταν πάντα μαύρη ποίηση. Η γοητεία της δεν βρισκόταν ποτέ στα αισιόδοξα μηνύματα  (άλλωστε η πραγματική ποιητική αφορμή ποτέ δεν είναι το χαρμόσυνο) αλλά στη βίωση του σκοτεινού και απελπισμένου κόσμου.
 Ήταν, όμως, ποίηση, χωρίς παρεκκλίσεις από τη γνήσια κατάθεση του ποιητή προς τον αναγνώστη του, χωρίς ευκολίες και προχειρότητες. Η ποιήτρια εσίγησε, τουλάχιστον ως προς την έκδοση ποιημάτων της, και επανήλθε το 2005 με τη συλλογή Χλόη θερμοκηπίου. Η συλλογή συγκρινόμενη με τις προηγούμενες αποδεικνύεται πτωχότερη στην έμπνευση. Στην προηγούμενη συλλογή της προσπάθησε για πρώτη φορά να ξεπεράσει τον Άθω Δημουλά στη γραφή της και εδώ συνεχίζει την αποδέσμευση. Προκύπτει ένα ερώτημα: μήπως ο θάνατος, ως βίωση της κοινής και αναπόφευκτης αλήθειας, ήταν ο μοναδικός τροφοδότης της ποίησής της; Αφήνει, νομίζω, να δούμε ότι και η ίδια αναγνωρίζει την αμηχανία της μπροστά στο λευκό χαρτί. Η ποιήτρια ξέκοψε από τον ομφάλιο λώρο της προσωπικής της συντριβής. Οι περίφημοι και εμπνευσμένοι κάποτε συνδυασμοί λέξεων, τώρα λες και φτιάχνονται με κυρίαρχη την τεχνική, όχι όμως πάντα και την τέχνη.
Ο Χάρης Βλαβιανός στο δοκίμιό του «Η πραγματικότητα της ποίησης» καταθέτει  μια σκληρή αλήθεια: «Με συγκινεί η στάση των ποιητών, που, όταν νιώσουν ότι η τέχνη τους αποκόπτεται από όσα την τροφοδοτούσαν, έχουν το σθένος να την εγκαταλείψουν… απορρίπτοντας έγκαιρα αυτήν την τόσο κοινή χειρωνακτική εργασία, όπως ονόμασε κάποτε την ποίηση ο Γέιτς».
Και μια μάλλον αυτονόητη διευκρίνιση: Η παραπάνω παρατήρηση ας θεωρηθεί μια αναγνωστική παρέμβαση (με το θάρρος και την αυθαιρεσία ίσως που συνοδεύουν –ευτυχώς– τις αναγνώσεις της λογοτεχνίας και πολύ μάλλον της ποίησης), η οποία προέκυψε ακριβώς επειδή το συγκεκριμένο πόνημα της Παπαστάθη μεταπηδά από τον αρχικό του σκοπό ως διδακτορική διατριβή και προσφέρεται μέσα από την πληρέστατη και αισθητικά άψογη έκδοση του Gutenberg στο ευρύ κοινό ως ένας ερμηνευτικός οδηγός στην ποίηση της Δημουλά και ως μια πλούσια πηγή πληροφοριών για το έργο της.  Η οποιαδήποτε, επομένως, αναγνωστική προσέγγιση αφενός νομιμοποιείται να υπάρχει αλλά αφετέρου σε τίποτα δεν μειώνει την εξαίρετη εργασία της Δέσποινας Παπαστάθη. Οι ποικίλες αναγνώσεις άλλωστε είναι αφορμές για διάλογο.
Διώνη Δημητριάδου


Η ανάγνωση του Θανάση Βαβλίδα στο συλλογικό «Με το π της ποίησης – δεκατρείς λογοτέχνες για τη τρίτη ηλικία» εκδόσεις ΑΩ 2018 (δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Vakxikon.gr στις 27 Νοεμβρίου 2018, στις «Αναγνώσεις - Προτάσεις για τον Δεκέμβριο»)


Η ανάγνωση του Θανάση Βαβλίδα στο συλλογικό

«Με το π της ποίησης – δεκατρείς λογοτέχνες για τη τρίτη ηλικία»

εκδόσεις ΑΩ 2018

(δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Vakxikon.gr στις 27 Νοεμβρίου 2018, στις «Αναγνώσεις - Προτάσεις για τον Δεκέμβριο»)




