Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ 
ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΕΤΡΟΒΟΛΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΗΘΑΙΟ



Στης νύχτας τ’ ανα­γνώ­σματα,
με μια σαγη­νευ­τική νωχέ­λεια,
λιτα­νεύει των επο­χών το ψίκι,
γητεύει την ομορ­φιά και τη γηθο­σύνη,
σμι­λεύει την αλκή του χρό­νου
και ψηλα­φώ­ντας τις όχθες του,
αυτο­μο­λεί αυτά­ρε­σκα στο φλοί­σβο του
ν’ ακούει στις μου­σκε­μέ­νες άριες
να θερα­πεύ­ο­νται ειδύλ­λια κι εμπνεύσεις.


Πετριές τ’ ονει­ρο­πό­λημα και πλα­ταγή η σιωπή,
αφρό­σκε­ποι οι καη­μοί ‚ίσκιωμα στη στροφή.


Στης ανα­το­λής τις γρα­φές και δεή­σεις,
με μια υπε­ρο­πτική ταπει­νό­τητα,
δαψι­λεύει της μέρας μακα­ρι­σμούς,
αμνη­στεύει το δικα­σμένο χθες,
πομπεύει της ζωής τις μαγ­γα­νείες
κι επηρ­μέ­νος αγνώ­στων θεών προ­σκυ­νη­τά­ρης
αυθαι­ρε­τεί στον ορι­σμό του κάλ­λους
και τυμ­βω­ρυ­χεί σε ιστο­ρίες και μύθους,
αρχή και τέλος της πόλης ν’ αποτελεί.


Πετριές στ’ άβαθα οι ευχές, τ’ ανά­θεμα το βουβό
όπως κι η λιο­βολή, φως πετριά μες στα νερά του.


Στα γεφυ­ρο­πε­ρά­σματα, ήθος κανο­νι­σμένο.
Αδέ­ξιες φωνές,αυθάδεια και ασφα­λής βια­σύνη,
ώμοι γερ­τοί προβλέψιμοι,είδωλα στραγ­γι­σμένα,
γενιές τ’ αγάλ­ματα και αδεια­νές υδρίες,
ρήσεις κενές και ασυ­μπλή­ρωτη ιστο­ρία,
εξέ­δρα που λιγο­στεύει της κοί­της την απλω­σιά,
που μικραί­νει τ’ ανά­στημα του κόσμου
και βλέ­πει στο κοντινό το ξάγνα­ντο τη ζωή
να μετριέ­ται λειψή,αιχμάλωτη και σημαδεμένη.


Πετριές τα άδεια βλέμματα,το βήμα το ταχύ
ψυχή μες στην από­γνωση και η μνήμη στην οργή.





ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ


Άγουρη κι ατίθαση η νιόφερτη άνοιξη,
γλιστρούσε τη βιασύνη της στην ακροποταμιά,
έριχνε τα μαλλιά της ξέπλεκα στ’ ανυπόταχτα νερά
και το φεγγάρι νιο κι αδέσποτο να σκύβει και να βουτά,
μαντίλι κόκκινο στη νύχτα, να βάφει και να κεντά.

Θράσευαν γύρω οι καημοί σε χολωμένα νιάτα,
μάτωναν στήθια οι στεναγμοί και κουρασμένα μάτια,
κρυφά να συναλλάσσεται η αρετή με την αμαρτία
και να ζυγιάζεται αδέκαστη η ζωή,
μια στην επιστροφή και μια στην προσδοκία.

Έσφιξαν τα χέρια τους και ψηλάφισαν τη γη,
κύκλωσαν ένα κομμάτι ανοιχτό ουρανό
και με το σουραύλι της σιωπής και το φλασκί του πόθου,
ξημέρωναν τη ζωή ανατολή ‚πλημμύρα και σημάδι,
σαν τ’ όνειρο που ξέφευγε απ’ το βαθύ σκοτάδι.

Αφήναν στην άκρη τις καρδιές κι οι λογισμοί στην κοίτη.
Γύμνωναν τα λόγια τους και με το φως τα ντύναν,
να ’ναι οι μύθοι πιο ζεστοί και οι θεοί πιο ξένοι
στη σύναξη των αισθήσεων ταπεινά να ομολογήσουν
πως είναι αλήθεια ο έρωτας και λευτεριά ο χρόνος. 

 Γιώργος Αλεξανδρής
(πίνακας: Pygmalion, Jean Baptiste Regnault)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου