ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΠΕΤΡΟΒΟΛΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΗΘΑΙΟ
Στης νύχτας τ’ αναγνώσματα,
με μια σαγηνευτική νωχέλεια,
λιτανεύει των εποχών το ψίκι,
γητεύει την ομορφιά και τη γηθοσύνη,
σμιλεύει την αλκή του χρόνου
και ψηλαφώντας τις όχθες του,
αυτομολεί αυτάρεσκα στο φλοίσβο του
ν’ ακούει στις μουσκεμένες άριες
να θεραπεύονται ειδύλλια κι εμπνεύσεις.
Πετριές τ’ ονειροπόλημα και πλαταγή η σιωπή,
αφρόσκεποι οι καημοί ‚ίσκιωμα στη στροφή.
Στης ανατολής τις γραφές και δεήσεις,
με μια υπεροπτική ταπεινότητα,
δαψιλεύει της μέρας μακαρισμούς,
αμνηστεύει το δικασμένο χθες,
πομπεύει της ζωής τις μαγγανείες
κι επηρμένος αγνώστων θεών προσκυνητάρης
αυθαιρετεί στον ορισμό του κάλλους
και τυμβωρυχεί σε ιστορίες και μύθους,
αρχή και τέλος της πόλης ν’ αποτελεί.
Πετριές στ’ άβαθα οι ευχές, τ’ ανάθεμα το βουβό
όπως κι η λιοβολή, φως πετριά μες στα νερά του.
Στα γεφυροπεράσματα, ήθος κανονισμένο.
Αδέξιες φωνές,αυθάδεια και ασφαλής βιασύνη,
ώμοι γερτοί προβλέψιμοι,είδωλα στραγγισμένα,
γενιές τ’ αγάλματα και αδειανές υδρίες,
ρήσεις κενές και ασυμπλήρωτη ιστορία,
εξέδρα που λιγοστεύει της κοίτης την απλωσιά,
που μικραίνει τ’ ανάστημα του κόσμου
και βλέπει στο κοντινό το ξάγναντο τη ζωή
να μετριέται λειψή,αιχμάλωτη και σημαδεμένη.
Πετριές τα άδεια βλέμματα,το βήμα το ταχύ
ψυχή μες στην απόγνωση και η μνήμη στην οργή.
ΠΕΤΡΟΒΟΛΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΛΗΘΑΙΟ
Στης νύχτας τ’ αναγνώσματα,
με μια σαγηνευτική νωχέλεια,
λιτανεύει των εποχών το ψίκι,
γητεύει την ομορφιά και τη γηθοσύνη,
σμιλεύει την αλκή του χρόνου
και ψηλαφώντας τις όχθες του,
αυτομολεί αυτάρεσκα στο φλοίσβο του
ν’ ακούει στις μουσκεμένες άριες
να θεραπεύονται ειδύλλια κι εμπνεύσεις.
Πετριές τ’ ονειροπόλημα και πλαταγή η σιωπή,
αφρόσκεποι οι καημοί ‚ίσκιωμα στη στροφή.
Στης ανατολής τις γραφές και δεήσεις,
με μια υπεροπτική ταπεινότητα,
δαψιλεύει της μέρας μακαρισμούς,
αμνηστεύει το δικασμένο χθες,
πομπεύει της ζωής τις μαγγανείες
κι επηρμένος αγνώστων θεών προσκυνητάρης
αυθαιρετεί στον ορισμό του κάλλους
και τυμβωρυχεί σε ιστορίες και μύθους,
αρχή και τέλος της πόλης ν’ αποτελεί.
Πετριές στ’ άβαθα οι ευχές, τ’ ανάθεμα το βουβό
όπως κι η λιοβολή, φως πετριά μες στα νερά του.
Στα γεφυροπεράσματα, ήθος κανονισμένο.
Αδέξιες φωνές,αυθάδεια και ασφαλής βιασύνη,
ώμοι γερτοί προβλέψιμοι,είδωλα στραγγισμένα,
γενιές τ’ αγάλματα και αδειανές υδρίες,
ρήσεις κενές και ασυμπλήρωτη ιστορία,
εξέδρα που λιγοστεύει της κοίτης την απλωσιά,
που μικραίνει τ’ ανάστημα του κόσμου
και βλέπει στο κοντινό το ξάγναντο τη ζωή
να μετριέται λειψή,αιχμάλωτη και σημαδεμένη.
Πετριές τα άδεια βλέμματα,το βήμα το ταχύ
ψυχή μες στην απόγνωση και η μνήμη στην οργή.
ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ
Άγουρη κι ατίθαση η νιόφερτη άνοιξη,
γλιστρούσε τη βιασύνη της στην ακροποταμιά,
έριχνε τα μαλλιά της ξέπλεκα στ’ ανυπόταχτα νερά
και το φεγγάρι νιο κι αδέσποτο να σκύβει και να βουτά,
μαντίλι κόκκινο στη νύχτα, να βάφει και να κεντά.
Θράσευαν γύρω οι καημοί σε χολωμένα νιάτα,
μάτωναν στήθια οι στεναγμοί και κουρασμένα μάτια,
κρυφά να συναλλάσσεται η αρετή με την αμαρτία
και να ζυγιάζεται αδέκαστη η ζωή,
μια στην επιστροφή και μια στην προσδοκία.
Έσφιξαν τα χέρια τους και ψηλάφισαν τη γη,
κύκλωσαν ένα κομμάτι ανοιχτό ουρανό
και με το σουραύλι της σιωπής και το φλασκί του πόθου,
ξημέρωναν τη ζωή ανατολή ‚πλημμύρα και σημάδι,
σαν τ’ όνειρο που ξέφευγε απ’ το βαθύ σκοτάδι.
Αφήναν στην άκρη τις καρδιές κι οι λογισμοί στην κοίτη.
Γύμνωναν τα λόγια τους και με το φως τα ντύναν,
να ’ναι οι μύθοι πιο ζεστοί και οι θεοί πιο ξένοι
στη σύναξη των αισθήσεων ταπεινά να ομολογήσουν
πως είναι αλήθεια ο έρωτας και λευτεριά ο χρόνος.
Γιώργος Αλεξανδρής
(πίνακας: Pygmalion, Jean Baptiste Regnault)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου