Κυριακή 15 Μαΐου 2022

Το κάλεσμα της νύχτας (ανέκδοτο του Χρήστου Κεραμίδη)

 

Το κάλεσμα της νύχτας

(ανέκδοτο του Χρήστου Κεραμίδη)

Φωτογραφία: David Seymour 




Το πατρικό μου ήταν  πάνω απ’ το λιμάνι. Με μια μόνο πετσέτα στον ώμο κατέβαινα  στα βράχια της γειτονιάς.

 

Κι όμως, εξαιτίας της ορφάνιας, η αναγραφή του ονόματός μου στη λίστα των μαθητών της κατασκήνωσης ήταν επιβεβλημένη. Για έναν ολόκληρο μήνα έχανα τους φίλους. Έχανα τα μπάνια του καλοκαιριού.

Με συνόδευε ο μεγάλος μου αδελφός. Ανεβαίναμε  στο βουνό, ακολουθώντας το μονοπάτι με τα πέτρινα σκαλάκια. Με αναλάμβαναν οι υπεύθυνοι για να με ζυγίσουν, να μου υποδείξουν σε πιο από  τα  πέτρινα κτίσματα θα φιλοξενηθώ.

Τις πρώτες μέρες σχεδίαζα να το σκάσω, ωστόσο με τον καιρό συνήθιζα. Όπως στον στρατό, υπήρχε καθημερινό πρόγραμμα. Έπαρση της σημαίας το πρωί. Υποστολή το απόγευμα. Αμέσως μετά η καθαριότητα. Μαζεύαμε  τα αποτσίγαρα στους εξωτερικούς χώρους.

Όσες φορές έβρισκα ευκαιρία, πλησίαζα τον μεγάλο βράχο, κοιτώντας από ψηλά τα παιδιά που έπαιζαν και κολυμπούσαν στην ακτή. Μπορώ να πω ότι ζήλευα πολύ.

Το φαγητό ήταν καλό, ειδικά το βράδυ του Σαββάτου. Τα ταψιά έβγαιναν από τον  φούρνο με το καλοψημένο παστίτσιο. Οι μερίδες συνοδεύονταν και από ένα πιάτο κρέμα. Μου φαινόταν παράξενο, καθώς έβλεπα τον διευθυντή να τρώει το ροδάκινο, κόβοντάς το με μαχαίρι. Στην υπαίθρια τραπεζαρία, ακούγονταν απ’ όλα τα παιδιά, τα τραγούδια της κατασκήνωσης: «τον ψύλλο τον επιάσαμε, εν δυο τρία τέσσερα…», «είχα ένα φίλο κι εγώ μια φορά …» και άλλα.

Το κρεβάτι μου, στον θάλαμο, ήταν κοντά στο κρεβάτι της ομαδάρχισσας. Περίμενα πότε το κορίτσι αυτό θα ξαπλώσει. Συνήθως αργούσε. Περίμενα καρτερικά. Οι άλλοι κοιμόντουσαν. Εγώ περίμενα. Εκείνη, κρατώντας το περιοδικό Ρομάντσο, με  κοιτούσε σιωπηρά. Στα μάτια της ένα πέλαγο από γαλάζια κύματα. Κοιταζόμασταν ωσότου  μας αγκαλιάσει ο ύπνος.

 

Ήταν μια ιδιαίτερη στιγμή, που έφευγε κι άφηνε τη θέση της στο κάλεσμα της νύχτας.

Τα αηδόνια, στους πευκώνες του βουνού, συνέχιζαν το τραγούδι τους!

 

Χρήστος Κεραμίδης

 

 Φωτογραφία: David Seymour 

 

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Το OuLiPo και η ευφορία της μετάφρασης Αχιλλέας Κυριακίδης Εκδόσεις Ύψιλον η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Το OuLiPo και η ευφορία της μετάφρασης

Αχιλλέας Κυριακίδης

Εκδόσεις Ύψιλον

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Αχιλλέας Κυριακίδης: «Το OuLiPo και η ευφορία της μετάφρασης» (diastixo.gr)

 


 

Τη δημιουργική αναμέτρηση με το μεταφραστικό εγχείρημα, το οποίο υπηρετεί με άριστο τρόπο,  επέλεξε ο Αχιλλέας Κυριακίδης ως θέμα στην ομιλία του με αφορμή  την αναγόρευσή του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στις 6 Οκτωβρίου 2021. Καθώς είναι εμφανής σε όλες τις γραφές του η θέση που επιφυλάσσει στο προσφιλές παίγνιον (παιχνίδι μεν αλλά με τη σοβαρότητα που ένα παιδί το αντιμετωπίζει, κατά τη φράση του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον) προς το οποίο προσιδιάζει η δημιουργία, όσο και στο χιούμορ –το χιούμορ, θα πει, είναι το ελαφρύ αεράκι που εξορκίζει αφηγηματικές άπνοιες […] Το χιούμορ είναι πηγή ζωής της μυθοπλασίας (σ. 42)–, δεν θα μπορούσε στην ομιλία του αυτή να μην επιχειρήσει με παίζοντα, περιεκτικό λόγο να προσδιορίσει αναλόγως τη θέση του και ως προς το μεταφραστικό έργο, νοούμενο πλέον ως ευφορία της μετάφρασης.  

