Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

Το τουρλουτίνι διήγημα του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου





Το τουρλουτίνι

διήγημα του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου

(από τη συλλογή "Ψέμματα πάλι", Άγρα, 1999)






                                                                                                                  Σχέδιο: Σάντρα Χρήστου



Ένα απόγεμα καθόμασταν όλοι μαζί στη μεγάλη σάλα. Η γιαγιά κουνιόταν νυσταγμένη στην πολυθρόνα της. Ξαφνικά ο Μάρκος γαύγισε και όρμηξε στο παράθυρο.

-Ήσυχα! Πρόσταξε ο πατέρας πίσω απ’ τους καπνούς τής πίπας του. Ο Μάρκος τον κοίταξε μια στιγμή απορημένος και συνέχισε να γαυγίζει  μπροστά στο τζάμι κουνώντας την ουρά του.

-Μα τι είναι; Έκανε η μάνα.

-Ποιος ξέρει, κάτι θα είδε, είπε ο πατέρας. Η Σοφία παράτησε τις μπογιές της και πήγε να τον χαϊδέψει. Βούλιαξε τις παλάμες της στη γούνα του κι ακούμπησε το μάγουλό της στο κεφάλι του ακολουθώντας τη ματιά του.

-Ααα, αχουου! Έκανε η Σοφία, γελώντας τρομαγμένη.

-Τι είναι; Φώναξε η μάνα. Ο πατέρας φύσηξε τον καπνό του και την κοίταξε επίμονα. Η Σοφία έδειχνε στο παράθυρο, ενώ ο Μάρκος γαύγιζε πάλι. Ο πατέρας σηκώθηκε. Προχώρησε. Έσκυψε. 

-Εκεί· εκεί στο μάρμαρο, φώναξε η Σοφία.

-Ααα, έκανε -λίγο πιο αδιάφορα- κι αυτός.

-Τι είναι; Φώναξε η μάνα.

-Ένα τουρλουτίνι, είπε ο πατέρας.

-Τι; Είπε η μάνα ταραγμένη κι άφησε να τής πέσει απ’ τα γόνατα το κουβάρι με το μαλλί. Κοίταξε τον πατέρα παράξενα. Η γιαγιά έκανε να σηκωθεί, μα δεν τα κατάφερε. Ο μικρός Άλκης μπουσούλησε ως το παράθυρο.

-Να τo πιάσω μπαμπά, είπε η Σοφία.

-Δε θα κάτσει· θα φύγει, είπε ο πατέρας.

-Μα είναι καθισμένο στο πεζούλι και μας κοιτάζει, είπε η Σοφία

-Τι είναι; Είπα εγώ σα να ξύπνησα τώρα.

-Μάς κοιτάζει και γελάει, είπε η Σοφία.

-Τι είναι;

-Έλα, έλα! Η μητέρα έπιανε τους πόντους που φύγανε απ’ το πλεχτό της. Η γιαγιά κάτι πήγε να πει, μα γέλασε μόνη της. Πλησίασα και είδα. Μα ναι είδα: Ήταν ένα μικρό ζωάκι, τόσο· σα χνούδινο όνειρο, που δεν το είχα ξαναδεί ποτέ μου. Ήταν… Ήταν σαν…

-Ένα στα εκατό χρόνια! Ξέσπασε η γιαγιά, σφίγγοντας στα δάχτυλά της το δαντελένιο της μαντήλι. Ο παππούς σώπαινε βλοσυρός, κρεμασμένος στον τοίχο. Σώπασε και η γιαγιά, αφήνοντας το χαμόγελό της να φύγει στον αέρα.

-Να το φέρουμε μέσα, είπε η Σοφία.

-Θα σας γρατσουνίσει είπε ενοχλημένη η μητέρα.

-Μα είναι τόσο μικρό· κοίτα τα δαχτυλάκια του!

-Δεν θα κάτσει να το πιάσεις, είπε ο πατέρας.

-Μην ανοίξεις το παράθυρο· θα μπει χιόνι, φώναξε η μάνα.

-Μα μ’ αρέσει, είπε η Σοφία.

-Άκου τι σού λέει η μητέρα σου, είπε ο πατέρας κοιτώντας παράξενα προς τη μεριά τής μάνας.

-Ένα τ ο υ ρ λ ο υ τ ί ν ι, Θεέ μου!  Φώναξε στον Θεό η γιαγιά, γελώντας ευχαριστημένη.

-Κρυώνω, είπε η μητέρα. Ανοίξτε και κλείστε γρήγορα· κρυώνω.

-Ζήτω! Έκανε η Σοφία και ο μικρός Άλκης, που μίλαγε κιόλας με τ’ όνειρο μες απ’ το κρύο τζάμι, κόντεψε να πέσει απ’ την καρέκλα.

-Το παιδί, ούρλιαξε η μάνα, κι έκανε να ορμήξει στο παράθυρο.

-Μηη! Θα το τρομάξεις, την σταμάτησε η Σοφία και πλησίασε σιγά στο παράθυρο.

-Και τι θα τού δώσουμε να φάει; Είπε ο πατέρας.

-Κι αν είναι μολυσμένο; Έκανε η μάνα, έχοντας περιμαζέψει στην αγκαλιά της τον Άλκη. (Ο Μάρκος κοιτούσε στο παράθυρο και γέλαγε.)

-Μα κοίτα· κρυώνει· κρυώνει, φώναξε η Σοφία. Και τότε πρόσεξα πρώτη φορά πως έτρεμε. «Θέλει να μπει μέσα» φώναξε με αγωνία η Σοφία. Και το είδα που γρατσούνισε με τα δαχτυλάκια του λίγο το τζάμι.