Όταν ξεκινούσα να διαβάζω το βιβλίο αυτό, δε γνώριζα ούτε φανταζόμουν το μέγεθος και το βάθος του εγχειρήματος, που έχει πάνω απ' όλα έναν κοινωνικό στόχο με ευρύτητα αντιλήψεων. Ο κοινωνικός στόχος είναι να προκαλέσει και να προάγει μέσω εκδηλώσεων το διάλογο για θέματα της τρίτης ηλικίας και η ευρύτητα αντιλήψεων έχει να κάνει με τα πολλαπλές πτυχές που θίγει πάνω σε αυτά τα θέματα.
Πρόκειται για μια μικτή φόρμα με ποίηση και διήγηση για την οποία συνεργάστηκαν δεκατρείς λογοτέχνες συνθέτοντας ένα ενιαίο αφήγημα.
Όταν το διάβασα, της έγραψα μεταξύ άλλων:
"Η ιδέα είναι εξαιρετική και η υλοποίηση εξαιρετικότερη. Ένα δυνατό, συγκινητικό διήγημα περικλείει και ταυτόχρονα περιφέρεται σε όλα τα ποιήματα της σύνθεσης, σε μια αγαστή συνομιλία, που ακόμα και όταν τα ποιήματα είναι εκτενή, δεν λοξοδρομούν από την κεντρική θεματική. Για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας", καθρεφτίζει μια πολυσύνθετη πραγματικότητα που σχετίζεται με το αναπόφευκτο τέλος. "Για νέους και μεσήλικες είναι μια έντονα εκφραστική υπενθύμιση ότι υπάρχει κι αυτή η φάση της ζωής, αυτή η πιθανότητα, αυτό το μέλλον". Και πρέπει να την αποδεχτούμε ως αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής, προκειμένου να προσδώσουμε στις πτυχές του βίου μας την διάνοιξη και όχι τον αποκλεισμό, την ενέργεια και όχι την αδρανοποίηση, ένα φάσμα χρωμάτων και όχι το μονοσήμαντο σκότος.
Κατά τη γνώμη μου δεν πρόκειται απλώς για ένα καλό βιβλίο, αλλά για ένα σημαντικό βιβλίο και θα προσπαθήσω στη συνέχεια να σας αναπτύξω εν συντομία τους λόγους αυτής της κρίσης.
Πρώτον, η μορφή του. Πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα διήγημα που συνδέεται με νήματα ποιητικής μνήμης από αφηγητή σε αφηγητή, όπου ένας ηλικιωμένος, έγκλειστος σε κελί, αναμένει να του ανακοινώσουν την εκτέλεσή του. Και παρ' ότι γράφτηκε εκ των υστέρων προκειμένου να συνομιλήσει τμηματικά και κατ' ιδίαν με τα δώδεκα ποιήματα της σύνθεσης, καταφέρνει να αφηγηθεί μια ενιαία ιστορία μαζί τους σε παράλληλους και σε διασταυρούμενους χρόνους. Τα ποιήματα δεν ακολουθούν συγκεκριμένη στιχουργική τεχνοτροπία, σηματοδοτώντας με την ποικιλία τους τις πολυκύμαντες εκφάνσεις της ζωής.
Δεύτερον, το περιεχόμενό του. Οι δεκατρείς λογοτέχνες μετρούν και ανατέμνουν το χρόνο, κοιτούν από την τρίτη ηλικία προς τα πίσω, στην δεύτερη και στην πρώτη, ιδίως στην πρώτη, οι μνήμες πλέκουν το κουβάρι μιας ζωής που σωρεύεται και στέλνει στη λήθη τα ξέφτια και στο καλάθι τα αταίριαστα νήματα, μνήμες που έρχονται, φεύγουν και επανέρχονται μετρώντας τις απώλειες της φθοράς και ρυθμίζοντας τις προσδοκίες μιας ανεπιθύμητης αποχώρησης. Βλέπεις τους άλλους ν' αποχωρούν και σε καταλαμβάνει η επιθυμία να μην αρχίσει ποτέ το δίχως τέλος ταξίδι, εκτός αν το δεις ανάποδα: ένα ταξίδι που έχει ήδη αρχίσει και δε θες να τελειώσει ποτέ και όπου η άφιξη δεν είναι το τέλος, αλλά μια νέα αρχή.
