Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

Το πουκάμισο Τάσος Σ. Μάντζιος μαζί με μια φωτογραφία του Βασίλη Ταγκούλη


Το πουκάμισο
Τάσος Σ. Μάντζιος 
μαζί με μια φωτογραφία του Βασίλη Ταγκούλη





Του ποιητή φοράω το πουκάμισο

-         το ένα μανίκι μόνο.

Στυλίστας έμπειρος

θα έρθει ο καιρός

κι οριστικά θ’ αποφασίσει.

Θα το κουμπώσει πάνω μου

σωστά,

ή,

με έναν απαξίωσης μορφασμό,

βίαια

θα μου το βγάλει.



Τάσος Σ. Μάντζιος

(η φωτογραφία του Βασίλη Ταγκούλη)

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

"Όλο γκρίζο" Διώνη Δημητριάδου μαζί με μια φωτογραφία του Kalmandy Pap Ferenc




"Όλο γκρίζο"
Διώνη Δημητριάδου
μαζί με μια φωτογραφία του Kalmandy Pap Ferenc




οι αίθουσες αναμονής των ιατρείων

στα δημόσια νοσοκομεία

όταν αδειάζουν

ακόμα πάνω στους τοίχους τους κρατούν

μια σύντομη απόγνωση

όσο κρατάει η επίσκεψη στο γκρίζο εξεταστήριο

με τις βαριεστημένες και απρόσωπες βοηθούς

που αποστειρώνουν τα χαμόγελα

και εξυπηρετούνε δουλικά ως το απόγευμα

που κάποια στάση του μετρό

θα τις γυρίσει σπίτι

στο πιο προσωπικό δικό τους

πάλι γκρίζο περιβάλλον



Διώνη Δημητριάδου

(η φωτογραφία του Kalmandy Pap Ferenc)

Σκοτεινοί δρόμοι Κώστας Δέδες εκδόσεις Στίξις η πρώτη δημοσίευση στην Bookpresshttps://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/dedes-konstantinos-stixis-skoteinoi-dromoi-dimitriadou


Σκοτεινοί δρόμοι
Κώστας Δέδες
εκδόσεις Στίξις
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpresshttps://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/dedes-konstantinos-stixis-skoteinoi-dromoi-dimitriadou




η τοιχογραφία μιας εποχής

[…] τα μικρά γεγονότα, όπως το πέταγμα της πεταλούδας, δημιουργούν τα μεγάλα.

Γύρω από αυτή την απλή αλήθεια χτίζεται το μυθιστόρημα του Κώστα Δέδε. Είναι γεμάτο από μικρές ιστορίες, τις προσωπικές των ηρώων, παράλληλες ή διασταυρούμενες, εγκιβωτισμένες πολλές μέσα σε άλλες, έτσι όπως και στην αληθινή ζωή όλα μπερδεύονται, όλα επικοινωνούν, όλα συνδέονται και αλληλεπιδρούν, τελικά όλα μία ιστορία είναι με τις αναπάντεχες ανατροπές της, με τις πολύτιμες στιγμές της. Οι επιμέρους εικόνες μορφοποιούν το ευρύτερο νόημα μιας πολυσήμαντης τοιχογραφίας. Είναι μυθοπλασία οι Σκοτεινοί δρόμοι; Είναι μια πραγματική ιστορία; Ίσως να μην έχει και τόση σημασία· ας δεχθούμε αυτό που λέει ο συγγραφέας, ότι δηλαδή πρόκειται για πραγματικά γεγονότα, και ας του αναγνωρίσουμε το δικαίωμα να τα χειριστεί κατά πως ξέρει και επιθυμεί.

Διατηρώντας την άνεση της τριτοπρόσωπης αφήγησης -με παρεμβολές προσωπικής εξομολογητικής κατάθεσης - ξετυλίγεται ένα κουβάρι σχέσεων και πλέκεται ο ιστός της ιστορίας. Η Μικρασιάτικη οικογένεια, που προσπαθεί να επιβιώσει στον νέο τόπο αναγκαστικής εγκατάστασης, οι πειραιώτικες φτωχογειτονιές, το κτήριο-γκέτο των Βούρλων, οι ιδεολογικές συγκρούσεις, οι ρεμπέτες, η γερμανική Κατοχή, τα φονικά, κι άλλα κι άλλα, θα αποτελέσουν το υλικό για να φτιαχτεί  η εικόνα ενός πολύπαθου τόπου και μιας ταραγμένης εποχής.

Παράγκες ξύλινες και παραπήγματα στημένα ανισόπεδα, κοντά και πάνω σε βράχια. Δρόμοι με λακκούβες και λασπόνερα όπου παιδιά βάδιζαν ξυπόλητα, με τρύπια παντελονάκια ή, στην καλύτερη περίπτωση, μπαλωμένα. Παιδιά που προσπαθούσαν να εφεύρουν παιχνίδια για να παίξουν μόνα τους χωρίς αντικείμενα, για να χαρούν την αθωότητά τους κάτω από έναν υποσχόμενο ήλιο ή κάτω από μία παραπονεμένη σελήνη. Παραδίπλα, χασισοποτεία, μικροί τεκέδες, με το ντουμάνι που μύριζε πολύ, όπως μύριζαν και τα βαριά μικρασιάτικα φαγητά με τα καρυκεύματα, που τρυπούσαν τη μύτη. Φτώχεια και κακομοιριά και χασικλήδες που, μέσα στο νέφος της μαστούρας τους, άκουγαν τον ντελικάτο ήχο του μπουζουκιού, ξεχνώντας προς στιγμή τα σεκλέτια τους. Ένας κόσμος που ζούσε έτσι, επειδή έτσι τον υποχρέωναν να ζει.

Ο τόπος παρακολουθεί την ιστορία των ανθρώπων και υπογραμμίζει με τη βουβή του παρουσία τις αλλαγές στη ζωή τους. Τα Βούρλα, γνωστά ως φυλακές (από το 1937 που στέγασαν τους ποινικούς αλλά και τους κάθε φορά αντιφρονούντες, της δικτατορίας του Μεταξά πρώτα, κατόπιν όσους αντιστέκονταν στον Γερμανό κατακτητή, ύστερα με την Απελευθέρωση πάλι εκεί για τους ηττημένους του τελειωμένου αγώνα), ήταν αρχικά (από το 1874) ένας τεράστιος οίκος ανοχής ( η Κοριτσιέρα των Βαλκανίων) που εκτεινόταν σε ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο και που από τότε έμοιαζε πολύ με φυλακή. Ένα μπορντέλο-στρατώνας, όπως εύστοχα το ονομάζει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο του «Το μπουρδέλο»:

Το μπορντέλο-στρατώνας συγγενεύει περισσότερο με την μπουρδελογειτονιά, παρά με το μπορντέλο-ξενοδοχείο. Το μπορντέλο-στρατώνας είναι μια μπουρδελογειτονιά κλεισμένη μέσα σε ένα κτίριο.

Σ’ αυτό το εμβληματικό κτήριο (και με τις δύο χρήσεις του) θα παιχτεί ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας του Δέδε. Γύρω απ’ αυτό θα μας μιλήσει και για τις ιερόδουλες, που στεγάζοντας στα δωμάτια-κελιά του, και για τους ρεμπέτες που σύχναζαν στην περιοχή, στα πέριξ του κτηρίου, όπου υπήρχαν τα στέκια τους, οι τεκέδες και τα χασισοποτεία.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επιλογή των τίτλων των κεφαλαίων: γεγονότα, χαρακτήρες, μεταστροφές, προοπτικές, σύννεφα, υποδείξεις, δράσεις, απώλειες, εξελίξεις, ερμηνείες, υπερβάσεις, απόψεις. Στη λιτότητά τους αυτοί οι τίτλοι δηλώνουν και τις μεταπτώσεις και αλλαγές που χαρακτηρίζουν τη ζωή των ηρώων, τις περιπέτειές τους και τις ιδεολογικές τους αναζητήσεις. Ο κεντρικός ήρωας, ο Παναγιώτης, προσπαθεί να ξεκαθαρίσει μέσα του τα πράγματα συνομιλώντας πότε με τον δογματικό Μιχάλη και πότε με τον Αρχειομαρξιστή Πάντο: Πώς διαμορφώνεται η ιστορία; Πώς κατευθύνονται οι πορείες των ανθρώπων και άλλοτε δημιουργούν επαναστάσεις, που φέρνουν τα πάνω κάτω στον κόσμο, και άλλοτε λουφάζουν υπομένοντας την καταπίεση των ισχυρότερων; Πώς ισορροπεί η ελεύθερη σκέψη με το παντοδύναμο δόγμα; Πού σταματά η ηθική και πού αρχίζει το συμφέρον;

Δυστυχώς, φίλε μου, η ιστορία προχωρά με βάση το συμφέρον και όχι την ηθική. Όλα όσα μαθαίνουμε στα σχολεία και παρουσιάζονται ως μεγάλα κατορθώματα, είναι απλά ρομαντικές διηγήσεις που εύκολα δημιουργούν πεποιθήσεις. Και σαν παράδειγμα σου αναφέρω τη δική μας ιστορία, του “όλα τα μπορέσαμε και όλα τα μπορούμε”. Μόνο που δεν καταφέραμε να εξηγήσουμε γιατί το Καταραμένο Φίδι το σκότωσε τελικά ο Μεγαλέξανδρος και όχι, όπως θα θέλαμε, ο φουκαράς ο Καραγκιόζης.

Μέσα στην ιστορία με τους πολυδαίδαλους δρόμους, όπου βαδίζει η ζωή των ηρώων, υπεισέρχεται και η ταυτόχρονη ιδεολογική διαμάχη που μοίρασε τον κόσμο σε δυο κομμάτια (και το ένα απ’ αυτά σε περισσότερα) και που ακόμη καλά κρατεί μετά από τόσα χρόνια.
Ο Κώστας Δέδες δεν αποφεύγει να δείξει τις πτυχές αυτής της πάλης ιδεών εμπλουτίζοντας έτσι την  ιστορία του (που δείχνει με σαφήνεια το οικονομικό υπόβαθρο των ιστορικών ανακατατάξεων και τις κοινωνικές διαστρωματώσεις) με το απαραίτητο πολιτικό/ιδεολογικό εποικοδόμημα. Έτσι, μας προσφέρει την πλήρη εικόνα μιας εποχής σημαδιακής για τις μετέπειτα εξελίξεις, με τις ιδεολογικές διαφορές όχι απλώς να χρωματίζουν τις διαμάχες αλλά και να τις επεξηγούν· άλλωστε αυτή είναι η διαλεκτική αντιμετώπιση των ιστορικών εξελίξεων – η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο υπόβαθρο των οικονομικοκοινωνικών σχηματισμών και στο εποικοδόμημα. Επειδή δεν συναντάμε συχνά στην πεζογραφία μια τόσο ενδελεχή προσέγγιση, αξίζει να ειπωθεί ότι το βιβλίο του Κώστα Δέδε ξεχωρίζει μέσα στα πολλά που έχουν γραφεί γύρω από την ίδια εποχή και την ίδια λίγο ως πολύ θεματική. Ας προστεθεί στην αξιολόγηση αυτή και το γεγονός πως όλο αυτό συντελείται χωρίς στο ελάχιστο να μειώνεται η λογοτεχνική και μυθοπλαστική αξία του κειμένου, χωρίς να ξεχνά ο αναγνώστης ότι διαβάζει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία με εκπλήξεις και ανατροπές, που χαρακτηρίζουν ένα καλό μυθιστόρημα ή μια πραγματική ιστορία, που εδώ παρουσιάζεται με τον λογοτεχνικό της μανδύα. Με όποιον τρόπο κι αν διαβαστούν οι Σκοτεινοί δρόμοι, κατορθώνουν να αποδώσουν το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, κυρίως να τονίσουν τις ιδέες που ταλάνισαν τους ανθρώπους της και να φανερώσουν τις ρίζες πολλών από τα προβλήματα που προσδιορίζουν ακόμα τη σημερινή πολύπαθη Ελλάδα. Σκοτεινοί οι δρόμοι με γκρίζες φωτοσκιάσεις και αραιά και πού λαμπερές εξαιρέσεις.

           Διώνη Δημητριάδου

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος: Τσάμικο Κείμενο που περιλαμβάνεται στα αφηγήματα του τόμου Like A Rolling Stone, Λευκωσία: Εκδόσεις Αιγαίον / Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018, σελ. 150-152. Το δημοσίευσε στις 11 Σεπτεμβρίου 2018 το ιστολόγιο (blog) Μουσικά Προάστια (http://mousikaproastia.blogspot.com/2018/09/blog-post_11.html)



Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος: Τσάμικο

Κείμενο που περιλαμβάνεται στα αφηγήματα του τόμου Like A Rolling Stone, Λευκωσία: Εκδόσεις Αιγαίον / Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018, σελ. 150-152. Το δημοσίευσε στις 11 Σεπτεμβρίου 2018 το ιστολόγιο (blog) Μουσικά Προάστια (http://mousikaproastia.blogspot.com/2018/09/blog-post_11.html)


Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος


Tσάμικο



Στην αγαπητή μου φίλη Μαργαρίτα

που μου άνοιξε τα μάτια

για να επισκεφτώ τη Νέα Υόρκη



Τον Σαββόπουλο τον γνώρισα διά μέσου του Σωτήρη Kακίση στο σπίτι του, στην Αθήνα. Είπαμε πολλά για την Κύπρο, για τη γλώσσα και για τη μουσική. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η οξυδέρκεια της σκέψης του. Έπιανε πουλιά στον αέρα. Όταν του ανέφερα ότι τις προηγούμενες μέρες τα είχαμε πει με τον Φαληρέα, κατενθουσιάστηκε. Μάλιστα, με ρώτησε ποια ήταν η άποψη του Φαληρέα για την Κύπρο. Ο Φαληρέας ούτε κερδοσκοπούσε ούτε καιροσκοπούσε. Μόλις μπήκαμε στο Kυπριακό, μου είπε ευθέως: «Να ’ξηγούμαστε, εγώ είμαι παιδί της Eνώσεως». Περίπου τα ίδια μου είπε και ο Σαββόπουλος. Μάλιστα, μου είπε και ήταν φίλος με τον Pάμφο, τον Ψυρούκη, τον Kυριτσόπουλο και τον Kιάο της Ελευθεροτυπίας. Όλοι τους αριστερίζοντες, αλλά ενωτικοί. Και όλοι στην ομάδα που είχε διαγράψει το Κ.Κ.Ε. με αφορμή ένα άρθρο του Ψυρούκη για την Αυτοδιάθεση της Κύπρου.
Σωτήρης Κακίσης

Έκτοτε και σταδιακά γίναμε καλοί φίλοι. Όποτε ερχόταν στην Kύπρο, σπανίως έβγαινε εκτός «Aιγαίου». Πίναμε και κουβεντιάζαμε και γνώρισε πολλούς φίλους, όπως τον Σάββα Παύλου, τον Πασιαρδή, τον Προδρόμου, τον Μάικ τον γιατρό και πολλούς άλλους. Έζησα από κοντά όλες τις αγωνίες του κι όλη την απομόνωση που είχε υποστεί εκείνην την περίοδο. Κάναμε και δουλειές μαζί. Οργάνωσα μια εβδομάδα Σαββόπουλου στο περιβόητο «Αντωνάκης μπαρ», μια αίθουσα που άρεσε πολύ στον Σαββόπουλο. «H αίθουσα με τις χιλιάδες φιάλες», όπως λεγόταν. Εκεί, κάθε βράδυ, το κοινό τον αποθέωνε όταν τραγουδούσε το «H Κύπρος είναι ελληνική» και μετά το «Τσάμικο» με μερικές αλλαγές μετά το «Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό…» Γράψαμε κάτι στιχάκια για να ενσωματώσει κάποια κατεχόμενα χωριά μας και ο Σαββόπουλος τα βελτίωνε και τα τραγουδούσε κάθε βράδυ. Στο χωριό Λύση έλεγε: «Λύση, Λύση όχι του Mπούτρος Γκάλι, Λύση του Αυξεντίου», και ακόμη ακούω τα χειροκροτήματα. O ίδιος άνθρωπος είχε το θράσος, μετά από λίγα χρόνια, να υποστηρίξει ένα σχέδιο δέκα φορές χειρότερο απ’ αυτό του Γκάλι. Ευτυχώς που το «Τσάμικο» υπάρχει ηχογραφημένο, στην κυπριακή του εκδοχή, για να μην αμφιβάλλει κανείς. Το παίζει ο Λάζαρος τακτικά στην εκπομπή του.