-Και τι θα τού δώσουμε να φάει; Είπε ο πατέρας.



Μα εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο: Γρήγορα πρόλαβε και το σήκωσε η μητέρα κι αμέσως μετά το ’κλεισε φουρκισμένη. Η μητέρα κοιτάχτηκε παράξενα με τον πατέρα. «Πάλι το έκλεισαν…» είπε. Ο πατέρας δεν απάντησε. Κοίταξε το πάτωμα, την πόρτα και τα δύο τασάκια δίπλα στο τηλέφωνο.



-Γάλα θα τού δώσουμε· όπως σε κάθε μικρό ζωάκι, είπε η Σοφία.

-Και πού ξέρεις πως είναι μικρό· μπορεί να είναι γέρικο, είπε ο πατέρας.

-Μα κρυώνει· κρυώνει -παρακάλεσε η Σοφία- θέλει να μπει μέσα.

-Να τού δώσετε απ’ το φαΐ τού Μάρκου, είπε η μητέρα. Έχει περισσέψει. Μα δεν θα κάτσει να φάει· δεν είναι μαθημένο.

-Θα τού βάλουμε σ’ ένα μικρό τσανάκι, σε μια γωνιά, στην κουζίνα, είπε ο πατέρας.

-Μα μπορούμε να τού δώσουμε μια καραμέλα, είπε η Σοφία.



Τ ο  ρ ο λ ό ι  χ τ ύ π η σ ε  τ η ν  ώ ρ α



-Κυώνει, κυώνει· τσέβδισε ο Άλκης γελώντας, σκαρφαλωμένος ξανά στο παράθυρο. Τότε κοιτάξαμε πάλι και το είδαμε να γρατσουνάει ξανά με τα δαχτυλάκια του το τζάμι. Γελούσε· αλήθεια το είδα, γελούσε. Περίμενε λίγο, γρατσούνισε ξανά, μας κοίταξε λοξά, απορημένο, μας έστειλ’ ένα γελάκι ακόμα, κι ύστερα το είδαμε που κούνησε λίγο τα χεράκια του -σβησμένο- αγκάλιασε το κορμάκι του, έγειρε το κεφάλι του και το ’κρυψε πάνω στο στήθος. Το σήκωσε λίγο πάλι και μας κοίταξε λοξά, μια φοράν ακόμη -εμείς ακίνητοι- κι ύστερα έγινε μια τόση δα, τοσηδούλα μπαλίτσα, που τη φύσηξε η παγωνιά και κύλησε απ’ τη  μαρμαροποδιά τού παραθύρου κι έπεσε χάμω, στο δρόμο.

-Αφού θα πεθάνει! Έτρεμε η Σοφία.

-Πέθανε· είπε ξερά η μάνα.

Είδα τη Σοφία που έσπασε κι έγινε χίλια κομμάτια. Κι ο Άλκης δεν γελούσε πια. Κι εγώ· κάτι φοβερό είχε σταθεί στο λαιμό μου και δεν μπορούσα να καταπιώ. Και ο Μάρκος, βαθιά μέσ’ απ’ την κοιλιά του, έβγαλ’ ένα τεράστιο, μακρύ, λυπημένο ουρλιαχτό, που γέμισε όλο μας το σπίτι, ως το ταβάνι. Το γέμισε με λύπη ατόφια και οι γλόμποι ανατρίχιασαν και κουνήθηκαν πέρα δώθε σα να πέρασ’ ένα φάντασμα.

-Φτάνει! Φώναξε η μάνα.

-Είναι αργά· άντε για ύπνο τώρα, είπε ο πατέρας.



Τα μάτια τής Σοφίας ήταν κάρβουνα αναμμένα.  Η μάνα έκλεισε το πλεχτό της, έκλεισε το κουτί με το μαλλί και τις βελόνες, έκλεισε τις κουρτίνες και πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Η γιαγιά έβαλε το μαντήλι στην τσέπη της, και κούτσα-κούτσα πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Ο πατέρας έκλεισε το κουτί με τον καπνό του, έκλεισε το βιβλίο του, έσβησε την πίπα του, και πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Η Σοφία κουκουλώθηκε κάτω απ’ τις κουβέρτες και πήρε μαζί της τον Άλκη. Έκλεισα κι εγώ τα φώτα και κλείστηκα στο δωμάτιό μου. Και ονειρεύτηκα το παράθυρο, την παγωνιά, κι έξω το χνουδάκι εκείνο, με τα δαχτυλάκια του κολλημένα στο τζάμι, και τα δυο γελαστά του μάτια, πριν σβήσουν, που ήταν… Ήταν σαν…





Αθήνα 23 Οκτωβρίου 2019

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

1η έκδοση: «Ψέματα πάλι» ΑΓΡΑ 1999

alexadam48@hotmail.com















Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953). Έκανε Νομική στο ΕΚΠ και μεταπτυχιακά στο Paris II. Υπήρξε Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος τής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’. Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων ως Γεν. Γραμ. και ως Πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και Γεν. Γραμ. τού δ.σ τού Εθνικού Θεάτρου.

ΈΡΓΑ ΤΟΥ: ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα (Ίκαρος 1991, 2η έκδοση· Άγρα 2009). Γαλλική, Γερμανική, Τουρκική, Ινδική έκδοση. ‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (Άγρα 1999). Γερμανική έκδοση. Ή ‘Άννα’, Γαλλική μετάφραση: Μαργαρίτα Καραπάνου. ‘Οι καινούργιοι Άγιοι’, Τουρκική έκδοση: (‘Yeni Azizler’) ‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο - ποίηση  (Εστία 12η έκδοση. Έως τώρα 84 διαφορετικές θεατρικές παραγωγές). Εθνικό Θέατρο 2015-2016. Αγγλική έκδοση: (‘The Spiceman’). Τουρκική: (‘Irmikoğlan’). Κρατικό Θέατρο Τουρκίας, Şehir Tiyatro: Istanbul, 5/2012. ‘Αυτό’, διήγημα (στη συλλογή ‘Χάριν παιδιάς’, Ίκαρος 2001). ‘Οι Δαιμονισμένοι’, λιμπρέτο για όπερα, Ε.Λ.Σ. Αθήνα, 4/2001. ‘The mask in the Classical Hellenic Theatre, (Συλλογική έκδοση, Aryan books international, N. Delhi 2000.)  ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ Ηθιστόρημα (Άγρα 2008) Αγγλική μετάφραση. ‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο - ποίηση  (Ίκαρος 2011). Αγγλική έκδοση: ‘Noyessaying’ ISBN 978-93-5016-7, 2013. Τουρκική: ‘Hayirevet diyerek’ (Bencekitap, Ankara 2015) ‘Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (2013 εκδ. Ίκαρος και ΤΑ ΝΕΑ 20/7/2019)  ‘Το σεντούκι του παππού μου’, μικρό πολιτικό δοκίμιο (Stahtes κ.α. 17/11/2014)  ‘Πολυβίου ιστορία ετών 2150’, ερανισμός απόδοση, Αρχαίων επικαίρων (Dimoi news 7/8/2015) ‘Von Athen lernen, oder Athen etwas aufdrängen?’ σχόλιο για Documenta 14, δίγλωσσο. (Diablog 8/7/2017) ‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (2η εκδ. Κάκτος, 2017) ‘Η Φραγκούλα’ διήγημα (Bookpress, βιβλίοnet, Μονόκλ, Cantus firmus, Τimes.news, κ.α, 9/2018) ‘Ο Μ. Χατζιδάκις και ο Γ. Χρήστου’, βιογραφική συμβολή (Bookpress, Fractalart,ΤaR, βιβλίοnet, κ.α,10/2018) ‘Για την Εταιρεία Φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου’ συνέντευξη (TaR, Bookpress, Μονόκλ κ.α. 12/2018) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα πάλι’ θεατρικό. Αγγλική μετάφραση: ‘Twelve and on lies again’ 2019 ‘Το 1984, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, και το σεντούκι του παππού μου’ (Times.news 27/1/2019) ‘Επενδύσεις…’ διήγημα (‘Με ανοιχτά βιβλία’ 25/2/2019, Times,news 26/2, Μονόκλ 28/2, Fractal 5/3 κ.α). ‘Πέπη κουμπώσου!’ διήγημα (Timesnews 4/4/2019, Fractal, Μονοκλ, Bookpress, Diasporic, Ologramma.) ‘Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος’, πολιτική ανάλυση (Metrogreece 8/4/2015, Times.news 15/4/2019 κ.α ) ‘Οι καινούργιοι άγιοι’ διήγημα (Fractal, Μονόκλ, Ologramma, Times.news κ.α. 5/2019) ‘Pagotό’ διήγημα (Times.news 27/5, Ologramma, κ.ά. 29/5/2019) ‘ΟΓΑ’ διήγημα (Times.news 12/6, Diasporic 14/6, Stahtes 17/6 κ.α.) ‘Οι δυο Μαργαρίτες’ (Μ. Λυμπεράκη, Μ. Καραπάνου) ολιγόλογη ακτινογραφία (ΤΑ ΝΕΑ 6/7/2019) ‘Το ρουσφέτι’ διήγημα (Eltopia, 24/7 Κύπρος) κ. ά ‘Η κούκλα’ διήγημα (Times News 8/8) κ.ά ‘Η Monique’ διήγημα (Times News 21/8,κ.α.) ‘Δέκα 9/9/09-9/9/19’ διήγημα (Times News 15/9/2019) ‘Τα όχι του ΝΑΙ’ (μικρό χρονικό μιας άρνησης) Εκδόσεις Οδός Πανός 2019.







Στο Σπίτι της Κύπρου για τον Γιώργο Μολέσκη 17-12-2019 (φωτογραφίες)




Στο Σπίτι της Κύπρου  

την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

έγινε η παρουσίαση 

των έργων του Γιώργου Μολέσκη
"Κάθε Ιούλιο επιστρέφω"
και "Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι - Προεπαναστατικά ποιήματα"
εκδόσεις Βακχικόν
(φωτογραφίες)


Την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019 παρουσιάστηκαν στο Σπίτι της Κύπρου τα βιβλία του Γιώργου Μολέσκη «Κάθε Ιούλιο επιστρέφω» και «Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι. Προεπαναστατικά ποιήματα», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν.
Για το αφήγημα «Κάθε Ιούλιο επιστρέφω» μίλησαν η ποιήτρια και βιβλιοκριτικός Διώνη Δημητριάδου και η φιλόλογος Μιχαήλα Καραμπίνη-Ιατρού ενώ αποσπάσματα διάβασε ο σκηνοθέτης, μέλος Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού (Ε.Ε.Π.) στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Τάκης Τζαμαργιάς.
Στις σελίδες του βιβλίου «Κάθε Ιούλιο επιστρέφω» παρουσιάζονται πτυχές των δραματικών γεγονότων στην Κύπρο κατά την περίοδο Ιουλίου-Αυγούστου 1974 και οι διαχρονικές τους συνέπειες. Τα γεγονότα αυτά παρουσιάζονται μέσα από μνήμες και ιστορίες από τη ζωή του συγγραφέα, διανθισμένα με στοιχεία φαντασίας και μυθοπλασίας.
Το βιβλίο «Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι. Προεπαναστατικά ποιήματα» παρουσίασε ο συγγραφέας Παναγιώτης Μανιάτης και αποσπάσματα διάβασε ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Θάνος Παπακωνσταντίνου.
Στο βιβλίο «Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι. Προεπαναστατικά ποιήματα» περιλαμβάνεται εκτεταμένη εισαγωγή για το έργο του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι και δημοσιεύονται οι μεταφράσεις τριών από τα πιο σημαντικά συνθετικά του ποιήματα, γραμμένα πριν από την επανάσταση του 1917: «Σύννεφο με παντελόνια», «Φλάουτο-Σπονδυλική», «Ο πόλεμος και η οικουμένη».
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την αντιφώνηση του Γιώργου Μολέσκη ο οποίος ευχαρίστησε θερμά το Σπίτι της Κύπρου και όλους όσοι συνέβαλαν στη πραγματοποίηση της παρουσίασης των βιβλίων του.

Στη φωτογραφία διακρίνονται από αριστερά ο Τάκης Τζαμαργιάς, ο Παναγιώτης Μανιάτης, η Μιχαήλα Καραμπίνη-Ιατρού, ο Γιώργος Μολέσκης, η Διώνη Δημητριάδου και ο Θάνος Παπακωνσταντίνου






























Ο «Φταίχτης» στη Λέσχη μας!


Ο «Φταίχτης» στη Λέσχη μας!
19 Δεκεμβρίου 2019


Την Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019, στις 6 το απόγευμα, συζητάμε στη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής (Κοντοπούλου 13) 
το μυθιστόρημα «Ο Φταίχτης» που έγραψαν από κοινού δύο συγγραφείς: 
Η Εύα Μαθιουδάκη και ο Κωστής Σχιζάκης. 
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. 
Μαζί μας θα είναι η Εύα Μαθιουδάκη.
Όλοι οι φίλοι της καλής λογοτεχνίας ευπρόσδεκτοι!
Οι συντονίστριες της Λέσχης:
Διώνη Δημητριάδου
Δήμητρα Καραχάλιου



ΚΑΤΙ ΘΑΜΠΟ ΜΕ ΓΕΝΝΗΣΕ - 25 ποιήματα με 25 λιθογραφίες


ΚΑΤΙ ΘΑΜΠΟ ΜΕ ΓΕΝΝΗΣΕ




25 ποιήματα μαζί με 25 λιθογραφίες του Γιώργου Κόρδη – συνύπαρξη μαγική! Θερμές ευχαριστίες στον Κωνσταντίνο Λουκόπουλο που την επιμελήθηκε με πολλή αγάπη και γνώση. Από τις πρωτοεμφανιζόμενες εκδόσεις Cinnabar σε 250 αριθμημένα και υπογεγραμμένα αντίτυπα με καλλιτεχνική χειροποίητη βιβλιοδεσία από τον Artarios. 



Ανθολογούνται, κατ' αλφαβητική σειρά, οι ακόλουθοι ποιητές:
Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Νάσος Βαγενάς, Νίκος Βαραλής, Μιχάλης Γκανάς,  Διώνη Δημητριάδου, Στέλλα Δούμου Γραφάκου,  Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Νίκος Καρούζος, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου, Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος,  Μαρία Μανδάλου,  Γιώργος Μαρκόπουλος, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Μαριάννα Παπουτσοπούλου, Ειρήνη Παραδεισανού, Χρίστος Ρουμελιωτάκης,  Μίλτος Σαχτούρης,  Ιφιγένεια Σιαφάκα, Γιάννης Τσίγκρας, Στρατής Φάβρος, Αντώνης Φωστιέρης, Πόλυ Χατζημανωλάκη, Δήμητρα Χριστοδούλου, Κώστας Ψαράκης


Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Βρέχει γριές και άλλες ιστορίες Δανιήλ Χαρμς εισαγωγή – μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας εκδόσεις Κοβάλτιο η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal



Βρέχει γριές

και άλλες ιστορίες

Δανιήλ Χαρμς

εισαγωγή – μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

εκδόσεις Κοβάλτιο
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
https://www.fractalart.gr/vrechei-gries/





η ευρηματική ανατροπή της λογικής
Σχολιάζοντας η Άννα Αχμάτοβα τα μικρά αφηγήματα του Δανιήλ Χαρμς θεώρησε πως ο συγγραφέας τους «κατόρθωσε κάτι μοναδικό: την πεζογραφία του 20ου αιώνα». Έδωσε, έτσι, με τον καλύτερο τρόπο το βασικό χαρακτηριστικό του Χαρμς: ήταν ο πρωτοπόρος εκείνων των λογοτεχνικών κινημάτων που καθόρισαν χρόνια μετά τη φυσιογνωμία της γραφής του αιώνα. Γερμανός στην καταγωγή, γεννήθηκε στην Πετρούπολη το 1905 ως Δανιήλ Γιουβατσώφ και χάρισε στον εαυτό του το ψευδώνυμο Χαρμς. Εκφραστής της ρωσικής πρωτοπορίας (πριν την επιβολή του ισοπεδωτικού σοσιαλιστικού ρεαλισμού), έγραφε ποίηση και βιβλία για παιδιά – θεωρώντας πως τα τελευταία ήταν ανώδυνα κι έτσι δεν κινδύνευαν από την αυστηρή λογοκρισία. Η γραφή του, ωστόσο έδειξε τις αληθινές της ικανότητες με τα μικρά πεζογραφήματά του (μικρά ως λιλιπούτεια κάποια), στα οποία η αχαλίνωτη φαντασία και η με κάθε δυνατό τρόπο ανατροπή του λογικού υποστρώματος αναδείκνυε τη λογοτεχνική επεξεργασία του παραλόγου, πολύ πριν το ανακαλύψουν ως φιλοσοφική θεωρία και λογοτεχνική γραφή οι κύριοι Ευρωπαίοι εκφραστές του. Οι ήρωές του μοιάζει να χλευάζουν τη λογική και την επιδίωξη ζωής στηριγμένης στην κανονικότητα. Ο Χαρμς αμφισβητεί εύστοχα στις ιστορίες του την ψευδαίσθηση πως όσα δομούνται πάνω στη λογική βάση δεν μπορούν να ανατραπούν – όχι μόνο ανατρέπονται αλλά, θα μας πει, έτσι όπως καταρρέουν διαλύουν το σύμπαν. Το ιδιαίτερο γνώρισμα της γραφής του είναι πως η αίσθηση του παραλόγου δεν ξαφνιάζει μόνο στις επιμέρους ανατροπές αλλά δεσπόζει ως μοναδική αίσθηση που κατακλύζει όλη την ιστορία. Ο αναγνώστης, μετά την ανάγνωση των πρώτων ιστοριών του, εισχωρεί στη «λογική» του συγγραφέα και πλέον τίποτα δεν καθίσταται ικανό να τον αιφνιδιάσει· όλα πλέον του φαίνονται σαν πιθανές καταλήξεις, αποδεκτές μέσα σε ένα σύμπαν που μπορεί μεν να καταδικάζει την αμφισβήτηση του ορθού λόγου, ωστόσο επιτρέπει στη λογοτεχνία να περιπαίζει ευφυώς τις λογικές του συνιστώσες. Κι εδώ έχουμε έναν μάστορα του παραλόγου.
Ως δείγμα της γραφής του παραθέτω τρία μικρά αφηγήματα από το βιβλίο. Δεν χωρούν καμία ανάλυση ή ερμηνεία. Μιλούν από μόνα τους. Η μετάφραση από τον Γιώργο Μπλάνα, που εμπλουτίζει την έκδοση με την κατατοπιστική Εισαγωγή και τις Σημειώσεις.
Αντρέι Σεμιόνοβιτς

Ο Αντρέι Σεμιόνοβιτς έφτυσε μέσα σ’ ένα φλιτζάνι με νερό. Το νερό μαύρισε αμέσως. Ο Αντρέι Σεμιόνοβιτς γούρλωσε τα μάτια και κοίταξε προσεκτικά το φλιτζάνι. Το νερό ήταν κατάμαυρο. Η καρδιά του Αντρέι Σεμιόνοβιτς άρχισε να χτυπάει σαν τρελή.
Εκείνη την στιγμή ξύπνησε ο σκύλος τού Αντρέι Σεμιόνοβιτς. Ο Αντρέι Σεμιόνοβιτς πήγε στο παράθυρο και βυθίστηκε στις σκέψεις του.
Ξαφνικά, κάτι πολύ μεγάλο και πολύ μαύρο πέρασε μπροστά από το πρόσωπό του και πέταξε έξω από το παράθυρο. Ήταν ο σκύλος του Αντρέι Σεμιόνοβιτς, που πέταξε έξω και πήγε και στάθηκε σαν κοράκι στην στέγη του απέναντι κτιρίου. Ο Αντρέι Σεμιόνοβιτς κάθισε κατάχαμα κι άρχισε να ουρλιάζει.
Έτρεξε μέσα αμέσως ο σύντροφος Ποπουγκάγιεφ.
«Τι έπαθες; Είσαι άρρωστος;» ρώτησε ο σύντροφος Ποπουγκάγιεφ.
Ο Αντρέι Σεμιόνοβιτς ησύχασε κι έτριψε τα μάτια του.
Ο σύντροφος Ποπουγκάγιεφ έριξε μια ματιά στο φλιτζάνι, πάνω στο τραπέζι.
«Τι έριξες εδώ μέσα;» ρώτησε τον Αντρέι Σεμιόνοβιτς.
«Δεν ξέρω», είπε ο Αντρέι Σεμιόνοβιτς.
Ο Ποπουγκάγιεφ εξαφανίστηκε την ίδια στιγμή. Ο σκύλος μπήκε, πετώντας από το παράθυρο, προσγειώθηκε στη συνηθισμένη του γωνιά και συνέχισε να κοιμάται.
Ο Αντρέι Σεμιόνοβιτς πήγε στο τραπέζι και ήπιε μια γουλιά από το κατάμαυρο νερό. Και η ψυχή του Αντρέι Σεμιόνοβιτς ξαναγύρισε στη θέση της πεντακάθαρη

Ένας άνθρωπος έπεσε να κοιμηθεί πιστός…

Ένας άνθρωπος έπεσε να κοιμηθεί πιστός και ξύπνησε άθεος.
Ευτυχώς, αυτός ο άνθρωπος είχε ζυγαριά στο δωμάτιό του, επειδή ζυγιζόταν πάντα πριν πέσει για ύπνο και αμέσως μόλις ξυπνούσε. Έτσι, το προηγούμενο βράδυ είχε ζυγιστεί και ήταν εβδομήντα πέντε κιλά. Το επόμενο πρωί, όμως, που ξύπνησε άθεος, ζυγίστηκε και ήταν εβδομήντα ένα κιλά και πεντακόσια γραμμάρια.
«Άρα», συμπέρανε, «η πίστη μου ζύγιζε περίπου τρία κιλά και πεντακόσια γραμμάρια». 

Το ξεκίνημα μιας υπέροχης μέρας του καλοκαιριού – μια συμφωνία



Δεν είχε καλά-καλά λαλήσει ο πετεινός, όταν ο  Τιμοφέι πήδησε από το παράθυρό του στην στέγη και κοψοχόλιασε τους περαστικούς. Ο Χαρίτων, ο αγρότης, σταμάτησε, έπιασε μια πέτρα και την εκσφενδόνισε καταπάνω στον Τιμοφέι. Ο Τιμοφέι εξαφανίστηκε· κάπου.
«Τι κατεργάρης!» φώναξε το ανθρώπινο κοπάδι, και κάποιος Ζουντώφ πήρε φόρα και κοπάνησε το κεφάλι του σ’ έναν τοίχο.
«Ωχ!» κραύγασε μια αγρότισσα με φουσκωτά μάγουλα. Όμως ο Κομάρωφ τής έδωσε δυο αστραπιαία χαστούκια και η γυναίκα έτρεξε ουρλιάζοντας να χωθεί στο σπίτι. Ο Φετελιούσιν, που έτυχε να περνάει αποκεί, γέλασε. Ο Κομάρωφ πήγε κοντά του και του είπε:
«Όσο για σένα, κρεατόμαζα!» και τον χτύπησε στο στομάχι. Ο Φετελιούσιν στηρίχτηκε σ’ έναν τοίχο και τον έπιασε λόξυγκας. Ο Ρομάσκιν έφτυσε από το παράθυρό του, προσπαθώντας να πετύχει τον Φετελιούσιν. Την ίδια στιγμή, όχι πολύ μακριά, μια γυναίκα με μεγάλη μύτη χτυπούσε το παιδί της με μια σκάφη, και μια νεαρή χοντρή μητέρα έτριβε το πρόσωπο της χαριτωμένης κορούλας της στα τούβλα ενός τοίχου. Ένα μικρό σκυλί, που είχε σπάσει το ποδαράκι του, ήταν ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο. Ένα αγοράκι έτρωγε κάτι αηδιαστικό από ένα πτυελοδοχείο. Η ουρά για ζάχαρη στο μπακάλικο ήταν πολύ μεγάλη. Οι γυναίκες βλαστημούσαν δυνατά κι έσπρωχναν η μια την άλλη με τις τσάντες τους. Ο Χαρίτων ο αγρότης, έχοντας κατεβάσει κάμποσο πράσινο οινόπνευμα, στεκόταν μπροστά στις γυναίκες με το παντελόνι ξεκούμπωτο και έλεγε προστυχιές.
Έτσι ξεκίνησε μια υπέροχη μέρα του καλοκαιριού.

(Δανιήλ Χαρμς, Βρέχει γριές και άλλες ιστορίες, μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα, εκδόσεις Κοβάλτιο)



Διώνη Δημητριάδου




Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Σε ποιον ανήκει η κόλαση Κωνσταντίνος Τζαμιώτης εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Σε ποιον ανήκει η κόλαση

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης

εκδόσεις Μεταίχμιο
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/tzamiotis-d-konstantinos-metaichmio-se-poion-anikei-i-kolasi-dimitriadou




