Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019

«Γιώργος Δουατζής-Απάνθισμα (1976-2018)» (επιμέλεια: Γιώργος Ρούσκας) εκδόσεις Στιξις



Γιώργος Δουατζής-Απάνθισμα 
(1976-2018)

(επιμέλεια: Γιώργος Ρούσκας)

εκδόσεις Στιξις







Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Στίξις σε επιμέλεια Γιώργου Ρούσκα το βιβλίο  «Γιώργος Δουατζής-Απάνθισμα (1976-2018)», με ένα σχέδιο του ζωγράφου Μιχάλη Αμάραντου.
Με το Απάνθισμα αυτό, ο αναγνώστης έχει μια συνολική εικόνα της εκδοτικής πορείας σαράντα δύο ετών της ποίησης του Γ. Δουατζή.
Ο Γιώργος Ρούσκας επέλεξε (απάνθισε) στίχους του Γιώργου Δουατζή από διακόσια εξήντα τέσσερα ποιήματα των ποιητικών συλλογών Τα κάτοπτρα, Το κόκκινο κασκόλ, Σχεδίες, Σπονδές, Τα κόκκινα παπούτσια, Προς δέκα επιστολή-Τα ανεπίδοτα, Γραφτά και των ποιητικών συνθέσεων Χρόνου Σκιά και Πατρίδα των καιρών. Στο βιβλίο υπάρχει επίσης πλήρης εργογραφία του Γ. Δουατζή.






Ο επιμελητής του Απανθίσματος Γ. Ρούσκας, μεταξύ άλλων

 αναφέρει στον πρόλογο:

Προσπάθησα να επιτύχω κάθε επιλογή, φέρουσα

στο ακέραιο την προσωπική μου ευθύνη, να

 μπορεί να στέκεται αυτόνομα, χωρίς τη βοήθεια

 των στίχων που είχαν προηγηθεί ή ακολουθούσαν

 στο ποίημα. Κάθε  πολύτιμο ορυκτό που ανέσυρα

 από το ποιητικό είναι του Γιώργου Δουατζή, να έχει να πει από

 μόνο του κάτι ολοκληρωμένο. Να επιτελεί, εν ολίγοις, αυτό που

 κάνει ένα λευτερωμένο από δεσμεύσεις στίχων, αριθμών και

 συλλαβών χαϊκού: να ενεργοποιεί την Ποίηση, εντός του

 αναγνώστη. Η διάρθρωση προτίμησα να γίνει ανά ποιητική συλλογή

 ή σύνθεση (για τα πεζά του, ο πειρασμός είναι εξίσου μεγάλος), με

 ταξινόμηση φθίνουσα χρονολογικά, από το 2018 ως το 1976. Το

 βιβλίο, μπορεί να διαβαστεί με οιαδήποτε επιλογή σελίδας ή στίχων,

 εν συνεχεία ή αποσπασματικά, ακόμη και καθημερινά, διαβάζοντας

 λίγο κάθε ημέρα.



Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Το ιστολόγιο (blog) Με ανοιχτά βιβλία προτείνει Το βιβλίο της εβδομάδας Κόρκυρα Κατερίνα Χανδρινού εκδόσεις Κείμενα


Το ιστολόγιο (blog) Με ανοιχτά βιβλία

προτείνει

Το βιβλίο της εβδομάδας



Κόρκυρα

Κατερίνα Χανδρινού

εκδόσεις Κείμενα





Με υπότιτλο Ένα συνοριακό εγχειρίδιο, η Κατερίνα Χανδρινού γράφει ένα αφήγημα που παρά το μικρό του μέγεθος (εγχειρίδιο πράγματι) ανοίγει περισσότερους ορίζοντες από αυτόν που ο (εν μέρει παραπλανητικός) τίτλος του αφήνει να καταλάβει ένας ανυποψίαστος αναγνώστης. Δεν πρόκειται για περιπλάνηση στο νησί της Κέρκυρας ούτε περιλαμβάνει οδηγίες προς τους επισκέπτες. Άλλωστε η επιθεματική προσδιοριστική λέξη συνοριακό στο εγχειρίδιο του υπότιτλου πρέπει να προϊδεάσει για κάτι διαφορετικό. Η Κατερίνα Χανδρινού γράφει ένα κείμενο προσωπικής εσωτερικής καύσης, που αφορά κάτω από αυτή την οπτική την ίδια, ωστόσο αφήνει ανοιχτά παράθυρα για την εισχώρηση στον κόσμο της – κοινή άλλωστε ανθρώπινη συνθήκη οι οικείοι τόποι  που επιμένουν να προσκαλούν σε επώδυνες επιστροφές. Απαραίτητη προϋπόθεση, φυσικά,  να διαβείς το σύνορο. Να μπορείς να δεις το λεπτό νήμα που συνδέει το τώρα με το παρελθόν, να εννοήσεις πως η μνήμη δεν είναι μια σκονισμένη σοφίτα με πολυκαιρισμένα αντικείμενα που την επισκέπτεσαι ευκαιριακά, όποτε θέλεις να ανασύρεις κάτι· η μνήμη είμαστε ό,τι γίναμε μέσα στα χρόνια, όσα φέρουμε μέσα μας από τους προηγούμενους, η μνήμη είμαστε εμείς στο σήμερα.
Με μια γραφή συναισθηματική όσο πρέπει, σοφά συγκρατημένη περισσότερο, η Χανδρινού ανακαινίζει το πατρογονικό σπίτι και στοχάζεται για αυτά που κουβαλά (συνειδητά ή όχι) μέσα της από το παρελθόν ως τόπο αλλά και ως πρόσωπα. Κοιτάζει παλιές φωτογραφίες ασπρόμαυρες με την αυτονόητη, πλην παρανοϊκή όπως θα πει, ιδέα πως το ’50 δεν υπήρχαν χρώματα. Από τα απομεινάρια ενός σπιτιού που η ζωή του φθίνει αναζητά τα δικά της σημάδια/αποτυπώματα δίπλα σε ανθρώπους που τη βλέπουν πλέον σαν ξένη, επισκέπτρια, και τη ρωτούν πότε θα φύγει, γιατί διασαλεύει τις ισορροπίες.

Αποσπάσματα από το βιβλίο:



Μα εγώ δεν ήρθα εδώ για διακοπές· ήρθα για να φτιάξω, να στερεώσω. Ήρθα να ζητήσω, να συζητήσω. Ήρθα να ψάξω, να βρω. Να ξεθάψω. Να ενώσω τις τελίτσες. Να αποκαταστήσω. Να ποτίσω. Να δέσω. Να ενώσω τα σπασμένα ντουβάρια. Να ξεφυλλίσω. Να ξεθάψω. Να δώσω απαντήσεις. Να αδειάσω συρτάρια. Να ανταποδώσω. Είμαι σε αποστολή και δεν είναι δυνατόν να ξέρω πότε θα φύγω. (σελ. 49)

Ο δίσκος σερβιρίσματος ήταν ένας καθρέφτης σπασμένος. Στην επιφάνεια σχηματιζόταν το είδωλο της Κερκυραίας γιαγιάς, καθισμένης σε πάγκο ανάστατο, και λίγο ζοχαδιασμένης. Και η ρωγμή, μολονότι βαθιά κι εκτεταμένη, ήταν αδιόρατη γιατί συνέπιπτε ακριβώς με τη γραμμή των χειλέων της. […]σχεδόν τους ένοιαζε ο δίσκος περισσότερο παρά το κέρασμα. Σαν η επίσκεψή τους να είχε ακριβώς αυτόν τον σκοπό: να δουν το παζλ να αποσυναρμολογείται, να κερματίζεται, να σκορπίσει η γιαγιά, κι εκείνοι, επιτέλους, να κοπούν. (σελ. 78-79)


Κατερίνα Χανδρινού, Κόρκυρα, εκδόσεις Κείμενα



Αξίζει μια μνεία στις εκδόσεις Κείμενα που επανέρχονται τώρα σε μια νέα διαδρομή στον χώρο των βιβλίων  ύστερα από την εμβληματική πρώτη τους παρουσία από τον Φίλιππο Βλάχο, που τελείωσε με τον θάνατό του το 1989. Ο γιος του ο Φοίβος Βλάχος εισέρχεται στον χώρο των εκδόσεων (ως εκδότης πλέον) διατηρώντας τον ίδιο τίτλο "Κείμενα", ως νοητή συνέχεια του αρχικού εκδοτικού οίκου του πατέρα του. Τα πρώτα δείγματα εξαιρετικά.



Διώνη Δημητριάδου

Δεν είμαι ο νέγρος σου (μια ταινία του Raoul Peck) James Baldwin επιλογή και επιμέλεια κειμένων Raoul Peck μετάφραση: Ισμήνη Θεοδωροπούλου εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon


Δεν είμαι ο νέγρος σου

(μια ταινία του Raoul Peck)

James Baldwin

επιλογή και επιμέλεια κειμένων Raoul Peck

μετάφραση: Ισμήνη Θεοδωροπούλου

εκδόσεις Πόλις
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon
https://www.vakxikon.gr/baldwin-review/




Μια απλή αλήθεια διατυπώνει ο Τζέιμς Μπόλντουιν:
«Οι λευκοί πρέπει να προσπαθήσουν να βρουν μες στην καρδιά τους τον λόγο που τους ήταν εξαρχής απαραίτητο να έχουν έναν ‘αράπη’, γιατί δεν είμαι ‘αράπης’, είμαι άνθρωπος. Αν όμως εσείς με θεωρείτε αράπη, αυτό σημαίνει πως έχετε ανάγκη τους αράπηδες».
Αυτή στην ουσία είναι η βάση κάθε μορφής ρατσισμού: η ομάδα με τα όμοια χαρακτηριστικά επινοεί κάθε φορά τον διαφορετικό, προκειμένου να νιώσει ασφαλής και να διατηρήσει συμπαγή την ενότητά της απέναντι στον νοούμενο εχθρό. Στον βωμό αυτής της αντίληψης (που δυστυχώς είναι εγγενής στην κάθε ομάδα ως στοιχειώδης ασφαλιστική δικλείδα της διαιώνισής της) αριθμούνται πλείστα όσα θύματα ανά τους αιώνες. Και αν αυτή η διαπίστωση έλκει την αρχή της από την «εκ φύσεως» κατασκευή των ομάδων, υπάρχει ένα άλλο κατασκεύασμα πολιτικής σκοπιμότητας στηριγμένο στο ιδεολόγημα της αναγκαίας αποικιακής εξάπλωσης ως πολιτιστικής δραστηριότητας, που υποδουλώνει τους θεωρούμενους κατώτερους και άρα εκμεταλλεύσιμους. Ο Αϊτινός σκηνοθέτης και πολιτικός ακτιβιστής Ραούλ Πεκ θεώρησε από νωρίς τον Μπόλντουιν «δικό του», όπως λέει, καθώς του έδινε την εικόνα του κόσμου  του, όπως ακριβώς ήταν, με τη διαφορετικότητά του ως άξια διακριτή οντότητα· η χώρα του ήταν η πρώτη ελεύθερη στην αμερικανική ήπειρο, μόνο που κανείς δεν μίλαγε γι’ αυτό, γιατί θα κατέρρεε το επιχείρημα της αποικιακής εξάπλωσης προς τους «κατώτερους» λαούς. Ζώντας στην Αμερική των διακρίσεων (με απροκάλυπτα βίαιο ή με έξυπνα δουλεμένο έμμεσο πολιτικό τρόπο) κατανόησε γρήγορα πως όσοι μίλαγαν για δικαιώματα στη χώρα του μυθικού ονείρου, δεν ήταν αντάρτες και ταραξίες αλλά πολιτικά πρόσωπα και κοινωνικοί διαμορφωτές, που καταδείκνυαν την ανισότητα και τον ρατσισμό πίσω από την προπαγάνδα για τη μία και μοναδική Αμερική. Μόνο που οι πιο ένθερμοι από αυτούς κατέληγαν δολοφονημένοι – ο Μέντγκαρ Έβερς το 1963, ο Μάλκολμ Χ το 1965 και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ το 1968. Ο Μπόλντουιν σκόπευε να γράψει ένα βιβλίο γι’ αυτούς, όμως δεν πρόλαβε. Ο Ραούλ Πεκ στηρίχτηκε στις σημειώσεις του Μπόλντουιν (επιστολές, σχόλια, χειρόγραφα, ομιλίες κ.λπ.) για να φτιάξει το ντοκιμαντέρ του I’m Not Your Negro το 2016, σχετικά με τη ζωή του Μπόλντουιν και την κοινωνία των διακρίσεων. Και μετά,  το ντοκιμαντέρ έγινε βιβλίο. Έτσι το βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις σε καλή μετάφραση της Ισμήνης Θεοδωροπούλου και με το απαραίτητο φωτογραφικό υλικό, μας ανοίγει ένα παράθυρο στη σκέψη του Μπόλντουιν και μέσα από τα δικά του λόγια δίνει μια σαφή εικόνα των φυλετικών διακρίσεων απομυθοποιώντας ταυτόχρονα πρόσωπα περιβεβλημένα μέσα στα χρόνια με μια λάμψη που συσκοτίζει τις προθέσεις τους, καθιστά ασαφή τα όριά τους ως δυναμικές πολιτικές προσωπικότητες του προοδευτικού χώρου –παράδειγμα οι Κέννεντυ– ή αποκαλύπτει την εύστοχη και αποτελεσματική προπαγάνδα της λαμπερής κινηματογραφικής μηχανής. Όλο το σύστημα, όλος ο μηχανισμός της αμερικανικής πολιτικής, στην προσπάθεια να δημιουργηθεί μια στρεβλή, παραπλανητική εικόνα. Είτε περιθωριοποιούνται οι μαύροι πολίτες και διώκονται σε ένα «κυνήγι μαγισσών»  είτε η εξουσία εμφανίζει το πιο προοδευτικό της πρόσωπο και επιδιώκει την ενσωμάτωση των αντιθέσεων μέσα από το απλουστευτικό επιχείρημα/ιδεολόγημα πως οι αντιθέσεις και οι ανισότητες απλώς δεν υφίστανται.


 Ο Μπόλντουιν κατανοώντας τους μηχανισμούς υποταγής και εξαπάτησης  διαρκώς υπενθυμίζει πως ο ίδιος δεν μισούσε τους λευκούς· πίστευε πως η δράση τους δεν πήγαζε από το χρώμα τους αλλά από κάτι άλλο πιο βαθύ και πιο δυνατό που καθοδηγούσε τον ρατσισμό τους.  Ταυτόχρονα δείχνει τα κοινά σημεία των τριών δολοφονημένων ηγετών του κινήματος των μαύρων παρά τη διαφορετική τους αφετηρία και το διαφορετικό πεδίο, στο οποίο ο καθένας δραστηριοποιήθηκε. Για παράδειγμα για τον Μάλκολμ Χ ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ήταν ένας μοντέρνος ή θρήσκος «μπαρμπα-Θωμάς», διαφωνώντας μαζί του για την επιλογή της παθητικής αντίστασης και καταδικάζοντας τη μη βίαιη αντιμετώπιση ως αδράνεια· ωστόσο και οι δύο πρόσφεραν πολλά στο κίνημα. Και εστιάζει συχνά στο τεράστιο πρόβλημα της απάθειας του μέσου Αμερικανού ή χειρότερα ακόμα της αδιαφορίας και της άγνοιας – με τη διευκρίνιση πως αυτή η στάση αφορά δυστυχώς και λευκούς και μαύρους πολίτες.
«Το θέμα είναι τούτη η απάθεια και η άγνοια, που είναι το τίμημα της πολιτικής του διαχωρισμού. Αυτό σημαίνει διαχωρισμός. Δεν ξέρεις τι συμβαίνει στην άλλη πλευρά του τείχους, επειδή δεν θέλεις να ξέρεις».
Ο Μπόλντουιν στρέφει την προσοχή στο μείζον θέμα, στο «κλειδί» που ξεκλειδώνει συμπεριφορές και κάνει όλο τον εξουσιαστικό μηχανισμό να τρέμει νιώθοντας πως απειλείται η ησυχία του. Πρώτο βήμα η συνειδητοποίηση της θέσης σου μέσα σ’ έναν κόσμο που σου αρνείται τα στοιχειώδη θεωρώντας σε κατώτερο ον, κατόπιν η αναζήτηση συμμάχων, όπου κι αν βρίσκονται αυτοί. Έτσι, μόνον  έτσι, μπορείς  να ορθώσεις το ανάστημά σου και να διεκδικήσεις το δικαίωμά σου να ζεις ελεύθερος στην ίδια πατρίδα με όσους σου την αρνούνται.
[…] «τη στιγμή που επιχειρείς να ορθώσεις το ανάστημά σου και να κοιτάξεις τον κόσμο κατάματα σαν να έχεις το δικαίωμα να βρίσκεσαι εδώ, επιτίθεσαι σε όλη τη δομή του δυτικού κόσμου».
Ο Μπόλντουιν ένιωσε πως το μόνο του όπλο μέσα στη χώρα που ονόμαζε πατρίδα του, όπως και οι λευκοί συμπατριώτες του, ήταν να γίνει συγγραφέας. Τα βιβλία που έγραψε για την αξιοπρέπεια των μαύρων, για το δικαίωμά τους στη ζωή, αποδεικνύουν πως σωστά επέλεξε αυτόν τον τρόπο έκφρασης. Ο Ραούλ Πέκ, από την άλλη, διέσωσε τις τελευταίες σκέψεις του Μπόλντουιν και τις απέδωσε πρώτα στην οθόνη και μετά στο βιβλίο· τις μεταμόρφωσε σε ιστορία.
«Η ιστορία του νέγρου στην Αμερική
είναι η ιστορία της ίδιας της Αμερικής.
Και δεν είναι μια ωραία ιστορία».


Διώνη Δημητριάδου


Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

Ο "Φταίχτης" στη Λέσχη μας! (19-12-2019) Φωτογραφίες



Ο "Φταίχτης" στη Λέσχη μας!
(19-12-2019)
Φωτογραφίες



Χθες, Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019, στη Λέσχη Ανάγνωσης Ενηλίκων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής, συζητήσαμε  τον «Φταίχτη», το μυθιστόρημα των δύο συγγραφέων, της Εύας Μαθιουδάκη και του Κωστή Σχιζάκη, Μαζί μας ήταν η Εύα Μαθιουδάκη, ενώ ο Κωστής Σχιζάκης, βρισκόμενος στο Ηράκλειο της Κρήτης,  μας μίλησε μέσα από το video που έφτιαξε ειδικά για τη συνάντησή μας. Ήταν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συναντήσεις, με εύστοχες αναλύσεις του βιβλίου από τα μέλη και τους φίλους της Λέσχης μας. 


















Ευτυχής συγκυρία, η συνάντησή μας συνέπεσε με την έκθεση για το έργο του ζωγράφου Αλέκου Κοντόπουλου που οργάνωσε στον ίδιο χώρο η Δημοτική Βιβλιοθήκη.








Η επόμενη συνάντηση ορίζεται για τις 23 Ιανουαρίου 2020, οπότε θα υποδεχθούμε την ομότιμη καθηγήτρια φιλοσοφίας του Α.Π.Θ. Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, για να συζητήσουμε μαζί της τη μυθιστορία της «Τρυφερός Σύντροφος», εκδόσεις Άγρα.




Οι συντονίστριες της Λέσχης
Διώνη Δημητριάδου
Δήμητρα Καραχάλιου

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

Ως άλλος Τάλως Γιώργος Ρούσκας εκδόσεις Κοράλλι η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr


Ως άλλος Τάλως

Γιώργος Ρούσκας

εκδόσεις Κοράλλι
η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr
http://frear.gr/?p=26437









ο ποιητής εν εγρηγόρσει

Η ποίηση αναζητά το κέλυφος των έσω νοημάτων της, προκειμένου να γίνει διαβατός ο δρόμος που οδηγεί από τον δημιουργό στον αποδέκτη. Έτσι συχνά ανακαλύπτει συμβολισμούς και σημαίνουσες εικόνες που αποκρυπτογραφούνται με την προσεκτική και επαρκή ανάγνωση στα πολλαπλά σημαινόμενά τους· είναι τότε που ο αναγνώστης νιώθει πως έχει αγγίξει τον ποιητικό λόγο, πως έχει εισχωρήσει στον νοηματικό του πυρήνα μέσα από τη δική του ερμηνευτική οδό – μια συνθήκη ιδανική για την ποιητική μέθεξη. 

Ο Γιώργος Ρούκας, ως θηρευτής των μυθικών συμβόλων, επιλέγει στην πρόσφατη συλλογή του τον ήρωα Τάλω, αυτόν που ως υπερμεγέθης και τρομερός γίγαντας φύλαγε τα θαλασσινά περάσματα προς το νησί της Κρήτης και απομάκρυνε με βίαιο τρόπο τους πιθανούς εισβολείς. Κατασκεύασμα του θεού Ήφαιστου είχε σμιλευθεί από χαλκό για να είναι η ισχύς των μυώνων του αδιαμφισβήτητη – τρόμος των εχθρών. Στις μεταλλικές του φλέβες έρρεε το αίμα των θεών (ιχώρ) καθιστώντας τον αθάνατο με μόνο ένα τρωτό σημείο σαν όλες τις μυθικές αθανασίες. Γνώστης ο ποιητής της ιδιαίτερης παρουσίας του γίγαντα, τον ξεχώρισε και μοιράστηκε μαζί του τις ποιητικές του αναφορές, προσφέροντας έτσι το ένα μισό του συμβόλου του και αναμένοντας το άλλο μισό από την πλευρά της ανάγνωσης· τα δύο μισά να ενωθούν στην ποθητή εικόνα.

Στο ποίημα που ανοίγει την πόρτα στα υπόλοιπα, με τη μνεία του ήρωα από τον Απολλόδωρο: «Ούτος ο Τάλως τρις εκάστης ημέρας την νήσον περιτροχάζων ετήρει», ο ποιητής φέρνει τη μυθική αρχαία θρησκεία σε συνύπαρξη με την τωρινή για να βρεθούν μαζί ο Τάλως με τον χαλκοκαλόγερο του ποιήματος, κι έτσι ενωμένοι να εισχωρήσουν στο ερώτημα που διατρέχει σε διαφορετικές μορφές όλη τη συλλογή: πού ν’ ο χαλκοκαλόγερος γιόκα μου μήπως ξέρεις;, ξεκινώντας έτσι την αναζήτηση της αρωγής, που κρίνεται αναγκαία τι ν’ ο εχθρός αόρατος οι μάχες καλυμμένες. Ο ποιητής ανοίγει εδώ μια χαραμάδα σε εσωτερική φλεγόμενη εικόνα, κι ας μην είναι ακόμη ορατή στο μέγεθός της αλλά και στην πίκρα της. Νιώθεις, όμως, ήδη πως η ανάγκη της έκφρασης αυτή τη φορά είναι πιο επιτακτική, όσο και το μοίρασμα μιας προσωπικής οδύνης με τους άλλους, σε αντίθεση με τις προηγούμενες ποιητικές του καταθέσεις. Αυτή η ιδιαίτερη συνθήκη που χαρακτηρίζει την πρόσφατη συλλογή του διακρινόταν στο προηγούμενο βιβλίο του (Πεντάγραμμο φεγγάρι, εκδόσεις Σοκόλη), καλυμμένη ωστόσο πίσω από τη θεατρική μορφή και τον συσχετισμό με τον άλλο ποιητή – η σύνδεση με τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου. Εδώ όλα ανοιχτά από την αρχή, ώστε να μη μείνει καμία αμφιβολία για την ευθύτητα του λόγου, για την πρόσκληση του ποιητή προς τον αναγνώστη να εισχωρήσει στον ιδιωτικό χώρο. 

