Πέμπτη 9 Μαρτίου 2023

Εισήγηση του Παναγιώτη Χαλούλου σε εκδήλωση στη Στέγη Γραμμάτων "Κωστής Παλαμάς" για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Αγαθά στοιχειά της Παναγιώτας Λάμπρη

 Εισήγηση

του Παναγιώτη Χαλούλου 

για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας

 Εκδήλωση  στη Στέγη Γραμμάτων 

"Κωστής Παλαμάς" 

8 Μαρτίου 2023


Τα Αγαθά στοιχειά

της Παναγιώτας Λάμπρη

 

Κάθε φορά που διαβάζω κείμενα της Παναγιώτας Λάμπρη, διάσπαρτα, δημοσιευμένα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πλέον, διαπιστώνω την ανεξάντλητη έμπνευσή της, που μας προσφέρει άλλοτε ποίηση, άλλοτε διηγήματα και άλλοτε λαογραφικά κείμενα, που διασώζουν συνήθειες παλιές, για να μην ξεχαστούν ή για να τις γνωρίσουν οι νεότερες γενιές, που δεν τις έχουν βιώσει όπως εμείς, που πλέον είμαστε από τις παλιότερες γενιές, που …παλιώσαμε πλέον!


Πονά η Παναγιώτα για τα έθιμα που χάνονται με το πέρασμα του χρόνου και με το σύγχρονο αστικό τρόπο ζωής. Έτσι στο διήγημα «Η Λάμπρω»: «Θλιβόταν πολύ και ένιωθε πως τόσο αυτό όσο και άλλα από τα έθιμα του χωριού της χάνονταν στη ρύμη των καιρών. Οι άνθρωποι απομάκρυναν από την ζωή τους τον ένα μετά τον άλλον τους δεσμούς με το παρελθόν και τους προγόνους τους και η ίδια ποθούσε, σχεδόν παρακαλούσε να ’ρθει η ώρα να πεθάνει, για να μη βλέπει την κατάντια, όπως συνήθιζε να λέει…»

Η Παναγιώτα έχει ήδη ένα πλούσιο έργο σε βιβλία, που κατατάσσονται και στα τρία παραπάνω είδη και το συγγραφικό της έργο παρακολουθώ χρόνια τώρα από τότε που γνωριστήκαμε ως συνάδελφοι και γίναμε καλοί φίλοι.

Μια ευχάριστη έκπληξη το νέο βιβλίο της με διηγήματα, αφιερωμένα στις γυναίκες, στη μητέρα της «και στις άλλες αγρότισσες μανάδες», όπως αναφέρει στην προμετωπίδα του βιβλίου, «τις αγαθοδαίμονες της Ρωμιοσύνης, με ευγνωμοσύνη», όπου μας παρουσιάζει τις γυναίκες της παλιάς Ελλάδας, τις γυναίκες του μόχθου, που αναλάμβαναν κάθε δουλειά, στο σπίτι ως νοικοκυρές, μανάδες, νύφες, σύζυγοι, πεθερές, αλλά και στα χωράφια μαζί με τους άνδρες ή και μόνες. Είναι οι γυναίκες, που όλα περνούσαν από τα προκομένα χέρια τους: «Τα αεικίνητα, φιλόπονα χέρια της, για τα οποία έλεγε, άμα λάχαινε, όλο περηφάνια: “Αυτά τα χέρια! Και τι δεν έκαναν αυτά τα χέρια!” Ναι, τα ρικνά της πια χέρια και τι δεν είχαν κάνει!», γράφει για την ηρωίδα του δεύτερου διηγήματος, την Αναστασία. «Τα θωρώ και μου μοιάζουν με φτερά απλωμένα που θέλουν να πετάξουν, αλλά δεν ξέρω για πού!» θα πει στην Ανθούλα η γιαγιά της στο διήγημα «Η Πανάγιω» και «Αποκλειστικά για μένα δεν ξέρω αν έκανα κάτι, αλλά νομίζω πως όλα αυτά, τα οποία έκανα για τους άλλους, τα έκανα και για μένα». Τα χέρια της προσφοράς για αυτά τα αγαθά στοιχειά, που σαν φτερά φροντίδας και προστασίας άπλωναν στα αγαπημένα πρόσωπα και αυτό ήταν η δική τους ικανοποίηση: «τα έκανα και για μένα»…

Διαβάζοντας αναγνωρίζω συνήθειες παλιές, που σίγουρα σε νεότερους δεν λένε κάτι, όπως: «…Αυτή τη φορά θα κάνεις θυγατέρα. Δεν βλέπεις πόσο ομόρφυνες και πόσο χαμηλά είναι η κοιλιά σου; Σίγουρα θα κάνεις. Προχτές τράβηξα το γιάντες κι έδειξε το ίδιο!». Πόσοι από τους νεότερους γνωρίζουν το «γιάντες»;… Ποιος στη σημερινή εποχή κατανοεί εύκολα τη χαρά των παιδιών, που γεύονταν πορτοκάλια, σπάνιο είδος φρούτων σε ορεινές περιοχές, για τις εποχές που η αγορά δεν είχε τη σημερινή μορφή και έκταση, αφού η πορτοκαλιά δεν ευδοκιμεί σε υψόμετρα με τις γνωστές χαμηλές θερμοκρασίες και τα πορτοκάλια ήταν δυσεύρετα, αν όχι και άγνωστα για κάποιους! Διαβάζουμε στο διήγημα «Η Όλγα»: «Περιττό να περιγραφεί η χαρά που συνόδευσε το καθάρισμα και τη βρώση των ζουμερών πορτοκαλιών, των οποίων η κοιλιά ήταν γεμάτη με παιδάκια! [* μικρές φέτες στο κέντρο του πορτοκαλιού, έτσι τις αποκαλούσαμε κι εμείς ως παιδιά…]  Έτρωγαν και το μαλακό γλυκό άσπρο περίβλημά τους, ενώ κάποιες φλούδες τις έριχναν στη φωτιά και γέμιζε η ατμόσφαιρα από το υπέροχο μεθυστικό άρωμά τους! Και ο Λάμπρος, γνωρίζοντας πως σπάνια γευόντουσαν εσπεριδοειδή, χαιρόταν πάρα πολύ και υποσχέθηκε πως με την πρώτη ευκαιρία θα τους ξαναστείλει».

Πολλές φορές οι ιστορίες που αφηγείται η Παναγιώτα μοιάζουν μικρά δράματα με στοιχεία αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όταν, για παράδειγμα, στο πρώτο διήγημα «Η Αλεξάνδρα» ο πλανόδιος έμπορος, φιλοξενούμενος μια νύχτα σε σπίτι πελατών του, γίνεται μάρτυρας της παρουσίας των στοιχειών, που εμφανίστηκαν να «μοιράνουν» το νεογέννητο της σπιτονοικοκυράς. Ιστορίες, που παλιότερα γίνονταν πιστευτές και δεν αποτελούσαν μόνο στοιχεία παραμυθιού, ήταν πεποίθηση πως συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα τέτοιες ιστορίες άκουγα κι εγώ από τη γιαγιά μου! Οι τρεις Μοίρες (της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας) Κλωθώ, Άτροπος και Λάχεσις, όπως αναφέρεται στο διήγημα, «Είπαν πολλά, πάρα πολλά. Αλλά εκείνο, το οποίο τον συντάραξε ήταν πως “ο ξένος που βρίσκεται στο σπίτι θα γίνει ο σύζυγος της νιογέννητης”». Ταράσσεται ο ξένος, βασανίζεται να βρει λύση, να αποφύγει το μοιραίο και, όχι χωρίς τύψεις για το κακό που θα προκαλούσε στους ευεργέτες του που τον φιλοξένησαν, αποφασίζει: «Θα σκότωνε το βρέφος! Ναι, θα το θανάτωνε, θα έφευγε μακριά και ούτε που τον ένοιαζε αν θα ’χε βερεσέδες ανεξόφλητους». Η απέλπιδα αυτή λύση δεν μας θυμίζει το βρέφος Οιδίποδα, που έπρεπε να θανατωθεί, για να μην εκπληρωθεί της Μοίρας η προφητεία; Αλλά, όπως στην περίπτωσή του, έτσι έγινε και με αυτό το βρέφος, διασώθηκε, με ένα σημάδι στο κορμί της όμορφης Αλεξάνδρας από το φράχτη, όπου εκσφενδόνισε το μωρό ο ξένος. Όταν μετανιωμένος αυτός επιστρέφει, την ερωτεύεται σφόδρα και δεν αποφεύγει τη μοίρα του. Ευτυχές τέλος εδώ, αντίθετα από του Οιδίποδα την ιστορία.

            «Η Βάγγιω» η αλαφροΐσκιωτη, με το κάπως σαλεμένο της μυαλό, έγινε η καλύτερη μάνα για τα έκθετα παιδιά που της έφεραν, αφού δεν έλεγε όχι να αναλάβει τη φροντίδα και την ανατροφή τους, έτσι αγαθή που ήταν. «Και στο ξόδι της, κόσμος πολύς! Όλοι έλεγαν πως δεν είχαν δει άλλη φορά νεκρή με αγγελικό πρόσωπο! Το φωτοστέφανο της έλειπε, σχολίαζαν. Έλειπε όμως στ’ αλήθεια ή απλά οι ίδιοι δεν είχαν καθαρότητα ψυχής και μάτια γαλήνια, για να το δουν;»

            Αγαθά στοιχειά οι ηρωίδες των διηγημάτων, και «Η Ευανθία» ανάμεσά τους, που πλήρωσε με τη ζωή της από τα χέρια του αδελφού της την υποτιθέμενη χαμένη τιμή της, για ένα αγνό έρωτα πριν ακόμα ολοκληρωθεί. Θύμα εγκλήματος τιμής, μια από τις πολλές αδικοχαμένες ζωές γυναικών. Φαινόμενο, που, όσο κι αν οι εποχές και τα ήθη της κοινωνίας μας έχουν αλλάξει, δυστυχώς διαιωνίζεται και όλοι γνωρίζουμε με τον σύγχρονο όρο «γυναικοκτονίες»!...

            Ανθρώπινα πάθη κάνουν τις ηρωίδες της να υποφέρουν, στωικά, χωρίς κακία και μνησικακία, όπως «Η Κωστάντω», εκφράζοντας μόνο παράπονο και δίνοντας άφεση αμαρτιών σε όσους της συμπεριφέρθηκαν άσχημα στη ζωή της. Όπως «Η Λένη», που «δεν είχε καρδιά για τίποτα άλλο, παρά για ν’ αγαπά» και στη θωριά «φάνταζε σαν αιθέρια ύπαρξη, καθώς η ξεχωριστή γοητεία της συμπληρωνόταν από το λευκό με σχεδόν διάφανη επιδερμίδα πρόσωπό της, στο οποίο προσέδιδαν ιδιαίτερο χαρακτήρα τα μελιά μάτια και τα ροδαλά χείλη της». Εδώ οφείλω να σημειώσω ότι η Παναγιώτα έχει μια ιδιαίτερη ικανότητα στις περιγραφές, είτε της εμφάνισης είτε του εσωτερικού κόσμου των προσώπων. Η Λένη λοιπόν, «δεν έχασε, τον μοναδικό, δικό της τρόπο να εκδηλώνει τα συναισθήματά της. Και όσο η ζωή αφόρητα την πλήγωνε τόσο εκείνη φανέρωνε την αγάπη της, λες κι ήταν αυτό μια άμυνα στις συμφορές της και θαρρείς από κάποια θεία οικονομία δίδασκε πως πρέπει ν’ αγαπάμε ακόμα κι αυτούς που μας πληγώνουν και μας πονούν. Ο μόνος που δε διδάχθηκε τίποτα ήταν ο άντρας της, ο οποίος ποτέ δεν την έκανε, όχι να νιώσει γυναίκα, αλλά να εισπράξει στο ελάχιστο τον σεβασμό που της αναλογούσε ως γυναίκας και συζύγου και εν τέλει ως ανθρώπου». 

Γυναίκες της αγνής προσφοράς, όπως η Ρίνα, στο διήγημα «Η Χρύσω», δεν αρνούνται υπηρεσίες, που κανείς δεν τις υποχρέωσε να αναλάβουν, επιζητώντας απλώς να ελαφρύνουν τη δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκαν οι συνάνθρωποί τους λόγω ατυχιών της ζωής. «Η Φανή», μαία του αγροτικού ιατρείου, παιδί αστικής οικογένειας, δεν αρνήθηκε τις υπηρεσίες της να ξεγεννήσει όχι μια επίτοκο γυναίκα του χωριού, αλλά μια γελάδα στη δύσκολη γέννα της «…Ο τοκετός της πλουτοφόρας Μελίσσως άνοιξε μέσα της καινούργια μάτια, για να θωρεί τον κόσμο, και τη μεταμόρφωσε…».

Γυναίκες, που αψήφησαν τις κοινωνικές συμβάσεις, όπως «Η Μαριάννα»:

«…Ο γάμος ολοκληρώθηκε με όλα τα νόμιμα κι οι νεόνυμφοι οδηγήθηκαν στη νυφική τους παστάδα. Ο Λιάκος δεν χόρταινε να κοιτάζει τη σύζυγό του, η οποία κάτω από το αμυδρό φως της καντήλας θύμιζε άγγελο που είχε δραπετεύσει από τον παράδεισο! Την πλησίασε δειλά και την άγγιζε απαλά λες και θα συνθλιβόταν στα χέρια του…

– Έλα, έλα κοντά μου, έλα!

– Αχ! Λιάκο μου, συχώρα με, δεν μπορώ! Τα πόδια μου παρέλυσαν από την κούραση! Δεν αντέχω! Αύριο! Αύριο…

Και ήρθε το αύριο, ήρθε το μεθαύριο και η βδομάδα πέρασε, αλλά αυτή όλο προφάσεις έβρισκε, ώστε να μη δοθεί στον άντρα της. Και δεν του δόθηκε!...

Κυριακή πρωί, ενώ εκείνος φρόντιζε τα ζωντανά, πήγε στην πεθερά της και της είπε:

– Μάνα, πρέπει να πάω λίγο ως το πατρικό μου, γιατί ξέχασα κάτι και το χρειάζομαι…

– Να πας, κόρη μου, να πας και με το καλό να γυρίσεις!

Αυτά ήταν και τα υστερνά λόγια τους! Τα υστερνά; Ναι! Διότι η Μαριάννα μήτε στο πατρικό της πήγε, μήτε στο σπίτι του συζύγου της επέστρεψε. Πήρε τον πολλά υποσχόμενο δρόμο της αγάπης κι ακολούθησε τον άντρα της καρδιάς της!

Τούρκος ήταν ο νέος - τότε το χωριό τους ήταν σκλαβωμένο στους Τούρκους - που της είχε κλέψει την καρδιά! Όταν έμαθε για τον γάμο της, πλάνταξε. Της έστελνε μηνύματα ν’ αλλάξει γνώμη, αλλά… οι μοίρες αλλιώς είχαν κλώσει. Οι μοίρες; Ποιος τις υπολόγιζε τις μοίρες! Στων γεννητόρων της το θέλημα υπάκουσε εκείνη…»

Διασώζει η Παναγιώτα το λεξιλόγιο το ιδιωματικό των ηπειρώτικων χωριών, διάσπαρτο στα διηγήματα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην κουράζει τον αναγνώστη με άγνωστες ή δυσνόητες λέξεις, όπως στη διήγηση της γνωστής λαϊκής ιστορίας για τον Μάρτη, που δανείστηκε μια μέρα από τον Φλεβάρη και τον άφησε Κουτσοφλέβαρο, για να τιμωρήσει τις γριές, που κάγχασαν εναντίον του όλο καυχησιά: «…Από τότε, τις κακοκαιρίες του Μαρτιού τις λένε βάβες και γριές και τον Μάρτη τον λένε γδάρτη, κουλουτινασσάτη [*κουλουτινασσάτης (ο) > κωλοτινασσάτης∙ αυτός που τινάζει τον πισινό, τον πάτο από τα σακιά με το αλεύρι], στραγγοβαένη*, παλουκοκαύτη και φραχτοκαύτη!» Παρέχει βεβαίως τις απαραίτητες λεξιλογικές διευκρινίσεις. Πλούσιο το λαογραφικό στοιχείο, το ηθογραφικό, οι χαρακτήρες των προσώπων διαγράφονται με τη διεισδυτική ματιά της συγγραφέως, μαεστρία στις περιγραφές!

Αγαθά στοιχειά, λοιπόν, οι γυναίκες ηρωίδες σε δεκατέσσερα διηγήματα, που σίγουρα έχουν και βιωματικά στοιχεία, όπως σε πολλά κείμενά της Παναγιώτας, και, σκέφτομαι πως, κατά κάποιο τρόπο, έχουν κάτι κοινό με «του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα» και την τραγικότητά της, που θυσιάστηκε χωρίς να φταίει, που έγινε το στοιχειό του γεφυριού, χωρίς μνησικακία, αφού και την ευχή της έδωσε για της Άρτας το γιοφύρι! Από τη Ροδαυγή της Άρτας η Παναγιώτα Λάμπρη· λέτε να όφειλε ένα χρέος στην αδικοχαμένη γυναίκα στο γιοφύρι της Άρτας και αφιέρωσε σε αυτή και στις άξιες γυναίκες της αγάπης και του μόχθου, κάποιες φορές αναξιοπαθούσες γυναίκες κάθε εποχής, τη συλλογή της «Αγαθά στοιχειά»;...

 Παναγιώτης Χαλούλος

 


ΔΗΜΙΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ 36 ΑΓΧΟΝΕΣ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: ΓΛΥΚΑ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

 

ΔΗΜΙΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ 36 ΑΓΧΟΝΕΣ 
ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ
ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ
ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ
ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: ΓΛΥΚΑ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΥΚΚΙΔΑ

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

 

Η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr



ΣΤΑΘΜΕΥΩΝ ΣΤΙΣ 4 ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΜΩΓΗΣ

 

Από πού έρχεται ο ποιητής; Ποια η καταγωγική αρχή του; Ποιες οι πηγές της τέχνης του; Τα υλικά, τα θέματά του; Από ποιες αγωνίες αρδεύει; Ποιες μνήμες διασώζει; Ποια η θέση του στην κοινωνία; Τα σκοτάδια, τα φτερά του; Τι λέει; Τι δεν λέει; Στο τέλος-τέλος, έχει κάτι να πει;

 

Ριζάκης και Δημητριάδου αναμετριούνται με το θέμα. Όπου η «Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος» του Καρούζου συναντά τη «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή· 595 μ.Χ.» του Καβάφη κάτω απ’ το παιγνιώδες, ειρωνικό και τραγικό κλίμα της «Μικρής Ασυμφωνίας εις Α Μείζον» του Καρυωτάκη.

 

Δύσκολη ποίηση, απαιτητική. Δεν το λέω σαν αρνητικό σχόλιο, η ποίηση είναι πάντα αθώα κι αγνή κι απλή, όποια γλώσσα κι αν μιλάει, όσο δεν ακκίζεται, δεν υποκρίνεται και δεν αριστοκρατεί· θέλω να πω, με την ανεπάρκειά μου είναι που στην προκειμένη διασκεδάζω. Απ’ την άλλη, ό,τι όμορφα μας γ(ο)ητεύει είναι πάντα μια πρόκληση, γιατί θέτει πάντα ένα νέο όριο. Έτσι κι αλλιώς, υπόθεση της αληθινής τέχνης είναι να ψηλώνει, κι όχι να χαϊδολογεί ή να κολακεύει.

 

Ριζάκης: Η άναρχη ποίηση, μέθυση και άπατρις· μια πλέρια επανάσταση, εφόσον βεβαίως είναι ποίηση, δηλαδή εφόσον υπονομεύει, αμφισβητεί κι εγείρεται· ούσα η διαρκής παιδικότητα μιας υποψιασμένης αθωότητας που διακορεύει με το βλέμμα της τον κόσμο· σπάζοντας τις μικροαστικές συμβάσεις, τις μεσοαστικές αυταρέσκειες και τις ενδυματολογικές μόδες· εσαεί αποσυνάγωγος στις αδικίες του κόσμου και στις ψευδαισθήσεις της ελπίδας· αρνούμενη το καταφύγιο της μνήμης, τα δόκανα και τα υποστυλώματα της νοσταλγίας κ.λπ. Αν κάτι ενώνει όλες αυτές τις διαφορετικές εκφάνσεις, λειτουργίες, πτυχές της ποίησης είναι η διαδικασία της απομάγευσης («πέραν του εδώ πλέον τίποτα – τίποτες τώρα πια») του κόσμου, καθότι η ποίηση δεν χαρίζεται, δεν χαριεντίζεται, αλλά δαγκώνει, ματώνει και γκρεμίζει, για να τα αφήσει όλα πίσω της σκέτο ρημαδιό και να ’ρθει μετά η ίδια να τα επαναμαγεύσει και να τα εξαγνίσει εκ νέου διά της αισθητικής συγκίνησης και με τη συντακτική λειτουργία της γλώσσας.

 

Δημητριάδου: μόνος κι άπελπις ο ποιητής, ακροβάτης, ζογκλέρ και πεζοπόρος, στ’ άκρα σκαρφαλώνει, το κενό θεάται κι αλλότριους πόνους μεταπράττει, την αταξία του κόσμου επιχειρώντας να τακτοποιήσει και το ανείπωτο με λέξεις να εκφράσει – πάει να πει, διπλά ηττημένος, αλλά πείσμων και αμετακίνητος στο έργο του, όντας μια πύκνωση των αντιφάσεων, φτερωτός κι αφτέρωτος, αποκομμένος και συλλογικός, θύτης και θύμα των λέξεων, ένοικος του εδώ και του πάντα, ένας ζωντανός περιφερόμενος νεκρός κ.λπ. Αν κάτι ενώνει όλες αυτές τις διαφορετικές εκφάνσεις, λειτουργίες και πτυχές του ποιητή είναι η ιδιότητα του τραγικού ήρωα σε μια αυτοσχέδια παράσταση, δίχως όμως την οίηση του πρωταγωνιστή, δίχως σεναριογράφο και σκηνοθέτη, πλην του ιδίου που φέρει επομένως την επίγνωση της διαρκούς συντριβής χάριν της Τέχνης της Ποιήσεως, της μίας και μόνης που, παρά τις ενδογενείς αδυναμίες της («Τα ανείπωτα/ Μετράνε πιο πολύ/ Από όσα σπαταλήθηκαν/ Σε λέξεις ειπωμένα»), κάπως ξέρει από φάρμακα, νάρκης του άλγους δοκιμές.

 

Κοντά στις αυτοδύναμες ποιητικές αρετές των δύο δημιουργών, ας σημειώσω και το ενιαίο του τελικού αισθητικού αποτελέσματος: κάτι σαν την έλξη των ετερωνύμων, όπου ο ένας συμπληρώνει, βαθαίνει, ερμηνεύει και ψηλώνει τον άλλον.

 

Αφενός ο χειμαρρώδης λόγος του Ριζάκη, με τα μονοπερίοδα ποιήματα, τη σπασμένη σύνταξη, το λόγιο ύφος, το ασταμάτητο παιχνίδι με τις λέξεις, την εικονοπλαστική δύναμη, τη μεταιχμιακή συνύπαρξη λογικού-εξωλογικού, το βάθος του νοήματος και τη γοητεία της γλώσσας, τις διαδοχικές επιστρώσεις αλληγορίας, υπαινιγμού και ειρωνείας, την υπονόμευση της καθαρεύουσας απ’ τη λαϊκή και της λαϊκής απ’ την καθαρεύουσα, εν ολίγοις ένας παιγνιώδης κι εμβριθής Ριζάκης, που από μία και μόνο λέξη ξεκινά σε κάθε ποίημα να μοχλεύει συνειρμικά ολόκληρο τον κόσμο – το παρελθόν, το παρόν, τα αφανέρωτα, τα ανείπωτα και τα ομολογημένα.

 

Αφετέρου η στιβαρή, φειδωλή γλώσσα της Δημητριάδου, με το δωρικό ύφος, τη λιτότητα των εκφραστικών μέσων, την επιφανειακή νηνεμία της διατύπωσης και την εσωτερική ταραχή του νοήματος, τη συγκράτηση του συναισθήματος και την έκφρασή του μέσα από μικρές ρωγμές λόγου, τους ολιγόλογους στίχους με τη νοηματική πληρότητα και την αποσπασματική αίσθηση των μεταξύ τους παύσεων, τη χαμηλόφωνη και κουβεντιαστή διάθεσή τους – κάτι σαν εν εξελίξει ενδοσκοπικός λόγος του ποιητή, που περνώντας από μύρια κύματα φτάνει, τελικά, με την τραγική επίγνωση της ήττας και το βίωμα της συνεχούς συντριβής στην ποιητική αυτογνωσία.

 

Το θέμα της ποίησης, του τι, του πώς και του γιατί της γραφής της, έχει δώσει λαμπρά δημιουργήματα ανά τις εποχές. Τι καινούργιο έχει να κομίσει μια έστω και υψηλής αξίας ποιητική συλλογή;

 

Απαντώ, λοιπόν: Αλλά το θέμα της ποίησης είναι ατέλειωτο, ό,τι κι αν γράφεται πέπρωται όχι να απαντά αλλά να κεντρίζει περαιτέρω την απορία τροφοδοτώντας τις γραφές που θα ακολουθήσουν – σαν τα μοιρολόγια των χωριών γύρω απ’ τον νεκρό-αγαπημένο, όπου τελειώνει η μια μοιρολογήτρα για να αρχίσει η άλλη ή σαν τα τραγούδια της τάβλας γύρω απ’ το τραπέζι της συντροφιάς, όπου τελειώνει ο ένας το τραγούδι για να αρχίσει ο άλλος.

 

Στην προκειμένη όμως υπάρχει και κάτι παραπάνω. Δεν θα αναφερθώ στην ποιητική συνύπαρξη δύο φτασμένων δημιουργών, που εκτιμώ βαθιά, αλλά σ’ αυτή την ολοκάθαρη αίσθηση που απ’ την αρχή μέχρι το τέλος αφήνει η συλλογή να σχηματιστεί: το ποιητικό εργαστήρι που ανοίγει δεν είναι ένας χώρος αποκλεισμού, δεν είναι μια αυτοαναφορική ποιητική αυταρέσκεια· για το ανθρώπινο δράμα μιλάει ο Ριζάκης και η Δημητριάδου πίσω απ’ το πρόσχημα της ποίησης.

 

Θα ήταν παράλειψη η μη αναφορά στην εισαγωγή της Ευσταθίας Δήμου και στα σχέδια της Γλύκας Διονυσοπούλου, που από κοινού συνδράμουν όσο και όπως πρέπει στην αρτίωση του όλου.

 


Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

Επί της περιφερείας του κύκλου νουβέλα Ελένη Λαδιά εκδόσεις Gema η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Επί της περιφερείας του κύκλου

νουβέλα

Ελένη Λαδιά

 εκδόσεις Gema

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: «Μόνον έναντι θανάτου» • Fractal (fractalart.gr)

 


 

«μόνον έναντι θανάτου»

 

Στην  περιπλάνηση για να βρεις την ψυχή σου, να προσδιορίσεις εσύ τα όριά σου (αν ποτέ υπάρχουν), ανάγκη να ενδυθείς μια ταυτότητα αλλότρια, να αποκτήσεις την ευελιξία των κινήσεων, την οξυδέρκεια και τη οξύτατη ακοή, την ευαισθησία της αφής που δεν έχει σκληρύνει από τον χρόνο. Έτσι, πάντα στην περιφέρεια του κύκλου, της κυκλικής και αναπότρεπτης τροχιάς της ζωής όπως τη γνωρίζεις, όπως σου τη δίδαξαν, θα πορευτείς αναζητώντας μια ερμηνεία που όλες τις προηγούμενες να καταργεί. Η Ευδοξία είναι το ένδυμα της Ελένης Λαδιά, όταν επέλεξε, από τον ασφαλή και εν μέρει αποστασιοποιημένο ρόλο της αφηγήτριας, να μετενσαρκωθεί σε ηρωίδα του γραπτού της – με όποιο προσωπικό κόστος φέρνει μια τέτοια επιλογή πάντα. Η καλή γνώμη, η καλή δόξα, που έχει μέσα της το πνεύμα της ηρωίδας της, της επιτρέπει ελεύθερα να ρωτά, να αμφισβητεί, να αναιρεί όλα τα μέχρι τώρα δεδομένα, από τα πιο αγνά και αθώα ώς τα πιο σκοτεινά και δαιμονικά.

Θα βρει στον δρόμο της πράγματα υπαρκτά (έτοιμα να δείξουν την άλλη τους όψη, την υπερβατική), μυθικά (με τη αχλύ τους να επιτρέπει τις πολλαπλές τους όψεις), αλλά και παραμυθένια (με την παντοδύναμη παραμυθία έτοιμη να την παρηγορήσει). Στη γραφή της συνυπάρχει ο ασκητής, ο ταμένος στον Θεό, με τον διάβολο μεταμορφωμένο σε βρέφος, ο έρωτας του Ορφέα για την  Ευρυδίκη με τις Μαινάδες που τον καταξεσκίζουν, θα ζήσει στιγμές της ιστορίας, θα ζητήσει χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Φορώντας τα ποθητά φτερά θα εισχωρήσει στον χώρο του άυλου και αόρατου, θα αντιμετωπίσει τους Φθονερούς  που απειλούν να της στερήσουν το πτητικό της μέσον, θα συναντήσει τη Μέλπω, το κορίτσι του παραμυθιού, με κανένα ή με πολλά ονόματα –πιθανές εκδοχές της άλλης πραγματικότητας–, θα πασχίζει  να νικήσει τα λογικά όρια που την κρατούν δέσμια μιας τάχα ανθρώπινης παντοδυναμίας, θα ζητά διαρκώς την υπέρβαση μέσω της «υπερλογικής». Προτείνει, έτσι, η «φιλόμυθη» Ευδοξία της Λαδιά  μια άλλη θέα στον κόσμο, ίσως γιατί μόνον με αυτή τη διαφορετική οπτική μπορεί να αγγίξει την ψυχή φτάνοντας μέχρι το χείλος του γκρεμού, την άκρη της περιφέρειας του κύκλου, να κοιτάξει κάτω στο χάος και να νιώσει τον φόβο ή το δέος.


Θα βρει η Ευδοξία την ποθητή ερμηνεία; Θα συναντήσει τα όρια, θα τα υπερβεί; Θα συναντήσει την Ψυχή, με τη μορφή της λαμπερής γυναίκας, μπροστά στη Πύλη που οδηγεί στη μη-ζωή, όμως η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις της θα είναι: «Δεν μπορώ να απαντήσω σε καμία από τις ερωτήσεις σου, διότι αυτές οι απαντήσεις βρίσκονται μόνον στο υποθετικό κτήριο και δεν μπορείς να εισέλθεις ακόμη». Μου έρχονται στον νου οι στίχοι από το ποίημα «Ρήμα το σκοτεινόν», του Οδυσσέα Ελύτη, τότε που ο άλλος περιπλανώμενος του κόσμου (ορατού και αοράτου) πάλεψε να βρει τα κλειδιά της ερμηνείας εφευρίσκοντας ένα δικό του ρήμα που να ανοίγει τα ανεξερεύνητα όλα, για να καταλήξει πως: η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίνεται.

Νουβέλα ονομάζει η Ελένη Λαδιά το βιβλίο της, χωρίς φυσικά να είναι ακριβώς αυτό. Αν ψάχνουμε τη συγγραφική πρόθεση, τότε μια μελέτη των ανθρωπίνων ορίων, καλύτερα να πούμε, με την επινοημένη μυθοπλασία να συνταιριάζει με τον φιλοσοφικό στοχασμό, σε  μια γραφή δοκιμιακή μεταμφιεσμένη σε λογοτεχνική. Σε κάθε περίπτωση, μια περιδιάβαση στα αιώνια, αναπάντητα ερωτήματα της θνητής ύπαρξης, μια εναγώνια αναζήτηση της θύρας που οδηγεί σε ό,τι μέχρι τώρα μόνον διαισθητικά μπορεί να γίνει «ορατό». Αυτή είναι και η αξία της γραφής αυτής.

 

 Διώνη Δημητριάδου

Κυριακή 5 Μαρτίου 2023

Ο Παναγιώτης Χαλούλος γράφει για το βιβλίο του Σπύρου Βρεττού Η Ψίχα και άλλες ασπρόμαυρες ιστορίες Εκδόσεις Μελάνι

 

Ο Παναγιώτης Χαλούλος

γράφει για το βιβλίο του Σπύρου Βρεττού

Η Ψίχα

και άλλες ασπρόμαυρες ιστορίες

Εκδόσεις Μελάνι



 


«Η φραντζόλα είναι φαγωμένη μέχρι μέσα βαθιά. Δεν έχει καθόλου ψίχα, και είναι και η κόρα φαγωμένη και από τις δύο μεριές. Και είναι τούνελ αυτό. Και έξω χιονίζει ασταμάτητα….»

Αν η ζωή είναι η φραντζόλα, με πλούσια ψίχα που μπορεί να σε χορτάσει, για άλλους είναι γεμάτη ψίχα, ενώ για άλλους γίνεται ή είναι εξ αρχής ένα τούνελ, κόρα δίχως ψίχα και μάλιστα τρύπιο και από τις δύο μεριές, να μην μπορείς να κρυφτείς, να μπάζει αέρα και να μη μπορείς να ζεσταθείς εκεί που είσαι κρυμμένος για να εξαφανιστείς από τα μάτια των άλλων, για λόγους διάφορους κάθε φορά, για λόγους διαφορετικούς για τον καθένα!...

«Τώρα βυθίζομαι. Τρώω την ψίχα του ψωμιού και μπαίνω. “Ευρυδίκη”, φωνάζω στον εαυτό μου, “τι θέλεις εκεί; Χωράς σε μια φραντζόλα ψωμί;… Είχα μπει μέσα του και δεν φαινόμουν…”

Έτσι νομίζει πως μπορεί να κρυφτεί από την κόρη της και τους άλλους η ηρωίδα του πρώτου διηγήματος, με αρχόμενη άνοια ή με προσποιητή άνοια!...

«…“Τον άντρα σου τον λέγανε Αντρέα”, της είπε, “και όχι Περικλή. Κι εμένα με λέγανε Παρασκευή, και όχι Ευτέρπη. Περικλή λέγανε τον άντρα της Ευτέρπης, της αδελφής σου…”

“Σε λέγανε είπες Παρασκευή; Δεν σε λένε τώρα; Ούτε κι εσύ υπάρχεις;”»

Θέλει να μην υπάρχει η Ευρυδίκη, γιατί ντρέπεται που κάτι κρύβει, που ίσως δεν κρύβεται!...

«Το έχω κρίμα που με κοίταξε ο Περικλής. Το είχε κρίμα κι αυτός, δεν μπορώ να πω, μα αυτός άντρας ήταν. Τι θα λέγανε γι’ αυτόν; Ενώ για μένα και τι δεν θα έλεγαν. Ωστόσο, όταν ο Περικλής με περιτριγύριζε εκείνη την ημέρα που χιόνιζε, μου φάνηκε πως η κόρη μου η Παρασκευή μάς είδε. Από τότε ταυτιζόταν η κόρη μου με την αδελφή μου την Ευτέρπη. Και φοβόμουν ότι η αδελφή μου ήξερε…»

Από την ψίχα του ψωμιού νόμισε και ο ταμίας Τράπεζας του δεύτερου διηγήματος πως μπορούσε να χορτάσει με αφορμή τη ληστεία: «Όταν έκρυβε τα χρήματα κάτω από το σανίδι, το έκανε για να τα σώσει. Όταν τα έκρυβε στις κάλτσες, το έκανε για να τα πάρει ο ίδιος». Αλλά κι εδώ η φραντζόλα είναι τρύπια, ένα τούνελ, που δεν μπορεί να τον κρύψει: «Το μεγάλο θέμα ανέκυψε όταν διαπίστωσε ότι δεν ήταν σε θέση να διαθέσει ούτε καν ένα μικρό μέρος των χρημάτων. Και το κακό μεγάλωσε όταν την Τρίτη μέρα μετά τη ληστεία βρέθηκε κολλημένη στην είσοδο της τράπεζας, και σε άλλα σημεία της πόλης, αυτή η ανακοίνωση:

ΜΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ ΓΙΑ 2.500.000 ΔΡΑΧΜΕΣ.

ΠΗΡΑΜΕ ΛΙΓΟΤΕΡΑ.

ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΨΑΞΤΕ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ.»

 

 

Είναι θαυμαστός ο τρόπος γραφής του Σπύρου Βρεττού είτε πρόκειται για διηγήματα είτε για ποιήματα, γιατί ο Σπύρος ως λογοτέχνης για την εξαιρετική ποίησή του έγινε αρχικά γνωστός και τα τελευταία χρόνια μάς εντυπωσιάζει και με τα πεζογραφήματά του, που αρκετή σχέση έχουν με τα ποιήματά του ως προς το ύφος και τον τρόπο γραφής.

 Όπως συχνά λέγεται για την ποίηση, ότι η ερμηνεία μπορεί να είναι διαφορετική για κάθε αναγνώστη, έτσι μπορεί να συμβαίνει και για τα διηγήματα του Σπύρου Βρεττού. Οι ήρωές του θέλουν και δεν θέλουν να κρυφτούν: «Μόνη μέσα στο θεοσκόταδο, η θάλασσα από κάτω μου βαθιά και κρύα… Άλλοι εξαγνίζονται σ’ αυτήν, άλλοι απλώς εξαφανίζονται. Εγώ μάλλον ανήκω στη δεύτερη κατηγορία, χωρίς να μπορώ να πω με βεβαιότητα εάν η εξαφάνισή μου είναι ακούσια…», αναλογίζεται η Αρετή, αμφιταλαντεύονται και ίσως δεν έχουν αποφασίσει αν και η αιτία της επιθυμίας να εξαφανιστούν είναι κακό ή καλό. Η Ευρυδίκη στο πρώτο διήγημα προσπαθεί το κρίμα της να κρύψει, χωρίς να το αποκηρύσσει, αφού αναπολώντας το ζητά στο παραμιλητό της από τον Περικλή (άντρα της αδερφής της): «Πες μου σημάδια του κορμιού, σημάδια της αγάπης» και τον θέλει να απαντά: «Δεν ξέρω σημάδια του κορμιού μον’ ξέρω της αγάπης. / Ρούχο σκληρό το δέρμα σου μα άκουγα την καρδιά σου». Είναι σαν να επιβεβαιώνεται η ρήση του Ηράκλειτου: «Αγαθόν και κακόν ταυτόν». Και να κι άλλα δείγματα: «Κάποια στιγμή σταμάτησα να αναθεωρώ το παρελθόν, έγινα κακή συνήγορος του εαυτού μου. Ή θα μπορούσε κάποιος να πει: καλή συνήγορος…» (3ο διήγημα «Η πέτρα του σκανδάλου») και το όνομα της Αρετής έρχεται σε αντίθεση με τον χαρακτηρισμό της ως «Η πέτρα του σκανδάλου», όπως είχε γίνει και η μητέρα της: «Ο πατέρας μου από μέσα άκουγε και φώναζε χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι. Όπως τότε που, παρότι κάτι είχε καταλάβει, αφού είχε δει τη γυναίκα του ξαναμμένη και ανήσυχη, δεν της είπε τίποτα. Το μόνο που έκανε ήταν να με ρωτήσει: “Ήταν κάποιος εδώ, Αρετή μου;”… Ο στόχος του ήταν τριπλός: Να μείνει ήσυχος πως η κόρη του δεν είδε, να κοροϊδέψει τον εαυτό του πως τίποτα δεν έγινε, αλλά και, ίσως το κυριότερο, να αφήσει απείραχτες τις δικές του ανάλογες ενοχές. Έτσι κάθε τόσο άλλαζε και αυτός την ερμηνεία του γεγονότος και αθώωνε τη γυναίκα του…» Κρυβόταν δηλαδή μέσα στην …φραντζόλα του πρώτου διηγήματος δημιουργώντας μια ιστορία «ασπρόμαυρη», όχι ξεκάθαρη, ηθελημένα!...

Μένει καλά κρυμμένος ο Αριστείδης της πέμπτης ιστορίας, που φοβάται μήπως του φορτώσουν ένα φόνο, παρατηρώντας τις κινήσεις των δολοφόνων, αλλά από τον εαυτό του, που παρέβλεψε τη σορό, προκειμένου να μην αποτύχει η δουλειά που έπρεπε να φέρει εις πέρας, δεν γίνεται να κρυφτεί: «Σταματάνε όλα γύρω, σταματάει ο χρόνος… όλα κάποτε σταματάνε. Αλλά η σκέψη η δική μου δεν λέει να σταματήσει. “Στήθι σκέψη”, να μπορούσα να έλεγα, αλλά η σκέψη μου μόνο ήλιος δεν είναι για να υπακούσει και να σταθεί» (αναφορά στο βιβλικό επεισόδιο με τη στάση του ήλιου κατά προτροπή του Ιησού του Ναυή, ερμηνευόμενο ως θαύμα, αλλά πιθανότερο να επρόκειτο για το θερινό ηλιοστάσιο…)

Οι ιστορίες των διηγημάτων ασπρόμαυρες, με ήρωες που προσπαθούν να αποδράσουν άλλοτε από τους συνεργάτες, τους συντρόφους τους, από δικούς τους ανθρώπους, φίλους, άλλοτε από τον ίδιο τον εαυτό τους. Μήπως από τον εαυτό τους σε κάθε περίπτωση, από προσωπικά ψυχολογικά αδιέξοδα;…

Όπως η Άννα, με τα πολλά πρόσωπα που δημιούργησε ως προφίλ στο διαδίκτυο: «…Έμενα πλακωμένη και θλιμμένη, τι θλιμμένη δηλαδή, να μια κατάθλιψη στο μέγεθος του σώματος και της ψυχής, και των ρούχων μαζί, τόση κατάθλιψη που δεν ανάσαινα, απορούσα πώς ζω».

Όπως ο δημοσιογράφος Πέτρος του τελευταίου διηγήματος, που επιθυμεί να εκδικηθεί με το φόνο εξιλαστήριου θύματος εκείνους που τον ξυλοφόρτωσαν για τις αποκαλύψεις που ετοίμαζε περί σκανδάλων ενός Ασύλου Αστέγων και προσπαθεί να υποβάλει μια τέτοια ενέργεια στο φίλο του εμπλέκοντάς τον και ενοχοποιώντας τον. Αφού η προσπάθεια απέτυχε, διέπραξε τον φόνο, δεν κατάφερε να αποδράσει από τον εαυτό του: «Ίσως χρειαζόμουν τον Μάνο να μου ανοίξει τον δρόμο για να μπορέσω εγώ να το κάνω». Ίσως όμως από τους άλλους να τα κατάφερε τελικά, αφού σκέφτηκε: «Θα μπορούσα λοιπόν για να αθωωθώ, να ισχυριστώ αυτό: Ότι τον φόνο τον έκαναν εκείνοι που με είχαν χτυπήσει, και όχι εγώ. Κι ας ομολόγησα μετά τη σύλληψή μου. Θα ανακαλέσω… Θα τους δείξω και τα στοιχεία που είχα συγκεντρώσει, στοιχεία που καίνε πρόσωπα ισχυρά, κι απ’ τα οποία προκύπτει και η διασύνδεσή τους με τον φύλακα… Και μετά θα πω και αυτά: Ότι αρχικά είχαν φοβηθεί που ο φύλακας μού έδωσε σημαντικά στοιχεία…» Και ο Μάνος «Παρακολουθεί τη δίκη σαν να βλέπει ταινία… Τα βλέπει όλα ασπρόμαυρα…»


Η ΨΙΧΑ και άλλες ασπρόμαυρες ιστορίες, Σπύρος Βρεττός, εκδόσεις Μελάνι, 2022

 Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος





Ο Σπύρος Λ. Βρεττός γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1960. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα. Ζει και εργάζεται ως δικηγόρος στην Πάτρα. Έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, μία ανθολογία ποιημάτων του, τρία βιβλία με δοκίμια και μελέτες, και μία συλλογή διηγημάτων. Η ποιητική του συλλογή «Διαπραγματεύσεις» βραβεύτηκε με το Βραβείο κριτικής San Domenichino (2022) σε μετάφραση στα ιταλικά της Chiara Catapano. Στην ενότητα ποιημάτων «Μήδεια» (από τη συλλογή «Συνέβη») βασίστηκε η παράσταση χοροθεάτρου «Μήδεια από την αρχή» της Μάρως Γαλάνη. Διηγήματα από το βιβλίο του «Ένας αόριστος άνθρωπος» παρουσιάστηκαν στο θέατρο σε σκηνοθεσία Αρτέμιδος Γρύμπλα (Θέατρο Act, Πάτρα 2018). Ποιήματα και διηγήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών.

               

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2023

Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης 2 ποιήματα (από την ποιητική συλλογή 'Ισως ο θάνατος εκδόσεις Βακχικόν, 2023)

 


Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης

2 ποιήματα

(από την ποιητική συλλογή 

Ίσως ο θάνατος

εκδόσεις Βακχικόν, 2023)




Ίσως ο Θάνατος   

 

"Ο άνθρωπος δεν έχει καταδικαστεί σε θάνατο αλλά σε ζωή."

(Franz Kafka)

 

Ζωή...

 

Λένε όλοι ότι είναι ωραία

Δώρο Θεού και ευλογία

 

Ή μήπως είναι τιμωρία;

 

Μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο

τα κουφάρια μας πλησιάζουνε τον τάφο

 

Ολοταχώς οδεύουμε στο πουθενά

απ' τη στιγμή της γέννησης χαμένοι

 

Θάνατος...

 

Λένε ότι σώζει από τα βάσανα

Ελευθερώνει απ' τα επίγεια δεσμά

 

Αν υπάρχεις, Θεέ

φρόντισε εγκαίρως

να φτάσουμε κοντά Σου

 

Εκεί που δεν υπάρχει πόνος,

δεν βασιλεύει μίσος,

δεν υφίσταται αμαρτία

 

Ίσως ο θάνατος λυτρώνει...

 

Ίσως ο Θάνατος

 

Άνθρωποι;    

 

 

Θαρρώ πως άνθρωποι δεν είμαστε...

 

Το κτήνος πασχίζουμε να υπερβούμε

Η προσπάθεια όμως δεν αρκεί

 

Την αγάπη ακολουθεί μίσος

Τον έπαινο φθόνος

Τον έρωτα βιασμός

 

Μοιάζουμε όντα ατελή

Μονίμως διχασμένα

Υπόδουλα στη σάρκα και το σπέρμα

 

Θαρρώ πως άνθρωποι δεν είμαστε...

 

Πιότερο πρόβατα θυμίζουμε

Προορισμένα μονάχα για σφαγή

 

(Aπό την ποιητική συλλογή  Ίσως ο Θάνατος, εκδ. Βακχικόν, Ιανουάριος 2023)


Ο εικαστικός-ποιητής-ερευνητής Κωνσταντίνος Μαρκογιάννης γεννήθηκε στη Θεσ/νίκη στις 2 Ιουλίου 1977. Είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Anatolia με πανεπιστημιακές σπουδές στην εικονογράφηση και τη φωτογραφία και διδακτορικό τίτλο στις καλές τέχνες.

Είναι μέλος του ΣΚΕΤΒΕ, του Pen Greece και της Θεοσοφικής Εταιρείας. Έχει συνεργαστεί με αξιόλογους καλλιτέχνες, συγγραφείς και αρχιτέκτονες. Έχει συμμετάσχει σε σημαντικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. 'Εργα του έχουν διακριθεί σε διεθνείς διαγωνισμούς. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και ιστότοπους. Εικαστικά του δημιουργήματα κοσμούν συλλογές μουσείων και βιβλία του βρίσκονται στα ράφια γνωστών βιβλιοπωλείων.

Κύριο χαρακτηριστικό της δουλειάς του είναι η έντονη διάθεση πειραματισμού: εκφραστικά μέσα όπως η φωτογραφία, το κολάζ και η ποίηση συνομιλούν και παντρεύονται μεταξύ τους. Τα θέματα που τον ενδιαφέρουν έχουν να κάνουν με την εξερεύνηση του ανθρώπινου ψυχισμού, τον υπαρξισμό, τα αρχέτυπα, τη μνήμη, την ταυτότητα, τον θάνατο, την πνευματική αναζήτηση, τον διαθρησκειακό διάλογο και τη διεύρυνση της συνείδησης.

Περισσότερες πληροφορίες στις προσωπικές του ιστοσελίδες (www.konmark.com, www.konmark.blogspot.com).




Πράξεις των Αποστόλων Ιωάννης Πανουτσόπουλος Εκδόσεις Τόπος η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Πράξεις των Αποστόλων

Ιωάννης Πανουτσόπουλος

Εκδόσεις Τόπος

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Πράξεις των Αποστόλων» του Ιωάννη Πανουτσόπουλου (κριτική) – Η θέση του ανθρώπου στην κοσμική σούπα (bookpress.gr)


 

Για ένα «σύννεφο με παντελόνια»

 

Στην προμετωπίδα στίχοι του Μανόλη Πρατικάκη (Εδώ που κατοικούν τα εξόριστα όνειρα/ είναι το σπίτι μας πελαγίσιοι) ανοίγουν το πέρασμα για τα ποιήματα του Ιωάννη Πανουτσόπουλου στην πρόσφατη συλλογή του (εικαστικά κοσμημένη από τον ζωγράφο Αντρέα Καράμπελα) ορίζοντας το «σπίτι» για να κατοικήσουν, κι ας είναι όνειρα και μάλιστα εξόριστα. Ο τίτλος, Πράξεις των Αποστόλων, παραπέμπει στα Ιερά Κείμενα. Πράξεις, γιατί αυτό που μετράει στην ποίηση εδώ δεν είναι μόνο η συνειδητοποίηση μιας ζοφερής κατάστασης, ούτε μόνο η διάθεση για ανατροπή της, αλλά κυρίως η έμπρακτη συμβολή στην αλλαγή του σκηνικού. Ενός σκηνικού που μοιάζει «τακτοποιημένο» και ασφαλές, ωστόσο κυοφορεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο: τη συνήθεια και τον εφησυχασμό. Και η αλήθεια είναι πως ο κόσμος που περιγράφεται στην ποίηση του Πανουτσόπουλου είναι ένας κόσμος σε αποσύνθεση και παρακμή, πίσω από την επιφαινόμενη ωραιοποιημένη του όψη. Χωρίζοντας ο ποιητής σε τρία μέρη τη συλλογή του («Πράξεις των πολιτών», «Πράξεις των προσκυνητών», «Πράξεις των ποιητών»), επιθυμεί να δει σε τρία επίπεδα, διαφορετικά όσο και αλληλοσυμπληρούμενα, τον ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα στη ροή και λειτουργία του κοινωνικού γίγνεσθαι – και αν θέλουμε να το προχωρήσουμε ακόμη πιο πέρα, τη θέση του στην «κοσμική σούπα», όπως γράφει ο ίδιος.

Αρχικά, «Πράξεις των πολιτών». Αποκαλύπτει τη σταδιακή αλλοίωση των χαρακτηριστικών που σηματοδοτούν την έννοια του πολίτη/συμμέτοχου στα δρώμενα της πολιτείας και της κοινωνίας. Καλεί σε εγρήγορση όσους παρασύρθηκαν στην καταστροφική αλυσίδα: ανάγκη, αυτάρκεια, απληστία, παραβατικότητα, έγκλημα, και ικανοποιημένοι απολαμβάνουν τη νομοθετημένη πλέον ζωή τους στη βάση ενός δικαίου που δίκαιο δεν είναι. Αναρωτιέται τι θα μπορούσε να ανάψει τον αναγκαίο σπινθήρα, όταν ακόμη και η επανάσταση φοράει πια τη σκευή της συντήρησης. Κατόπιν, «Πράξεις των προσκυνητών». Εδώ θέση έχει η προσευχή προς ό,τι είναι και επιμένει πεισματικά να  είναι άρρητο και αόρατο, ίσως μόνο και μόνο για να του δίνει ορατό περίγραμμα η ανθρώπινη ελπίδα, σε μια σχέση με τον Δημιουργό απολύτως ατομική. Με εύσχημο τρόπο συνδέει το δεύτερο μέρος με το πρώτο, καθώς εμφανή βλέπει τη σχέση ανάμεσα στη δογματική προσήλωση, είτε αυτή εκπορεύεται από άνωθεν επιταγές της απόλυτης θρησκευτικής ορθότητας είτε αφορά πολιτικούς χώρους διαμορφωμένους στην αρχή της «εξ αποκαλύψεως» αλήθειας· και στις δύο περιπτώσεις υποκρισία και εύκολη απεμπλοκή από την αναζήτηση της ουσίας. Τέλος, «Πράξεις των ποιητών». Το τρίτο αυτό μέρος έρχεται να συνδέσει και τα δύο προηγούμενα σε μία ολότητα που αγκαλιάζει όλη τη συλλογή. Γιατί μέχρι τώρα έβρισκε τις αφορμές η έννοια του ποιητικού λόγου και κυρίως ο ρόλος και η ευθύνη των ποιητών να παρεισφρήσει και στο πολιτικό/κοινωνικό πεδίο και στο θεολογικό, είτε ως ποίημα στρατευμένο σε μια ιδεολογία, ικανό να συνεγείρει συνειδήσεις που διάγουν εν υπνώσει, είτε ως αυθεντική ποιητική ουσία πέρα από στρατεύσεις και περιορισμούς, ικανή να συγκινήσει. Εδώ, στο τρίτο μέρος, θα δώσει τα στοιχεία της δικής του ποιητικής, σε ποίηση πρωτοπρόσωπη (ειδικά στο έξοχο «Νομίσματα και νομολογίες»), επιτρέποντας πίσω από το «εγώ» του ποιητικού υποκειμένου να διαφανεί η ανάγκη συμπερίληψης πολύ περισσότερων, που παρατηρούν, επισημαίνουν τα σημαντικά, και που προτίθενται να συμπαραταχθούν προκειμένου να αποκαλυφθεί κάτω από τα πολλά παραπλανητικά στρώματα το πιο αληθινό, το ανθρώπινο πρόσωπο του κόσμου.



Η ποίηση του Πανουτσόπουλου δεν είναι εσωστρεφής, δεν αφορά τον ιδιωτικό του χώρο, κι ας εκπορεύεται από αυτόν, από βιώματα δουλεμένα μέσα στον χρόνο. Είναι μια ποίηση ανοιχτή σε όλους, γραμμένη με τρόπο που προσελκύει τον αναγνώστη σε μια μέθεξη επιθυμητή. Με γλώσσα και ύφος που μπορεί ταυτόχρονα να ανορθώνεται μέχρι τα πιο υψηλά νοήματα, να κυκλοφορεί στο κοσμικό σύμπαν με τα αναπάντητα ερωτήματα και την αναπόφευκτη μοναξιά του θνητού που αγνοεί την προέλευση και την ουσία της ύπαρξής του, ωστόσο μπορεί να επιστρέφει στην πραγματικότητα μιας καθημερινότητας, απτής και σκληρής, να προσγειώνεται  στον ανθρώπινο μόχθο, να καταγγέλλει ό,τι κακώς κείται.  Ο κόσμος του έχει για δομικά υλικά του τόσο τα καθημερινά τεκμήρια παρακμής όσο και τα «εξόριστα» όνειρα, όνειρα όπως αυτά του Μαγιακόφσκι, όπως ονειρεύεται ένα «σύννεφο με παντελόνια». Ο Πανουτσόπουλος ανήκει σε εκείνη τη χορεία ποιητών που νιώθουν υπεύθυνοι για τον κόσμο, που θέλουν πάντα να αποτελούν την μεταβαλλόμενη παράμετρο μέσα σε μια διαρκή ομοιομορφία, με το μολύβι τους να σκιαγραφεί την αθωότητα μέσα σε μια ατμόσφαιρα υποκρισίας, που τοποθετεί τον άνθρωπος στο κέντρο του κόσμου με γνώμονα τα πιο αυθεντικά, ειλικρινή και ανέγγιχτα χαρακτηριστικά στοιχεία. Δεν γράφεται συχνά ποίηση με τέτοιο περιεχόμενο.  Κι αυτή ακριβώς είναι η αξία όσων γράφει ο Πανουτσόπουλος. Διαβάζουμε στο βιογραφικό του σημείωμα: «διατηρεί παιδιόθεν την έγνοια και το πάθος για όσα αναιρεί ο χρόνος και όσα ανασταίνει η αγάπη μας». Αυτά, εν τέλει, είναι και τα υλικά της ποίησής του.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Αποσπάσματα

 

Σ’ αυτόν τον κόσμο είναι όλα τακτοποιημένα

Τόσο εξασφαλισμένο ότι ο σπινθήρας δεν θα βάλει φωτιά

Η επανάσταση έχει τόσο πολύ αντιγράψει τη συντήρηση

Τα πνευματικά δικαιώματα του επιτηρούμενου καταλήγουν

Απρόσκοπτα στην τσέπη του επιτηρητή

Και μόνον  η ανταρσία του φυσικού κόσμου υπενθυμίζει

Τον τρόπο που έχουν δεθεί τα γήινα με τα επουράνια

Όταν ακόμα και στην πιο ανέφελη μέρα

Νιώθουμε την ανάγκη να δεηθούμε σ’ ένα σύννεφο

Ένα σύννεφο με παντελόνι

Ασορτί με το καλό μας κασκέτο.

(«Δεόμενοι στην επανάσταση», αποσπ.)

 

Η ποντοπόρος ελπίδα μου αναζητά καινούργιες συντεταγμένες

Η αλήθεια δεν κάνει τα γλυκά μάτια στον υποκειμενισμό μου

Η αριστοκρατική της καταγωγή χάνεται στα βάθη της ιστορίας

Η ιστορία είναι το κοινό μας σπίτι και αδυνατούμε να μετακομίσουμε

Συγκατοικούμε με τον μακελάρη και με τον άγιο

Συνοδοιπορούμε με τον ζηλωτή και με τον άρπαγα

Αν ο τροχός της ιστορίας κολλήσει στη λάσπη κανείς δεν απομένει καθαρός.

(«Σενάριο για εσωτερική διεργασία», αποσπ.)