η κόλαση είναι μια προσωπική υπόθεση

Εκατόν εξήντα δύο ιστορίες, όλες μικρές και κάποιες ελάχιστης έκτασης,  περιλαμβάνονται στο νέο βιβλίο του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη με το ερώτημα στον τίτλο (θέλω έτσι να το εκλάβω, κι ας μην έχει ερωτηματικό) Σε ποιον ανήκει η κόλαση. Χωρίς το ερωτηματικό ο τίτλος φιλοδοξεί να απαντηθεί μέσα από τις ιστορίες και όχι μόνον από την ομότιτλη, με την οποία κλείνει η συλλογή. Αν, ωστόσο, ο αναγνώστης θεωρήσει πως εμπεριέχει απορία, τότε το περιεχόμενο του βιβλίου παραμένει ανοιχτό σε δημιουργική συζήτηση – με τον ιδιότυπο και πάντοτε ευρηματικό διάλογο συγγραφέα-αποδέκτη. Σε κάθε περίπτωση, ο τίτλος είναι προκλητικός. Όσο μάλιστα προχωρείς στην ανάγνωση των ιστοριών, τόσο περισσότερο τον βρίσκεις εύστοχο.
Κάτω από αυτή την οπτική, λοιπόν, οι ιστορίες του Τζαμιώτη θα μπορούσαν να έχουν μέσα τους κάποια μορφή της κόλασης, είτε αυτή θα αφορά τον περιβάλλοντα χώρο είτε τους ίδιους τους ήρωες που εκόντες ή άκοντες γειτνιάζουν με τα ζοφερό τοπία. Στην τελευταία (και ενδιαφέρουσα στα σημαινόμενά της) ιστορία του βιβλίου, που δανείζει και τον τίτλο στη συλλογή, με έναν εντελώς απρόοπτο τρόπο και μέσα σε απίστευτες συνθήκες προκύπτει το ερώτημα: πού βρίσκεται η κόλαση; Ο ένας ήρωας θα υπερασπιστεί τη θεμελιώδη για τη φιλοσοφία του Σαρτρ θέση: «η κόλαση είναι οι άλλοι». Ο άλλος θα υποστηρίξει πως αναμφίβολα «η κόλαση είναι ο εαυτός μας». Και οι δύο θα  αγνοήσουν την τρίτη περίπτωση: «η κόλαση είναι η απουσία των άλλων»,  διατυπωμένη ευφυώς από τον Roger Garaudy σε αντιδιαστολή προς τον Σαρτρ.
Με τη βασική (και πολύτιμη για τη γραφή) ιδιότητα του παρατηρητή, ο Τζαμιώτης διασώζει σκηνικά και πρόσωπα, που αξίζει να καταγραφούν, σε πείσμα ίσως όσων δεν τα πρόσεξαν  και τα καταδίκασαν στην αφάνεια. Έχει ξεχωριστή σημασία το γεγονός ότι δεν ενδιαφέρει καθόλου αν υπάρχει έστω ψήγμα αλήθειας  πίσω από τις ιστορίες· κάποιες έχουν την αφορμή τους σε αληθινά γεγονότα, η πλοκή τους όμως αναπτύσσεται με μια ευφάνταστη μυθοπλασία, κάποιες άλλες μοιάζει να αντιστρέφουν την αλήθεια και να παρουσιάζουν μια εναλλακτική εκδοχή της, κάποιες είναι αποκύημα της πλούσιας φαντασίας του συγγραφέα. Όλες λειτουργούν μέσα από τις διάφορες μορφές του λογοτεχνικού «ψεύδους», που τους παρέχει την ποθητή αληθοφάνεια – ικανή συνθήκη για τη μυθοπλασία. Σε τελευταία ανάλυση, η ιστορία (προσωπική ή κοινή) βιώνεται διαφορετικά από τον καθένα και μόνον έτσι γίνεται κατ’ ουσίαν αντιληπτή. Το χρονικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται είναι τα διακόσια χρόνια της ελληνικής πραγματικότητας, με όσα θετικά ή αρνητικά φέρουν πάνω τους και με αυτά διαμορφώνουν τη σημερινή μας ταυτότητα. Έχει θαρρώ σημασία η γνώμη του συγγραφέα (διατυπωμένη στο οπισθόφυλλο): σε κάποιους αναγνώστες θα φανεί ως μια εξαιρετικά εκτενής και πιθανά παράδοξη συλλογή διηγημάτων, για τον συγγραφέα του ωστόσο είναι κατά κάποιο τρόπο ένα νέο είδος μυθιστορήματος.
Συνιστούν, αλήθεια, ένα νέο τύπο μυθιστορήματος τα διηγήματα αυτού του βιβλίου, αν φυσικά τα δούμε σε μια συνέχεια νοηματική να αλληλοσυμπληρώνονται στη θεματική τους και να συναντούν τη μεγάλη φόρμα απρόσμενα; Το μυθιστόρημα, η μεγάλη αφήγηση, έχει μερικές βασικές προϋποθέσεις, προκειμένου να σταθεί με σοβαρότητα στον πολύπαθο αυτό χώρο της λογοτεχνικής γραφής: απαιτεί μια καλά δομημένη κοινωνία, με ηθικό υπόβαθρο συγκεκριμένες κατακτημένες αξίες, κυρίως την απόλυτη συνειδητοποίηση της κοινωνίας αυτής πως αποτελεί ένα διαμορφωμένο πλαίσιο ως συνέχεια των προηγούμενων μορφών. Διαφορετικά δεν μπορεί να δημιουργηθεί η αίσθηση πως όσα γράφονται αποτελούν την  ειλικρινή κατάθεση του προσώπου της σαν ένα κοίταγμα σε καθρέφτη. Η ελληνική κοινωνία (και προφανώς το σημείωμα αυτό δεν είναι ο κατάλληλος χώρος για τη τεκμηρίωση της θέσης αυτής) δεν τολμά να κοιτάξει καταπρόσωπο  την αλήθεια της. Ο συγγραφέας της μεγάλης αφήγησης οφείλει όμως να γνωρίζει τα σαφή όρια μέσα στα οποία θα τοποθετηθούν οι ήρωές του – και αυτή η γνώση αφορά και τα προσωπικά όρια και τα όρια του κόσμου που τον περιβάλλει. Κυρίως όμως αφορά τη συνύπαρξη των δύο, την τοποθέτηση του ήρωα μέσα στον κόσμο. Αν ο καθρέφτης είναι παραμορφωτικός, τα είδωλα αποβαίνουν ψεύτικα και, όπως είναι αναμενόμενο, και η γραφή μη πειστική. Το ευτύχημα στην περίπτωση του Τζαμιώτη είναι πως (είτε σκόπιμα είτε αθέλητα) του προέκυψε μια γραφή που σαφώς θα μπορούσε να ενοποιήσει μέσα της τα διαφορετικά πρόσωπα των διηγημάτων σε μια εκτενή και πλούσια σε γεγονότα απεικόνιση της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας, οδηγώντας μας πολλά χρόνια πίσω - ίσως στην αρχή του κακού, με τη βιαστική και ετεροκατευθυνόμενη δημιουργία του ανάπηρου ελληνικού κράτους και της προβληματικής από κάθε άποψη ελληνικής κοινωνίας. Και, προφανώς, θα πρόκειται έτσι για μια νέα μορφή μυθιστορήματος, στο οποίο μέσα θα καταξιώνεται η πολυμορφία των προσώπων, που θα διεκδικούν το καθένα για τον εαυτό του τον κύριο ρόλο, ωστόσο αυτός θα δίνεται στον χαρακτήρα του Έλληνα, που παραδόξως φέρει μέσα του όλα τα αντιφατικά χαρακτηριστικά σε μια ευφυή ανάμειξη απολύτως δημιουργική. Ταυτόχρονα θα αναδεικνύει τον περιβάλλοντα χώρο, την εποχή, με τις ποικίλες συνιστώσες της (οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές) σε καθοριστικό παράγοντα που επιδρά στην ατομική προσωπικότητα, την περιβάλλει, τη διαμορφώνει και την καθιστά με τη σειρά της παράγοντα διαιώνισης των χαρακτηριστικών της.
Η κόλαση, επομένως, που αναφέρθηκε παραπάνω και που αποτελεί τον κεντρικό άξονα των διηγημάτων του βιβλίου, έρχεται με τις τρεις εκδοχές της ως προς τη φυσιογνωμία της (οι άλλοι, ο εαυτός μας, η απουσία των άλλων) να αποτελέσει το διαχρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται οι ιστορίες του. 