Εν είδει οχήματος, που θα τον οδηγούσε στον σκοπό του, επέλεξε το Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας, δηλαδή το OuLiPo (Ouvroir de Litérature Potentielle), ένα κίνημα πνευματικό, μια ομάδα πειραματικής, τουλάχιστον αρχικά, λογοτεχνίας, που έθεσε στόχο να αγγίξει τα δυνητικά όρια της λογοτεχνικής γραφής· αν συσχετισθεί (τουλάχιστον ως προς τη δομική κατασκευή) η λογοτεχνία με τα Μαθηματικά (πόσα πιθανόν να είναι τα μαθηματικά θεωρήματα;) και με τη Χημεία (πόσες οι παραποιούμενες ή μεταλλασσόμενες χημικές ενώσεις;), τότε πόσες δυνητικά είναι οι μορφές ενός κειμένου; Τέθηκαν, επομένως, από το OuLiPo τα θεωρητικά θεμέλια προκειμένου, με άπειρους πειραματισμούς και γλωσσικά παιχνίδια, να απελευθερωθεί η γραφή από αυστηρούς περιορισμούς – όλα είναι δυνατά, οι πολλαπλές παραλλαγές εμπλουτίζουν τη γλώσσα ως όργανο και τη γραφή ως αποτέλεσμα, τα κείμενα αναλύονται ανατρεπόμενα, νέες «κατασκευές» επινοούνται – μα τι στην τέχνη δεν είναι κατασκευή (σ. 18), θα προλάβει τις ενστάσεις ο Κυριακίδης.

Με όλο αυτό, ωστόσο, να ενέχει τον κίνδυνο μιας παρερμηνείας της θέσης του απέναντι στη μετάφραση (για παράδειγμα, να θεωρηθεί ίσως λανθασμένα ότι όλα είναι αποδεκτά, ακόμη κι αν οδηγούν στον βιασμό του πρωτοτύπου κειμένου), ο ίδιος θα θέσει τα προσωπικά του όρια, στην ουσία ένα τέντωμα και ένα χαλάρωμα του σχοινιού που τον κρατάει αυτόν ως μεταφραστή δεμένο με το πρωτότυπο και τον δημιουργό του:  

 

Όσο για το περίφημο ψευτοδίλημμα «πιστή ή ελεύθερη μετάφραση», δεν έχω να πω παρά μόνον ότι η μετάφραση, εξ ορισμού και εκ φύσεως, είναι κάθε άλλο παρά ελεύθερη ή, εν πάση περιπτώσει, όσο ελεύθερο είναι ένα αυτοκίνητο να σε πάει όπου θέλει αυτό. (σ. 10).

 

Η γνωστή αφοριστική άποψη του Μπόρχες που καταξιώνει τις παραλλαγές ως γραφές/επαναλήψεις όλων όσα έχουν ήδη ειπωθεί, θα έρθει, φυσικώ τω λόγω, στην  ομιλία του Κυριακίδη οδηγώντας στην παραδοχή μιας αλήθειας που καλά γνωρίζουν όσοι έχουν σοβαρά ασχοληθεί με τη γραφή:

 

[…] κάθε ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου (ακόμα και η επανανάγνωσή του απ’ τον ίδιο τον συγγραφέα του) δεν είναι παρά μια παραλλαγή του. (σ. 25).



 

Ποια η θέση, λοιπόν, του μεταφραστή σ’ αυτή την αλυσίδα παραλλαγών που μοιάζει ατελείωτη; Δεν δικαιούται και αυτός την προσωπική του μερίδα στο διαρκώς έτσι και αλλιώς παραλλασσόμενο κείμενο; Η θέση εδώ του Κυριακίδη ξεκάθαρη ως προς το τι αρχικά είναι η μετάφραση:

 

Έχω πολλάκις ερωτηθεί αν, σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία με δεσμεύσεις, πρέπει να μιλάμε για μετάφραση ή για αναδημιουργία, και η στερεότυπη απάντηση μου ήταν: «Κατά τη γνώμη μου, πολλά πράγματα μπορεί να είναι (ή πρέπει να είναι) η μετάφραση, εκτός από αναδημιουργία». Ο μεταφραστής είναι ο πιο «δουλικός» υπηρέτης του πρωτοτύπου. (σ. 36-37).

 

Η σχέση με το πρωτότυπο καθορίζεται δεσμευτική, ωστόσο επιτρέπει από την πλευρά του μεταφραστή μια δημιουργία σε ένα δεύτερο (ή παράλληλο) επίπεδο με το πρωταρχικό κείμενο. Ο Κυριακίδης ονομάζει αυτή τη δημιουργία δευτερογενή, που ακολουθεί την αναγκαία δημιουργική ανάγνωση.

 

Δεν θα μπορούσε να δώσει καλύτερη κατακλείδα στην πρωτότυπη όσο και  εμπνευσμένη ομιλία του (ή καλύτερα σύντομο δοκίμιο γύρω από τη γραφή και τη μετάφραση) από αυτήν που διευκρινίζει: […] στη συνείδησή μου η λέξη «ουλυπιανός» είναι γραμμένη έτσι, με δύο ύψιλον (σ. 44), υπογραμμίζοντας με τον τρόπο αυτό ένα βασικό χαρακτηριστικό της γραφής γενικότερα (και της δικής του οπωσδήποτε), το υποκρυπτόμενο δηλαδή χιούμορ πίσω από τις λέξεις, με τις άπειρες δυνατότητες παραλλαγής τους, που την εντάσσουν στο ευρύτερης θεώρησης παιχνίδι, και που αλίμονο αν μας διαφύγει γράφοντας, μεταφράζοντας  ή διαβάζοντας.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

Ανέγγιχτη μυθιστόρημα Βαγγέλης Ραπτόπουλος εκδόσεις Κέδρος η πρωτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Ανέγγιχτη

μυθιστόρημα

Βαγγέλης Ραπτόπουλος

 εκδόσεις Κέδρος

η πρωτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal 

στη στήλη  ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Η προσωπική αναμέτρηση με την αλήθεια της μυθοπλασίας • Fractal (fractalart.gr)

 


 

η προσωπική αναμέτρηση με την αλήθεια της μυθοπλασίας

 

Σε κάθε τι που γράφεται με τον μανδύα της μυθοπλασίας (αυτό από αρχής της επινοημένης γραφής) εισχωρεί το προσωπικό βίωμα, ενίοτε δε το αυτοβιογραφικό στοιχείο με διακριτό ή όχι τρόπο, μετατρέποντας έτσι την εξ ορισμού πλαστή πραγματικότητα σε μια (συχνά δυσδιάκριτη στα σημεία της) μείξη του αληθινού με το επινοημένο. Αν αυτή είναι μια αποδεκτή συνθήκη, τότε δεν μας εκπλήσσει το εγχείρημα μιας λογοτεχνίας που επαληθεύει το «λογοτεχνικό της ψεύδος» μέσα από τεκμήρια – τουλάχιστον εδώ η συγγραφική αποκάλυψη είναι ξεκάθαρη και άρα επαρκής.

Αυτή είναι η περίπτωση του πρόσφατου μυθιστορήματος του Βαγγέλη Ραπτόπουλου με τον εύστοχο τίτλο Ανέγγιχτη, βασισμένο στη ζωή του Νίκου Καζαντζάκη, από την πλευρά της πρώτης συζύγου του, Γαλάτειας. Ο Ραπτόπουλος επιλέγει για την αφηγήτριά του, τη Μελίνα Αναστασίου (δηλαδή τη λογοτεχνική περσόνα της Γαλάτειας Καζαντζάκη) την εσωτερική εστίαση και επίσης την εσωτερική οπτική γωνία, καθιστώντας την εν μέρει ομοδιηγητική, όσο αφηγείται γεγονότα που την αφορούν χωρίς να πρωταγωνιστεί η ίδια, και εν μέρει αυτοδιηγητική για όσα έχουν στο επίκεντρο την ίδια και την τραυματική εμπειρία του δεκαπεντάχρονου γάμου της με τον συγγραφέα – εδώ για τη μυθοπλαστική αναγκαιότητα με το όνομα Αλέξανδρος Καστρινάκης. Τεκμηριώνοντας μέσα από το βιβλίο της Γαλάτειας Άνθρωποι και υπεράνθρωποι (1957), μια προσπάθεια αποκαθήλωσης του μύθου-Καζαντζάκης, αλλά και ακολουθώντας τη συγγραφική πορεία του ίδιου μέσα από τα βιβλία του, ο Ραπτόπουλος μοιάζει να αποδίδει εκ νέου στην κοινή γνώμη ένα από τα μεγαλύτερα συγγραφικά μεγέθη. Αναμφισβήτητης αξίας το αποτέλεσμα, αποδεικνύει ότι ο συγγραφέας βρίσκεται σε καλή δημιουργική περίοδο. Με παραποιημένα τα ονόματα των προσώπων και τους τίτλους των έργων, δεν εμποδίζεται ο μυημένος αναγνώστης να αναγνωρίσει τον λογοτεχνικό κόσμο της εποχής, που αναδύεται και αυτή ταυτόχρονα ως απαραίτητο πλαίσιο στα γεγονότα – μια εποχή που εξυψώνει με τα αισθητικά κριτήρια το έργο του δημιουργού αλλά και αναθεματίζει τη ρηξικέλευθη οπτική του, αδυνατώντας να κατανοήσει την ανθρώπινη φύση μέσα στα θεϊκά «πρόσωπα».



Η Ανέγγιχτη προκαλεί να δούμε την προσωπικότητα του Καζαντζάκη μέσα από την οπτική της γυναίκας του, μέσα από το αδιέξοδο μιας σχέσης «λευκής», που την ανάγκαζε σε μια (ανερμήνευτη εν μέρει, εκτός αν η προσπάθεια θέωσης και αγιότητας εν  τω βίω του Καζαντζάκη αποτελεί ικανή ερμηνεία) σαρκική απόσταση από τον άντρα της, τη  στιγμή που η ίδια φλεγόταν από επιθυμία.  Συγγραφική επινόηση ενδιαφέρουσα η εκ νέου αυτοβιογραφική κατάθεση της Μελίνας/Γαλάτειας, προκειμένου να μειωθεί η αίσθηση της εμπάθειας ή της προκατάληψης που άφησε το πρώτο έργο της και να δείξει περισσότερη κατανόηση για το ψυχικό βάσανο του Αλέξανδρου Καστρινάκη/Νίκου Καζαντζάκη, ένα είδος επανόρθωσης, μια αποκατάσταση στο μέτρο της αλήθειας.

Περισσότερο ακόμη η Ανέγγιχτη αποτελεί για αναγνώστες κυρίως της γενιάς μου, που γνωρίσαμε σε πολύ νεαρή ηλικία τα γραπτά του, μια πρόκληση να ανατρέξουμε ξανά σ’ αυτά, κι ας τα έχουμε απομυθοποιήσει μέσα στα χρόνια· ο εσωτερικός κόσμος του δημιουργού, σε διαρκή αναστάτωση και αναθεώρηση (πόσες αλήθεια ιδεολογικές ανακατατάξεις βλέπουμε στο έργο του!), φλεγόμενος πάντοτε από την εσωτερική φωτιά του ανικανοποίητου.

Εν τέλει, η Ανέγγιχτη προκαλεί να δούμε πίσω από τη μυθοπλασία, την ανάγκη που τη γέννησε, να ανακαλύψουμε δηλαδή τον δημιουργό της και τη δική του προσέγγιση στη μορφή του σπουδαίου Κρητικού. Είναι άραγε μόνο η επιθυμία να βυθιστεί εκ νέου στον κλασσικό της λογοτεχνίας μας, εν μέσω μιας εποχής πολλών μεν σύγχρονων γραφών πλην συχνά άνευρων; Είναι ίσως ένα προσωπικό στοίχημα πειραματισμού στα όρια που η μυθοπλασία αγγίζει και ενσωματώνει (με την αναγκαία παραποίηση) τον αληθινό πυρήνα των γεγονότων; Ή, μήπως, μια πιο εσωτερική ανάγκη να αγγίξει μέσα από τη δική του γραφή πιο βαθιά τη σχέση του με τον συγγραφέα της Ασκητικής; Στην προσωπική μου ανάγνωση θα προτιμούσα να ισχύει το τελευταίο, καθώς απηχεί μια πιο ευθεία, πιο αυθεντική σχέση του γράφοντος με τη θεματική του, και αποδίδει έτσι ακέραια, ισχυρή όσο και ευάλωτη (ισχύει το οξύμωρο) τη φύση του αληθινού συγγραφέα, που δεν ορρωδεί μπροστά στην αναμέτρηση με τα δικά του πρότυπα, ή αλλιώς φαντάσματα.

Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

Γενναία εμπρός επιλεγμένα κείμενα της Σερβικής πεζογραφίας του εικοστού αιώνα δίγλωσση έκδοση επιλογή-μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Γκόζης εκδόσεις Ρώμη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Γενναία εμπρός

επιλεγμένα κείμενα της Σερβικής πεζογραφίας

του εικοστού αιώνα

δίγλωσση έκδοση

επιλογή-μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Γκόζης

εκδόσεις Ρώμη

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Μια καινούργια ματιά στη σερβική λογοτεχνία • Fractal (fractalart.gr)

 


 

μια καινούργια ματιά στη σερβική λογοτεχνία

Είκοσι πέντε πεζογράφοι της Σερβίας (δεκαεννέα άντρες και έξι γυναίκες) παρουσιάζονται στην πολύ προσεγμένη έκδοση (εκδόσεις Ρώμη) σε ανθολόγηση και μετάφραση από τον Γιώργο Γκόζη. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η έκδοση είναι εξ ολοκλήρου δίγλωσση (τα σερβικά μάλιστα σε κυριλλική γραφή), οπότε ταυτόχρονα εξυπηρετεί και το ελληνικό αναγνωστικό κοινό αλλά και τους αναγνώστες της γειτονικής χώρας – μια ένδειξη φιλίας όσο και συνειδητοποίησης των κοινών στοιχείων που μας συνδέουν μέσα στην πάροδο των χρόνων. Ανθολογούνται οι: Αντόνιγιε Ισάκοβιτς, Μπράνισλαβ Νούσιτς, Μπράνκο Τσόπιτς, Ράντογιε Ντομάνοβιτς, Στέβαν Ράιτσκοβιτς, Μιχάιλο Λάλιτς, Βλάνταν Ντέσνιτσα, Ντόμπριτσα Τσόσιτς, Ντούσαν Μάτιτς, Ντράγκαν Μάρκοβιτς, Μίλος Τσρνιανσκι, Ότο Μπίχαλι-Μέριν, Γιόβαν Τσβίγιτς, Ράστκο Πέτροβιτς, Βόϊσλαβ Στάνοϊτσιτς, Έριχ Κος, Λιούμπισα Μανόϊλοβιτς, Τσέντομιρ Μιντέροβιτς, Μίλαν Τζόκοβιτς, Φρίντα Φιλίποβιτς, Ντέσανκα Μαξίμοβιτς, Γκρόζντανα Όλουγιτς, Γιέλενα Ντιμιτρίγιεβιτς, Ισιντόρα Σέκουλιτς, Σβετλάνα Βέλμαρ-Γιάνκοβιτς. Όλοι γεννημένοι από το 1864 έως το 1933, άρα σαφώς εκπροσωπούν τον εικοστό αιώνα ως χρόνο γραφής – καθόλου τυχαία  αυτή η επιλογή, καθώς ο 20ός αιώνας σηματοδοτεί την ωριμότητα μιας λογοτεχνίας που στην ουσία ακολουθεί τη δημιουργία του εθνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα, άρα συμβαδίζει με την αποτύπωση στην πεζογραφία της εθνικής ταυτότητας. Στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται τα βιογραφικά όλων με σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση της προσωπικότητάς τους.  

Τα κείμενα (μικρές ιστορίες) της συλλογής (όλα πρωτοεμφανιζόμενα στη γλώσσα μας, γραμμένα από εν πολλοίς άγνωστους σ’ εμάς συγγραφείς) είχαν φιλοξενηθεί αρχικά στο ψηφιακό λογοτεχνικό περιοδικό «Εξιτήριον» μέσα στο 2021. Εδώ προλογίζονται από τον μεταφραστή τους Γιώργο Γκόζη, γνώστη της σερβικής γλώσσας και κουλτούρας, με ειδικές σπουδές στη Σχολή Βαλκανικών Γλωσσών του Ιδρύματος μελετών Χερσονήσου του Αίμου, γεγονός που εγγυάται όχι μόνον τη σωστή απόδοση της γλώσσας, αλλά και τη διάσωση του προσωπικού ύφους του κάθε πεζογράφου όπως και της ατμόσφαιρας των πρωτοτύπων. Αξίζει εδώ η θέση του Γκόζη για το μεταφραστικό εγχείρημα: Δεν είμαι κατ' επάγγελμα μεταφραστής λογοτεχνίας κι ούτε φιλοδοξώ να γίνω, η αγάπη για τη γλώσσα και την πεζογραφία με οδήγησε σε αυτή τη δοκιμασία. Η αγάπη αυτή (σημαντική συνιστώσα ενός μεταφραστικού εγχειρήματος) γίνεται εμφανής.

Μία άριστη ευκαιρία για γνωριμία με πτυχές της σερβικής λογοτεχνίας που ως τώρα παρέμειναν άγνωστες. Στην ελληνική γλώσσα έχουμε γνωρίσει, εκτός φυσικά από τον κλασικό Ίβο Άντριτς, τους επιφανείς εκπροσώπους,  τον Ντανίλο Κις και τον Μέσα Σελίμοβιτς, τον Μπόρισλαβ Πέκιτς, τον Βίντοσαβ Στεβάνοβιτς, αλλά και τους νεότερους όπως τον Γκόραν Μιλασίνοβιτς, τον Βλάντισλαβ Μπάγιτς και την Ντούβραμπκα Λάλιτς. Εδώ με ένα ικανό δείγμα από τριάντα διηγήματα του 20ού αιώνα μοιάζει να συμπληρώνεται η αλυσίδα της σερβικής πεζογραφίας.

Στα διηγήματα αποτυπώνεται η ιστορία του 20ού αιώνα, που ως φόντο στην πλοκή των ιστοριών αγκαλιάζει σκέψεις και συμπεριφορές, από τον απόηχο της σερβικής αντίστασης κατά των Γερμανών ως την καθημερινότητα των σχέσεων. Μια πινακοθήκη χαρακτήρων. Εντύπωση κάνει το διήγημα «Η οδός του Ρήγα των Φερών», της Σβετλάνα Βέλμαρ-Γιάνκοβιτς, για το μοίρασμα της εμβληματικής μορφής του Ρήγα Βελεστινλή ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς· μια δικαίωση για το ανεκπλήρωτο όραμά του. Επίσης το διήγημα «Η επαρχία και οι τελευταίοι της Έλληνες», της Ισιντόρα Σέκουλιτς, που δείχνει μια όψη της σχέσης Ελλήνων και Σέρβων. Ο αναγνώστης θα δει ομοιότητες στη θεματική, στο ύφος, στις αφηγηματικές τεχνικές με τους σύγχρονους των Σέρβων Έλληνες πεζογράφους, γεγονός που αποδεικνύει τις κοινές αναφορές και προσλαμβάνουσες στους δύο λαούς, που η ιστορία τούς έφερε συχνά κοντά, για να έρθει κατόπιν η λογοτεχνία και να αποδώσει τον «κοινό τόπο» με τον δικό της τρόπο.

Αξίζει και ένα σχόλιο στο εξώφυλλο με μια φωτογραφία τραβηγμένη από τον Γιώργο Γκόζη, με το δέντρο όλο στην κλίμακα του γκρίζου, δηλωτικό μιας μοναξιάς, κοινής σε Έλληνες και Σέρβους, αλλά και του μοναχικού (στην πραγματικότητα) ταξιδιού ενός λογοτεχνικού βιβλίου. Εν τέλει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις της εκδοτικής παραγωγής, από την αρχική σύλληψη της ιδέας ως την επιλογή και επεξεργασία του υλικού και φυσικά την αισθητική.


Διώνη Δημητριάδου

 

[…] Το μικρό ποτάμι ταξίδευε κατά μήκος ολόκληρου του στερεώματος, σαν πολύχρωμο τόξο. Το ένα άκρο της αψίδας άγγιζε την κορυφή του βουνού, το άλλο βυθιζόταν απαλά στη θάλασσα, αλλά το ίδιο δεν ανήκε ούτε στο βουνό ούτε στη θάλασσα. Ήταν ένα επουράνιο ποτάμι. Το έλεγαν ουράνιο τόξο. (Γκρόζντανα Όλουγιτς, «Το Ουράνιο Ποτάμι», σ.219)

Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ (ν. 6) ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ



 ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ


ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ (ν. 6) 

ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

ΜΕ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΡΜΑΟ



Κεντρική διάθεση
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΜΙΛΗ
Ναυαρίνου 18-20, 106 80 Αθήνα
smili_ekdoseis@yahoo.gr ~ τηλ. 210 3637541

Δευτέρα 2 Μαΐου 2022

Μαρία Κοσσυφίδου, Η φασκιά Μετρονόμος, Αθήνα 2019 [Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος, φιλόλογος]

 

Μαρία Κοσσυφίδου

Η φασκιά

Μετρονόμος, Αθήνα 2019

 

[Παρουσίαση: Παναγιώτης Χαλούλος, φιλόλογος]

 




«Να ’ξερες πόσο γκρεμίστηκα για να ζήσω…»

«Γεννήθηκα κόρη», επαναλαμβάνει η ηρωίδα στην αρχή κάθε ενότητας στο πρώτο κεφάλαιο (με τον τίτλο «ΚΟΡΗ»). Μια αγωνιώδη προσπάθεια διαπιστώνουμε για τη γυναίκα-κόρη, που μεγάλωσε με παραμύθια και πολέμησε να τα ξεπεράσει, όχι πάντα αποτελεσματικά ίσως, αφού «Παραμένω σε ηλικία παραμυθιού… Κι ακόμα επιστρέφω…» ομολογεί!

Επτά φορέματα φορεί (επτά οι ενότητες του κεφαλαίου), λευκό το πρώτο, τυλιγμένο σφιχτά στο σώμα τής κόρης, όπως σφιχτά δενόταν παλιά η φασκιά στο τρυφερό σώμα των μωρών, περιοριστικό των κινήσεων, μέχρι απαγορευτικό. Να βλέπει ακίνητη όσα κινούνται, να διεκδικεί μόνο με τη φωνή, όπως το μωρό με το κλάμα ζητά και διεκδικεί ό,τι χρειάζεται. Πόσα μπορεί να διεκδικεί ένα μωρό; Μόνο βασικές βιοτικές ανάγκες. Η φασκιά, λοιπόν, το στενό φόρεμα, σύμβολο των απαγορεύσεων όλων εκείνων των επιθυμιών, αναγκών και αναζητήσεων, που καταπιέζονται πολλές φορές και στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω φύλου. Στην εποχή μας, θα αναρωτηθεί κανείς, καταπιέζεται το γυναικείο φύλο; Σε γενικές γραμμές όχι πλέον, αλλά κάποια φαινόμενα δείχνουν πως δεν έχει ξεπεραστεί εντελώς η προκατάληψη απέναντι στο γυναικείο φύλο. Σε κάποιες χώρες περισσότερο, σε άλλες λιγότερο. Φαινόμενα βίας κατά γυναικών, που φθάνουν και σε δολοφονία, επιβεβαιώνουν ότι δεν έχει εξαλείψει αυτή την παθογένεια η σύγχρονη κοινωνία μας, δυστυχώς! «Από νωρίς κουβάλαγα τον τίτλο και τον μύθο της τιμής»: λευκό το χρώμα της αθωότητας και της τιμής, στενό το φόρεμα να καταπιέζει με τον μύθο της τιμής!...

«Και όνομα μου έδωσαν μαζί μ’ ένα φουστάνι». Λευκό το δεύτερο φόρεμα, «φαρδύ, για να χωρέσουν κι άλλα χρόνια…», ο μύθος της τιμής να συνεχίζεται. Αλλά «Μεγάλωσα. Λερώθηκαν οι κούκλες μου», λερώθηκε το φόρεμα στο διάβα της ζωής κι έτσι η κόρη έριχνε τις κούκλες στο ποτάμι να τις πλύνει (να τις βαφτίζει έλεγε…) «Κι έμοιαζε περισσότερο με πνιγμό παρά με βάφτιση». Ο πνιγμός αφορά στις κούκλες ή στην ίδια την κόρη, που έπρεπε …το όνομά της να ξεπλύνει, ώστε λευκό να παραμείνει το φόρεμα-φασκιά, ο μύθος της τιμής κι αυτή η κατάσταση την πνίγει;… «Να ’ξερες πόσο γκρεμίστηκα για να ζήσω…», φαίνεται να τονίζει, απολογούμενη στο συνομιλητή της, ίσως άντρα-σύντροφο.

Και το μαύρο χρώμα ως σύμβολο: «Μεγάλωσα ανάμεσα σε μαύρα ρούχα… Οι γυναίκες του σπιτιού σχεδόν πάντα κάποιον πενθούσαν» – οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θυμόμαστε τις γυναίκες παλιότερων εποχών, τις γιαγιάδες μας σίγουρα, να πενθούν φορώντας μαύρα μια ολόκληρη ζωή, δεν τα έβγαζαν ποτέ! – «μα και πάντα άπλωναν τα πιο λευκά ασπρόρουχα. Το άσπρο πάντα από μέσα, φίλτρο πένθους ανάμεσα στο σώμα και στο βλέμμα». Το πένθος να φαίνεται, κι ας σφύζει από ζωή το σώμα! Και πιο κάτω: «Τα γόνατά μου κόκκινα, μα ποιος θα το προσέξει. Φωτογραφία ασπρόμαυρη, το τραύμα λάσπη μοιάζει». Τα ψυχικά τραύματα πόσο εύκολο είναι να τα δει ο άλλος; «Να ’ξερες πόσο γκρεμίστηκα για να ζήσω…» και παρακάτω, στο επόμενο κεφάλαιο συμπληρώνει: «Οι γκρεμοί μου είχαν ονόματα».

Κόκκινο το χρώμα της ζωής, της ζωντάνιας, αλλά έπρεπε να κρύβεται στο λευκό του φορέματος-φασκιάς: «Μια κόκκινη τρύπα μεγάλωνε μέσα μου… Το κόκκινο μεγάλωνε, πλημμύρισε από μέσα… Συχνά κρύβω την έφηβη που έκρυβα για χρόνια…» και «Ζωγράφιζα τον έρωτα ντυμένο με σύννεφο λευκό». Το λευκό καλύπτει και το ψέμα και το αίμα. «Πάντα αγαπούσα με πιθανότητα αίματος. Πάντα με αγαπούσαν με πιθανότητα ψέματος…» Ματαίωση επιθυμιών κι ελπίδων διαπιστώνουμε: «Ακάλεστη έμεινα στον γάμο μου».

Φόρεμα έβδομο: επτά φορέματα, ένα για κάθε μέρα, στενό, φαρδύ, μακρύ, άσπρο, λευκό πάντα όμως για την κόρη. Η κόρη αποφασίζει: «Θα κόψω δρόμο απ’ το παρόν για να προλάβω εμένα. Δεν έχω χρόνο για ενοχές… Έμαθα από λάσπη, έμαθα κι από λευκά φορέματα».

ΚΟΡΙΤΣΙ γίνεται η κόρη στο δεύτερο κεφάλαιο. Κλειδώνει τα παραμύθια σε «τέσσερις σκοτεινούς τοίχους». Εδώ αναγνωρίζουμε κορίτσια, που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης: «Πόσο ν’ αντέξει το λευκό μες στο πορνείο», «Κορίτσι έγινα καλό κι από τα λίγα… Στον έξω κόσμο κρύβομαι μ’ ένα λευκό σεντόνι… Το άσπρο λένε είναι χαρά, για μένα απουσία».

Στο τελευταίο κεφάλαιο (Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ) θα συναντηθούν η κόρη με το κορίτσι σε μια γρήγορη στιχομυθία, στην οποία αναγνωρίζουμε στοιχεία από όσα διαβάσαμε στα δύο προηγούμενα, όπου συμπυκνώνονται τα θέλω, οι προσδοκίες, οι ανάγκες της κόρης, σε αντίθεση με τις διαπιστώσεις, τις πραγματικότητες που προσγείωσαν το κορίτσι, το κορίτσι που έγινε γυναίκα μέσα από ματαιώσεις, απογοητεύσεις, που γνώρισε τη σκληρότητα της ζωής, γιατί η ζωή δεν είναι τα παραμύθια της παιδικής ηλικίας. Γιατί τα παραμύθια «έκρυβαν σημάδια για τον δρόμο» και αυτά τα σημάδια τα έχει αποκρυπτογραφήσει, τα φύλαξε, όπως λέει, φέρνοντάς τα στα μέτρα της. «Παραμένω σε ηλικία παραμυθιού, φορώντας τα λερωμένα μου λευκά. Κι ακόμα επιστρέφω…»

Μια επιστροφή στα αρχικά παραμύθια; Ίσως, αλλά με τη γνώση που προσφέρει η ζωή με τις εμπειρίες! «Λυτρώθηκα επιστρέφοντάς μου ό,τι μου χρωστούσα. Ένα χρώμα, έναν δρόμο, μια ζωή. Ό,τι έχασα το κέρδισα σε μνήμη. Ό,τι κέρδισα το έπαιξα στο μέλλον. Ό,τι θα έρθει, το έχω ήδη πληρώσει. Ό,τι άφησα, το έχω καθαρίσει…»

Το μικρού μεγέθους και ολιγοσέλιδο βιβλίο της Μαρίας Κοσσυφίδου «η φασκιά», γραμμένο σε πρόζα με ποιητικό ύφος αποτελεί ένα πραγματικό ποίημα και, ενώ δεν δηλώνεται ότι είναι γραμμένο για θέατρο, ενέχει μια θεατρικότητα και πράγματι ανέβηκε επί σκηνής με επιτυχία στην Πάτρα το 2019.

