Τρίτη 12 Απριλίου 2022

Εναλλαγή Γρηγόρης Σακαλής μαζί με έναν πίνακα του Δήμου Σκουλάκη

 

Εναλλαγή

Γρηγόρης Σακαλής

μαζί με έναν πίνακα του Δήμου Σκουλάκη



Πότε μπορείς

να είσαι σίγουρος

για τις επιλογές σου

σχεδόν ποτέ

η ζωή είναι

ένα ατέλειωτο πείραμα

που τολμάς διαρκώς

παίρνεις ρίσκο

και προχωράς

άλλοτε επιτυγχάνεις

κι άλλοτε κάνεις λάθη

είναι φορές

που φτάνεις στο στόχο σου

κι είναι άλλες

που τρώει

η μούρη σου χώμα

μα έτσι είναι η ζωή

πίκρα και χαρά

κλάμα και γέλιο

διαρκώς εναλλάσσονται.

 

Γρηγόρης Σακαλής

(Δήμος Σκουλάκης, Ισορροπιστής ΙΙ, 1981, λάδι σε καμβά)


Πέμπτη 7 Απριλίου 2022

Η εκδίκηση είναι δική μου Marie Ndiaye μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Η εκδίκηση είναι δική μου

Marie Ndiaye

μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου

 εκδόσεις Πόλις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Η εκδίκησή της • Fractal (fractalart.gr)



 



Η εκδίκησή της

 

Δυο φορές έτριψε το μέτωπό της, μηχανικά, νομίζοντας ότι υπήρχε εκεί κάποια κρυφή πληγή, μετά έπαψε να το σκέφτεται. Αυτή ήταν η πρώτη αντίδραση της κυρίας Σιζάν (χωρίς μικρό όνομα), δικηγόρου, όταν μπήκε στο γραφείο της, στις 5 Ιανουαρίου 2019, ο Ζιλ Πρενσιπό. Έτσι, ξεκινά η πλοκή, καθώς το πρώτο από τα πολλά διάσπαρτα ερωτήματα προβάλλει στην παράξενη αυτή ιστορία: της είναι οικείο αυτό το πρόσωπο από το μακρινό παρελθόν (αυτή σε ηλικία δέκα ετών και αυτός έφηβος) και αν ναι, γιατί αυτός δεν θυμάται τίποτα; Παράξενο, όμως, είναι και το αίτημά του: δέχεται η κυρία Σιζάν να υπερασπιστεί στο δικαστήριο τη γυναίκα του, την Μαρλίν Πρενσιπό, που κατηγορείται γιατί έπνιξε στη μπανιέρα τα τρία παιδιά τους;

Σκληρό το θέμα, κι όμως η Ndiaye δεν πέφτει στην παγίδα να το εκμεταλλευτεί σε ύφος και σε επιλογή γλώσσας, καθώς προτιμά να αποδώσει το ζοφερό κλίμα με μια γραφή σοφά αποστασιοποιημένη. Τόσο η αφήγηση της μητέρας (συγκλονιστική στην επανάληψη των λέξεων εν είδει συνδέσεων σε έναν ειρμό καταιγιστικό) όσο και η αφήγηση του πατέρα, μοιάζει να αφορά την εξιστόρηση ενός συμβάντος από έναν παρατηρητή. Αυτό που την ενδιαφέρει συγγραφικά δεν είναι άλλο ένα αιματόβρεχτο μυθιστόρημα. Προτιμά να εστιάσει στον ψυχολογικό κόσμο της δικηγόρου, ως αποδέκτη του εγκλήματος, ως μεσολαβητικού παράγοντα ανάμεσα στους δύο γονείς, ακόμη περισσότερο όμως ως μιας προσωπικότητας που αδυνατεί να βρει τα δικά της στηρίγματα· ένα παρελθόν με ασαφή τα περιγράμματά του, που την καθόρισε, και το οποίο ακόμη ερευνά, με το πρόσωπο του Πρενσιπό να προβάλλει και να ανακατατάσσει τα δεδομένα της. Η ίδια γεννά μια σειρά από ερωτήματα, που στην ουσία καταλήγουν κυρίαρχα τοποθετώντας στο φόντο την ιστορία της μητροκτόνου.

Η προσωπικότητα της Μαρλίν Πρενσιπό, για την κυρίαρχη περσόνα του βιβλίου, που κατά τη γνώμη μου είναι η δικηγόρος, μοιάζει να έχει έρθει κατευθείαν από την κόλαση, με αδιευκρίνιστο τον ψυχισμό της να μην αντέχει μια λογική αντιμετώπιση. Δεν είναι μόνο το τριπλό έγκλημα, είναι και η αποστασιοποιημένη αντιμετώπισή του. Παράλληλα, ο Πρενσιπό, μια προσωπικότητα αμφιλεγόμενη, που προτάσσει (ακολουθώντας τη δική του απο-οικειοποίηση) την προστασία της γυναίκας του από τον συγκλονισμό που θα έπρεπε λογικά να τον διακατέχει για τη δολοφονία των τριών παιδιών του. Τα τρία πρόσωπα, με τις συνδέσεις τους (τωρινές και παλαιότερες) δημιουργούν ένα παζλ, με τα κομμάτια του να ακροβατούν πότε στα πραγματικά γεγονότα και πότε σε μια ονειρώδη κατάσταση, όπου όλα θα μπορούσαν να είναι εξίσου αληθινά και ψεύτικα.


Ένα σκοτεινό και ακραίο ως προς τη θεματική του μυθιστόρημα, που θέτει στο επίκεντρο τον ταραγμένο ψυχισμό των προσώπων, κυρίως των δύο γυναικών σε αλληλοσυμπληρούμενα πεδία, αφήνοντας εν τέλει να εκβάλει όλη η ροή της πλοκής σε ένα θέμα ακόμη: ο εγκλωβισμός της γυναικείας ψυχοσύνθεσης σε μια πραγματικότητα που την καταργεί ως πρόσωπο αυτόνομο (αυτή ήταν εν συνόψει η ζωή της Μαρλίν), πού έχει τα εν δυνάμει όριά της, πότε ξεχειλίζει το ποτάμι; Και τότε, η «εκδίκηση» ποια μορφή μπορεί να πάρει; Είναι δυνατόν να παραμεριστούν οι αληθινοί ένοχοι και να πληρώσουν οι αθώοι; Πιστεύω ότι το μείζον ερώτημα που τελικά ταλανίζει τον αναγνώστη είναι αν πρόκειται μόνο για διαταραχή της προσωπικότητας (ίσως μια εύκολη εκδοχή) ή η περσόνα της Μήδειας από το αρχέτυπο της τραγωδίας ως σήμερα, σηματοδοτεί ένα ευρύτερο πρόβλημα κοινωνικού χαρακτήρα; Και μόνο το γεγονός ότι το μυθιστόρημα της Ndiaye γεννά ανάλογο προβληματισμό, κλονίζοντας τις βεβαιότητες του αναγνώστη όπως και των ηρώων του, το κατατάσσει στα ξεχωριστά εκείνα βιβλία που προχωρούν τη λογοτεχνική γραφή ένα βήμα πιο πέρα.

Η μετάφραση είναι της Αλεξάνδρας Κωσταράκου. Το εικαστικό του εξωφύλλου του Pierre Soulages, Noir/Lumiere, 1951, σε μαύρο και κόκκινο, με την εναλλαγή του σκοτεινού με το φωτεινό που υπολανθάνει, απολύτως ταιριαστό με την ιστορία του βιβλίου. Για μια ακόμη φορά οι εκδόσεις Πόλις ψάχνουν, ανακαλύπτουν και προσφέρουν ό,τι καλύτερο από την παγκόσμια σύγχρονη λογοτεχνία.

 

Απόσπασμα

 

Αλλά  πάντα το ήξερα ότι τα παιδιά μου δεν θα ενηλικιώνονταν ποτέ, αλλά πάντα το ήξερα όμως αυτή η βεβαιότητα μ’ έφερνε σε απελπισία, αλλά αυτό που δεν ήξερα είναι ότι θα έκανα εγώ αυτή την πράξη. Αλλά σκεφτόμουν ότι θα τα έβρισκε κάποιο κακό από τον έξω κόσμο, αλλά ότι θα τα χτυπούσε ένα αυτοκίνητο, αλλά ότι μια πυρκαγιά… Αλλά έβλεπα και σχετικά οράματα καταστροφής. Αλλά κάποιες φορές ξυπνούσα μ’ ένα τίναγμα, αλλά είχα ονειρευτεί πως ήταν πεθαμένα και δεν είχα μπορέσει να κάνω τίποτα για να τα σώσω. Αλλά δεν ονειρευόμουν πως πέθαναν από το δικό μου χέρι, αλλά ποτέ αλλά ποτέ. Αλλά εκείνο το πρωί ήμουν πολύ εξαντλημένη.  Αλλά σκεφτόμουν ότι κάποια συμφορά θα έβρισκε τα παιδιά μου αλλά τότε τι θα γινόμουν χωρίς αυτά; Αλλά θα έμενα κλεισμένη μαζί με τον κύριο Πρενσιπό; Αλλά άνοιξα το νερό στην μπανιέρα δίχως να ξέρω πραγματικά αν θα συνέβαινε κάτι. (σ. 195-196).



Διώνη Δημητριάδου

 

 

 

Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

Χωροχρ-ΩΜΆ ( > Το Φρέαρ) Μηχανικό μολύβι (πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 2-3-22)

 

Χωροχρ-ΩΜΆ ( > Το Φρέαρ)

Μηχανικό μολύβι

(πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 2-3-22 [Χωροχρ-ΩΜΑ] – γράφει η Πουπερμίνα – frear

 


Χώρος-Χρόνος-Χρώμα-Ωμά


Κοίτα καλά να τα 'χεις με το χώρο

ο χρόνος αργά ή γρήγορα 

θα σε ειρωνευτεί

(νύχτα προχτές σκαρφάλωνες

 ολόισα στη σαγήνη,

 πέτρα κοιλιά του μύλου

μη κατοικήσιμη

όγκος κενού 

χιαστί οι ανεμόσκαλες

ρίχτια αδειανά

  κιλίμια, μπατανίες, χράμια 

χρώμα που ανάβει φωτιά

στο βλέμμα κεπέγκι

άφεγγο φως

 χτισμένη τάξη

δόμοι τεφροί)

* 

 Χώρος η στάση·

χρόνος η απόσταση.

Δηλώνει παρουσία ύπουλα

 αμολώντας κάπου στον ιστό

 ένα, φερ' ειπείν,  διαλείπον 

σύνδρομο υποκλοπής υποκλειδίου,

σε μετατρέπει σε

επαίτη επετείων

 ικέτη και σκλάβο 

σιωπών

στο τέλος

σου περνάει γλυκά

το χαλινάρι,

το άγνωμον

  φίμωτρο  

του χρόνου

 Μηχανικό μολύβι

 

 Πρώτη δημοσίευση 2/03/2022 στο Φρέαρ - Στο βάθος των περιστάσεων

 

(*) Henri Michaux, poet, writer, painter, art critic

 

Ανθούλα Δανιήλ: Λία Σιώμου, Της ζωής και της αγάπης, Ποίηση 1995-2011, Εκδόσεις Ελευθερουδάκης, 2022 (η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Περί ου – 19 Μαρτίου 2022

 

Ανθούλα Δανιήλ: Λία Σιώμου, Της ζωής και της αγάπης, Ποίηση 1995-2011, Εκδόσεις Ελευθερουδάκης, 2022

(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Περί ου – 19 Μαρτίου 2022 Ανθούλα Δανιήλ: Λία Σιώμου, Της ζωής και της αγάπης, Ποίηση 1995-2011, Εκδόσεις Ελευθερουδάκης, 2022 – Περιοδικό Περί Ου (periou.gr))

   


      

Ω, κόρη με τον άνεμο

που σεργιανάς μπαλάντες

στα περιγιάλια του νοτιά

στα μύρα της βροχής

σύρε χορό τις θύμησες

και μέθα με τις χάρες

στο μάγεμα της μουσικής

 η ανάσα της ψυχής

 

Έτσι σαν του αρχαίους ποιητές  επικαλείται τη Μούσα η Ποιήτρια,  παίρνει τα σύνεργα και τα φτερά της   και γράφει.  Είναι η Λία Σιώμου∙ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, έγινε χημικός και μετά συνέχισε στην Αμερική σπουδές ανώτατες κι άλλες κι άλλες. Εργάστηκε σε πολλά πανεπιστήμια. Τι θα σπούδαζε αν ξαναγεννιόταν; Φιλολογία! Γιατί; Γιατί αγαπάει την Αττική, την Ελλάδα όλη, αλλά την Αττική πιο πολύ για τον ήλιο, τη θάλασσα και το φως. Για την τέχνη και τον πολιτισμό που η αττική γη γέννησε. Για τα μυριστικά της χόρτα, τις ρήγανες και τα θυμάρια που σου θυμίζουν πως η αγάπη για τη ζωή και την τέχνη γεννήθηκε εδώ.

Με τη σκέψη αυτή, με τις λύπες και τις χαρές που της έτυχαν,  η Σιώμου έγραψε και εξακολουθεί να γράφει. Επτά ποιητικές συλλογές της δείχνουν την  αδιάσπαστη συνέχεια της παραγωγής της, αποτέλεσμα της βαθιάς αγάπης της για ποιητική έκφραση. Επιφανείς του χώρου έχουν εκφραστεί θετικά, επαινετικά, ενθουσιαστικά για την ποίησή της, η οποία ξεχειλίζει από συναισθήματα. Επαίνους εκφράζουν ο Αθανάσιος Ζέρβας, ο Θανάσης Νιάρχος, ο Γιώργος Βέης, ο Σαράντος Καργάκος, ο Κυριάκος Ντελόπουλος.

Η Σιώμου  είναι μία λυρική ποιήτρια, η οποία δεν στέκεται στις ταμπέλες και δεν παρακολουθεί τα ποιητικά ρεύματα πώς πάνε κι έρχονται, τα κινήματα πως έρχονται και παρέρχονται και εκείνα που παρέρχονται πάλι επανέρχονται. Ερήμην όλων και όποιων ανανεώσεων η Σιώμου γράφει  με την καρδιά της, στον ρυθμό που εκείνη της υπαγορεύει∙ γράφει έτσι όπως νιώθει. Είναι πηγαία ποιήτρια και πριν από την όποια τεχνική –απέκτησε ή όχι- έχει ποιητική διάθεση. Έχει διαβάσει ποιητές και έχει συγκινηθεί.

 

 Όπως λέει ο Οδυσσέας Ελύτης Να ’χεις ή όχι γράψει ποιήματα δεν έχει τόσο σημασία όσο να ’χεις  παθιαστεί, σκιρτήσει γι’ αυτά που, έτσι κι αλλιώς, οδηγούν στην ποίηση∙ και η Σιώμου ζει για να μεταγράφει σε ποίηση όλα εκείνα για τα οποία σκιρτά και παθιάζεται.

Ο ογκώδης τόμος περιλαμβάνει τις ενότητες: Σπονδή Ονείρου, Εν Γη Ερήμω, Μαγιοστέφανο, Attica, Εις Μνήμην Ουτοπίας, Ερωδιού η Κατοικία, Αλκυονίδες. Κάθε μία από αυτές τις ενότητες ή, καλύτερα, παλαιότερες συλλογές, που σ’ αυτόν τον τόμο επανέρχονται, χωρίζεται σε άλλες μικρότερες, τακτοποιημένες καλλιγραφημένες, συναισθηματικά φορτισμένες.

Στο πρώτο ποίημα της συλλογής η ποιήτρια μας ενημερώνει για τις ενέργειες που έκανε και τι μέλλει να κάνει. Το χρέος της στην αγάπη∙ αυτό θα κάνει. Με μία ελυτική επίδραση – «με του λύχνου νυχτέρι» κατά το «με το λύχνο του άστρου τους ουρανούς επήρα» προβαίνει στις προγραμματικές της δηλώσεις:

«Δε θα δώσω ούτε λίγη/ σημασία στο τίποτα/ στη ζωή μου έταξα/ Και θε να βρω χαρά στο απλό το τριφύλλι/ σε πελάγου πνοή»  Κάπως έτσι και η αρχή έγινε.

Η μακρά ονειροδρόμος εξομολόγηση  θα τελειώσει με θλίψη. Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις και η ποιήτρια εκεί θα νιώσει την πρώτη της πληγή:   

Κυλάνε τα χρόνια  κι η ζήση μας χάνεται

και μόνο στη σκέψη το όραμα ζει.

Τραγούδι του γκιώνη το κλάμα στο λιόγερμα

 και μητ’ ένα αηδόνι για μας τραγουδεί.

 

Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το ποίημα «Φεγγαρόσκονη» με τη νοσταλγική περιπλάνηση σ’ έναν κόσμο που δεν ανταποκρίθηκε. Δεν απέχει πολύ από την Σαπφώ που και εκείνη ξαγρυπνά μόνη, κοιτώντας τον ουρανό και το φεγγάρι:

 

Δε με σεργιάνισες απόψε στο φεγγάρι.

Κι ήταν ολόγιομο κι είχε μια τόση χάρη.

Δε μου τραγούδησες απόψε την μπαλάντα.

κι ήταν η νύχτα μαγική, ήταν γεμάτη άστρα.

 

 Η Σιώμου ενώ πατάει γερά στη γη, πετάει στους ουρανούς κι από εκεί ψηλά επισκοπεί τα ανθρώπινα.  Η ποίησή της είναι γεμάτη από χριστιανική αγάπη, αλλά και θλίψη,  έστω και αν μεταπλάθει δημιουργικά τον θρησκευτικό μύθο, όπως συμβαίνει στα ποιήματα «Του παραλυτικού», «Πού έδυ σου το κάλλος;» και σε άλλα. Θα ήθελε αλλά δεν μπορεί να διορθώσει τα λάθη. Να τα επισημάνει μόνο μπορεί

Η Σιώμου εναλλάσσει ποιήματα με πεζά, αλλάζοντας ρυθμούς αφήγησης, ρυθμούς αναπνοής, για να δώσει στο επιφώνημα της ψυχής το ανάπτυγμα το ικανό να αποδώσει κάθε απόχρωση συναισθηματική, κάθε πικρή σκέψη και γεύση, όπου πάσα φενάκη απέπτη, όπως έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος:  

 

 Περί ποιήσεως,  λοιπόν

 

Ρούχα πλυμένα απλωμένα στο σχοινί

να στεγνώσουν στον άνεμο, στη ζέστη του ήλιου.

Και τ’ άπλυτά μου ποιήματα

εκδοθέντα στη γνώση του αδιάφορου κόσμου.

Για να τα σχολιάσουν γνωστοί και άγνωστοι.

……………………………..

Για να μαδήσουν φτερό φτερό τις επωμίδες αίγλης

από τους δήθεν αδύναμους ώμους μου.

 

Είναι φανερή η πικρία για κείνο που με τόσο κόπο γέννησες και τόση ευκολία οι άλλοι διαβάζουν ή δεν διαβάζουν ή λένε πως διαβάζουν.

 

Άλλοτε είναι αναλυτική, δίνει χώρο στις σκέψεις να αναπτυχθούν, άλλοτε γίνεται συνοπτική, επιγραμματική, η ορθολογιστική σκέψη κερδίζει μέσα από την υπόθεση όπως στη στερεομετρία, έστω σημείο χι  στο κενό π.χ. ή με τα λόγια της ποιήτριας:

Εξ ορισμού η ουτοπία δεν έχει τόπο να σταθεί.

Απλώς, οι άνθρωποι στηρίζονται πάνω της.

 

Γιατί, όπως και να το κάνουμε  είναι καλύτερα να ζούμε με την αυταπάτη πως υπάρχει κάτι που δεν υπάρχει, παρά με τη σιγουριά της ανυπαρξίας.

Από  στερεομετρία ξέρει καλά ο ποιητής: Αν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω από τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της. και η Σιώμου φαίνεται πως καλά τον έχει καθίσει βαθιά στην καρδιά της. ποιον Όλους:

                    και ιδού άλλο παράδειγμα

Μια πεταλούδα έγειρε /στου νούφαρου το μίσκο

 κι ο γλάρος που ταξίδεψε/ στην  άκρη τ’ ουρανού

λες κι έσυρε τη σκέψη σου/ στον ελαφρύ του ίσκιο

κάτι λογάκια σου γλυκά / στα τρίσβαθα του νου

 

Και ποιος δεν ένιωσε εδώ, σ’ αυτούς τους στίχους, το σκούντημα του Διονυσίου Σολωμού;

και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

 έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια,

που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο…

 

Κορφολογώντας από τον μέγα θησαυρό, το όνειρο που γράφει ύμνους, το άπειρο και την υπόστασή του, και από εκεί, από το άπειρο, πάλι στο εδώ της Αττικής και της γειτονιάς, στην «Πέλοπος 21», με τα χορτάρια τα απλά «τα μέρη τα παλιά τα χιλιοπατημένα», τα θυμάρια, τις παπαρούνες, τα στάχυα των αγρών, «το κουλούρι το σουσαμωτό φρέσκο απ’ το φούρνο και ζεστό».   Η Σιώμου σε όλα τα ποιήματα της υμνεί τη ζωή και τα αγαθά της, τα απλά και καθημερινά και σ’ αυτό μας θυμίζει τον Γιάννη Ρίτσο στην Ποίηση του οποίου και τα πιο ασήμαντα πράγματα εξαγιάζονται. Είναι οι φορείς μιας παράδοσης και αυτήν την παράδοση η ποιήτρια την συνεχίζει.

Τα ποιήματα έχουν τοπόσημο συχνά αμερικανικό: Long Island,  York River,Chesapeake, Singer Island, Palme  Beach Florida και ημερομηνία σύνθεσης. Με άλλα λόγια  γράφει ποίημα, του δίνει όνομα, τόπο και τον χρόνο, κάνει αυτό που συμβουλεύει ο Γιώργος Σεφέρης:

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο τη μέρα τ᾿ όνομα τον τόπο και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Πού; Στην αγκαλιά της θάλασσας της πανδέγμονος, όπως λέει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αυτής που δέχεται τα πάντα. «Μποτίλια στο πέλαγο» θεωρεί ο Σεφέρης το ποίημα, αυτό που η Σιώμου αναλύει: στους φίλους που το δίνεις με αφιέρωση κι αυτοί δεν το διαβάζουν. Εκείνη όμως δεν το βάζει κάτω:

Τράβα κι εσύ καρδιά κουπί/ στου ονείρου τη χρυσοπηγή./ τράβα κουπί στο ποθητό/ της μοίρας σου ήτανε γραφτό.

Η Λία Σιώμου σπούδασε μια ορθολογιστική επιστήμη, μας το είπε στο αφτί του βιβλίου της. Μέσα της είχε ένα ηφαίστειο που κόχλαζε και  εκτίναξε τη λάβα σε ποιήματα.

Όπως είπα και στην αρχή, δεν ακολουθεί θεωρίες και σχολές. Ακολουθεί την καρδιά της, φέρνοντας τη λυρική ποίηση στη πρώτη αρχή της, στα πράγματα που αγγίζει και νιώθει και στα συναισθήματα της που είναι ποταμός ορμητικός.

Το βιβλίο της, τόμος συγκεντρωτικός, υποθέτω, κοσμείται από πολύ ωραίες εικόνες. Ακόμα και η γραμματοσειρά είναι και αυτή «λυρική», οπτική έκφραση της ψυχής της. Δεν θα σταματήσει να δημιουργεί. Γεννήθηκε για αυτό. Την συγχαίρω από καρδιάς και τελειώνω με το παρακάτω τετράστιχο, που ταιριάζει της Αθήνας αλλά και κάθε τόπου:

 

Πες το τραγούδι που μια κιθάρα

γλυκοτραγούδαγε τις βραδιές

μη και σιγάσει του νου η αντάρα

μη και στερέψουνε πια οι πηγές

 

Προβλέπω πως οι πηγές δεν θα στερέψουν και θα έχουμε κι άλλους εύχυμους καρπούς.

Ανθούλα Δανιήλ

 

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Από τις Εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Αποστόλη Μάρκου Κωστούλη Καλλωπίζοντας το τέρας

 ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ

Από τις Εκδόσεις Στίξις 

κυκλοφορεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων 

του Αποστόλη Μάρκου Κωστούλη 

Καλλωπίζοντας το τέρας

 

 


 

Από το οπισθόφυλλο:

Τι σχέση έχουν τα βιβλικά τέρατα με μια χαρτορίχτρα κατάσκοπο; Πώς συνδέεται η επανάσταση του ’21 με τις μαρξίστριες στριπτιτζούδες; Για ποια δουλειά βρέθηκε ο Τζένγκις Χαν στην πολεοδομία της Λάρισας; Πώς ξεκίνησε ο πόλεμος μεταξύ χορτοφάγων και ευφυών μανιταριών; Όλη η αλήθεια για το φλερτ, τις ιερές μύγες και το ποιος έφαγε το τελευταίο κομμάτι παγωτό. Το Καλλωπίζοντας το τέρας είναι ένα παιχνιδιάρικο ταξίδι, που διασχίζει την πεζή καθημερινότητα και τη σουρεαλιστική φαντασία, μέσα από είκοσι μικρές ιστορίες. Ανατρεπτικά παραμύθια φέρνουν κοντά πρόσωπα της ιστορίας και της διπλανής πόρτας, μιλούν για θέματα ταυτότητας φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και πολιτικής ιδεολογίας, αγγίζοντας τα πάντα με μια σκωπτική, σατιρική διάθεση.

 


Ο Αποστόλης Μάρκος Κωστούλης γεννήθηκε το 1990. Ζει στη Λάρισα και είναι βιοκαλλιεργητής. Σπούδασε κοινωνιολογία και ευρωπαϊκό πολιτισμό.

 


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ:

Καλλωπίζοντας το τέρας

Υγρό, σκοτεινό και απέραντο. Τόσο μεγάλο, αλλά και τόσο κλειστοφοβικό, με τις σκιές να πιέζουν την ψυχή του ενοίκου. Το λιγοστό φως που υπάρχει τους δίνει ζωή, δημιουργεί ζωηρές αντανακλάσεις στα μαύρα τοιχώματα, αντανακλάσεις που χορεύουν παθιασμένα πριν χαθούν στη λήθη των πιο μακρινών γωνιών. Η μυρωδιά ψαρίλας είναι χειρότερη, αλλά συνηθίζεις.

Σε μια άκρη είχε στήσει τη φωλιά του, ντύνοντάς τη με κάθε μικρή άνεση και κάθε μεγαλοπρεπή διακόσμηση. Το φως κεριών, λαμπών θυέλλης, πολυέλαιων και μιας συλλογής ηλεκτρικών λαμπτήρων από όλη τη σύγχρονη ιστορία, έδινε μια εφήμερη ζεστασιά. Ανατολίτικα χαλιά κεντημένα στο χέρι και γούνες γνωστών σχεδιαστών κρατούσαν ζεστά τα γυμνά του πόδια. Στο κέντρο είχε βάλει το κρεβάτι του, με πλαίσιο από έβενο, κουρτίνες από μετάξι και ένα πλαστικό στρώμα θαλάσσης με τον Μπομπ Σφουγγαράκη. Το γραφείο του ήταν από γυαλιστερό μέταλλο, ζωγραφισμένο με μεγάλα γράμματα, από την ουρά ενός αεροπλάνου. Το είχε γεμίσει με χαριτωμένα μπιχλιμπίδια. Ένα σπαθί πειρατή, ένα σουτιέν γοργόνας, το μαντίλι ενός καμικάζι.

 

«Ένα γραφείο χωρίς βιβλία δεν είναι γραφείο, είναι ένας πολύ γεωμετρικός καναπές» σκέφτηκε. Η ανία έπαιζε εδώ και χρόνια ένα ζόρικο παιχνίδι με τη διάθεσή του και σταθερά κέρδιζε. Το πιο όμορφο σπίτι χωρίς βιβλία, χωρίς ίντερνετ, χωρίς γάτες, είναι μια μικρή κόλαση. Ήταν μόνος και δεν είχε τίποτα για να περάσει την ώρα, πέρα από τις σκέψεις του. Για κάποιον που μισούσε το σκανδιναβικό παιχνίδι της συναρμολόγησης επίπλων, το να σκαρώνει καινούργιες διακοσμήσεις με ό,τι καινούργιο έβρισκε κάθε μέρα, του έδινε μια μικρή ψυχαγωγία, αλλά ακόμα και αυτή η μικρή χαρά είχε χαθεί με την ατέρμονη επανάληψη.

 

«Το μόνο που εύχομαι είναι αυτό το καταραμένο κήτος να καταπιεί επιτέλους κάποιον ζωντανό», ήταν η βασική του ελπίδα, πριν χαθούν τα λογικά του. Όταν έχεις περάσει τόσα χρόνια στην κοιλιά μιας μεταφοράς για συστήματα διακυβέρνησης του 17ου αιώνα αρχίζεις να βαριέσαι.

 

 


 

Σάββατο 2 Απριλίου 2022

Το όνειρο της Ζέλμα Mariana Leky μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου εκδόσεις Gutenberg – σειρά Aldina η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Το όνειρο της Ζέλμα

Mariana Leky

μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου

εκδόσεις Gutenberg – σειρά Aldina

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Το όνειρο της Ζέλμα» της Μαριάνα Λέκι (κριτική) (bookpress.gr)

 


Το μαγικό τοπίο του ρεαλισμού

 

Τι σημαίνει να δεις στον ύπνο σου ένα οκάπι; Και τι είναι επιτέλους ένα οκάπι για να σημαίνει κάτι ιδιαίτερο η αιφνίδια εμφάνισή του στη διάρκεια του ύπνου; Αυτό το παράξενο ζώο (μισό ζέβρα μισό καμηλοπάρδαλη) μάλλον δηλώνει αμέτοχο της όλης αναστάτωσης. Κι όμως, στον μικρόκοσμο της γερμανικής επαρχίας, κάπου στην περιοχή των λόφων του  Βέστερβαλντ, σ’ ένα χωριό που θα παραμείνει ανώνυμο, η παρουσία του κατά τη διάρκεια του ύπνου φέρνει κακό, προμηνύει θανατικό μέσα στις επόμενες είκοσι τέσσερις ώρες. Από μια τέτοια παράξενη και απρόσμενη εμφάνιση ξεκινά η ιστορία που αφηγείται η Λουίζε γυρίζοντας πίσω κάπου είκοσι χρόνια, όταν η Σέλμα, η γιαγιά της, βλέπει για τρίτη  φορά στον ύπνο της οκάπι. Τις δύο προηγούμενες ο θάνατος ήρθε. Τι θα γίνει τώρα; Θα επιβεβαιωθούν οι προλήψεις των ανθρώπων;

Το μυθιστόρημα της Μαριάνα Λέκι έχει τον αρχικό τίτλο Was man von hier aus sehen kann, δηλαδή Τι μπορείς να δεις από εδώ, με το εδώ να ορίζεται είτε ως τοπικό όριο σηματοδοτώντας τον περιορισμένο ορίζοντα μιας κλειστής κοινωνίας, άρα και την αντιληπτική της ικανότητα να μπερδεύει την πραγματικότητα με τη φαντασία και τις προλήψεις, είτε ως ένα terminus post quem, το χρονικό εκείνο σημείο, δηλαδή, μετά από το οποίο όλα συμβαίνουν, αφήνοντας στη συνείδηση το μετείκασμα μιας τελευταίας εικόνας. Και με τις δύο εκδοχές ερμηνείας το όνειρο της Σέλμα αποκτά περιεχόμενο, ουσία και αληθινή υπόσταση. Από τη στιγμή που το οκάπι ως ονειρικό στοιχείο θα εισβάλει στον μικρόκοσμο της επαρχιακής ζωής, όλοι θα αναμένουν δυνητικά τον δικό τους θάνατο, και αυτό θα είναι αρκετό για να ανασυντάξουν τα θεωρούμενα ως τότε δεδομένα τους. Εκκρεμότητες πρέπει να κλείσουν, μυστικά να αποκαλυφθούν, έρωτες κρυφοί να φανερωθούν, όνειρα να εκπληρωθούν, γιατί ο χρόνος τελειώνει. Είναι δυνατόν να κάνεις ό,τι γεμίζει μια συνηθισμένη μέρα σου γνωρίζοντας τον επικρεμάμενο κίνδυνο να επαληθευθεί το όνειρο και να έχει εσένα στο κέντρο του, να αφορά αποκλειστικά και μόνον εσένα; Η Λέκι, με εξαιρετικό τρόπο διεισδύει στην ψυχοσύνθεση των κατοίκων του χωριού, που όλα τα παράξενα και εξωλογικά τα προσλαμβάνουν ως τη φυσιολογική πραγματικότητα· ακόμη και οι πιο προσγειωμένοι και λογικοί φοβούνται κάθε τι το προφητικό, με τα όνειρα να αποδεικνύουν πως ό,τι βλέπουμε όταν είμαστε σε εγρήγορση, κατά τη διάρκεια της ημέρας, δεν είναι η μόνη αλήθεια. Ο μαγικός ρεαλισμός έρχεται να δείξει την άλλη όψη του αληθινού, όχι σε μια παραμυθιακή εκδοχή, όπου όλα φαίνονται να είναι προϊόν φαντασίας, αλλά σε μία συνειδητή παραχώρηση του πραγματικού στη μαγική του άλλη όψη.



Στην ουσία πρωταγωνιστές στην ιστορία της Λέκι δεν είναι τόσο η Ζέλμα και το όνειρό της όσο η Λουίζε, που μέσα από τα δικά της μάτια, τη δική της αφήγηση αποκτούμε κι εμείς την οπτική μας στα γεγονότα. Αυτή αντιπροσωπεύει τη νεότερη γενιά που ακολουθεί όμως τις προηγούμενες σε μια συγκεκριμένη θεώρηση του κόσμου. Γύρω τους τα άλλα πρόσωπα, η μητέρα αφοσιωμένη στο ανθοπωλείο της, που θα αναζητήσει τη λύτρωση από ένα γάμο αδιέξοδο, ο πατέρας που θα φύγει για να γυρίσει τον κόσμο, χωρίς να πρέπει να εξηγήσει τίποτα, ο «Οπτικός» (χωρίς όνομα) κρυφά ερωτευμένος με τη Ζέλμα και «καθοδηγητής», ένα είδος οδηγού ζωής για τη Λουίζε, ο Μάρτιν που η φιλοδοξία του να γίνει αρσιβαρίστας θα βρει στον δρόμο της το οκάπι, ακόμη ο καλόγερος και άλλοι. Ένας κόσμος που ονειρεύεται, επιθυμεί, ψάχνει τα μυστικά της ζωής (προσφέρεται για απαντήσεις άραγε η βουδιστική φιλοσοφία;), που αντιμετωπίζει τη ζωή ως ένα σύνολο από τραγικά γεγονότα μαζί και κωμικά, ως δύο όψεις μιας πραγματικότητας που επαληθεύει ή καταργεί τις επιλογές του.

Κάτω από αυτή την οπτική, το μυθιστόρημα της Λέκι, αν και στον πυρήνα του πραγματεύεται τον θάνατο όχι απλώς ως μία πιθανότητα αλλά ως μια αιφνίδια βεβαιότητα, δεν παύει να δίνει μια δυνατή, ηχηρή νότα αισιοδοξίας δείχνοντας ή προτείνοντας, όσο το επιτρέπει η λογοτεχνία, έναν τρόπο ζωής απλό αλλά λειτουργικό, λιτό όσο και πλούσιο στις παραστάσεις του και στις προοπτικές του. Η Λουίζε, η οποία ωρίμασε μέσα σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο (η ιστορία του βιβλίου θα μπορούσε παράλληλα να αφορά τη διαδικασία μιας ενηλικίωσης), τον έψαξε στα όριά του και ενσωμάτωσε τα καλύτερα στοιχεία του, απαντά με τον καλύτερο τρόπο στο ερώτημα: πού βρίσκεται η χαρά της ζωής; Η πιο απλή, συνηθισμένη καθημερινότητα ίσως εξελιχθεί σε κάτι παράξενα υπέροχο, απίστευτο όσο και δυνητικά αληθινό, ανάλογα με τον τρόπο που κοιτάζεις, αντιλαμβάνεσαι και εσωτερικεύεις τις συνθήκες. Η ζωή, εν τέλει, όπως και η ποιότητά της –ας την ονομάσουμε ευτυχία– είναι μια υπόθεση προσωπικής οπτικής.

Ακριβώς γι’ αυτή τη μείξη του πραγματικού με το εξωλογικό, τη μεταπήδηση από το ζοφερό στο λαμπερό και αισιόδοξο, καθόλου τυχαία το βιβλίο γνώρισε μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γερμανία και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Εδώ, στη μετάφραση της έμπειρης Μαρίας Αγγελίδου, με διαφορετικό τίτλο (με τη σύμφωνη, όμως, γνώμη, της Λέκι) στην έξοχη για μια ακόμη φορά σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg, με προλόγισμα της Ζωής Μπέλα-Αρμάου. Στο εξώφυλλο η Σοπράνο, της Αγγελικής Κωσταλού, μια περιδινούμενη μορφή ανάμεσα στο αληθινό και το φαντασιακό.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Αποσπάσματα

 

Άμα κοιτάξεις κάτι καλά φωτισμένο γι’ αρκετή ώρα κι ύστερα κλείσεις τα μάτια, ξαναβλέπεις το ίδιο πράγμα στο εσωτερικό του ματιού σου, σαν ακίνητο μετείκασμα όπου ό,τι πριν ήταν σκοτεινό, τώρα το βλέπεις φωτεινό, κι ό,τι πριν ήταν φωτεινό, τώρα το βλέπεις σκοτεινό. […] Ο Φρέντερικ με κοίταξε, ύστερα έκλεισε τα μάτια. Πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα είδε ένα ασάλευτο μετείκασμα, ένα χέρι σηκωμένο κι ακινητοποιημένο εκεί που χαιρετούσε, ένα χαμόγελο ακινητοποιημένο κι αυτό, κι όλα όσα ήταν ανοιχτόχρωμα ήταν πίσω από τα βλέφαρά του σκούρα, κι όσα μια στιγμή πριν ήταν σκοτεινά ήταν τώρα μέσα στα μάτια του όλο φως. (σ. 17, 393).

 

Σκέφτηκα το ρολόι του σταθμού, κάτω από το οποίο ο Οπτικός μάς έμαθε την ώρα και τις αλλαγές της. Σκέφτηκα όλες τις διαφορετικές ώρες του κόσμου, τις διαφορετικές ζώνες ώρας με τις οποίες είχα έρθει αντιμέτωπη, τα δυο ρολόγια στον καρπό του μπαμπά μου. Αυτή είναι η πραγματική ζωή, είπα μέσα μου, η μεγάλη απέραντη ζωή. (σ. 328).

 

[το βιβλίο κυκλοφορεί στις 6 Απριλίου]

Διάλογοι προσφύγων Bertolt Brecht μετάφραση-επίμετρο: Δέσποινα Σκούρτη εκδόσεις Κριτική η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Διάλογοι προσφύγων

Bertolt Brecht

μετάφραση-επίμετρο: Δέσποινα Σκούρτη

εκδόσεις Κριτική

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 Bertolt Brecht: «Διάλογοι προσφύγων» (diastixo.gr)

 


Ήδη από το 1935 ο Μπρεχτ διατύπωνε σε κείμενό του στο Παρίσι (στο συνέδριο για την υπεράσπιση της κουλτούρας) τη θέση του ως προς τη δυσκολία να  αποδώσει κανείς την αλήθεια.  Αρχικά είναι το θάρρος να γράψει κανείς την αλήθεια, κατόπιν  η εξυπνάδα να αναγνωρίσει κανείς την αλήθεια εν μέσω ψεύδους,  κατόπιν φυσικά η τέχνη να κάνει κανείς την αλήθεια ευκολομεταχείριστη σαν όπλο με την επισήμανση των αιτίων που οδηγούν στην πολύμορφη αδικία κατά των μαζών, επομένως και η κρίση να διαλέγει κανείς εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποχτήσει δύναμη, και τέλος η πονηριά να διαδίδει κανείς σε πολλούς την αλήθεια, χρησιμοποιώντας τεχνηέντως τη μέθοδο της διαλεκτικής ώστε να φανεί η πάλη των αντιθέτων, παραπλανώντας τους διωκτικούς εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Οι αρχές αυτές, που συνοψίζουν το «πιστεύω» του, ακολουθήθηκαν σε όλο το έργο του με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπηρετώντας με τη σειρά τους τις βασικές του ιδεολογικές αρχές: να μιλάει με ειλικρίνεια και να προσκαλεί σε δημιουργική μέθεξη τους αναγνώστες του, σε συμμετοχή σε έναν αγώνα με πολιτικό χαρακτήρα.

Πιστός στις παραπάνω αρχές, το 1939 ο Μπρεχτ ξεκινά να γράφει τους Διαλόγους των προσφύγων, μια σειρά από συζητήσεις ανάμεσα στον βιοπαλαιστή Κάλε και τον αστό Τσίφελ, ένα δίπολο που κρύβει πίσω του τον ίδιο τον συγγραφέα (με εμβόλιμα στοιχεία της προσωπικής του ζωής να διαφαίνονται) μοιρασμένο σε δύο πρόσωπα, ώστε να φαίνεται καλύτερα η αντιπαράθεση των απόψεων, προκειμένου να προκύψει σε σύνθεση πλέον η αλήθεια. Η φαινομενική αποστασιοποίηση/απο-οικειοποίηση των προσώπων από όσα τους απασχολούν στη συζήτηση, ως μέθοδος γραφής αγαπητή στον Μπρεχτ, διακριτή και σ’ αυτό το έργο, προσιδιάζει στον τρόπο που χτιζόταν το ύφος των πλατωνικών διαλόγων, ώστε να αποκτά η συζήτηση μια σχεδόν ακαδημαϊκή μορφή που γίνεται χάριν φιλοσοφικής παιδιάς.  Έτσι, γεγονότα όπως η άνοδος του ναζισμού, ο εγκλωβισμός των λαϊκών στρωμάτων στην ψευδή απεικόνιση των συνθηκών της ζωής τους και η παραπλάνησή τους από τους κομματικούς ταγούς, αποτελούν αντικείμενο μιας χαλαρής συζήτησης που λαμβάνει χώρα στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ελσίνκι. Με μόνο κοινό σημείο μεταξύ τους τα δύο πρόσωπα να έχουν τη μοίρα του πρόσφυγα, θα εκφράσουν, για παράδειγμα,  την απογοήτευσή τους για την έλλειψη πούρων και καλής μπίρας –δίνοντας την εντύπωση μιας επιφανειακής θεώρησης των πραγμάτων, που επισημαίνει το επιμέρους και αγνοεί το ευρύτερο και ουσιαστικότερο– για να οδηγηθούν συνεκδοχικά στην εκτίμηση της προβληματικής συνολικής πραγματικότητας μέσα από τα αντιθετικά (πλην όμως αλληλοσυμπληρούμενα) σημεία των απόψεών τους. Απολαυστικό στις εναλλαγές του όσο και εύστοχο στις επισημάνσεις του, για παράδειγμα,  το κεφάλαιο ΧΙ (Δανία, ή το χιούμορ/ Χεγκελιανή διαλεκτική), όπου με αφορμή το χιούμορ των Δανών θα φθάσει η συζήτηση στη διαλεκτική του Χέγκελ (και στο δικό του χιούμορ, ως βάση της θεώρησής του για τον κόσμο) για να καταλήξει στους ίδιους που ως πρόσφυγες έχουν τη δυνατότητα να κατανοούν σε βάθος τόσο τις πραγματικές συνθήκες που βιώνουν καθώς και τα αίτιά τους, όσο και τις θεωρητικές αναλύσεις που τις προσεγγίζουν. Εμφανές εδώ το χιούμορ του ίδιου του Μπρεχτ, όπως και η ειρωνεία του, όπλα και τα δύο για να υλοποιηθεί μία από τις δυσκολίες που ανέπτυξε στο κείμενό του το 1939, το πώς δηλαδή με τον πλέον εύστοχο τρόπο θα γίνει η αλήθεια ευκολομεταχείριστη.



 

ΤΣΙΦΕΛ: Το καλύτερο σχολείο για τη Διαλεκτική είναι η προσφυγιά. Οι πλέον οξύνοες οπαδοί της Διαλεκτικής είναι οι πρόσφυγες. Υποχρεώθηκαν να αυτοεξοριστούν λόγω των αλλαγών, και ασχολούνται αποκλειστικά με αυτές. Από τη μικρότερη ένδειξη φτάνουν στα πιο σπουδαία γεγονότα, αρκεί βέβαια να είναι σε θέση να σκεφτούν. Αν οι εχθροί τούς νικήσουν, υπολογίζουν το κόστος αυτής της νίκης και επαγρυπνούν ψάχνοντας για αντιφάσεις. Κι αυτό είναι η Διαλεκτική. Ας πιούμε στην υγειά της! (σ. 101).

 

Οι δεκαεννέα Διάλογοι προσφύγων, όπως και τα αποσπασματικά κείμενα που συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση και γράφτηκαν το 1942, όταν ο Μπρεχτ επεξεργαζόταν τους διαλόγους, αποτελούν ένα από τα περισσότερο πολιτικά κείμενά του, ενώ ταυτόχρονα έχουν τον προσωπικό χαρακτήρα, τόσο για την ιδεολογική θεώρηση της πάλης των αντιθέτων ως στοιχείων της αενάως κινούμενης και εξελισσόμενης ύλης (ίδιον του οπαδού του διαλεκτικού υλισμού) όσο και (κυρίως) για τα στοιχεία του ιδιωτικού του βίου που εισχωρούν ως αρχική έμπνευση για τους επινοημένους διαλόγους. Όπως, για παράδειγμα, η αναφορά στις διδακτικές μεθόδους του δασκάλου Χερνράιτερ στο κεφάλαιο ΙΙΙ, που παραπέμπει στον υπαρκτό χαρακτήρα του Franz Xaver Herrnreiter, υπεύθυνου της τάξης του Μπρεχτ στις σχολικές χρονιές 1908/09 και 1910/11. Θα δούμε και εμβόλιμους στίχους από ποιήματά του, όπως το απόσπασμα από το ποίημα «Η μάσκα του κακού» («Die Maske des Bösen», 1942), που χρησιμοποιείται ως αντλημένο από το έργο κάποιου θεατρικού συγγραφέα, χωρίς φυσικά να κατονομάζεται ο Μπρεχτ, στο κεφάλαιο VIII, όπου η συζήτηση έρχεται στις γερμανικές φρικαλεότητες:

 

Στον τοίχο μου κρέμεται ένα γιαπωνέζικο ξυλόγλυπτο/ μάσκα ενός δαίμονα κακού, χρυσή βαμμένη./ Με συμπάθεια κοιτώ/ τις φουσκωμένες αρτηρίες στο μέτωπο να διαγράφουν/ πόσο κοπιαστικό είναι να είσαι κακός. (σ. 72).

 

Η μετάφραση, οι σημειώσεις όπως και το κατατοπιστικό επίμετρο είναι της Δέσποινας Σκούρτη. Στο εξώφυλλο της προσεγμένης έκδοσης βλέπουμε τον πίνακα του Max Beckmann (1919) Self-portrait with Champagne Glass,  που υπογραμμίζει την ελαφράδα με την οποία φαινομενικά ξεκινούν οι διάλογοι των δύο προσφύγων, για να απογειώσουν κατόπιν τη θεματική τους σε μια κατ’ εξοχήν πολιτική ανάλυση των χρόνων ανόδου και επικράτησης του ναζισμού.   

 

Διώνη Δημητριάδου