Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

13 Φθινοπωρινά χαϊκού από την ΈμμαΤσιβρά [φωτογραφίες: Scott Crocker]

 

13 Φθινοπωρινά  χαϊκού

από την ΈμμαΤσιβρά

[φωτογραφίες: Scott Crocker]

 

 



Κίτρινα  φύλλα

στροβιλίζονται  τρελά

 – πάθος  για  ζωή.

 *

 Λένε  αντίο

φιλώντας  τον  άνεμο

– γλυκά  στο  στόμα.





  *

 Πάνω  στα δέντρα 

 πριν πέσουν   στην  κρύα  γη

– αλλάζουν  δέρμα.

 *

 Χλωμά  τα  φύλλα

γεμίζουν  τις πλατείες

 – μνήμες  στο  χαρτί.

 *

 Μελαγχολικές

ταξιδεύουν  οι  σκέψεις

 – σέπιας  φόντο.





  *

 Φθινοπωρινά

βάφονται  τα  όνειρα

– στη σοφίτα μας.


*


Σιγανή  βροχή

στο  τζάμι  όλη  νύχτα

 – γλυκός  Σεπτέμβρης.





  *

Σκιές  εναλλάξ

με το φως των  χρωμάτων

 – Οκτώβρης  μήνας.


*


Εντός  των  τειχών

ανεβαίνει  η  στάθμη

 – σκληρός   Νοέμβρης.





  *

Λάμπουν  τα  φύλλα 

στην  κουρτίνα  της  βροχής

 – χρυσό  φορτίο.


*


Κόκκινα  φύλλα

καραβάκια  στο  νερό

 – χωρίς σημαία.





  *

Προσφορά  της  γης:

φύτρωσαν  κυκλάμινα

 – ωδή  στο  λιλά


*


Η  νοσταλγία

για  την άλλη  Άνοιξη

 – πρώιμο  άνθος.

 

Έμμα Τσιβρά

 [φωτογραφίες: Scott Crocker]

 


Η Έμμα Τσιβρά γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στο Περιστέρι. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο University of Reading στην Aγγλία. Εργάσθηκε  στην ιδιωτική και δημόσια  εκπαίδευση ως καθηγήτρια Αγγλικών. Τον Ιούνιο του 2018 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι λέξεις αντιστέκονται». Ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά Φρέαρ, Βακχικόν, Φράκταλ, Θράκα και σε άλλους λογοτεχνικούς ιστότοπους.



 

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

Ανούσιο συμβάν Χρήστος Κεραμίδης - στην εικόνα «Beam of Hope in Black and White» της Regina Femrite

 

Ανούσιο συμβάν

Χρήστος Κεραμίδης

 


Δεν ήσουν εκεί.

Δεν ήσουν για  να δεις

τον Φάρο που στράφηκε

στην καταιγίδα που θα  ερχόταν.

 

Τον θλιμμένο βόγγο των κυμάτων

όταν  πλησιάζουν  κι απομακρύνονται.

 

Την αμείλικτη στιγμή,

που η αγάπη

ένα ανούσιο θα κατάληγε  συμβάν.

 

Χωρίς κανένα απολύτως  νόημα!


 Χρήστος Κεραμίδης 

Βόρεια ακρωτήρια (ανέκδοτο)

[στην εικόνα «Beam of Hope in Black and White» της Regina Femrite]


[Ο Χρήστος Κεραμίδης γεννήθηκε στην Καβάλα, στη χερσόνησο του συνοικισμού της Παναγίας, στην οποία συχνά «επιστρέφει» και αναφέρεται. Μεγάλωσε σ’ ένα από τα παλιά τούρκικα σπίτια των προσφύγων, τα ανταλλάξιμα. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τον Πόντο. Έχασε τον πατέρα του στην πολύ μικρή ηλικία των πέντε ετών, γεγονός που τον σημάδεψε στη μετέπειτα ζωή του. Τελείωσε την Αριστοτέλειο Σχολή Υπομηχανικών Θεσσαλονίκης (Μικρό Πολυτεχνείο). Από το 1975 ζει μόνιμα στην Καβάλα. Εργάστηκε στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα με την ιδιότητα του μελετητή και επιβλέποντα μηχανικού. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1995 με την ποιητική συλλογή Ταξιδευτές. Το 1996 εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή Στα πέλαγα του ονείρου. Απόσπασμα από το ποίημα «Το όνειρο», δημοσιεύτηκε, ως προμετωπίδα, σε περιοδικό προβολής της πόλης του, μεταφρασμένο σε τρεις γλώσσες. Το ποίημα «Αόρατοι στόχοι» (από τη συλλογή Δρόμοι της βροχής 1998) τιμήθηκε από τη Νέα Κίνηση Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (1999). Το ποίημα «Ερωτικό» (από τη συλλογή Ο Αύγουστος που περιμένω) ανθολογήθηκε στο Ποιητικό Ημερολόγιο 2018 των εκδόσεων Ιωλκός. Συμμετείχε στο συλλογικό έργο Παλίμψηστο Καβάλας 2009 (επιμέλεια και ανθολόγηση των Ευριπίδη Γαραντούδη και Μαίρης Μικέ) με το ποίημα «Χαμένες μουσικές», που γράφτηκε για τη μεγάλη πυρκαγιά που έκαψε το περιαστικό δάσος της πόλης, το 1985. Το ποίημα «Αναζήτηση» ανθολογήθηκε στο Καλλιτεχνικό Ημερολόγιο 2020. Έχει επιλεγεί, ιστορικά, από επιστήμονες νεοελληνιστές, ως ένας από τους «ποιητές του καπνού» της πόλης του (1ο Επιστημονικό Συνέδριο- Πρακτικά συνεδρίου, Καβάλα Δεκέμβριος 2018). Έχει γράψει κυρίως ποίηση. Ποιήματα αλλά και πεζά κείμενά του έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ανθολογίες.]


Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020

Προδημοσίευση Ο βυθός της Ελλάδας με άπνοια Δημήτρης Μπούκουρας εκδόσεις Όστρια

Προδημοσίευση

 Ο βυθός της Ελλάδας με άπνοια

Δημήτρης Μπούκουρας

εκδόσεις Όστρια





Ο γνωστός συγγραφέας Δημήτρης Μπούκουρας, δεινός δύτης και φωτογράφος, παρουσιάζει  στο βιβλίο 240 φωτογραφίες, με συνοδευτικά κείμενα γεμάτα πολύτιμες πληροφορίες για τον υπέροχο κόσμο του βυθού. 

Στην Εισαγωγή του βιβλίου ο Δημήτρης Μπούκουρας γράφει:

Άπνοια είναι η κατάδυση με κράτημα της αναπνοής. Όχι με αυτόνομη καταδυτική συσκευή… Το τονίζω αυτό καθ’ όσον οι φωτογραφίες του ανά χείρας λευκώματος, είναι κάπως φτωχές συγκρινόμενες με αυτές που θα παρουσίαζε κάποιος αυτοδύτης. Υπάρχει αρκετή δυσκολία στη φωτογράφιση με άπνοια, καθώς σε μια κατάδυση θα πρέπει να εντοπίσεις το θέμα σου (που αρκετές φορές είναι καλά κρυμμένο μέσα σε σπηλιές) να νετάρεις και να προλάβεις να τραβήξεις μερικές φωτογραφίες ώστε να είσαι σίγουρος ότι έστω και μία θα βγει καθαρή. Όμως, κατά κάποιον τρόπο, θα ήθελα να κινήσω το ενδιαφέρον σε αυτούς που θα μπορούσαν να ασχοληθούν με αυτό το χόμπι σε βάθη μέχρι 10μ. Η βιοποικιλότητα στη θάλασσα είναι εκπληκτική. Μπορεί σε ένα τ.μ. να υπάρχουν εκατοντάδες μορφές ζωής, ενώ στα πιο πλούσια σε πανίδα και χλωρίδα μέρη της Γης, στα δάση της βροχής, η αντιστοιχία μετά βίας φτάνει στα πενήντα είδη… Είναι τόσο πολλοί οι οργανισμοί που υπάρχουν μέσα στο νερό που οι περισσότεροι συζούν -αν δεν παρασιτούν- μπερδεμένοι ο ένας με τον άλλον. Και αυτό γίνεται αντιληπτό όταν επιχειρηθεί η μεγέθυνση μιας εικόνας… Οι φωτογραφίες αυτές έχουν τραβηχτεί σε διάφορες θαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας. Σε αμμώδεις βυθούς σε βραχώδεις και σε φυκιάδες... Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν καθώς κολυμπούν αμέριμνοι, ακόμα και αν φορούν μάσκα, τι υπάρχει από κάτω τους. Θα εκπλαγούν ανοίγοντας αυτό το άλμπουμ. Γαστερόποδα, γυμνοβράγχια, κοράλλια, κνιδόζωα, σφουγγάρια, σκουλήκια, καθώς και μεγάλη ποικιλία φυκιών και -βέβαια- ψάρια, περιμένουν εκεί να τα γνωρίσουμε. Τέλος, θέλω εδώ να πω, ότι όσο καταδύεσαι και παρατηρείς την υποβρύχια ζωή, τόσο θαυμάζεις την ανεξάντλητη έμπνευση της φύσης και άλλο τόσο μαθαίνεις να σέβεσαι το περιβάλλον… Θυμάμαι τώρα τον τύπο που όταν άκουσε να λέω ότι ήμουν τυχερός σήμερα μιας και είδα και φωτογράφισα έναν Τρίτωνα (την γνωστή μπουρού), μου είπε: «Καλά.. και την άφησες εκεί;». Φαντάζομαι πως εκείνος θα τον έπαιρνε, θα τον έβραζε για να τον αδειάσει, προκειμένου να στολίσει το σύνθετο του σπιτιού του, μαζί με αποξηραμένους ιππόκαμπους και αστερίες… Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν τις περιγραφές αυτών των ειδών είναι ένα ελάχιστο μέρος από τις χιλιάδες των φωτογραφιών που έχω στο αρχείο μου. (Έχω παραθέσει την επιστημονική ονομασία των ειδών, προκειμένου ο κάθε ενδιαφερόμενος να ψάξει στις Εγκυκλοπαίδειες ή στο Ίντερνετ για περισσότερα).












Ο Δημήτρης Μπούκουρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Τέλειωσε το Γυμνάσιο Παλ. Φαλήρου και ακολούθως φοίτησε στην Δημοσιογραφική Σχολή του Σπύρου Μελά. Εργάστηκε  στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» από το 1964 μέχρι το 1967, όταν η Χούντα σταμάτησε άδοξα την δημοσιογραφική του καριέρα, αφού οι εφημερίδες έπεσαν σε χειμερία νάρκη και οι ειδήσεις έφταναν έτοιμες από το «Υπουργείο» Τύπου που είχε αναλάβει τον ρόλο του διευθυντή σύνταξης. Ύστερα από πολλές επαγγελματικές περιπέτειες ασχολήθηκε με το εμπόριο. Έχει γράψει ποιήματα, διηγήματα, παιδικές ιστορίες, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, μελέτες. Έργα του έχουν κατά καιρούς βραβευτεί από διάφορους πολιτιστικούς συλλόγους. Σήμερα πλέον είναι μέλος στην Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών. Έχουν εκδοθεί τέσσερα βιβλία του. Το βιογραφικό «Διάττοντες» (2016) και η συλλογή διηγημάτων «Σκόρπια και Άταχτα» (2017) από τις Μικρές εκδόσεις, Η  βιογραφία του φίλου του Σπύρου Φωκά (2018) και η ποιητική συλλογή Ασύμμετρα (2019) από τον εκδοτικό οίκο ΟΣΤΡΙΑ.   Έργα του έχουν συμπεριληφθεί στο συλλογικό βιβλίο «Χάρτινο καραβάκι» του Δήμου Αλίμου. Το παρόν βιβλίο προέκυψε από την αγάπη του για την θάλασσα και από το χόμπυ του που είναι οι ελεύθερες καταδύσεις


[Το βιβλίο του Δημήτρη Μπούκουρα "Ο βυθός της Ελλάδας με άπνοια" σύντομα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Όστρια]

Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού Οδός Πανός. ‛Oδός Πανός εργοτάξιο εξαιρετικών αισθηµάτων έτος 40o, τχ. 189 Ιανουάριος-Μάρτιος 2021 με αφιέρωμα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο

 Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού Οδός Πανός.