To «Τσάμικο» άρεσε πολύ και στη Νέα Υόρκη. Έζησα από κοντά την περιοδεία του στην Αμερική. Έπαιζε στον «Θίασο», ένα κλαμπ/εστιατόριο στο Μανχάταν, κι εκεί, για αρκετές νύχτες, ο Σαββόπουλος έκανε Έλληνες και Αμερικάνους να χαίρονται πραγματικά και να απολαμβάνουν μιαν ολοκληρωμένη παράσταση, παρά τις δυσκολίες του χώρου και των συνθηκών. Στο αεροδρόμιο ήρθε να με παραλάβει ο Σαββόπουλος, όμως εγώ θα έμενα με μία φίλη μου που ζούσε χρόνια στη Νέα Υόρκη. Πήγα για λίγες μέρες κι έμεινα σχεδόν έναν μήνα. Κάθε βράδυ δεν χόρταινα το πρόγραμμα. O Σαββόπουλος έπαιζε κυρίως τον νέο του δίσκο «Mην πετάξεις τίποτα». 

Διονύσης Σαββόπουλος

Παρ’ ότι στη Nέα Υόρκη θα μπορούσες να δεις ό,τι μπορεί να φανταστεί ο νους, εγώ προτίμησα τον Σαββόπουλο. Πήγα σ’ ένα δυο μοντέρνα θεατράκια, αλλά δεν φεντυπωσιάστηκα. Ούτε με εντυπωσίασαν τα μεγάλα θέατρα με τις φαντασμαγορικές παραγωγές που έπαιζαν για χρόνια. Είδαμε και τέτοια. Στους «Άθλιους», μάλιστα, τα σκηνικά και τα κοστούμια τα έκανε μια Κυπραία που, αν την έβλεπες κάπου έξω, σίγουρα θα έλεγες ότι έπλενε πιάτα σε κάποιο φτηνό εστιατόριο. Με εντυπωσίασε, όμως, η αρχοντιά της Nέας Yόρκης. Κάπως έτσι θα ήταν και η Κωνσταντινούπολη στην ακμή της. Κάπως έτσι επί τσάρου θα ήταν και η Αγία Πετρούπολη. Εκεί γνώρισα και τον Γαβρίλο, τον μακαρίτη, από τον Kάτω Δρυ, ψυχούλα με τέσσερις κόρες και τέσσερις γαμπρούς, όλοι να καπνίζουν horto (το χόρτο στα αμερικάνικα), πλάσματα όλα καλοκάγαθα και συντηρητικά.

Μια μέρα, ξυπνήσαμε κι ένα μέτρο χιόνι κάλυπτε όλη τη Nέα Υόρκη. Το βράδυ έγινε ένα θαύμα, φτάσαμε στον «Θίασο» χωρίς να εγκλωβιστούμε πουθενά. Χιόνιζε όπως δεν έχω δει πουθενά, και έχω ζήσει στο βόρειο ημισφαίριο. Κατέφτασαν εκεί και μια παρέα έξι ατόμων από το Σικάγο. Ο Δημήτρης, ο ιδιοκτήτης του κέντρου, προβληματιζόταν αν θα ανέβαλλε την παράσταση. Υπήρχε μία μόνο άλλη προκράτηση. O Σαββόπουλος επέμενε να γίνει η παράσταση και όλοι όσοι ήμαστε εκεί ζήσαμε ένα άλλο θαύμα. Έδωσε μια από τις καλύτερες παραστάσεις που έχω δει ποτέ. Επαγγελματίας ως το κόκαλο, δεν έκανε καμία έκπτωση, δεν άλλαξε ούτε ένα γιώτα από αυτά που έλεγε συνήθως ανάμεσα στα τραγούδια. Εκείνο το βράδυ ήμαστε δεκατέσσερα άτομα. Οι έξι μετανάστες του Σικάγο, τέσσερις Κύπριοι φοιτητές, ανάμεσά τους και το κατοχικό γατί, έτσι αποκαλούσε ο Σαββόπουλος μια λεπτή Κύπρια χορεύτρια, και δυο τρεις σκόρπιοι θαμώνες. Προς το τέλος, κατέφτασαν και μερικοί νέγροι μουσικοί που άλλαζαν βάρδιες με κάποιους συναδέλφους τους στα κέντρα της περιοχής. Αυτοί λάτρευαν τον Σαββόπουλο. Έρχονταν κάθε βράδυ ν’ ακούσουν τον Greek guy, όπως ακριβώς κάποιοι συνάδελφοί τους πριν πενήντα χρόνια πήγαιναν στα ελληνικά κέντρα της 7ης Λεωφόρου ν’ ακούσουν ελληνικά και βαλκανικά άσματα.

Στον «Θίασο» ο μάγειρας ήταν Χιώτης παλαιού τύπου. Τέτοιους δεν βρίσκεις πια. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο εκτός Ελλάδας οι Έλληνες έχουν τόπο καταγωγής και το δηλώνουν κιόλας. Στην Ελλάδα είναι όλοι Αθηναίοι και ντρέπονται για την καταγωγή τους. Στη Nέα Υόρκη οι Χιώτες, για παράδειγμα, είχαν για βασικό τους χαρακτηριστικό ότι ήταν γέννημα της Χίου. O Χιώτης, λοιπόν, έβγαινε από την κουζίνα του και καθόταν μαζί μας ν’ ακούσει κανένα τραγούδι. Συνέχεια μεμψιμοιρούσε που ο Σαββόπουλος δεν ήξερε νησιώτικα, που δεν ήξερε χιώτικα. O Σαββόπουλος τραγούδησε προς το τέλος μερικά νησιώτικα και ησύχασε κι ο καημένος ο Xιώτης.



Βάσος Ν. Πτωχόπουλλος, Like A Rolling Stone, Λευκωσία: Εκδόσεις Αιγαίον / Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018, σελ. 150-152.




Ινδικοπλεύστης μαρτυρίες, παρεκβάσεις Γιώργος Βέης εκδόσεις Κέδρος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/indikoplefstis/


Ινδικοπλεύστης

μαρτυρίες, παρεκβάσεις

Γιώργος Βέης

εκδόσεις Κέδρος
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractalhttp://fractalart.gr/indikoplefstis/




μια ερμηνεία του κόσμου

«Ο προορισμός μας δεν είναι ποτέ ένας τόπος, αλλά μάλλον ένας νέος τρόπος να βλέπουμε τα πράγματα»

(Χένρι Μίλερ, Big Sur and the Oranges of Hieronymus Bosch)



 Καθόλου τυχαία η παραπάνω μνεία προλογίζει εύστοχα ένα από τα κεφάλαια του Ινδικοπλεύστη  (αυτό που τιτλοφορείται Κομμένοι στα δύο) και αναφέρεται στους ποικίλους σταθμούς των ταξιδιών. Θεωρώ πως κάλλιστα τα λόγια του Μίλερ θα προλόγιζαν ως προμετωπίδα ολόκληρο το νέο βιβλίο του Γιώργου Βέη. Ο ίδιος προτίμησε τον άλλο ταξιδευτή, τον Ηρόδοτο, για να δώσει το στίγμα της δικής του ταξιδιωτικής/συγγραφικής πορείας:

«προβήσομαι ἐς τὸ πρόσω τοῦ λόγου, ὁμοίως σμικρὰ καὶ μεγάλα ἂστεα ἀνθρώπων ἐπεξιών»

(Ηρόδοτος, Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ, Ι.5.4.)



Ο αρχαίος ταξιδιώτης/ιστορικός έχει πλήρη συνείδηση του ρήματος που χρησιμοποιεί (ἐπεξέρχομαι=εξετάζω με ακρίβεια) προκειμένου να μιλήσει με όμοιο και ακριβή τρόπο για τους  τόπους που επισκέπτεται (μικρούς και μεγάλους), ακριβώς γιατί για τον επισκέπτη ενός τόπου μετρούν αλλιώς τα μεγέθη· η σπουδαιότητα έχει άλλη βαρύτητα στα μάτια του παρατηρητή και οπωσδήποτε άλλα κριτήρια. Η ιδιότητα του παρατηρητή προέχει. Η παρατήρηση ως πρώτη συνθήκη, απαραίτητη, προκειμένου να ακολουθήσει η εντύπωση, η εμβάθυνση, η ενσωμάτωση (μακάρι αυτή) και τέλος (εάν και εφόσον) η καταγραφή του όλου.

Ως παρατηρητής καταλαβαίνω καλύτερα αυτό το οποίο μου έχει αφειδώς προσφερθεί μόνο όταν το ξαναθυμηθώ σχεδόν ακέραιο, εννοείται ανυποχώρητα ειλικρινές, καθώς αναδεικνύεται μέσα από τα σπλάχνα του αναδημιουργού νου.



Ο πολύπειρος στα ταξίδια και στις γραφές Γιώργος Βέης αντιλαμβάνεται τους τόπους, τα τοπία, τα πράγματα ως αφορμές για να διεισδύσει στο εσωτερικό τους, να βρει την ψυχή τους και αναπόφευκτα (ίσως γιατί όλα δένουν μεταξύ τους και επικοινωνούν μυστικά) να βρει κάπου εκεί και τη δική του ψυχή. Η ερμηνεία του κόσμου που τον περιβάλλει ανοίγει ένα δρόμο περισσότερο προσωπικό, που οδηγεί με τη σειρά του στις πιο ενδόμυχες σκέψεις, τις οποίες επιθυμεί να μοιραστεί με τον αναγνώστη του. Εδώ, νομίζω, εντοπίζεται και η ιδιαιτερότητα των κειμένων του Βέη, τόσο διαφορετικών από τα υπόλοιπα πολυπληθή ταξιδιωτικά που φιλοδοξούν να μας μεταφέρουν εμπειρίες από τους αλλότριους τόπους. Διαβάζοντας τον Ινδικοπλεύστη νιώθω πως αυτό που μεταφέρεται στον αναγνώστη δεν είναι οι πληροφορίες για τον μακρινό τόπο που ο συγγραφέας/διανοητής επισκέφθηκε (αυτές βέβαια δεν λείπουν) αλλά ένας διαφορετικός τρόπος να «διαβάσουμε» τον κόσμο και -δυνάμει φυσικά- να τον ερμηνεύσουμε.
Ξαναδιαβάζω του υπότιτλο του βιβλίου: μαρτυρίες, παρεκβάσεις, και ο συνειρμός πάλι λειτουργεί με τον «ηροδότειο» τρόπο παρατήρησης του περιβάλλοντος χώρου. Οι περίφημες Παρεκβάσεις του ιστορικού/πατέρα της ιστορίας εμπλούτιζαν το κείμενο των ιστορικών γεγονότων με τα θρυλούμενα και τα διασωθέντα προφορικά, με τις παραδεδομένες αφηγήσεις που συμπλήρωναν μαγικά τα ιστορούμενα και μας έκαναν να αμφιβάλλουμε για τον πραγματικό «τόπο» της αλήθειας – άραγε αυτός βρισκόταν στην τεκμηρίωση των γεγονότων (όσο φυσικά γινόταν με τα μέσα του αρχαίου ιστορικού) ή στις αποθησαυρισμένες εμπειρίες μέσα στις προφορικές παραδόσεις;
Στον Ινδικοπλεύστη του Βέη οι παρεκβάσεις -περισσότερο απαιτητικές στην κατανόησή τους και ευρύτερες στις νοηματικές προεκτάσεις τους- αφορούν στοχασμούς του συγγραφέα, συνειρμικές συνδέσεις με πρόσωπα, με γραφές, με ξένες εντυπώσεις πάνω στους ίδιους χώρους. Επεκτείνονται φιλοσοφικά σε ένα ευμέγεθες πλαίσιο αναφορών από τη θρησκεία ως την πολιτική για να εκβάλουν απρόσμενα και αιφνιδιαστικά στον ποιητικό λόγο, από τον οποίο ποτέ δεν απομακρύνεται ο πολύμορφος συγγραφικά δημιουργός – δοκιμιογράφος, πεζογράφος, κριτικός, ποιητής.
Στο πρόσφατο βιβλίο του (αφιερωμένο στον πατέρα του, τον πρώτο που του μίλησε όπως λέει για τη χώρα του Βούδα και του Μαχάτμα Γκάντι) μας μεταφέρει ως νέος Ινδικοπλεύστης στο αρχιπέλαγος της Ινδονησίας, την Ινδία, την Κίνα, την Ιαπωνία ανατέμνοντας τους τόπους με τον δικό του τρόπο· στην ουσία στοχάζεται με αφορμή αυτούς καταργώντας τον γεωγραφικό προσδιορισμό και τοποθετώντας στο κέντρο του οπτικού του πεδίου τον άνθρωπο. Σε ένα πρώτο επίπεδο είναι ο άνθρωπος, που ως κάτοικος βιώνει τις πολιτισμικές ιδιομορφίες των τόπων. Γρήγορα, όμως, στο προσκήνιο έρχεται η δημιουργική σκέψη του ταξιδευτή/παρατηρητή να οδηγήσει με τους δικούς του συνειρμούς και τις δικές του καταβολές (αναγνωστικές και άλλες) σε ένα εσωτερικό τοπίο πιο πλατύ και πιο γόνιμο. Ο τόπος αρχικά, οι άνθρωποι κατόπιν, ο ένας άνθρωπος μετά, που διανοείται και διατυπώνει. Κι έπειτα όλοι εμείς που διαβάζουμε και κοινωνούμε τον λόγο. Μια σειρά που καλά κρατεί σε όλα τα βιβλία του Βέη. Με αυτόν τον τρόπο διατηρείται η αέναη κίνηση της ψυχής· τίποτα δεν μένει σταθερό, οι αντιλήψεις μεταλλάσσονται, διαφοροποιούνται διατηρώντας τη σκέψη ως ζωντανό οργανισμό και όχι ως απολίθωμα μιας μόνιμης μορφής σκαμμένης μέσα στον χρόνο.

Είμαστε αντικαταστατοί, εύθραυστοι, αναλώσιμοι κι αναλώσιμες. Ως αθύρματα των συγκοινωνιακών οδών, δεν ακριβολογούμε παρά ομολογώντας ροή και αστάθεια.



Ενδιαφέρουσα η ακινησία των αγαλμάτων του Βούδα (μια εσωτερική ακινησία της νιρβάνα), που δηλώνει τη διάθεση για διαφύλαξη της ήρεμης στάσης και απεμπόληση της οποιασδήποτε επιθυμίας για κίνηση και μεταβολή. Σκέφτομαι πώς ένας δυτικός ταξιδευτής, γαλουχημένος με τη διαρκή ανάγκη για μεταβολή των καταστάσεων, μπορεί να συμφιλιωθεί με τη νιρβάνα της ανατολικής φιλοσοφίας. Το πόδι του Βούδα δεν πρόκειται ποτέ να κινηθεί. Το βήμα δεν προτίθεται να πραγματοποιηθεί, θα πει ο Βέης παρατηρώντας τον σκαλισμένο στον βράχο Βούδα Βαϊροτσάνα, και με το ρήμα που χρησιμοποιεί δείχνει την ανυπαρξία της αρχικής πρόθεσης. Το πόδι του επίσης ακίνητου Κούρου της ελληνικής αρχαϊκής εποχής είχε ήδη μέσα του ως άποψη, ως προοπτική και ως τελικό σκοπό την κίνηση. Πώς να συμβιβαστούν οι δύο όψεις του πολιτισμού μέσα στη σκέψη μας, αν δεν έχουμε τη διάθεση να δούμε την ετερότητα ως πλούτο για τη σύζευξη και συνομιλία των διαφορετικών κόσμων και όχι ως εμπόδιο διαλογισμού; Νομίζω πως εδώ εστιάζεται η ξέχωρη πράγματι αξία των «ταξιδιωτικών» βιβλίων του Γιώργου Βέη. Δεν είναι ταξιδιωτικά. Είναι εγχειρίδια φιλοσοφικής σκέψης, μιας σκέψης ανοιχτής στις προκλήσεις και στις εκπλήξεις και τους αιφνιδιασμούς της ανθρώπινης φύσης, που επινοεί μια διαφορετική κάθε φορά οπτική για να βλέπει και να ερμηνεύει τον κόσμο. Γιατί, γνωστό αυτό, ο κόσμος είναι πολυσύνθετος και πάντα έχει την ορμή της αυθεντικής μετάλλαξης μέσα του. 


Και όπως η σκέψη δεν γνωρίζει φραγμούς ούτε και χρειάζεται την αυστηρή δομή για να ελιχθεί και να θαυματουργήσει, έτσι και διαβάζοντας τον Ινδικοπλεύστη πρέπει να συμφιλιωθεί ο αναγνώστης με την ιδέα ότι τα κεφάλαια προκύπτουν με μια δική τους λογική σειράς και διάταξης, πολύ μακριά από μια τυπική δομή βιβλίου και χωρίς την ανάγκη εξωτερικής συνοχής. Αυτό που τα συνέχει κάτω από το ίδιο υπέροχο κατακόκκινο εξώφυλλο είναι η διαρκώς ζωντανή (και με πλείστες αναφορές που καθιστούν το όλο πόνημα κατά κάποιο τρόπο διακειμενικό) σκέψη που βλέπει πίσω και κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων και κάνει τις συνδέσεις. Ο Ινδικοπλεύστης είναι ένα βιβλίο στο οποίο ανατρέχεις. Ίσως όχι για να δεις μέσα από τα μάτια του ταξιδευτή τους ξένους τόπους αλλά για να αναμετρηθεί η σκέψη σου με τις πολλές αφορμές που σου δίνει η γραφή αυτή. Και τότε, όπως επισημαίνεται στο βιβλίο: ο ευαισθητοποιημένος δέκτης θ’ αποκομίσει, θα ιδιοποιηθεί Μορφές. Η έξαρση, η ανύψωση από τη φθορά, ίσως να είναι το νέο του βλέμμα. Τυχερός όποιος το διατηρήσει στο μέλλον της ανίας που, κατά πάσαν πιθανότητα, τον περιμένει στην πύλη της επανόδου στα ίδια. Μπορεί ο συγγραφέας να εννοεί εδώ τον κάθε ταξιδευτή, που έρχεται σε επαφή με τους αλλότριους τόπους, ωστόσο ο αναγνώστης έχει μέσα από τα γραφόμενα κάνει και το δικό του πολύτιμο ταξίδι.

Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2018

Πρόγραμμα συναντήσεων περιόδου 2018-2019 στη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής



Πρόγραμμα συναντήσεων περιόδου 2018-2019

στη Λέσχη Ανάγνωσης

της Δημοτικής Βιβλιοθήκης

της Αγίας Παρασκευής







                                            25 Οκτωβρίου 2018

        Γιώργος Βέης, Ινδικοπλεύστης, εκδόσεις Κέδρος


                               22 Νοεμβρίου 2018

Ευγενία Φακίνου, Νυχτερινή ακρόαση, εκδόσεις Καστανιώτη



                             20 Δεκεμβρίου 2018

Έλενα Χουζούρη, Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ, εκδόσεις Πατάκη



                           24 Ιανουαρίου 2019

        Γιάννης Ξανθούλης, Εγώ, ο Σίμος Σιμεών, 
       εκδόσεις   Διόπτρα



                         21 φεβρουαρίου 2019

Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γκιακ, εκδόσεις Αντίποδες



                        21 Μαρτίου 2019

Μιχάλης Μακρόπουλος, Τσότσηγια & Ω’μ, εκδόσεις Κίχλη



                       18 Απριλίου 2019

Γιάννης Σκαραγκάς, Λαχτάρα που περίσσεψε από χτες, εκδόσεις Κριτική



                       23 Μαΐου 2019

Henry James, Έντεκα ιστορίες και ένας αποχαιρετισμός, μετάφραση Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Μεταίχμιο



(μαζί μας και οι συγγραφείς – για το βιβλίο του Henry James μαζί μας η μεταφράστρια Κατερίνα Σχινά)

Όλες οι συναντήσεις γίνονται ημέρα Πέμπτη, στις 6 - 8 το απόγευμα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αγίας Παρασκευής (Αλέκου Κοντόπουλου 13)

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2018

Περιοδικό Οδός Πανός τεύχος 180 Oδός Πανός® εργοτάξιο εξαιρετικών αισθηµάτων έτος 37o, τχ. 180 Οκτώβριος-Δεκέµβριος 2018


Περιοδικό Οδός Πανός τεύχος 180 
Oδός Πανός®
εργοτάξιο εξαιρετικών αισθηµάτων
έτος 37o, τχ. 180 Οκτώβριος-Δεκέµβριος 2018



Εκλεκτή ύλη, όπως πάντα. Επί 37 συναπτά έτη!




ΠEPIEXOMENA

Σελίδες στον Ισπανό ποιητή

Λουΐς Θερνούδα



03 Γιώργος Χρονάς: Η Μάνια Τεγοπούλου κοιμάται

***

04 Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης: Οι ταξιδιωτικές και ποιητικές περιπέτειες του Λουΐς Θερνούδα (1902-1963)

***

20 Βασίλης Κοντόπουλος: Εδώ Βερολίνο

24 Μάρκος Φ. Δραγούμης: Σημειώσεις ενός μελομανούς (συνεχίζεται)

26 Άρεως και Αφροδίτης μοιχεία. Μεταφράζει ο Ηλίας Σ. Σπυρόπουλος

30 Pier Paolo Pasolini-ΜΑΙΡΙΛΥΝ. Μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου

32 Μαρίνα Καπελάκη: Pier Paolo Pasolini (1922-1975)· Η στεντόρεια φωνή της ελληνικής συνείδησης!..

41 Γιάννης Παπαγεωργίου: Σύντομο βιογραφικό

42 Ραφαήλ Εσθητός: Γεια ή Τα τρίμματα

47 Eno Agolli: “This train is for Kings Cross, London (via Stevenage).”

50 Το λαϊκό φωτογραφικό ρεμπέτικο πάλκο της τυπογραφίας, της Οδού Πανός.

Από τη συλλογή του Πάνου Σαββόπουλου. Λεζάντες Γιώργος Χρονάς

58 Ραφαήλ Αγρόδημος: Τειρεσίας και άλλα ποιήματα

60 Τάσος Πατρώνης: Μαθηματικά & Ποιητική του Κοινωνικού Χωροχρόνου

84 Αφροδίτη Λίτη: Βιογραφικό

85 Αφροδίτη Λίτη: Η μαγεία της μεταμόρφωσης

86 Αφροδίτη Λίτη: Γλαύκες και Αθηναϊκή Δημοκρατία

88 Γιώργος Μεταξάς: Γλαύκες

90 Αλέξανδρος Π. Στεργιόπουλος: Συνέντευξη με την Ανδριάνα Μπάμπαλη

92 Δανήλο Τιουτιούν: Αρχαία τραγική βάση θεμάτων οικογενειακής κατάρας

και πολέμου: συγκριτική ανάλυση ταινιών «Άσπρο Πουλί με Μαύρο

Σημάδι» του Γιούριϊ Ιλλένκο και «Θίασος» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου

95 Γιάννης Βουλτσίδης: Εξομολόγιση Ευριπίδη

96 Χρήστος Αθανασίου: Στην χόβολη των συναθροίσεων

99 Σπύρος Ζαχαράτος: Το ταξίδι στο ταξίδι

100 Αλέξανδρος Π. Στεργιόπουλος: Συνέντευξη με την Πωλίνα Γκιωνάκη

107 Από τις εφημερίδες

108 Νίκος Παπατζέλος: Γλιστρά η ψυχή μου

111 Μαριγώ Τσερεντζούλια: Δύο-τρία λόγια για την ποίηση

112 Γιώργος Χρονάς: Λίμνη Πλαστήρα, η Λίμνη των Ποιητών

113 Βιβλία. Γράφουν οι: Γιώργος Χρονάς, Αλέξανδρος Παν. Στεργιόπουλος, Εμμανουήλ Κάρολος Τσίζεκ,

Γιώργος Μεταξάς, Ειρήνη Βρης, Τίτος Πατρίκιος, Σίμος Ανδρονίδης, Δήμος Χλωπτσιούδης, Σάββας Καράμπελας, Στέλλα Πριόβολου, Κατερίνα Κουτουξιάδου, Κωνσταντίνος Μπούρας, Διώνη Δημητριάδου

151 Θέατρο. Γράφουν οι: Εύη Προύσαλη, Γιώργος Παπαγιανάκης, Κωνσταντίνος Μπούρας,

Αθανάσιος Βαβλίδας

162 Αθανάσιος Βαβλίδας: Μουσικές ανταπο-κρίσεις

173 Δημήτρης Κράνης: Τα γενέθλια της Ζακλίν Ντυ Πρε

176 Γιάννης Βασιλακάκος: Γιάννης Κοντός. Το μακρινότερο της ζωής του ταξίδιον...

179 Γιάννης Βασιλακάκος: Συνέντευξη με τον Γιάννη Κοντό

187 Γιώργος Ζώταλης: Ποντικοφάρμακα

188 Δευτέρα

190 Τα 4 τεύχη μας του 2018 – 177, 178, 179, 180