Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024

Αυτο-κοινωνιο-παραμυθία Δημήτρης Καρακίτσος εκδόσεις Ποταμός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Αυτο-κοινωνιο-παραμυθία

Δημήτρης Καρακίτσος

 εκδόσεις Ποταμός

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ό,τι αξίζει να σωθεί • Fractal (fractalart.gr)

 



 

Ό,τι αξίζει να σωθεί

 

‘Τώρα η νύχτα διαβρώθηκε’, γράφω σε ένα παλιό μου διήγημα. ‘Τώρα η θάλασσα έχει το χρώμα της στάχτης. Τώρα το παρόν έγινε παρελθόν, και η ιστορία τούτη ας ξεχαστεί προτού τη δει το φως της μέρας’. Αλλά, σκέφτομαι, γιατί να ξεχαστεί αυτή η ιστορία; Ή είναι κι αυτή χωρίς νόημα; (σσ. 116-117).

 

Σε προηγούμενο βιβλίο του Δημήτρη Καρακίτσου (Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους, εκδ. Ποταμός, 2022) είχε επισημανθεί η διάθεση του συγγραφέα, με όχημα τη μυθοπλασία, να παρουσιάσει μια «άσκηση γραφής», που να ερευνά τα απώτερα όρια της λογοτεχνικής επινόησης αλλά και την πληθώρα τεχνικών που αυτή εφευρίσκει, με το κεντρικό μοτίβο/θέμα να βρίσκεται στα όρια ανάμεσα στο  πραγματικό και στο φαντασιακό. Και πράγματι, ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα απόπειρα να δείξει πώς γεννιούνται οι ιστορίες και, κυρίως, πώς γράφονται. Τώρα, στο πρόσφατο βιβλίο του, προχωράει ακόμα πιο απροκάλυπτα στην πρόθεσή του, μέσα από μια (εδώ) αυτοβιογραφική εξιστόρηση, να μιλήσει για την αρχική συγγραφική επιλογή, δηλαδή τι αξίζει να αποτυπωθεί και να μοιραστεί με τους άλλους, να μην το καταπιεί η λήθη. Ένα είδος αυτο-αξιολόγησης των προσωπικών βιωμάτων.

Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης που αποκαλύπτεται σιγά σιγά, με τον ρυθμό που η μνήμη επιλέγει, με τον δικό της αυτόνομο μηχανισμό, να μιλήσει για όσα αντέχουν να ειπωθούν. Καθόλου τυχαία, η εξιστόρηση ξεκινά με ένα όνειρο, το οποίο δεν εννοεί να τελειώσει, αφού το ονειρικό, φαντασιακό στοιχείο (κατά την προσφιλή συνήθεια του γράφοντος) τείνει να εισχωρήσει στην πραγματικότητα, επεκτείνοντας τη δική της αλήθεια ή, συχνά, καταργώντας την. Πότε, στην ουσία, ενηλικιωνόμαστε, μοιάζει να ρωτάει ο ήρωας/αφηγηματικό υποκείμενο, πότε υπερβαίνουμε το όριο της παιδικής ηλικίας, πότε αναιρούμε μέσα μας τη δυναμική του ονείρου; Μπορούμε, άραγε, ες αεί να «συνομιλούμε» με τα άλλα όντα γύρω μας, τα ζώα που εισχωρούν στον κόσμο μας με τη δική τους σοφία; Επιστρέφοντας στην παιδική αθωότητα, βρίσκουμε μια, έστω βολική, ερμηνεία του παρόντος; Ή όλα μύθος είναι και αδίκως ταλαιπωρούμαστε;



 

Η αλήθεια είναι ότι το πρώτο πράγμα που ξεχνάμε μεγαλώνοντας είναι ότι τα ζώα μιλούν στα μικρά παιδιά. Μπορεί όχι σ’ όλα τα παιδιά, για μας όμως, σ’ εκείνο το χωριό στην άκρη του κόσμου, ένας παραμυθάς σκύλος ήταν αληθινός όσο ένα γδαρμένο γόνατο. (σ. 113).

 

Ο Δοσίθεος, το άλογο της παιδικής του ηλικίας που δραπέτευσε από το τσίρκο γιατί ήθελε την ελευθερία του, τώρα επιστρέφει και διεκδικεί μια θέση δίπλα του· μόνον αυτός το βλέπει και το ακούει, με τη δική του βοήθεια βρίσκει το παλιό τετράδιο με μια ιστορία γραμμένη μέσα (δική του ή όχι;), μαζί του θα περιπλανηθεί στο παρελθόν, με δική του προτροπή θα μιλήσει γι’ αυτήν.

 

[…] «Κι αφού αναρωτήθηκες πριν: επειδή όλα είναι δίχως νόημα – γι’ αυτό σου ’δωσα το τετράδιο. Μια τέτοια ιστορία θες. Δεν ξέρω τι πιστεύεις, αλλά αυτό που έχεις στο μυαλό σου, δεν γίνεται».

«Τι εννοείς;»

«Δεν αλλάζει έτσι ο κόσμος. Θα πρέπει να γίνεις Θεός πρώτα. Και μετά να φτιάξεις έναν κόσμο από την αρχή. Αυτή θα ήταν η ιστορία των ιστοριών. Αλλά τρέχα γύρευε, οπότε ξέχνα τα εν ονόματι και ξεκίνα απ’ τη δική σου ιστορία.

»Απ’ την πηγή άλλωστε δεν μαζεύουμε το νεράκι;» (σσ. 105-106).

 

Ένα μικρού σχήματος βιβλιαράκι, με κάτι λιγότερες από εκατόν είκοσι σελίδες, όλο κι όλο. Κι όμως, για μια ακόμη φορά η γραφή του Δημήτρη Καρακίτσου ανοίγει δρόμους τόσο απόλαυσης (αναμφισβήτητη η γοητεία της) όσο και ερμηνείας. Είτε διαβάσει κανείς την ιστορία του ως αυτοβιογραφική αποτύπωση, είτε ως ένα ανοιχτό σε εκδοχές κοινωνικό σχόλιο που ξεπερνά το προσωπικό βίωμα, είτε ως παραμυθία (με τον διττό της χαρακτήρα, ως μύθευμα, παραμύθι, αλλά και ως παρηγορητικό λόγο κατά την ετυμολογία: παραμυθία = παρηγοριά), η γραφή αυτή δικαιώνει τον τίτλο της με την τριπλή σημασία. Άλλωστε ποιος μπορεί να προσδιορίσει το σύνορο ανάμεσα στην επινόηση και την πραγματικότητα, ποιος μπορεί να καθορίσει πότε μια γραφή είναι απολύτως αυτοβιογραφική και πότε η επινοημένη μυθοπλασία ακουμπά πάνω στα αληθινά βιώματα μεταλλάσσοντάς τα; Σε κάθε περίπτωση, έχουμε  μια γραφή που θα ξαφνιάζει με την πρωτοτυπία στη θεματική της ή (όπως εδώ) με την αλήθεια της. Μια γραφή που δεν μπορείς να την εντάξεις εύκολα σε μια κατηγορία, μπορείς, όμως, να τη σκέφτεσαι συχνά. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό.


Διώνη Δημητριάδου

 

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2024

Πολύ αργά πια Claire Keegan μετάφραση: Μαρτίνα Ασκητοπούλου εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

 

Πολύ αργά πια

Claire Keegan

μετάφραση: Μαρτίνα Ασκητοπούλου

εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Πολύ αργά πια» της Κλερ Κίγκαν (κριτική) − Τακτοποιώντας σκέψεις και αναμνήσεις (bookpress.gr)

 

 


Μια άσκηση ύφους στη φόρμα του μικρού

 

Ακόμη μια εξαιρετική «άσκηση» στη φόρμα του μικρού (στην ουσία του ελάχιστου) από την Κλερ Κίγκαν, μια από τις σημαντικότερες σύγχρονες παρουσίες στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Το Πολύ αργά πια (σε μετάφραση της Μαρτίνας Ασκητοπούλου, όπως και τα άλλα δύο βιβλία που κυκλοφορούν από τις ίδιες εκδόσεις) αριθμεί μόλις 50 σελίδες καθαρού κειμένου, άλλη μια απόδειξη για την ικανότητα να ενσωματώσει σε τόσο μικρή έκταση τη βασική ιδέα της ιστορίας, να κάνει ανάγλυφους και περίοπτους, τους χαρακτήρες της, να χειρίζεται με τέτοιο τρόπο τις λέξεις, ώστε να εγκιβωτίζει μέσα τους περισσότερα από όσα αυτές ως κώδικας δηλώνουν. Πράγματι, λίγοι συγγραφείς κατορθώνουν να προσελκύσουν τον αναγνώστη τους, να τον κάνουν «συμμέτοχο» στην αποκρυπτογράφηση των σημαινόντων ή, έστω, στη συνέχιση όσων διαβάζει, μέσα από τη δική του πλέον ερμηνεία. Η σημασία, άλλωστε, που η ίδια δίνει στην αναγνωστική συμμετοχική διαδικασία, φαίνεται και από τη δήλωσή της πως οι μικρές ιστορίες της δεν είναι και τόσο μικρές όσο φαίνονται, καθώς απαιτούν μια δεύτερη ανάγνωση· στην ουσία, λέει, πρέπει να «διπλασιάσεις», εσύ ο αναγνώστης, τις σελίδες.

Διαβάζοντας το Πολύ αργά πια, ίσως περισσότερο από τα άλλα της βιβλία, έχεις την αίσθηση πως δεν σε ενδιαφέρει τόσο το θέμα, όσο το ίδιο το κείμενο με την ιδιότυπη γοητεία που σου ασκεί, από την πρώτη κιόλας σελίδα. Κάτι που θα εντοπιστεί και στη συνέχεια, σαν να στήνεται ένα παιχνίδι εικόνων με τον εξωτερικό χώρο σε αντίθεση με τον εσωτερικό. Η ιστορία ξεκινάει με έναν «θρασύτατο» ήλιο που εισβάλλει από το παράθυρο στο γραφείο του Κάχαλ, του ήρωα της ιστορίας. Αυτός, βλέπει το φως και οσμίζεται τον αέρα καθηλωμένος μπροστά στον υπολογιστή του· από την αρχή η αίσθηση, ο προϊδεασμός ίσως, της αποστασιοποίησης από τη ζωή, την αλήθεια των πραγμάτων, από όσα, εν τέλει, μπορεί να αντέξει. Θα τον δούμε να αποκλείει από τον δικό του ιδιωτικό, περίκλειστο χώρο, το γέλιο των παιδιών στην παιδική χαρά, κλείνοντας το παράθυρο και τραβώντας τις κουρτίνες, για να νιώσει καλύτερα. Θα αντιληφθεί πως ποτέ δεν έχει ανέβει στους κατάφυτους λόφους γύρω από τη  πόλη του. Θα ακολουθήσουν και άλλες σκηνές που θα υπογραμμίζουν την απόσταση που χωρίζει αυτό που υπάρχει με αυτό που αντιλαμβάνεται ή την αδυναμία του να αισθανθεί, να νιώσει αυθεντικό συναίσθημα, αντικαθιστώντας το με  τη λογική πρόσληψη όσων συμβαίνουν· πώς γίνεται, όμως, μια εκδήλωση αγάπης, για παράδειγμα, γι’ αυτόν να είναι μόνο υπόθεση αντίληψης, και αυτή υπό ισχυρή αμφισβήτηση; Υπάρχει μόνο μία σκηνή, εξαιρετική στη «λεπτουργία» των φραστικών της μέσων αλλά και στον συμβολισμό της, που ο Κάχαλ θα μοιάζει ζωντανός, όταν θα κυνηγήσει μια σφήκα που παραβίασε την ησυχία του, μιμούμενος τις σπασμωδικές της κινήσεις, μέχρι που θα τη στριμώξει και θα τη σκοτώσει, ενώ διάφορες γυναικείες παρουσίες θα του έρχονται στο μυαλό καθώς την καταδιώκει.

Παρακολουθούμε τις σκέψεις του, μια Παρασκευή του Ιουλίου, κλεισμένος στο σπίτι του για να περάσει ένα μοναχικό τριήμερο, αλλάζοντας κανάλια και πίνοντας σαμπάνια, την «τακτοποίηση» των αναμνήσεών του, ό, τι έχει απομείνει από μια σχέση που παρ’ ολίγο θα τον οδηγούσε σε ένα γάμο, όμως διήρκεσε όσο μια ατυχής απόπειρα συγκατοίκησης· αυτό που φανταζόταν στη βάση των δικών του αναγκών, διαψεύστηκε οικτρά, όταν η αρραβωνιαστικιά του, η Σαμπίν, έφερε τον δικό της κόσμο μέσα στον δικό του, στην ουσία όταν αντιμετώπισε αυτό που πάντα κρατούσε μακριά του, δηλαδή την πραγματικότητα.



Η Κίγκαν θα εγκιβωτίζει στον ιδιωτικό κόσμο του ήρωά της σύντομες σκέψεις που θα επεκτείνονται στη σημασία τους, σαν ο Κάχαλ να προσπαθεί να ενσωματώσει τον εαυτό του στον κόσμο των άλλων γύρω του. Έτσι, θα προβληματιστεί πώς γίνεται η ζωή να συνεχίζεται, τάχα αδιάφορη για τα βάσανα των ανθρώπων, ή αλλού, θα μεταφέρει τη δική του αδυναμία να αντιμετωπίσει με σθένος τη ζωή σε γενικότερη ανθρώπινη αδυναμία. Ακόμα ο ήρωας μοιάζει να διακατέχεται από μια μορφή μισογυνισμού  μέσα από τις αντιδράσεις του, τις σκέψεις του, τις δικαιολογίες που δίνει στον εαυτό του για τη συμπεριφορά του, χρεώνοντας στη σύντροφό του (και γενικεύοντας στις γυναίκες) την αδυναμία συνεννόησης, αλλά και μέσα από τα λόγια της ίδιας της συντρόφου του, που θα τον εντάξει στη γενικότερη μισογυνική στάση των ανδρών. Προσωπικά, θαρρώ πως η Κίγκαν προχωράει πιο πέρα από μια κοινότοπη (δυστυχώς έτσι κατάντησε) αναφορά σε μια τάση μισογυνισμού. Η ευρύτερη σκέψη που με έμμεσο τρόπο έρχεται στον ήρωα, με άμεσο όμως στον αναγνώστη, αφορά τη διαχείριση των διαπροσωπικών σχέσεων, την ευθραυστότητά τους, όταν ο καθένας από τους δύο δεν είναι έτοιμος, ή αδυνατεί εντελώς να παραχωρήσει κάποιον χώρο στον άλλο, να μοιραστεί μαζί του τον κόσμο του με αναγκαία γενναιοδωρία αισθημάτων. Όταν θα το νιώσει αυτό ο ήρωας, θα καταλάβει πόσο πλέον αργά είναι, και μέσα στη μέρα που έφτασε πια στο τέλος της αλλά και μέσα στη ζωή του.

Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό είναι το θέμα της ιστορίας, εξακολουθεί να σε προσελκύει αναγνωστικά το κείμενο περισσότερο ως λέξεις, εύθραυστες όσο και οι στιγμές της ζωής, αν δεν τις χειριστείς σωστά, αν δεν φθάσεις μέχρι τον πυρήνα τους, αν επιλέξεις κι εσύ να μείνεις απ’ έξω, ψυχρός αναγνώστης που ψάχνει εναγωνίως το θέμα του βιβλίου. Άλλωστε, τα ανθρώπινα τραύματα, όταν ιστορούνται, μπορεί να φανούν απλά και απόμακρα ή αλλιώς να οδηγήσουν σε μια συχνά απρόσμενη εμβάθυνση. Εδώ η Κίγκαν προσφέρει, πέρα από τις ποικίλες ίσως θεματικές προεκτάσεις, μια άσκηση γραφής, που μετράει περισσότερο από μια ευφάνταστη θεματική. Ας αναλογιστούμε (με το θράσος και την αυθαιρεσία μιας αναγνωστικής πρόσληψης, και όχι απλώς με τη στερεότυπη φράση, που ισχύει πάντως: τηρουμένων των αναλογιών) τον ομότεχνό της Τζέημς Τζόυς, όταν εγκλώβισε στον Οδυσσέα του όλη την ιστορία του μέσα σε μία και μοναδική μέρα, που του έδωσε τη δυνατότητα με την τέχνη του να απλώσει τη θεματική του, όμως, ακόμη πιο πολύ έκανε αίσθηση με την τεχνική της γραφής του.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

Αφουγκράστηκε τη σιωπή για ένα δυο λεπτά, έπειτα άκουσε ένα βουητό και συνειδητοποίησε ότι μια σφήκα είχε μπει μέσα, και πετούσε γύρω γύρω, πήγαινε πέρα δώθε και χτυπούσε πάνω σε διάφορα αντικείμενα στο σαλόνι. Πήρε από το πάτωμα ένα από τα παπούτσια του που ήθελαν γυάλισμα και άναψε το φως, κι έπιασε τον εαυτό του να τρέχει πίσω της, να μιμείται τις σπασμωδικές κινήσεις της. Θυμός κυλούσε με ορμή στο αίμα του και, κάποια στιγμή, όταν ήταν όρθιος πάνω στον καναπέ προσπαθώντας, χωρίς επιτυχία, να την πλησιάσει, σκέφτηκε τη Μόνικα, εκείνη την ξένη καθαρίστρια στις σκάλες, και πώς τον κοίταγε όταν την προσπέρασε τη μέρα που θα ήταν κανονικά η μέρα του γάμου του· αλλά και τη Σύνθια, και πώς του είχε χαμογελάσει το πρωί και πώς είχε πάει τη Σαμπίν, εν αγνοία του, στο Σέλμπουρν.

«Γαμημένες καριόλες». Του ακουγόταν καλύτερα στον πληθυντικό, πιο βαρύ.

Συνέχισε να κυνηγάει τη σφήκα, κάνοντας όλο και πιο παράτολμες κινήσεις, μέχρι που εκείνη πέταξε πάλι προς το παράθυρο για να τον αποφύγει,  και τη στρίμωξε ανάμεσα στο τζάμι και το περβάζι και τη σκότωσε. (σσ. 49-50).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ταχυδρόμος της Έσης Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες Georg Büchner Μετάφραση – Επίμετρο: Θεόδωρος Παρασκευόπουλος εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Ο ταχυδρόμος της Έσης

Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες

Georg Büchner

Μετάφραση – Επίμετρο: Θεόδωρος Παρασκευόπουλος

 εκδόσεις Πόλις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ένα μανιφέστο απελευθέρωσης • Fractal (fractalart.gr)

 



Ένα μανιφέστο απελευθέρωσης

 

Το 1834 φαίνεται σαν να διαψεύδεται η Βίβλος. Φαίνεται σαν ο Θεός να είχε πλάσει τους αγρότες και τους τεχνίτες την πέμπτη ημέρα και τους ηγεμόνες και τους προύχοντες την έκτη, σαν να τους είχε πει ο Κύριος: άρχετε πάντων των ερπετών και των ερπόντων επί της γης, και να είχε κατατάξει τους αγρότες και τους πολίτες στα ερπετά. (σ. 8).

Ένα σπουδαίο πολιτικό κείμενο (της «Vormärz» περιόδου, 1830-1848, ένα προοίμιο της επανάστασης του 1848, της «Άνοιξης των λαών») εν είδει διακήρυξης ή μανιφέστου είναι Ο ταχυδρόμος της Έσης, που αφενός διακηρύσσει, με ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους, τις αρχές της επαναστατικής οργάνωσης «Εταιρεία για τα δικαιώματα του ανθρώπου», αφετέρου, με την ευκρίνεια και τη λιτότητα των εκφραστικών μέσων,  προορίζεται για να γίνει το εύχρηστο φυλλάδιο στα χέρια των καταπιεσμένων του Μεγάλου Δουκάτου της Έσης, προκειμένου να συνειδητοποιήσουν τον εχθρό που έχουν απέναντί τους (τους τοπικούς ηγεμόνες) και να εξεγερθούν. Το κείμενο συντάχθηκε από τον Μπίχνερ (Georg Büchner) αρχικά, και διαμορφώθηκε προς το ηπιότερο από τον  θεολόγο Βάιντιχ (Friedrich Ludwig Weidig)· οι δύο προεξάρχοντες της Εταιρείας διαφωνούσαν ως προς το εύρος της αποδοχής που θα είχε η διακήρυξή τους, με τον Μπίχνερ να υποστηρίζει πως έπρεπε να εστιάσουν στον φτωχό αγροτικό πληθυσμό και να στραφούν συνολικά εναντίον των πλουσίων (των αστών συμπεριλαμβανομένων). Ωστόσο, ο Βάιντιχ επέφερε κάποιες αλλαγές (κυρίως εύστοχες «ασάφειες» ως προς το ποιοι είναι οι εύποροι) που δεν απέκλειαν τη σύμπραξη με τους φιλελεύθερους αστούς. Το κείμενο, πάντως, συγκαταλέγεται στα έργα του Μπίχνερ, και μάλιστα θεωρείται προάγγελος της πολιτικής του σκέψης, όπως αυτή έγινε ευρύτερα γνωστή με τα θεατρικά του, κυρίως τον Βόιτσεκ.  



Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν την αξία του Ταχυδρόμου της Έσης. Εν πρώτοις αναλύει την οικονομική κατάσταση με στοιχεία συγκεκριμένα, με μετρήσεις που αποδεικνύουν τον τρόπο που ο πλούτος εκμεταλλεύεται τους φτωχούς πολίτες. Για το Υπουργείο Εσωτερικών και Δικαιοσύνης πληρώνετε 1.110.607 φιορίνια. […] Ο νόμος είναι ιδιοκτησία μιας ασήμαντης τάξης αριστοκρατών και λογίων, που με το δικό της κατασκεύασμα δίνει στον εαυτό της εξουσία. […] Οι πολυθρόνες τους στέκουν πάνω σε έναν σωρό από 461.373 φιορίνια (τόσες είναι οι δαπάνες για τα δικαστήρια και για τη δίωξη του εγκλήματος). (σ. 11). Έτσι, διαφοροποιείται από άλλα ανάλογα επαναστατικά φυλλάδια (που προτιμούσαν τους γενικούς αφορισμούς), καθιστώντας απολύτως σαφή την αδικία και προσδοκώντας την εύλογη αντίδραση στο καθεστώς ανισότητας. Αξίζει εδώ να επισημάνουμε πόσο προδρομικό των μετέπειτα δουλεμένων στα θεατρικά του έργα αντιλήψεών του είναι  αυτό το χαρακτηριστικό, αν θυμηθούμε πώς συνδέει ο Βόιτσεκ στο ομώνυμο έργο τη ζωή του με την οικονομική αναγκαιότητα. Άλλωστε, ο Μπίχνερ θεωρείται ένας από τους πρώτους που επισήμαναν τη λειτουργία του οικονομικού παράγοντα στο κοινωνικό οικοδόμημα.

Ακόμη, όμως, και η ποιότητα των επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί ο Μπίχνερ, εστιάζοντας στη θεολογία, καταδεικνύουν τον τρόπο που μπορεί να εγερθεί επαναστατικά ο λαός, αν συμμορφώσεις την επιχειρηματολογία σου με τη δική του πίστη, όχι αναιρώντας την. Με άλλα λόγια, γνωρίζοντας πόσο μια αντιθρησκευτική ρητορεία θα μπορούσε να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα σε ένα λαό που η πίστη καθοδηγούσε τη ζωή του, προτίμησε να χρησιμοποιήσει θεολογικά επιχειρήματα (που μάλλον δεν έπειθαν τον ίδιο, κατά τη εκδοχή που τον θέλει επικριτικό απέναντι στους τρόπους της Εκκλησίας) και μάλιστα στην πιο απλουστευμένη τους μορφή, ώστε εύκολα να γίνουν αποδεκτά. Καθόλου τυχαίος, βέβαια, ο τρόπος που κλείνει η διακήρυξη, δηλαδή με μια προσευχή που πρέπει οι απλοί άνθρωποι να μάθουν στα παιδιά τους: […] οπλίστε το πνεύμα σας και προσευχηθείτε και μάθετε στα παιδιά σας να προσεύχονται: «Κύριε, σύντριψε τα σκήπτρα των τυράννων μας και φέρε μας τη βασιλεία Σου, τη βασιλεία της δικαιοσύνης. Αμήν». (σσ. 29-30).

Άρα, έχουμε μια επαναστατική πράξη που ξέρει τον τρόπο να γίνει αποδεκτή (άσχετα αν αυτό δεν επιτεύχθηκε, γιατί προδόθηκε το όλο εγχείρημα και οι εμπνευστές του διώχθηκαν), αλλά έχει και ξεκάθαρο στόχο, μέσα από σαφή ιδεολογία, πέρα από αοριστίες και γενικότητες. Έργο με διαχρονική την αξία του αναμφίβολα.

Σημαντικό συμπλήρωμα του έργου είναι το πολύ κατατοπιστικό, τόσο για την εποχή όσο και για τον Μπίχνερ και τον κύκλο του, Επίμετρο του μεταφραστή Θεόδωρου Παρασκευόπουλου. Την έκδοση κοσμούν σκίτσα και γκραβούρες της εποχής.

 

 Διώνη Δημητριάδου

 

 

 

 

Διώνη Δημητριάδου «Θηρίο ή Θεός» ΑΩ Εκδόσεις 2023 (γράφει ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής) η πρώτη δημοσίευση στο Poiein.gr

 

Διώνη Δημητριάδου

 «Θηρίο ή Θεός» ΑΩ Εκδόσεις 2023 

(γράφει ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής)

η πρώτη δημοσίευση στο Poiein.gr

Διώνη Δημητριάδου, «Θηρίο ή Θεός», ΑΩ Εκδόσεις 2023 (γράφει ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής) - Ποιείν (poiein.gr)

 


Η μοναξιά του διανοούμενου και περί θεού και ανθρώπου δοκίμιο

 

Σπουδή της μοναξιάς του συγγραφέα στοχαστή και διανοούμενου είναι το νέο βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου. Εξετάζει πώς οι ενασχολήσεις του αυτές επηρεάζουν τις διαπροσωπικές του σχέσεις και τον τρόπο που ζει, αφήνοντας ανοιχτό το αναπάντητο ερώτημα αν τελικά επέλεξε τον σωστό δρόμο προς την ευτυχία, ή αν υπάρχει σωστό ή λάθος σε αυτή την περίπτωση. Ο ήρωάς της αποξενώνεται από την πραγματικότητα, καθώς οι γνώσεις του τον έχουν και την έχουν στα μάτια του μεταμορφώσει.

 

Χρησιμοποιώντας με υπαινιγμό ως τίτλο μέρος της ρήσης του Αριστοτέλη,  «Εκείνος δε που δε μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία με τους άλλους ή αυτός που δεν έχει ανάγκη από τίποτε, αυτός δεν έχει καμιά θέση στην πόλη, γιατί είναι ή θηρίο ή θεός»[1], ξεκινάει την περιγραφή του βίου του ήρωά της, που ζει απομονωμένος από την κοινωνία. Είναι ένας συγγραφέας με φιλολογικά ενδιαφέροντα, που στην προκειμένη περίπτωση ασχολείται με τον μύθο του Οιδίποδα, αναλύοντάς τον.

 

Το βιβλίο απηχεί τη μοναχικότητα των συγγραφέων, οι οποίοι χρειάζονται πολύ χρόνο και απομόνωση για να καλλιεργήσουν το πνεύμα τους και να δημιουργήσουν τα έργα τους. Αυτό είναι φυσικά προσωπική τους θέληση και επιλογή, όπως και του ήρωά της, αλλά έχει άμεσες επιπτώσεις τόσο στην κοινωνικότητα όσο και στην ψυχοσύνθεσή τους. Με την απομόνωσή τους αποκτούν κάποια στοιχεία θηρίου ή και θεού-κριτή -ας μου συγχωρεθεί η βλαστήμια-, κάτι που εμπεριέχει την έννοια του πόνου, καθώς ο άνθρωπος από τη φύση του είναι κοινωνικό ον.

 

Μεταξύ ζωής και θανάτου, ανθρώπου και θεών και κοινωνίας και απομόνωσης βρίσκεται ο Ευγένιος της Δημητριάδου, και αμφιταλαντεύεται για τον ρόλο, την θέση και την ύπαρξή του, προσπαθώντας να αυτο-οριστεί μέσα στη μοναξιά του, προετοιμάζοντας έτσι τον θάνατό του, καθώς μοιάζουν να ατονούν τα ενδιαφέροντά του. Είναι ένας κουρασμένος μεσήλικας ή λειτουργεί με αυτή την ψυχολογία. Το μεγαλείο του είναι η ίδια η σκέψη του, οι κρίσεις, οι παρατηρήσεις του, αυτές είναι ολόδικές του, δημιουργήματα που ξεπερνούν τη χρονικότητα της ζωής του. Αυτά είναι που αφήνει τελικά, σε ένα τετράδιο μαζί με κάποιες φωτογραφίες. Με αυτά, ως άλλος Οιδίποδας, προσπαθεί να ξεπεράσει τη μοίρα του, τη θνητότητά του. Είναι άραγε αυτό μια ασυναίσθητη αυταπάτη;

 

Αγνωστικιστή ή άθεο θα τον χαρακτήριζα, καθώς μόνο η αμφισβήτηση θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε αυτές τις σκέψεις. Η πίστη ενέχει τη βεβαιότητα, η οποία δεν προάγει τη συζήτηση. Η απάντηση που θα του έδινε είναι ότι όλα τα ορίζει ο θεός και η προσπάθεια να πλησιάσουμε την αγνότητα και την τελειότητα που μας δίδαξε. Δεν θα υπήρχε ενδιάμεσο ούτε ερώτημα.

 

Το ύφος της νουβέλας είναι εξομολογητικό. Είναι μια άσκηση αναζήτησης της υπαρξιακής αυτογνωσίας του αφηγητή και ίσως διαμέσου αυτής υποσυνείδητα να ζητά τη λύτρωση από τον πόνο της μοναξιάς. Η χρονοβόρα μελέτη και ο στοχασμός τον οδηγούν στην «αλήθεια», αλλά το τίμημα της μοναξιάς που πληρώνει είναι οδυνηρό. Όπως και ο Οιδίποδας που μελετά, έτσι και αυτός ίσως θα ήταν πιο ευτυχισμένος αν έμενε στην άγνοια, παρά να οδηγηθεί ως θηρίο ή θεός στη μοναξιά, στον σκεπτικισμό και στην ανία, που γεννά η υπερβολική γνώση. Αλλά η μοίρα είναι πιο δυνατή από τους ανθρώπους, ακόμα και από τους θεούς, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες, και έτσι είναι αδύνατον να την αποφύγει και αυτός, όπως και ο Οιδίποδας. Η αναλογία αυτή μας οδηγεί σε έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης. Όμως και εδώ υπάρχει η ανθρώπινη ένσταση, ο Οιδίποδας με την αυτοτύφλωσή του, που λυτρώνεται στα μάτια του θεατή. Είναι αυτός που αποφασίζει με ποιο τρόπο από μόνος του θα τιμωρήσει τον εαυτό του, χωρίς την υποχρεωτικότητα της μοίρας και τις εντολές των θεών. Είναι το μεγαλείο του ελεύθερου ανθρώπου. Η απάντηση μοιάζει με αυτή της υπαρξιστικής θεωρίας, ότι ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος και να αποφασίζει σηκώνοντας ένα μεγάλο τίμημα, που δεν είναι πάντα ευχάριστο. Άμεση σχέση έχουν αυτά και με τον αφηγητή της νουβέλας, που η ανάλυσή του στην τραγωδία του Σοφοκλή είναι η άμεση παραδοχή και η ανάληψη της ευθύνης για τις επιλογές του.

 

«Κι όταν σε βρίσκει εντελώς απροετοίμαστο [το κακό], τι γίνεται τότε; Ποιος Παπαδιαμάντης να σε σώσει, αλήθεια;» (σ.12). Αυτή είναι μια εκ πρώτης όψεως παράξενη δήλωση της συγγραφέως. Εντούτοις, εκφράζει την καταφυγή του υποκειμένου στη λογοτεχνία και τη συγγραφική δημιουργία προκειμένου να αντιμετωπίσει την υπαρξιακή κρίση η οποία το μαστίζει. Είναι η κρίση τής απώλειας ενδιαφερόντων και της μοναξιάς, αιτίες που συχνά εκδηλώνονται στο γήρας, αλλά όχι μόνο. Αυτό είναι το θέμα του βιβλίου, η κατάρρευση τους υποκειμένου μπρος στην ένταξή του στην κοινωνία, ως άλλος Οιδίποδας που προσπαθεί να νικήσει τη μοίρα του. Τελικά δεν είναι ούτε θηρίο ούτε θεός, είναι ο σημερινός άνθρωπος που ο πολιτισμός του τον καθιστά ταυτόχρονα σκεπτικιστή, συναισθηματικά διχασμένο και αδύναμο.

 

Ο μοναδικός του φίλος, ο Γεράσιμος, μοιάζει να τον συνδέει με την κοινωνία και ενσαρκώνει τον ρόλο του ικανού αντίλογου στις επιλογές του, έτσι ώστε να δοθεί πλήρως και πολύπλευρα η κατάστασή του. Δεν καταφέρνει να μεταβάλει τη στάση του φίλου του, παρ’ όλες τις προσπάθειές του, όμως αποτελεί σημαντικό παράγοντα στο ξεδίπλωμα της προσωπικότητάς του και την αντικειμενική διάσταση των πραγμάτων, όσο μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει. Με τη βοήθεια του Γεράσιμου ο αναγνώστης μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του και να επιλέξει χωρίς να χειραγωγηθεί από τη συγγραφέα.

 

Αξιοσημείωτες είναι και οι δοκιμιακού τύπου παρεμβάσεις εντός της νουβέλας με συζητήσεις και σχολιασμούς περί τέχνης, φιλοσοφίας και άλλων θεμάτων, χωρίς να αποτελούν οργανωμένα δοκίμια, κάτι που το δίδαξε με επιτυχία και ο Μίλαν Κούντερα.

 

Και, τελικά, όλα τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά.

 

Γρηγόρης Τεχλεμετζής

 

 

 

 

 

[1]«ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι’ αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίον ἢ θεός» (Πολιτικά Α, 1253.a25, μετάφρ. Β. Μοσκόβης, Αριστοτέλους Πολιτικά. Ι–ΙΙ ,1989).

 

 

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2024

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΖΟΡΜΠΑΣ Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη SOLOÚP Εκδόσεις Διόπτρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

ΖΟΡΜΠΑΣ

Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη

SOLOÚP

Εκδόσεις Διόπτρα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Soloúp: «Νίκος Καζαντζάκης: Ζοrμπάς, πράσινη πέτρα ωραιοτάτη» (diastixo.gr)

 

 


Η αναμέτρηση με το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, έτσι κι αλλιώς είναι απαιτητική, είτε γράφει κάποιος γι’ αυτό είτε το διαβάζει. Σκέφτομαι ότι η γενιά η δική μου διάβαζε τα έργα του Καζαντζάκη από την πρώιμη εφηβική ηλικία (ακόμη και τα δυσκολότερα), με αποτέλεσμα από κάποια στιγμή και μετά να θεωρήσουμε δεδομένη, κατακτημένη πλέον τη σχέση μας με τη σκέψη του, ακόμη και να αμφισβητήσουμε τη δραστική του επιρροή στους νεότερους και πολύ περισσότερο αδιάφορους για την έντυπη (και όχι μόνο) λογοτεχνική γραφή. Οι εκδόσεις Διόπτρα αποφάσισαν να επανασυστήσουν στο αναγνωστικό κοινό (ή να γνωρίσουν για πρώτη φορά) όλα τα έργα του σπουδαίου διανοητή, με νέες προσεκτικά επιμελημένες εκδόσεις.

Η έκπληξη ήταν όταν πρότειναν, ανάμεσά τους να βρει ιδιαίτερη θέση η μορφή ενός graphic novel. Δοκιμασμένος με επιτυχία στο απαιτητικό αυτό είδος ο Αντώνης Νικολόπουλος (γνωστότερος ως Soloúp), ανέλαβε την αναμέτρηση με το θηρίο, τον «δράκο» Ζορμπά, τον ήρωα του βιβλίου Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά. Το αποτέλεσμα, μια έξοχη νέα αφήγηση, που (ευτυχώς) μοιάζει τεχνηέντως να αγνοεί όλα τα «κλισέ» γύρω από τον ήρωα. Γιατί, φυσικά, το γνωρίζει όποιος πέρα από την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη θέλησε να εντρυφήσει στο ίδιο το βιβλίο, ο Ζορμπάς δεν είναι το «συρτάκι» (αυτό το επινοημένο και κακοποιημένο, fantaisie χασάπικο της ταινίας), που στοίχειωσε από τότε και μέχρι τώρα ό,τι ελληνικό βγήκε στη διεθνή αγορά, ούτε βέβαια, αντιπροσωπεύει τον Έλληνα των τουριστικών φαντασιώσεων.

Στο graphic novel του Soloúp, ο Ζορμπάς συνυπάρχει με το «αφεντικό», τον Καζαντζάκη, όπως ακριβώς και στο βιβλίο, στην αρχική ιδέα του συγγραφέα, σε μια διαρκή αντιπαράθεση/ανταλλαγή σκέψεων, σε μια αλληλεπίδραση από τις πιο σημαντικές στη λογοτεχνία. Ο διανοούμενος, από τη μια, που προσπαθεί να κατανοήσει την πηγή της δύναμης, να ανακαλύψει την ουσία της ζωής, ερευνώντας και αναλύοντας τον απλό άνθρωπο. Από την άλλη, αυτός ο απλός εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους, να απευθύνει μια σειρά από αυθεντικές ερωτήσεις που αναζητούν απάντηση σε όσα υποτίθεται πως γράφουν τα βιβλία. Προαιώνια αντιπαράθεση, που ακόμα δεν έχει βρει το σημείο τομής, την αγαστή σύμπλευση.



Αυτό που καταφέρνει ο Ζορμπάς του Soloúp είναι να προτείνει μια νέα ανάγνωση, μια «επαναφήγηση», και όχι μια απλή μεταφορά σε κόμικ ή διασκευή. Μένοντας πιστός στο πνεύμα του έργου, στην ουσία ξαναδιάβασε το βιβλίο, αφήνοντας στην άκρη όσα εν μέρει διαστρεβλωτικά, εν μέρει παραπλανητικά, επισώρευσε πάνω του η βιομηχανία του θεάματος. Η δική του ανάγνωση καταδεικνύει την αυθεντικότητα του απρόβλεπτου, εφευρετικού, παρορμητικού, ερωτικού προσώπου του ήρωα. Αλλά και την επίσης αυθεντική αγωνία του διανοούμενου συνοδοιπόρου του να τον κατανοήσει, να τον καθοδηγήσει (επί ματαίω), ή να αφεθεί να επηρεαστεί από αυτόν. Και μόνο το γεγονός ότι ανακατεύει τη σειρά των κεφαλαίων, τη χρονική σειρά των γεγονότων, δείχνει και τη δική του συγγραφική αυθεντικότητα, αυτή του αναγνώστη (κάθε συγγραφέας είναι πρωτίστως αναγνώστης) που διαβάζει, ερμηνεύει και κατανοεί κατά τη δική του κρίση. Ο Soloúp επιλέγει μέσα από το βιβλίο στιγμές, γεγονότα, πρόσωπα που, έτσι όπως τα εκθέτει, με τη σειρά που επίσης επιλέγει, έρχονται και δένουν μεταξύ τους, διαμορφώνοντας πράγματι μια νέα ανάγνωση του βιβλίου. Και, βέβαια, τις εντυπώσεις κερδίζει η παντοδυναμία της εικόνας, το σκίτσο, οι ζωγραφιές του «μιλούν» ανάμεσα στα αυθεντικά λόγια του πρωτοτύπου, σε μια ισορροπία εξαιρετική.

Το «κλειδί» για να διαβαστεί αυτή η πρωτότυπη δουλειά είναι να αποστασιοποιηθεί ο αναγνώστης από όσα ήδη γνωρίζει (αληθινά ή όχι) για τον Ζορμπά του Καζαντζάκη. Να αφεθεί στην αφήγηση με τον τρόπο του Soloúp. Να δει από άλλη οπτική (μπαίνοντας μέσα στην εύγλωττη εικόνα) σκηνές συγκλονιστικές (όπως το λιντσάρισμα της χήρας), ή σκηνές απόλυτου φιλοσοφικού στοχασμού (όπως στο κεφάλαιο «Δέος» με τον ιερό τρόμο να εισβάλλει στη σκέψη του απλού θνητού μπροστά στον σιωπηλό και ανερμήνευτο κόσμο), ή ακόμη και σκηνές ευτράπελες, μικρά «ανοίγματα» στο καζαντζακικό σύμπαν. Αλλά και να ευχαριστηθεί με την ψυχή του την «εισβολή» του ίδιου του σκιτσογράφου στην ιστορία, στο κεφάλαιο «Συρτάκι» (καθόλου τυχαία η επιλογή της παρείσφρησης ακριβώς εκεί) σαν σχόλιο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου ή σαν μια «συζήτηση» με τον Καζαντζάκη ή, (ακόμη πιο εύστοχα) σαν μια αφορμή να σχολιαστεί η σύγχρονη αποδοχή του έργου, κυρίως από τη νέα γενιά, που γνωρίζει ίσως την ταινία, γνωρίζει σίγουρα το «συρτάκι» και τα συμπαρομαρτούντα, αγνοεί όμως πως η αρχή είναι ένα βιβλίο. Αναρωτιέται, παρεμπιπτόντως, κανείς αν η γνωριμία μέσω του κόμικ θα οδηγήσει και στην ανάγνωση του βιβλίου. Ωστόσο, και επειδή μιλάμε για τέχνη αυτόνομη (την 9η κατά σειρά), η αξία του συγκεκριμένου κόμικ είναι αναμφισβήτητη, ακόμη και χωρίς τη συμπόρευση με το βιβλίο – άλλωστε θα το υποτιμούσαμε, νομίζω, αν απλώς το θεωρούσαμε ένα «μέσον» και όχι αυτοδίκαια ένα σκοπό.

Μένω στα λόγια του  Soloúp, στο Σημείωμα που συνοδεύει το βιβλίο, γιατί δείχνει τον τρόπο που δούλεψε, τη σημασία που έδωσε στη δουλειά του, την αγωνία του να μην «προδώσει» το πρωτότυπο αλλά και την επιθυμία του να δημιουργήσει κάτι προσωπικά δικό του: «Πέρα όμως από τα βιβλία στα οποία βυθίστηκα ως νέος ‘χαρτοπόντικας’, πήρα τα πόδια μου να σεριανίσω, με κάθε ευκαιρία, εκεί που ακούμπησε το βλέμμα του ο Καζαντζάκης. Όχι αναζητώντας κάτι μεταφυσικά απροσδιόριστο, αλλά περισσότερο προσπαθώντας ν’ ανασυνθέσω, να φανταστώ, να υποθέσω, έστω μέσα από το δικό μου πρίσμα, έναν άλλο χρονότοπο. Τις πιθανές σκέψεις κι αφορμές στο μυαλό του συγγραφέα. Τα σημεία όπου, στη φαντασία του, ‘η αλήθεια παντρεύτηκε με το ψέμα’. Να δω τι μπορεί να απέμεινε από εκείνο το βλέμμα, στις γραμμές του ορίζοντα και των πραγμάτων. Αν έχουν οι γραμμές, οι πέτρες, να μου πουν κάτι». (σ. 514).

Ο Αντώνης Νικολόπουλος (Soloúp) αναμετρήθηκε με το θηρίο και τα κατάφερε!

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2024

Επιβιώνοντας στον αμερικάνικο Νότο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης εκδόσεις Οδός Πανός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Επιβιώνοντας στον αμερικάνικο Νότο

Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

 εκδόσεις Οδός Πανός

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ο μακρύς αγώνας των Αφροαμερικανών για μια ισότιμη ζωή • Fractal (fractalart.gr)

 


 

Ο μακρύς αγώνας των Αφροαμερικανών για μια ισότιμη ζωή

 

Ένα «παλίμψηστο πολιτιστικό πανόραμα», ονομάζει ο Αγησίλαος Αλιγιζάκης το πόνημα του ακαταπόνητου μελετητή Γεώργιου Νικ. Σχορετσανίτη Επιβιώνοντας στον αμερικάνικο Νότο. Παλίμψηστο, αλήθεια, καθώς η μελέτη εισχωρεί βαθιά στις ρίζες του αφρικανικού πληθυσμού στις νότιες πολιτείες των Η.Π.Α. από τον 17ο αιώνα μέχρι σήμερα., εξετάζοντας τα αλλεπάλληλα στρώματα μέσα στον χρόνο, γεμάτα από αγώνα για επιβίωση κάτω από τις πιο επαίσχυντες, απάνθρωπες συνθήκες, αλλά και τη μακρά πορεία από την πρώτη συνειδητοποίηση μέχρι την απελευθέρωση και την εν πολλοίς κατ’ επίφασιν ισότητα.

Στα πρώτα κεφάλαια παρουσιάζει τις συνθήκες καταναγκαστικής εργασίας στους ορυζώνες και στα καπνοχώραφα, τη διαστρωμάτωση μέσα στους κόλπους της ίδιας της κατάστασης δουλείας, με τους εξειδικευμένους εργάτες να διαχωρίζονται από τους απλούς, τις δύσκολες οικογενειακές σχέσεις, την επιπλέον καταπίεση των γυναικών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κεφάλαια που δείχνουν την πορεία από τα πιο δειλά αρχικά βήματα (για παράδειγμα, διεκδίκηση πιο ανθρώπινου ωραρίου, μέσα ωστόσο στα πλαίσια μιας εν μέρει αποδοχής του καθεστώτος δουλείας) μέχρι τα πιο συστηματικά και συνειδητά «άλματα» (κάποια πιο ειρηνικά αλλά κάποια πιο βίαια) προς την ποθητή ισότητα. Δικαιολογημένα, η απελευθέρωση επιτεύχθηκε πιο εύκολα στις βόρειες πολιτείες (το θέμα ήταν περισσότερο ιδεολογικό) παρά στις νότιες, όπου αφενός καθαρά οικονομικοί λόγοι αντιμάχονταν την κατάργηση της δουλείας, αφετέρου υπήρχε έντονος ο φόβος της επικράτησης των πολυπληθέστερων μαύρων, και μάλιστα με ίσα δικαιώματα.



Μέρος της μελέτης αφιερώνεται στον πολιτιστικό τομέα, αρχικά με έμφαση στα στοιχεία που έφεραν μαζί τους οι σκλάβοι από τις χώρες καταγωγής τους και σιγά σιγά ενσωμάτωσαν στο, έτσι κι αλλιώς, αμερικάνικό μωσαϊκό πολιτισμών. Όργανα μουσικής, αντικείμενα και εργαλεία, παραμύθια, θρύλοι, που βρήκαν νέο τόπο για τη διαιώνισή τους, αλλά και στερεοτυπικές εικόνες που υιοθετήθηκαν σκοπίμως και έδρασαν εναντίον του μαύρου πληθυσμού. Η λογοτεχνία, η ποίηση και η μουσική αποτέλεσαν τρόπους έκφρασης των σκλάβων αρχικά, των ελεύθερων πολιτών κατόπιν, με την επιδραστική δύναμη κυρίως της μουσικής να διαμορφώνει μεγάλο μέρος της σύγχρονης αμερικανικής κουλτούρας· θα μπορούσαμε να πούμε  πως έτσι ο μαύρος πληθυσμός κατά κάποιο τρόπο μοιάζει να «παίρνει το αίμα του πίσω» για όλα τα χρόνια της υποδούλωσης και του εξευτελισμού.

Κεφάλαιο αφιερώνεται στο κίνημα για την ισότητα και την κατάκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων, τα θύματα του ρατσισμού, τις πολιτικές δολοφονίες. Ειδικά μετά το 1968 και τη δολοφονία του Μάρτιν  Λούθερ Κινγκ, παρατηρείται μια ενδιαφέρουσα σύγκλιση (αποτέλεσμα συνειδητοποίησης της κοινής μοίρας) ανάμεσα στους Αφροαμερικανούς και τους Λατίνους ή τους Ασιάτες Αμερικανούς. Σημαντική η παράθεση (και εδώ όπως και σε όλα τα κεφάλαια) της σχετικής βιβλιογραφίας, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί  να ανατρέξει για περισσότερη μελέτη.

Μένω σε μια πολύ σημαντική παρατήρηση που ο μελετητής κάνει εν κατακλείδι, σχολιάζοντας τη σημερινή εικόνα που παρουσιάζει το θέμα της ισότητας. Γράφει:

«Η μεγαλύτερη πρόκληση στις μέρες μας, είναι  να ξεπεράσει κάποιος την αντίληψη ότι ο ρατσισμός είναι απλώς ατομική συμπεριφορά ή ηθική αποτυχία. Αυτή η αντίληψη προωθείται τόσο από τη λαϊκή κουλτούρα όσο και από την επίσημη ιδεολογία και αποτελεί μεγάλο εμπόδιο στην κατανόηση, ειδικά στις μέρες μας. Το βασικό εννοιολογικό καθήκον είναι η κατανόηση της διαφοράς μεταξύ της τυπικής νομικής ισότητας και της ουσιαστικής ίσης μεταχείρισης» (σ. 263).

Θα συμφωνήσω, γιατί στο πολιτιστικό εποικοδόμημα (εκεί εδράζονται τόσο οι θεσμοί, όπως οι νόμοι για παράδειγμα, όσο και οι νοοτροπίες) υπάρχει επίσης μια διαφοροποίηση ως προς τον βαθμό που επιδρούν και καθορίζουν τα διάφορα στοιχεία τις τελικές συμπεριφορές, άρα την εικόνα προς τα έξω του πολιτιστικού κάθε φορά μοντέλου. Και, δυστυχώς, οι νοοτροπίες έχουν τον πιο αργό ρυθμό διαφοροποίησης, παρουσιάζουν την πιο σθεναρή αντίδραση σε κάθε καινοτόμο βήμα της πολιτείας Μπορεί ο νομοθέτης να υποχώρησε μπροστά σε πολιτικές πιέσεις ή και από το βάρος της ιστορίας, η νοοτροπία όμως (με τους αργούς ρυθμούς της που δεν επιδέχονται εύκολα αλλαγές)  παραμένει βαθιά ριζωμένη ακόμα στη συνείδηση μιας μερίδας του πληθυσμού. Έτσι, εκεί που βλέπουμε σε ανώτατες πολιτικές θέσεις εκπροσώπους του μαύρου πληθυσμού, βλέπουμε και την πολιτική των διακρίσεων να θριαμβεύει στα όργανα καταστολής, και να δικαιολογείται στους κόλπους της συντηρητικής κατά βάση (έστω «δύσκαμπτης», όπως χαρακτηρίζεται από τον Σχορετσανίτη στο εισαγωγικό του κεφάλαιο) αμερικανικής κοινωνίας, τουλάχιστον σε ένα μέρος της.

Κοινωνία έντονων αντιθέσεων, σε κάθε περίπτωση, με το «ιδεολόγημα» της λευκής υπεροχής να ισχύει ακόμη. Απελευθερωμένοι, επομένως, οι σύγχρονοι Αφροαμερικανοί (ιδίως συγκρινόμενοι με τους προπάτορές τους), καλύπτονται από μια νομοθεσία που τους καταγράφει ως ισότιμους πολίτες, ωστόσο ακόμη δέσμιοι αναχρονιστικών αντιλήψεων, πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν το αυτονόητο της ισότητάς τους ή, ακόμη χειρότερα, το επίσης αυτονόητο στοιχειώδες δικαίωμά τους στη ζωή.


Διώνη Δημητριάδου

 

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2023

Η ΕΜΜΟΝΗ ANNIE ERNAUX Μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη Εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

 

Η ΕΜΜΟΝΗ

ANNIE ERNAUX

Μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη

Εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Η εμμονή» της Ανί Ερνό (κριτική) – «Δεν είναι πια η δική μου επιθυμία, η δική μου ζήλια, σε αυτές τι σελίδες» (bookpress.gr)

 


 

 

Δεν είναι πια η δική μου ζήλια

 

Ό,τι γράφει η Ernaux αφορά ως αρχικό κίνητρο τη δική της ζωή, την επεξεργασία του δικού της παρελθόντος. Επιχειρεί μια αυθεντική επιστροφή στις συνθήκες (αλλά και στη νοοτροπία) που τότε καθόριζαν τη ζωή της, σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και σε σχέση με τον κοινωνικό περίγυρο· μια σχέση ισορροπίας ανάμεσα σε αποδοχή και απόρριψη. Με τον τρόπο αυτό, μοιάζει το παρόν να απουσιάζει –μια συγγραφική κατάκτηση από τις δυσκολότερες– ή, έστω να υπάρχει ως ενοχή και ως ανάγκη έκφρασης μέσω της γραφής, επιτυγχάνοντας την ποθητή εξιλέωση. Με τα λιτά αφηγηματικά της μέσα, με τις επιλογές της σε αφηγηματικές τεχνικές, σε γλωσσική μορφή και ύφος, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις (που θα ήταν ίσως δικαιολογημένες μέσα από τη θεματική της), με τη συγκρατημένη γραφή, όπως αρμόζει σε μνήμες που εγκιβωτίζουν και αποκαλύπτουν θεμελιακές συγκρούσεις, θα μπορούσαμε να πούμε πως «διδάσκει» τον ενδεδειγμένο τρόπο προσέγγισης μιας αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας, που δεν υποκρύπτει το προσωπικό βίωμα κάτω από μυθοπλαστικές παραποιήσεις/ωραιοποιήσεις αλλά το παρουσιάζει με ευθεία και συχνά ωμή αναφορά σε αυτό. Διαμορφώνει το προσωπικό της βίωμα, έτσι που να εκβάλλει στις ζωές όλων μας, αρχικά με τη αυθεντικότητα του ιδιωτικού βίου, στον οποίο μας επιτρέπει την παρείσφρηση, αλλά κατόπιν ως κοινωνικό σχόλιο που αφορά και αγκαλιάζει ομοειδείς περιπτώσεις. Ανατέμνοντας τα γεγονότα που καθόρισαν τη δική της πορεία, επεκτείνει τη σημασία τους συνεκτιμώντας τις κοινωνικές συνθήκες καθώς και, κυρίως, το ήθος των προσώπων και τις νοοτροπίες που επέδρασαν (αλλά και διαχρονικά εν πολλοίς επιδρούν ακόμη) διαμορφώνοντας το πλαίσιο για τις συγκεκριμένες συμπεριφορές. αποτελώντας μια καταγραφή εποχής, με γεγονότα, πρόσωπα, ατμόσφαιρα και νοοτροπίες. Μείξη του ατομικού με το κοινωνικό, ώστε να αποκαλύπτεται αφενός η αμφίδρομη σχέση που τα διέπει, αφετέρου η ικανότητα της γραφής, εκκινώντας από την προσωπική, ιδιωτικής σημασίας, μνήμη, να φθάνει στη διατύπωση σημαντικού κοινωνικού σχολιασμού. Κάτω από αυτό το πρίσμα, μπορούμε να πούμε ότι κάθε βιβλίο της αφορά ένα πραγματικό γεγονός της ζωής της, που αξίζει να αποτυπωθεί στη γραφή (ίσως ως μια ανάγκη αναμέτρησης με το παρελθόν), και κατόπιν, με τη μορφή συντελεσμένου πλέον συγγραφικού έργου, συνιστά έναν «κοινό τόπο» για όλους εμάς τους αποδέκτες της γραφής της – τόπο κοινής οπτικής, παρόμοιας ή κοινής ίσως μνήμης, εν τέλει τόπο κοινού προβληματισμού. Μια γραφή που, όσο διαφέρει ως μορφή από την κλασική μυθοπλασία, τόσο την προσεγγίζει επιδραστικά ως ουσιαστικό περιεχόμενο.

Η Εμμονή, εστιάζει σε μια ακραία συνθήκη ζήλειας, την οποία βίωσε η Ernaux, όταν μετά από σχέση έξι χρόνων (που διέλυσε με δική της πρωτοβουλία) δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την επιλογή του πρώην συντρόφου της να συζήσει με μια άλλη γυναίκα. Χωρίς να γνωρίζει ποια ήταν αυτή η γυναίκα, νόμιζε πως τη συναντούσε παντού, την είχε στοιχειώσει η «άυλη» παρουσία της. Με τη λογική κατανοούσε πως δεν είχε το παραμικρό δικαίωμα επάνω στη ζωή του και στις επιλογές του, ωστόσο το θυμικό της αδυνατούσε να συμβιβαστεί με τη νέα πραγματικότητα. Η Ernaux, επιστρέφοντας στις τότε συνθήκες, περιγράφει αλλά και αισθάνεται ξανά όλα τα στάδια από τα οποία πέρασε, μέχρι να απελευθερωθεί από αυτή την κατάσταση ηθελημένου «εγκλεισμού» στην εμμονή της, που δεν την άφηνε να ζει μια φυσιολογική ζωή. Όπως και στα άλλα της βιβλία, έτσι κι εδώ, όσο κι αν προέχει το προσωπικό της βίωμα, κατανοείς πως εμμέσως απευθύνει τον λόγο στους άγνωστους ανθρώπους που πιθανόν θα ιδιοποιηθούν τη δική της εμπειρία. Μια συνειδητή γραφή, ειλικρινής απέναντι στον εαυτό της ως προς την αποτύπωση του  βιώματος αλλά και απέναντι στον αποδέκτη της που εν δυνάμει ταυτίζεται μαζί της, καθώς γράφοντας έχει την επίγνωση πως του «ανοίγει» το τοπίο, τη θέα τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Μετατρέπει, εν προκειμένω, τη δική της ζήλεια σε φαινόμενο ζήλειας. Αναλύοντας τον εαυτό της απέναντι σ’ αυτό το ψυχοφθόρο μα και παράλογο συναίσθημα, στην ουσία μιλά για μια κατάσταση (ίσως αναπόφευκτη) των σχέσεων. Είναι ο τρόπος που έχει να καθιστά ενδιαφέρον ένα γεγονός της ζωής της, που ίσως κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δεν θα ενδιέφερε κανέναν άλλο εκτός από την ίδια. Εύγλωττο το εξώφυλλο του βιβλίου, με τον καθρέφτη στη θέση του προσώπου.



Χρειάζεται, νομίζω, μια ιδιαίτερη μνεία στη μετάφραση του βιβλίου (στην ουσία το σχόλιο αφορά όλα τα βιβλία της Ernaux, μεταφρασμένα από τη Ρίτα Κολαΐτη). Η λιτότητα των αφηγηματικών μέσων δεν συνεπάγεται και ευκολία στην απόδοση της γραφής αυτής σε άλλη γλώσσα. Ίσα ίσα, πρέπει ο μεταφραστής να εννοήσει πίσω από την απλή λέξη το βαθύτερο νόημα, προκειμένου να μην «προδώσει» τη συγγραφική πρόθεση, και αυτό το έχει επιτύχει στην εντέλεια η ικανή μεταφράστρια. Το κείμενο στην ελληνική του απόδοση «μιλάει» στη γλώσσα μας, γι’ αυτό και εύκολα μπορούμε να εισχωρήσουμε ως «παρείσακτοι» αρχικά στο ξένο βίωμα, κι όμως να το νιώσουμε δικό μας.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

Γράφω σημαίνει, πρωτίστως, ότι δεν είμαι ορατή από κανέναν. Άλλοτε, μου φαινόταν αδιανόητο, φρικτό, το να προσφέρω το πρόσωπό μου, το βλέμμα μου, τη φωνή μου –οτιδήποτε συνιστούσε την ιδιαιτερότητα της ύπαρξής μου– στο βλέμμα του οποιουδήποτε στην κατάσταση συντριβής και εγκατάλειψης όπου βρισκόμουν, ενώ σήμερα δεν νιώθω καμιά ντροπή, ούτε καμιά πρόκληση, στο να εκθέσω και να εξερευνήσω την εμμονή μου. Για να πω την αλήθεια, δεν νιώθω απολύτως τίποτα. Προσπαθώ απλώς να περιγράψω το φαντασιακό Κι τη συμπεριφορά αυτής της ζήλιας που ρίζωσε μέσα μου, να μετατρέψω το ατομικό και το ενδόμυχο σε μια ευαίσθητη και καταληπτή ουσία την οποία άγνωστοι άνθρωποι, άυλοι τη στιγμή που γράφω, ίσως να την ιδιοποιηθούν. Δεν είναι πια η δική μου επιθυμία, η δική μου ζήλια, σε αυτές τις σελίδες, είναι, η επιθυμία, η ζήλια· δουλεύω αόρατη. (σσ. 40-41).