‛Oδός Πανός
εργοτάξιο εξαιρετικών αισθηµάτων
έτος 40o, τχ. 189 Ιανουάριος-Μάρτιος 2021
με αφιέρωμα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο





ΠEPIEXOMENA

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος κοιμάται
3 Γιώργος Χρονάς: Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος κοιμάται
6 Διονύσης Στεργιούλας: Αγγελτήριο θανάτου
11 Χρήστος Μαυρής: «Δε θα με ξεφορτωθούν εύκολα…»
22 Γιάννης Βασιλακάκος: Μια εξομολογητική επιστολή ενός «μεταναστόπουλου» σ’ ένα «χριστιανόπουλο»
29 Φώτης Θαλασσινός: Η γνωριμία μου με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο
31 Θεοφάνης Λ. Παναγιωτόπουλος: «Τι θα πει με τί σκέψεις κοιμάμαι; Με χρωματιστά όνειρα»
32 Κωνσταντίνος Μπούρας: Ο τρυφερός Χριστιανόπουλος στο “Χρυσό Παγώνι”
38 Πέτρος Ν. Κεφαλάς: Ο μεγάλος αιρετικός
41 Πέτρος Ν. Κεφαλάς: Δώδεκα στίχοι για την Ερμιόνη
42 Λουκάς Δ. Παπαδάκης: Ντίνος Χριστιανόπουλος in memoriam
48 Δημήτρης Γέρος: «Τότε ήμουν επηρμένος…»
52 Γιώργος Χρονάς: Ημερολόγιο Ντίνου Χριστιανόπουλου
***
58 Βασίλης Κοντόπουλος: Εδώ Βερολίνο
63 Αλέκος Φασιανός: «Οι σκιές του σύμπαντος»
68 Κατερίνα Ζηρίδη: Ο Θανάσης Θ. Νιάρχος
***
70 Γιάννης Αντωνόπουλος: Μία συνομιλία με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη
85 Χρήστος Ναούμ: Φως
86 Θανάσης Θ. Νιάρχος: Σελίδες ημερολογίου
90 Διονύσης Παπαδόπουλος: Βίων: «Ἐπιτάφιος Ἀδώνιδος»
92 Μάρκος Φ. Δραγούμης: Ζωή χαρισάμενη
94 Εὔμολπος Συναδηνός: Liber Vultuum -- Liber Facierum
97 Αλέξανδρος Π. Στεργιόπουλος: Συνέντευξη με την Στέργια Κάββαλου
99 Βιβλία. Γράφουν οι: Διώνη Δημητριάδου, Ελένη Παπανδρέου, Βασίλης Πανδής, Στέλλα Πριόβολου, Ευσταθία Δήμου, Γιάννης Σ. Βιτσαράς, Κωνσταντίνος Μπούρας, Γιώργος Χρονάς
113 Ιωάννα Παπαδοπούλου: Σκηνή σκοτεινή
135 Τα βιβλία μας, του 2020
136 Μαριάννα Βλάχου-Καραμβάλη: Παντομίμα
137 Θέατρο. Γράφουν οι: Κωνσταντίνος Μπούρας
142 Αθανάσιος Βαβλίδας: Μουσικές Ανταπο-κρίσεις
149 Αθηνά Καραταράκη: Σχόλια πάνω σ’ ἔνα λαϊκό ἐπιτύμβιο και τον Κ.Π. Καβάφη
152 Γιώργος Ζώταλης: Ποντικοφάρμακα
153 Παντελής Αδαμίδης: Στο φίλο παλαιοπώλη
154 Βασιλική Μιχαλογιάννη: Η Ελένη του Γιώργου Σεφέρη μέσα από το πρίσμα της Ελένης του Ευριπίδη
157 Τζίνα Καρβουνάκη: Ο Διεθνής Ποιητικός Διαγωνισμός Nosside
175 Δευτέρα
Θα υπάρχει στα βιβλιοπωλεία:
Πολιτεία
Ιανός (Αθήνα, Θεσσαλονίκη)
Πρωτοπορία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα)
Πατάκης
Αχιλλέας Σίμος
Ελευθέριος Τζανακάκης
Χρήστος Μαρίνης
Α. Κανάκης
Κέντρο του Bιβλίου (Θεσσαλονίκη)
Μαλλιάρης (Θεσσαλονίκη)
Κεντρί (Θεσσαλονίκη)
Βιβλιοπωλείο Οδός Πανός, Διδότου 39 και Ιπποκράτους
106 80 Αθήνα, τηλ 2103616782
e-mail: chronas@otenet.gr
και όπου ζητηθεί με αντικαταβολή.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2020

Ζωή μέχρι χθες Γιάννης Ξανθούλης εκδόσεις Διόπτρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Ζωή μέχρι χθες

Γιάννης Ξανθούλης

εκδόσεις Διόπτρα

 η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/15196-zoi-mehri-ehthes

 



Διαβάζοντας το καινούργιο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη δεν γίνεται να μην διατρέξει η μνήμη τα βιβλία του εκείνα που η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αναλαμβάνει να καθοδηγήσει την ανάγνωση στις ατραπούς μιας (πάντα) ξεχωριστής, συχνά περιπετειώδους ζωής. Γοητευτικός αφηγητής ο ίδιος στον προφορικό του λόγο, επιτρέπει στη λογοτεχνική περσόνα που επινοεί να ξεδιπλώσει τη ζωή της κερδίζοντας με τον τρόπο της την πρόκληση του ενδιαφέροντος. Αν και πολλοί μυθιστοριογράφοι επιλέγουν ως τεχνική την εξιστόρηση των γεγονότων από έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή (που δεν ταυτίζεται με τον συγγραφέα), ο οποίος είναι και ο κεντρικός ήρωας, δηλαδή είναι αυτοδιηγητικός, λίγοι είναι αυτοί που κατορθώνουν να αποδώσουν τον ήρωά τους με τη απαιτούμενη πληρότητα χαρακτήρα.

 

Είμαι η Ρίτα Βράνη των εβδομήντα δύο χρόνων, πρώην ένοικος του ρημαγμένου πια Μεγάρου Βράνη, που το κοιτώ απέναντί μου ακριβώς, καθισμένη σ’ ένα πεντακάθαρο καφενείο Πακιστανού ιδιοκτήτη, μοσχομυρισμένο από τον εσπρέσο που ρέει από μια μεγάλη μηχανή που φταρνίζεται διαρκώς. (σ.25)

 

Η Αμφιτρίτη (Ρίτα) Βράνη της ιστορίας, αφηγείται καταγράφοντας τη ζωή της σε ένα βιβλίο που θα φέρει τον τίτλο «Ζωή μέχρι χθες» επιτρέποντας στον δημιουργό της/συγγραφέα να δώσει ένα «βιβλίο μέσα στο βιβλίο» – πρώτη ευφυής επινόηση της συγκεκριμένης γραφής, που θα αποκαλυφθεί στην πορεία. Η ηρωίδα πλέον δεν είναι απλώς η επινόηση του συγγραφέα που προτίμησε το πρώτο πρόσωπο από το σύνηθες τρίτο της αφήγησης, αλλά μια αυτοδύναμη φωνή, πλασματικά αυτόνομη από τον επινοητή της. Κατ’ αυτό τον τρόπο η πλοκή της ιστορίας αποκτά δομή και γερά θεμέλια, όπως αρμόζει στη μυθοπλασία που επιδιώκει την αληθοφάνεια ως αναγκαία συνθήκη της αναγνωστικής πρόσληψης. Για ποιο λόγο να επιχειρήσει κάποιος να καταγράψει την ιστορία του, αν όχι γιατί πιστεύει ότι αξίζει μια ετεροανάγνωση; Προφανώς η ζωή της Ρίτας προμηνύεται συναρπαστική.

Συναρπαστική είναι και η γραφή του Ξανθούλη, ο οποίος συνεχίζοντας τη στροφή τα τελευταία χρόνια σε πιο ολοκληρωμένες ιστορίες που προβάλλουν περισσότερο διακριτούς χαρακτήρες, δίνει εδώ την ως σήμερα καλύτερη μυθοπλασία του. Τουλάχιστον για τρεις λόγους:

Αρχικά, δεν μπορεί να μην επισημανθεί η εύστοχη ως τη λεπτομέρειά της μεταποίηση της σημερινής Αθήνας σε μια εικόνα της που μας πηγαίνει πολλές δεκαετίες πίσω, στα μισά και πέρα της δεκαετίας του’60. Η Αχαρνών με τα ακόμη όρθια νεοκλασικά της, το μεγαλοπρεπέστατο από αυτά με τους πέτρινους αγγέλους στην κορυφή να στεγάζει την οικογένεια του δερματολόγου-αφροδισιολόγου Κύριλλου Βράνη, με τα αστικά σπίτια που ακόμη είχαν την υπηρέτρια από το νησί ή το χωριό, τη νεολαία που μαγευόταν στις αίθουσες κινηματογράφου αλλά και συνειδητοποιούσε σταδιακά τον ρόλο της στην αμφίρροπη πολιτική κατάσταση. Η Αθήνα με τους κεντρικούς κινηματογράφους, τα στέκια της νεολαίας, την Κυψέλη, τη Βικτώρια, τα Εξάρχεια, τα Πατήσια. Περιγραφή μιας πόλης και μιας εποχής. Όποιος την έζησε, θα βρει τον εαυτό του κάπου εκεί να τριγυρνάει ανάμεσα στους ήρωες της ιστορίας.

Έπειτα, δοσμένη με ισοσταθμισμένη λεπτότητα και ακρίβεια – οι αλήθειες πρέπει να λέγονται και να γράφονται – η πρώιμη σεξουαλική αφύπνιση της έφηβης Ρίτας με εικονικό τρόπο στη  αρχή και βαθμιαία με έναν άγριο αισθησιασμό, όταν συντελείται η πολυπόθητη επαφή  με τον δικό της άγγελο, τον Άγγελο, που δεν είναι πέτρινος αλλά όλος σάρκα και φωτιά· μαζί με τον δίδυμο αδελφό του, «εμείς όλα μαζί τα κάνουμε» θα διευκρινίσει εξ αρχής, χωρίς να αφήνει περιθώρια αντίστασης στη Ρίτα που θα τους γευτεί (κυριολεκτικά) και τους δύο και θα μάθει κοντά τους τη ζωή με τον αισθησιακό τρόπο. Γεγονός που θα την οδηγήσει σε μια γρήγορη ωρίμαση αλλά θα προκαλέσει τη θύελλα στο αυστηρό περιβάλλον του σπιτιού της – αυστηρό όσο και υποκριτικά τυπικό στα πλαίσια της κυρίαρχης ηθικής της αστικής κοινωνίας. Μιας ηθικής ικανής να σε ωθήσει στα άκρα.

 

Είχα πια καταλάβει ότι η νύχτα με το υποσυνείδητό μου ασύδοτο, θα παρέμενε για μένα ένα διαρκής τρόμος, με τον οποίο έπρεπε να αναμετρηθώ – αν και δεν γνώριζα πώς. Μια φράση όχι και τόσο παρήγορη σφηνώθηκε εκείνο το ξημέρωμα στο κεφάλι μου. φράση που δεν ήμουν καθόλου σίγουρη αν τη διάβασα κάπου ή αν ερχόταν από το μακρινό μέλλον, με την  προϋπόθεση πως είχα μέλλον. […] τι περίεργο, χρόνια αργότερα συνάντησα μια παρόμοια σε μυθιστόρημα της Γαλλίδας, της Αννί Ερνώ, που μιλούσε διεξοδικά για το ερωτικό πάθος, ως αθεράπευτα παθούσα η ίδια…(σ.163-164)

 

Ο τρίτος λόγος που ξεχωρίζει η ιστορία του βιβλίου αφορά την ίδια την πλοκή, όπως εξελίσσεται, σταδιακά αποκαλυπτική, φέρνοντας στο φως το πολλαπλό και πολύμορφο τοπίο της ζωής της Ρίτας. Πόσα αγνοούσε, πόσα παρερμήνευε, πόσα ψέματα των άλλων διαμόρφωσαν τη ζωή της εν αγνοία της. Θα επιστρέψει στο νεοκλασικό της Αχαρνών, για να ζήσει μια εμπειρία ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις παραισθήσεις, σ’ ένα σπίτι που πλέον στεγάζει έναν οίκο ανοχής, ψάχνοντας τα παλιά της ίχνη.

 


Γκριζοκόκκινοι ρόμβοι μιας άλλης, πιο συνετής εποχής. Ευτυχώς, να κάτι γνώριμο. Είναι τα ίδια πλακάκια. Τα όμορφα, μεγάλα πλακάκια. Τα δικά μας πλακάκια. Ξέρω ότι κάπου εδώ «παίζει» η Αμφιτρίτη-Ρίτα της βιβλικής εκείνης εποχής… Τα πλακάκια που μια φορά, όταν χρειάστηκε ν’ αλλάξουμε κάποιο που έσπασε, μου μπήκαν ιδέες ότι μπορούν να γίνουν ο μυστικός πέτρινος κήπος μου. κι έγιναν, για να κρύψουν τα μυστικά μιας τρελαμένης έφηβης. (σ.75)

 

Ξανακερδίζοντας τη θέση της σε ένα σκηνικό, από το οποίο απουσίασε για μια οκταετία βρισκόμενη σε κωματώδη κατάσταση (καμιά φορά οι απόπειρες αυτοκτονίας δεν πετυχαίνουν), θα ζήσει για πολλά χρόνια περιπλανώμενη στον κόσμο (μια μη συνειδητή ζωή) και θα αποφασίσει να ψάξει την αλήθεια, τώρα κοντά στη δύση των χρόνων της, να πάει πολλές δεκαετίες πίσω και να αναζητήσει  τα ίχνη της χαμένης της μνήμης ως το τέλος, συμφιλιωμένη πλέον όχι με τον παρελθοντικό χρόνο της μνήμης που αφηγείται, αλλά με τον παροντικό ενεστώτα της ελπίδας.  

 

Ζωή μέχρι χθες. Κι αυτό το χθες θα ξετυλιγόταν και θα ξορκιζόταν στο χαρτί. Από χθες και μετά θα με απασχολούσε μόνο το «τώρα». Το σήμερα. (σ.404)

 

Αυτή ακριβώς η πλοκή προσθέτει στο βιβλίο τη διακριτή διαφορετικότητα ενισχύοντας την άποψη ότι ο συγγραφέας βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στην καλύτερη εποχή του, με το «Την Κυριακή έχουμε γάμο» και το «Εγώ, ο Σίμος Σιμεών», τώρα η «Ζωή μέχρι χθες». Ιστορίες με προσωπικότητα, με θέμα, με ήρωες ξεχωριστούς·  κυρίως ιστορίες που ολοκληρώνουν τον κύκλο τους.

Δίπλα σ’ αυτούς τους τρεις λόγους αξίζει η μνεία στη γραφή αυτή καθεαυτή, τη γλώσσα και το ύφος, τη μορφή που δίνει στα αφηγηματικά κομμάτια αλλά και  στους διαλόγους που η μνήμη τη Ρίτας ξαναζωντανεύει. Από τα πιο καλά δουλεμένα δείγματα προσωπικής γραφής, έτσι όπως ανιχνεύεται πίσω από τη φωνή της ηρωίδας μια θέα στη ζωή όπως την εκλαμβάνει ο συγγραφέας, κι ας μην αισθανόμαστε παρά μόνο τη σκιά του. Πώς αλλιώς όμως να ξορκιστούν όσα βαραίνουν ανελέητα; Η μυθοπλασία προσφέρει τα σωστικά της μέσα. Με τον στοχασμό εκεί που χρειάζεται και με το σωτήριο χιούμορ που καθιστά αναγνωρίσιμη τη γραφή του Γιάννη Ξανθούλη από την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία ως σήμερα. Το χιούμορ μαζί με τον αυτοσαρκασμό, ικανά σωσίβια να σε βγάλουν από την ταραγμένη θάλασσα σώο στη στεριά. Επαληθεύοντας ότι η ζωή είναι ένα πολύπαθο ταξίδι, ο συγγραφέας επιλέγει για το εξώφυλλο του βιβλίου του μια δική του ζωγραφιά με το τρένο και τη μοναχική φιγούρα στην αποβάθρα.

 

Διώνη Δημητριάδου

Ο Αδάμ και το μήλο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος εκδόσεις Οδός Πανός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

 

Ο Αδάμ και το μήλο

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

εκδόσεις Οδός Πανός

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


https://www.fractalart.gr/o-adam-kai-to-milo/ 

 


η γνώση, η επίγνωση, η συνειδητοποίηση

 

[…] Ήσυχα: Σαν ένα μικρό κομμένο άχυρο. Μ’ όλες τις αισθήσεις στο ζενίθ και τη ζωή να φεύγει μόνη απ’ όλους τους πόρους. Σαν να ’χα κόψει τις φλέβες κι έχανα αίμα. Ολότελα μόνος, μ’ όλα γύρω μου ενωμένος, γαλήνιος και τελείως απών. Θα μπορούσα να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Μοιάζει απλό: Καβαλάς το πεζούλι και πέφτεις. Ανοίγεις ήσυχα την πόρτα και φεύγεις. Σαν αεράκι που φυσά και στεγνώνει το πάτωμα πίσω απ’ τα πέλματά σου και δεν μένει τίποτε πια· ούτ’ ένα χνάρι. Ωραίο: Λίγο· μια στάλ’ ακόμα αν το ’θελα, θα το ’χα κάνει· έτοιμος ήμουν. («Δέκα», σ. 118)

 

Τα περισσότερα από τα αφηγήματα/διηγήματα στο νέο βιβλίο του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου δίνουν την αίσθηση μιας προσωπικής κατάθεσης, όχι μόνο γιατί επιλέγουν την πρωτοπρόσωπη αφήγηση –θα μπορούσε η επιλογή αυτή να εκληφθεί ως  τεχνική, ικανή να προσελκύσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον– αλλά κυρίως γιατί προξενούν ένα αίσθημα οικειότητας που μόνον οι πολύ προσωπικές γραφές το κατορθώνουν. Κατά πόσον, όμως, νομιμοποιείται ο αποδέκτης της γραφής, αναγνώστης ή κριτικός, να αποκρυπτογραφεί τα γραφόμενα εκτιμώντας πόση σχέση με την πραγματικότητα ενδεχομένως εμπεριέχουν και πόση μυθοπλασία έχει παρεισφρήσει σ’ έναν αρχικό πυρήνα αληθινής ζωής; Όσο περισσότερο επιτρέπει ο συγγραφέας, με τον τρόπο που χειρίζεται τα εκφραστικά του μέσα και τις αφηγηματικές τεχνικές, την αναγνωστική παραβίαση των ιδιωτικών τόπων, τόσο ο αναγνώστης θα επιχειρεί (διεκδικώντας το προνόμιο του αποδέκτη) την ερμηνεία με τα δικά του προφανώς κριτήρια και τον προσωπικό του τρόπο εισχώρησης στα ενδότερα του έργου, ενσωματώνοντας έτσι την αλλότρια ζωή στα μέτρα της δικής του. Ωστόσο, πάντοτε κερδίζει έδαφος η άλλη βαθμίδα πρόσληψης του έργου, αυτή που αφήνεται στη γοητεία της γραφής παραμερίζοντας την προκλητική σκέψη ότι όσα διαβάζουμε γράφονται πάνω στον καμβά προσωπικών γεγονότων – σε κάθε περίπτωση ας μη λησμονεί ο θιασώτης της λογοτεχνίας πως ό,τι γράφεται, ακόμα και η πιο ευφάνταστη μυθοπλασία, έχει στον πυρήνα της βιωματικές καταστάσεις, είτε εμφανείς είτε υποκρυπτόμενες. Κι ας φέρει μέσα του την υποψία πως όσο περισσότερο εισχωρεί στα άδυτα της ερμηνείας, τόσο περισσότερο υπάρχει το ενδεχόμενο να βρεθεί μπροστά σε έναν καθρέφτη (καθόλου, μα καθόλου παραμορφωτικό) με το δικό του αληθινό πρόσωπο στην επιφάνειά του.

Ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο του βιβλίου δίνει ο ίδιος το στίγμα της γραφής του: Αφηγήσεις και διηγήματα διάφορα: Με κλωστές, ξέφτια, ρέστα, κουρέλια, σιωπές και παύσεις, πληγές και ράμματα. Μ’ ερείπια, με χαλάσματα. Μα ούτε’ ένα ψέμα. Τίποτε φτιαχτό: Κόντρα σε τόσα δισεκατομμύρια που γελούν άχαρα, μ’ έναν πονεμένο μορφασμό πάντα. Έχοντας την αριστοκρατική πολυτέλεια τής γνώσης μόνο· λίγο είναι; Θεωρώ πως κατευθύνει έτσι την ανάγνωση προς κάτι γνήσιο και αυθεντικό, με την έννοια της βιωματικής γνώσης που καταλήγει σε γραπτό λόγο, με τη διάθεση να πει αλήθειες που μας αφορούν, κι ας έχουν την αφορμή τους σε δικά του, προσωπικά τοπία. Αναγνωρίζεται, έτσι, η ωριμότητα που οδηγεί σε επεξεργασία παλαιότερων κειμένων (τα περισσότερα από τα αφηγήματα του βιβλίου έχουν πάνω τους την πατίνα του χρόνου) και τα προσφέρει τώρα δικαιωμένα για τις τότε εκτιμήσεις τους ή (κάποια από αυτά) με το βάρος που η συνειδητοποίηση της αξίας τους πρόσθεσε μέσα τους. Η αρχική γνώση ως βάση, η επίγνωση και η συναίσθηση μιας προστιθέμενης αξίας, και τέλος η συνακόλουθη συνειδητοποίηση πως αξίζει μια εκ νέου κοινοποίησή τους, μια νέα τους έκθεση στην κρίση του αναγνώστη. Από κάθε άποψη μια αξιόλογη συγγραφική κατάθεση. Στο προλογικό του κείμενο άλλωστε γράφει ο ίδιος:

 

Οι λευκές σελίδες ωστόσο δεν διαμαρτύρονται διόλου: Τα δέχονται όλα: ό,τι κι αν τις ταΐσεις. Τα βάζεις ένα –ένα στη σειρά όπως θες, κι αφήνεις κατά μέρος τις ακριβείς χρονολογίες· που στο κάτω-κάτω όσο περνούν τα χρόνια, όταν μάθεις πια να μετράς με αιώνες, δεν έχουν και μεγάλη σημασία, παρά μόνο για κάτι γερο-παρατατικούς. (σ.13)

 

Ως μία ξεχωριστή ενότητα λειτουργούν λίγα κείμενα (προτάσσονται των υπολοίπων) που αποτυπώνουν τον προβληματισμό/σκεπτικισμό του συγγραφέα σχετικά με την ελληνική πραγματικότητα, για την εξήγηση της οποίας πηγαίνει πίσω κάποιες δεκαετίες διατυπώνοντας την άποψή του για την κακοδαιμονία μας ως δημοκρατικό καθεστώς αλλά και ως έθνος. Χωρίς να συνδέονται οργανικά εμφανώς με τα υπόλοιπα αφηγήματα, καθώς καταργείται μέσα τους κάθε υποψία μυθοπλασίας, διαβάζονται ακριβώς γι’ αυτό που είναι, δηλαδή σκέψεις που υπερβαίνουν το ατομικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται τα αφηγήματα του βιβλίου· η μόνη σύνδεση μεταξύ τους είναι ο συμφυρμός του ατομικού βιώματος με το κοινωνικό. Φυσικά θα μπορούσαν να λείπουν, ωστόσο, δεν λειτουργούν αρνητικά στο σύνολο, κάτω από την παραπάνω οπτική της ανάγνωσης. Τα καθαρά λογοτεχνικά κείμενα που ακολουθούν μοιάζει να τεκμηριώνουν τις σκέψεις που έχουν προηγηθεί μεταφέροντας την κοινωνική αταξία στον ιδιωτικό χώρο. Κρατώ από αυτά τα κείμενα προβληματισμού μια διαπίστωση, ικανή να κινητοποιήσει τη σκέψη μας, παρά τον χρόνο που έχει περάσει από την πρώτη της γραφή – η ίδια πικρή γεύση, η ίδια σκληρή αλήθεια:

 

[…] Έχει έρθει ο πληθυσμός ολόκληρος και το ίδιο το Κράτος σ’ έν’ απέραντο αδιέξοδο κι όμως κανείς δεν νοιάζεται στ’ αλήθεια. Κανείς δεν τολμάει να πει την αλήθεια: Πως πρέπει να θελήσουμε, όλοι, να δουλέψουμε σκληρά με όραμα, με κέφι. («Το σεντούκι του παππού», σ. 20)

 


Όμως, τα αφηγήματα/διηγήματα του βιβλίου, καταλαμβάνοντας τη μέγιστη έκταση της έκδοσης, μας φέρνουν σε επαφή με το γνώριμο ύφος της γραφής του Αδαμόπουλου. Γλαφυρή αφήγηση, εύστοχη μείξη των αφηγηματικών με τα διαλογικά μέρη, χιούμορ και σαρκασμός, όταν χρειάζεται, και σχεδόν σε όλα η αίσθηση πως ο γράφων κάνοντας αποτίμηση ζωής (είτε αποτυπώνοντας βιωματικές καταστάσεις είτε επινοώντας μυθοπλαστικές εκδοχές τους) καταλήγει σε συνειδητή θεώρηση της θέσης του ατόμου στον κόσμο – πώς εκτιμά τις ευκαιρίες που του δίνονται, πώς αποθησαυρίζει όσα αξίζουν και πώς αξιολογεί τελικά τις ανθρώπινες σχέσεις, έτσι που κατασταλάζουν μέσα στον χρόνο.

 

[…] Από εκείνες τις καταστάσεις που εμείς δεν τις ξέρουμε πια –γιατί έχει κοπεί η συνέχεια – ούτε καν από αφηγήσεις παλαιοτέρων, γιαγιάδων, παππούδων, γιατί και οι δικοί μας παππούδες τελείωσαν τις μέρες τους στα άσυλα, μόνοι, χωρίς να προλάβουν να μας διδάξουν αυτά που τους είπαν εκείνων οι παππούδες πριν τελειώσουν τις δικές τους μέρες. […] Ενέργειες που δεν τις ξέρουμε πια εμείς, γιατί δεν στέκουν στα χάρτινα σκηνικά μας και δεν τις αντέχουν οι ευαίσθητες οθόνες. («Εκείνος που έψαχνε τον Θεό», σ. 133)

 

Κείμενα που κοιτάζουν το είδωλό τους στον καθρέφτη. Γραφή τολμηρή, χωρίς υποκριτικές υποχωρήσεις. Αληθινή.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

 

 

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2020

Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα αφήγημα Ανθούλα Δανιήλ εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο Culture Book

 

Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα

αφήγημα

Ανθούλα Δανιήλ

εκδόσεις Βακχικόν

η πρώτη δημοσίευση στο Culture Book

https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi-vivlion/dekaeties-termatizoun-oles-mazi-sto-nima-anthoula-daniil-kritiki-apo-tin-dioni-dimitriadou.html 




αποσπάσματα μιας προσωπικής μυθολογίας

 

«Το βιβλίο μου είναι ένας πίνακας ζωγραφικής» έγραφε ο Προυστ στον Ζαν Κοκτό. Σήμερα οι μελετητές λένε πως το ‘Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο’ δεν είναι απλώς λογοτεχνία αλλά και δοκίμιο αισθητικής και φιλοσοφία και ψυχολογία και ό,τι μπορεί να πει κανείς, αφού μιλάει για όλα. Και πώς μιλάει! Να! Κάπως σαν αυτό… ευχάριστα αποσπάσματα ζωής. Εικόνες από πίνακες, κινηματογραφικές ταινίες, θέατρα, βιβλία. (σ. 61)

 

Το βιβλίο της Ανθούλας Δανιήλ πράγματι θα μπορούσε να είναι κάτι παραπάνω από ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα, πολύ πιο κοντά σε μια επιλογή διακριτών αποσπασμάτων ζωής, που έτσι όπως παρατίθενται με πλούσιο (προσωπικό ως το μεδούλι) σχολιασμό, προκαλούν την αναγνωστική πρόσληψη με μια απρόσμενη οικειότητα. Η ίδια στην εισαγωγή του βιβλίου προτιμά την αναφορά στον χρόνο που υπακούει σε ένα συνεχές φλας μπακ και φέρνει στο παρόν ό,τι ανήκει στο παρελθόν. Ωστόσο, στο αφήγημά της αντλείται υλικό από το σύμπαν των προσωπικών της μύθων, που τώρα (αναπόφευκτα)  μέσα από τη νέα τους επεξεργασία αποδεικνύουν την αντοχή τους και αναδεικνύουν τη διαχρονική τους καθοριστική επιρροή στη διαμόρφωση μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ζωής. Κάλλιστα, επομένως, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια προσωπική μυθολογία.

Διατρέχοντας όλα τα χρόνια, από την παιδική ηλικία, την εφηβική και φθάνοντας ως το σήμερα της ωριμότητας, καταργεί την ευθύγραμμη χρονική ακολουθία, εμπιστευόμενη τη σχεδόν αυτόματη λειτουργία των συνειρμών, έτσι όπως κάνουν τις δικές τους –αυθαίρετες και ανεξάρτητες της λογικής συνέχειας– συνδέσεις, προκειμένου να συντεθεί το παζλ της ζωής· τα κομμάτια που το  αποτελούν συναρμολογούνται προσεκτικά για να δώσουν το τελικό αποτέλεσμα, την ενιαία εικόνα.

 

Επομένως ισχύει αυτό που λέει ο Γιώργος Βέης ότι «Η ανάμνηση είναι η επιστροφή στην πατρίδα των συγκινήσεων. Δεν αποκλείεται έτσι να ξαναζήσει κανείς, σαν σε όνειρο, την ανάκτηση του χρόνου του». Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο δηλαδή, τον κερδίζω! (σ. 59)

 

Κάτω από αυτή τη λογική, βεβαίως, δεν μπορεί καθόλου να θεωρηθεί χαμένος ο παρελθών χρόνος, ίσα - ίσα, έτσι που επανέρχεται, αποκτά ακριβώς την έννοια του βιωμένου χρόνου. Και, ίσως, μόνον με αυτή τη μορφή αξίζει η επιστροφή στα περασμένα διαστήματά του, ως αναθεώρηση, επανεκτίμηση, μια νέα οπτική ώριμη πλέον και ακριβοδίκαιη.

Η πολυμάθεια και ευρυμάθεια της Δανιήλ αποδεικνύεται περίτρανα, καθώς η μνήμη επιλέγει τους γνωστικούς σταθμούς που τη διαμόρφωσαν ως σήμερα. Θα δέσουν μεταξύ τους ποικίλες αναφορές σε διαβάσματα και σε θεάματα, στις σπουδές (σχολικές και πανεπιστημιακές), στην πολύτιμη, διαρκώς ανανεούμενη αυτομόρφωση. Θα βρει τους εκλεκτούς συνοδοιπόρους της σκέψης της, σε ένα διαρκή διάλογο με ομοϊδεάτες ή διανοητές με κοινά ενδιαφέροντα. Μια συνεχής αναζήτηση των φωτεινών φάρων στο ταξίδι της ζωής της, που μπορεί να είναι σπουδαίοι άνθρωποι του πνεύματος αλλά και πρόσωπα του οικογενειακού ή φιλικού της περιβάλλοντος. Η τέχνη σε όλες τις εκφάνσεις της, η φιλοσοφία, η φιλολογία, αλλά και η ζώσα πραγματικότητα, όπως αποκρυσταλλώθηκε σε βιώματα ισχυρά – όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την προσωπικότητα της Δανιήλ, καταγράφονται με αξιοθαύμαστη ταχύτητα και με εντυπωσιακή πληρότητα νοήματος. Ταυτόχρονα, η καταβύθιση στο παρελθόν δεν είναι φορτισμένη συγκινησιακά διατηρώντας μια (όσο γίνεται  προκειμένου για προσωπικές αναφορές) ψύχραιμη εν πολλοίς στάση, εν είδει ώριμης αποτίμησης γεγονότων που τερματίζουν  στο νήμα στα σωστά τους πλέον μεγέθη. Το αφήγημα της Δανιήλ θα μπορούσε να αποτελεί δείγμα αυτοβιογραφικής κατάθεσης που γνωρίζει τα όρια ανάμεσα αφενός στη συναισθηματική βίωση των γεγονότων και αφετέρου στην κοινοποίησή  τους στην αναγνωστική πρόσληψη. Οι προσωπικοί μύθοι κατασταλάζουν ανασυρμένοι από τη μνήμη στην επιφάνεια της συνείδησης αποκτώντας πλέον σαφές περίβλημα, ικανοί να μοιραστούν την εμπειρία τους με τους άλλους.

Τα κομμάτια του παζλ, όπως αναζητούν την ιδανική τους συναρμολόγηση, εκτεθειμένα στο τραπέζι της γραφής, δημιουργούν αρχικά μια συγκεχυμένη εικόνα.

 

Ένα ποίημα του Μαλαρμέ που γίνεται μουσική σύνθεση από τον Ντεμπισί και μπαλέτο που χορεύει ο Νιζίνσκι και μετά ποίηση από τον Σεφέρη. (σ. 15)

 


Ο αναγνώστης, που είναι φύσει και θέσει έξω από τους συνειρμούς της Δανιήλ, αρχίζει να συνθέτει την προσωπική του εικόνα, ικανή να λειτουργήσει στη βάση των δικών του βιωμάτων, στην εύρεση των κοινών τόπων με όσα διαβάζει, αποκτώντας έτσι την ιδιωτική του πρόσβαση στον εκ των πραγμάτων ξένο κόσμο των συγγραφικών αναμνήσεων. Θα πρέπει να εκληφθεί αυτή η ιδιόμορφη συνθήκη ως ευκταία συμπόρευση αναγνώστη και συγγραφέα – δεν συναντάται συχνά, γι’ αυτό και η μνεία εδώ. Αν κατορθώνει ένα προσωπικό βίωμα (αλλότριο από τη φύση του αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες βίωσης για τον αναγνώστη) να συγκινήσει και να φέρει ακόμα στην επιφάνεια της συνείδησης παράλληλες εικόνες, τότε η γραφή έχει επιτύχει έναν από τους σκοπούς της, τη μέθεξη ανάμεσα στον προσωπικό βίο του αποδέκτη και τον κόσμο των ιδεών που καταγράφονται στο βιβλίο. Καταθέτω ότι βρήκα σε πολλά σημεία τον εαυτό μου στις αναφορές της στα βιώματα που της άφησε η διδασκαλία στα σχολεία, αλλά και σε διαβάσματα, ακούσματα και θεάματα που είχαμε κοινά ως στοιχεία πρόσληψης, ως συγκινησιακή φόρτιση που όπως βλέπω συνταιριάζει με τη δική της, και ως σχολιασμό.

 

Οι «Ονειροπόλοι» του Μπερτολούτσι. Η ταινία ήταν ύμνος στην ομορφιά, στη νιότη, στο καλό παλιό σινεμά, στην επίφαση και την κρυμμένη υστεροβουλία, στην εκ του ασφαλούς επαναστατικότητα, στον φασισμό της εξουσίας, αλλά στο τέλος «Vive la France». Η Γαλλία βγαίνει από τον ναρκισσισμό της. (σ. 266)

 

Το βιβλίο προλογίζεται από τον Γιώργο Βέη, που εύστοχα υπογραμμίζει την αξία των αφηγημάτων του βιβλίου, εφόσον επιτυγχάνουν την επαφή με το συλλογικό ασύνειδο γεννώντας τις πολύτιμες αντιστοιχίες. Έτσι, η «ευρύχωρη Κατοικία των ιδεών», όπως ο έμπειρος μελετητής ονομάζει το τοπίο που η Ανθούλα Δανιήλ μοιράζεται μαζί μας στο βιβλίο της, είναι ανοιχτή για την αναγνωστική εμπειρία και (μακάρι) τη συμπόρευση.

Διώνη Δημητριάδου