Άλλοτε με ύφος δημοσιογραφικό, άλλοτε περισσότερο εξομολογητικό, άλλοτε επιλέγοντας το χιούμορ ως καταλληλότερο για να ειπωθούν αλήθειες, ο Τζαμιώτης γράφει τις ιστορίες του κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη σε μια συνωμοτική σύμπλευση: μιλά για κοινούς τόπους, για οικείες συμπεριφορές, ακόμη κι όταν φαντάζουν παράξενες έτσι μυθοπλαστικά τραβηγμένες στα άκρα τους. Άλλωστε, η παραδοξότητα αποβαίνει απολύτως παραμυθητική και ιαματική, κατορθώνοντας να οδηγήσει στον αληθινό πυρήνα, που αλλιώς θα έδειχνε μόνο το τραγικό του πρόσωπο. Εδώ, η αλήθεια των χαρακτήρων γίνεται αποδεκτή από τον αναγνώστη, που συχνά ανακαλύπτει δικά του χαρακτηριστικά, φανερά ή κρυμμένα, και τα συνειδητοποιεί με τη βοήθεια της λογοτεχνικής γραφής. Υπαρξιακά αδιέξοδα, κοινή τραγική  εθνική μοίρα, προβλήματα σύγχρονα ή διαχρονικά. Όλα αυτά δοσμένα σε δόσεις μέσα στα διηγήματα του βιβλίου ή σε θεωρούμενη ενότητα μιας μεγαλύτερης αφήγησης.
Ξεχώρισα κάποιες από τις πολλές καλές ιστορίες του βιβλίου, για την ικανότητά τους την  ίδια στιγμή να είναι αποσπάσματα, δηλαδή επιμέρους σκηνικά με τον δικό τους ήρωα και τη δική τους θεματική, αλλά και να ανακεφαλαιώνουν μια πιθανή κεντρική ιδέα όλου του βιβλίου.
Έτσι, η «Ιστορία ενός δέντρου» μιλά σοφά για τη διαχρονικότητα των προσωπικών επιθυμιών μέσα στην ευρύτερη, παγκόσμια ιστορία. Το «Σωστό μέγεθος των ανθρώπων» αποτελεί τον καθρέφτη των ιδιοτελών σκοπών πίσω από τις φαινομενικά αγαθές προθέσεις. Το «Πίσω από τα κάγκελα» και το «Με την τρίτη» αποδεικνύουν πως η ζωή μέσα στην τραγικότητά της έχει απίστευτο χιούμορ, το έξοχο «Πολιτική αντιπαράθεση» θα μπορούσε να εντοπίζει την αρχή όλης της κακοδαιμονίας μας ως έθνους και λαού (αρκεί κι εμείς να διαθέτουμε χιούμορ καταλυτικό όλων των αντιφάσεών μας), το «Κορίτσια δίπλα στο νερό» αναλαμβάνει να μας δείξει τη διάσταση που μπορεί να πάρει στη ζωή μας μια μαγική ονειρική κατάσταση, το «Θαύμα» μας πηγαίνει πίσω στην παιδική ηλικία, κοινό τόπο όλων, η «Παρεξήγηση» αποτελεί έναν ύμνο στις ατυχείς συμπτώσεις – τόσο βολικές ενίοτε, το ευφυές «Χωρίς ρίζες» αναλαμβάνει ψυχαναλυτικά να δείξει ποιοι είμαστε εν συνόλω, τέλος το «Σε ποιον ανήκει η κόλαση» αποτελεί το επιστέγασμα όλων των ιστοριών και –κατά τη δική μου ανάγνωση– το μυστικό νήμα που δένει όλες τις ιστορίες σε μία εκτενή, πολλαπλού ενδιαφέροντος και ως προς την τεχνική γραφής αλλά και ως  προς τη θεματική της. Εντοπίζει κατά τόπους και στο σύνολό της πως η κόλαση αφορά τον καθένα μας – με όποια μορφή κι αν θελήσουμε να της δώσουμε, μέσα από τον τρόπο που επιτρέπουμε στις συνθήκες της ζωής να επιδρούν και να μας διαμορφώνουν.

Διώνη Δημητριάδου