Και τρίτον, ο απώτερος στόχος του: η δια μέσω της λογοτεχνίας ευαισθητοποίηση του κοινού στα θέματα που ταλανίζουν σήμερα την τρίτη ηλικία και που σε μεγάλο βαθμό έχουν να κάνουν με τη μνήμη (ατομική ή και συλλογική), όπως η γεροντική άνοια με αποκορύφωμα τη νόσο του Αλτσχάιμερ, η γεροντική αδυναμία με αποκορύφωμα την ορθοπεδικού ή παθολογικού τύπου κατάκλιση, η κοινωνική αναλγησία που εκούσια ή ακούσια κωφεύει τόσο στα φθογγόσημα της σοφίας των γερόντων όσο και στις ριπές των εκκλήσεών τους για στήριξη. Τα ζητήματα της τρίτης ηλικίας, ειδικά για τη χώρα μας, με την έντονη δημογραφική γήρανση, θα μας απασχολούν όλο και πιο έντονα τις επόμενες δεκαετίες και η διαχείρισή τους θα είναι, ίσως, το υπ' αριθμόν ένα θέμα. Όσο πιο νωρίς γίνει αντιληπτό αυτό, τόσο πιο νωρίς θα δώσουμε στα νήματα της ζωής μας την ελευθερία που χρειάζονται για να πλέξουν το ένδυμα της ευτυχίας και όχι το κουβάρι της δυστυχίας.
Έχοντας, λοιπόν, διαβάσει τα κείμενα και μη θέλοντας να μακρηγορήσω, είχα την ιδέα να γράψω για κάθε ποίημα - κείμενο έναν στίχο, αφιερωμένο στον εκάστοτε λογοτέχνη. Και αφού το π της ποίησης μπορεί να είναι το π=3,14, το π του παππού και το γ της γιαγιάς, το π της περπατούρας και το β της βακτηρίας, το π του πάντα και του ποτέ, το π του παρελθόντος και το θ του θυμάμαι, θα καταλάβετε πού παραπέμπουν και οι στίχοι.
Για τη Διώνη Δημητριάδου
Το παιδί κοιμάται σ' έναν ίσκιο που απλώνεται μέχρι να το σκεπάσει.
Για την Ξανθίππη Ζαχοπούλου
Όταν τυλίγεις το κουβάρι του ήλιου, οι σκιές είναι τα νήματα.
Για τον Αντώνη Θ. Παπαδόπουλο
Ποτέ να μην αποδιώχνεις τις ρίζες που έθρεψαν τα όνειρά σου.
Για τον Ηλία Παπακωνσταντίνου
Το φως χαράζει τις ρυτίδες και το σκοτάδι τις θωπεύει.
Για τη Ματίνα Κ. Καρελιώτη
Ησυχία και περίσκεψη για να νιώσεις τους κελαηδισμούς του ονείρου.
Για τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο
Συναντά ο φαιόχρωμος ίσκιος σου τα κίτρινα φύλλα της μνήμης.
Για τον Στάθη Κεφαλούρο
Πριν έρθει ο χειμώνας, υπήρχαν κάποτε τρεις άλλες εποχές.
Για τον Γιώργο Ρούσκα
Όσο κι αν θυμηθείς, η λήθη έχει δυνατότερο ίσκιο.
Για τον Αντρέα Πολυκάρπου
Ίσως η ώρα που σε σκιάζει ο ύπνος είναι ταυτόχρονα της γης και τ' ουρανού.
Για την Αναστασία Ν. Μαργέτη
Ήταν μια στιγμή, κι άλλη μια στιγμή, κι άλλη μια στιγμή, και μια αιωνιότητα.
Για τη Φαίη Ρέμπελου
Συσπειρώνονται τα μέλη του σώματος για να σβήσουν τα ίχνη του χρόνου.
Για την Αγγελική Ζερβαντωνάκη
Ήρθε η ώρα να μαδήσεις τα φύλλα, αυτές τις νευρικές απολήξεις της ρίζας.
Για τον Χαράλαμπο Μαγουλά
Σηκώθηκε το παιδί απ' τον ίσκιο του και άφησε μια τρύπα φως.
Αυτοί ήταν οι δεκατρείς στίχοι. Με το αρχικό γράμμα κάθε στίχου έφτιαξα την ακροστοιχίδα "Το π της ποίησης", δηλαδή σχεδόν τον τίτλο του βιβλίου. Προσθέτοντας τη λέξη "ΜΕ" θέλω να ευχηθώ σε όλους τους δημιουργούς να είναι πάντα με το π του πάθους.
Θανάσης Βαβλίδας