 

Παναγιώτης Χαλούλος*

 

Η Μαρία Κοσσυφίδου γεννήθηκε στη Δράμα. Από το 1998 εργάζεται στον Νομό Αχαΐας ως εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Εξέδωσε τα βιβλία «Μύθοι του κουτσού χρόνου» (εκδ. Λαγουδέρα, 2004), την ποιητική συλλογή «Κύκλος σπουδών» (εκδόσεις περί τεχνών, 2007) και για τον Δήμο Πατρέων το βιβλίο «Εμένα μου πρέπει το τραγούδι – Η μελοποιημένη ποίηση του Κωστή Παλαμά» (2009). Το «Σε ετοιμότητα διαδρομής ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ ποιήματα σε α’ πρόσωπο (1972-2022)» (εκδόσεις Μετρονόμος, 2022) είναι το τελευταίο της βιβλίο. Στίχοι της μελοποιήθηκαν από τους συνθέτες Γιάννη Γερογιάννη και Γιώργο Καζαντζή. Από το 2013 ασχολείται με τη φωτογραφία. Έργο της διακρίθηκε στα Sony World Photography Awards 2016, ενώ συνεργάζεται με εκδοτικούς οίκους και δισκογραφικές εταιρίες για εξώφυλλα βιβλίων και CD. Μετά από ομαδικές εκθέσεις, το 2018 έκανε την πρώτη της ατομική έκθεση, μαζί με τον Πολυδεύκη Ασωνίτη, με τίτλο «Πρωτόπλαστοι ξανά». Φέτος συμμετέχει με δύο έργα της στην ψηφιακή πλατφόρμα του MOMus – Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, με θέμα τον Covid-19. 

 

* Ο Παναγιώτης Χαλούλος είναι φιλόλογος με πλούσιο εκπαιδευτικό και συγγραφικό έργο. 

Συνέγραψε τα παρακάτω βιβλία:

Ø  «Ιστορία για το Γυμνάσιο, Ασκήσεις και θέματα Ανακεφαλαιωτικών Εξετάσεων με αξιοποίηση ιστορικών πηγών – Σχέδια μαθημάτων με χρήση Η/Υ, για όλες τις τάξεις του Γυμνασίου»-συνοδευτικό CD-ROM, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2005.

Επανεκδόσεις αναθεωρημένες:

Ø  «Ιστορία για το Γυμνάσιο, Ασκήσεις και θέματα Ανακεφαλαιωτικών Εξετάσεων με αξιοποίηση ιστορικών πηγών – Σχέδια μαθημάτων με χρήση Η/Υ, Α΄ τάξη, Αρχαία Ιστορία»-συνοδευτικό CD-ROM, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2006, 20102.

Ø  «Ιστορία για το Γυμνάσιο, Ασκήσεις και θέματα Ανακεφαλαιωτικών Εξετάσεων με αξιοποίηση ιστορικών πηγών – Σχέδια μαθημάτων με χρήση Η/Υ, Β΄ τάξη, Μεσαιωνική και Νεότερη Ιστορία»-συνοδευτικό CD-ROM, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2006.

Ø  «Ιστορία για το Γυμνάσιο, Ασκήσεις και θέματα Ανακεφαλαιωτικών Εξετάσεων με αξιοποίηση ιστορικών πηγών – Σχέδια μαθημάτων με χρήση Η/Υ, Γ΄ τάξη, Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία»-συνοδευτικό DVD-ROM, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη  2008.

Ø  «Εύθυμα παραμύθια διασκευασμένα για το θέατρο – Πρακτικός οδηγός για σχολικές θεατρικές ομάδες για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση», εκδ. περί τεχνών, Πάτρα 2006.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα εκπαιδευτικού περιεχομένου σε έντυπα περιοδικά και στο διαδίκτυο (http://users.ach.sch.gr/pchaloul) πλούσιο υλικό σε ιστοσελίδες-παρουσιάσεις-video, για την πραγματοποίηση μαθημάτων Ιστορίας με χρήση Η/Υ.

 

 

 

Κυριακή 1 Μαΐου 2022

Με τον τρόπο του Χρήστου Κεραμίδη (φωτογραφίες: Κώστας Μπαλάφας)

 

Με τον τρόπο του Χρήστου Κεραμίδη

 (φωτογραφίες: Κώστας Μπαλάφας)

 

Η θάλασσα που με ακολουθεί

 


Και στις έρημες ακτές, οι κολασμένοι των ωκεανών.

Ξεβρασμένοι κι άταφοι ναυτικοί με τις χαραγμένες

άγκυρες στα μπράτσα και  τους  χρυσούς

μεγάλους  κρίκους  στο αυτί.

 

Η θλίψη του αρμενιστή

 


Έξω απ’ το λιμάνι το καράβι αγκυροβολεί.

Ριζωμένοι θαλάσσιοι βράχοι και οι χαρακιές

του νερού.

Η θλίψη του αρμενιστή

το γλαυκό σκοτεινιάζει χρώμα

τ' ουρανού.

Το τραγούδι

αγκαλιάζει με τις υγρές λέξεις.

 

Μεταμόρφωση

 


Έμοιαζε  άτομο απόμακρο, ερμητικό.

Γινόταν όμως άλλος άνθρωπος, όταν κρατούσε σφιχτά  το μολύβι, κι έγραφε

το αριστούργημά του.

Κάποιες φορές, χαμήλωνε το βλέμμα καθώς οι «φίλοι» με άσεμνους τρόπους τον ταπείνωναν.

Τους επέτρεπε  να επιβεβαιώνονται μέσα από τη σκληρότη και την πικρή τους χλεύη.

Γινόταν όμως άλλος άνθρωπος, όταν κρατούσε σφιχτά  το μολύβι, κι  έγραφε

το αριστούργημά του.

 

Χρήστος Κεραμίδης