Ο ποιητής, ως άλλος Τάλως/στα όρια της γλώσσας/Ποίησης Λόγος, νιώθει το χρέος του απέναντι σε οικείους και μη, το ποιητικό καθήκον να μιλήσει, να επισημάνει, να προφυλάξει ίσως, αν το μπορεί, να δηλώσει την παρουσία του σε μια εποχή που αφύλακτες διαβάσεις παντού επιτρέπουν αλώσεις απροκάλυπτες ή διαβρώσεις εσωτερικές και αόρατες. Είναι ικανή η ποίηση –μακάρι και δυνατή– να αποτελέσει το φράγμα στη χειμαρρώδη  εισβολή; Ο ποιητής θα ρωτήσει: εσύ ποιητή […] μόνο να γράφεις ξέρεις;/αφήνεις το  μολύβι πού και πού από το χέρι/ή μέσα από την ποίηση ζεις ό,τι απομένει; Ερώτημα προς εαυτόν στην ουσία, που ενδεχομένως απαντά στην ικανότητα της ποίησης να αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό μιας επιδιωκόμενης αφύπνισης. Ίσως απαντώντας ο ποιητής στο ίδιο του το ερώτημα, εντάσσει την καθημερινότητα της ζωής με τον δικό της πόνο, καθόλου μα καθόλου ποιητικό και ασαφή, στο ποίημα Οπτική Γωνία, γράφοντας: ο μοναχός απ’ το κελί αφουγκράζεται τη Θεία Δημιουργία/ο Νίκος την Πατησίων πίσ’ από τζάμια λερωμένα/του κόσμου αντανακλάσεις μ’ εκπτώσεις βλέπει η Ακριβή/στις λαμπερές βιτρίνες της Γλυφάδας. Όσο ο ποιητικός λόγος βλέπει έξω από τους εν μέρει και αναπόφευκτα παραμορφωτικούς καθρέφτες της απομόνωσής του, τόσο θα αγγίζει την πραγματική ζωή – άλλωστε η αφορμή για την ποιητική δημιουργία βρίσκεται εκεί έξω. Ο πρόσφυγας στα σύρματα, ο μετανάστης, ο άνεργος, μέσα στη δική τους μοναξιά ανακαλύπτονται από τον ποιητή, εισέρχονται στο ποίημα ως επίσημοι καλεσμένοι.


Ο ποιητής βρίσκεται σε κατάσταση εγρήγορσης – αν είναι αυτός που βλέπει καθαρά, αν η ευαισθησία του επιτρέπει ένα διάφανο τοπίο εμπρός του, ας μιλήσει. Στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής (ως άλλος Τάλως) τούτο καθίσταται φανερό. Μέσα σ’ αυτό το εξαιρετικό από κάθε άποψη στιχούργημα βρίσκουν τη θέση τους: του Πόε το κοράκι, της Γώγου τα κατάμαυρα πουλιά, εκεί δίπλα στον δίδυμο γύπα του Προμηθέα. Όλα ταγμένα σε έναν σκοπό, να σου ξεσκίζουνε τα σωθικά. Είναι ισχυρός ο Τάλως; Είναι, αρκεί να μη βρεθεί το αδύναμο εκ γενετής σημείο του, ικανό να τον καταστρέψει, να τον αφανίσει, να τον καταστήσει ίσο με τον άμοιρο θνητό που αιμορραγεί μέχρι θανάτου. Επιστρατεύει ο ποιητής όσα έχει πρόσφορα: τη συμβουλή της μάνας, τον έρωτα, τη φύση (σταθερή αναφορά σε όλη την ποιητική παρουσία του Ρούσκα), συντρόφους ποιητές, τροφοδοτεί τα ποιήματά του με ιαματικές συνταγές, μήπως και ο ίδιος ο ποιητικός λόγος από μόνος του δεν επαρκεί – ράσο ο λόγος/σε Πόνου μοναστήρι/Τάλως μοναχός. Η ποίηση βλέπει το μαύρο μέσα της: τα ράσα της ψυχής/μαύρο βαρύ τα μούσκεψε και πώς να τα σηκώσεις; και μεταλλάσσεται σε ηχηρή κραυγή: κι εγώ/εγώ τι κάνω; 

Η μυθική Μήδεια και ο σύντροφός της ο Ιάσων βρήκαν το αδύνατο σημείο, τη μόνη ατέλειά του, και (ο Τάλως έφυγε)/και δεν γυρίζει πίσω. Στους ακροτελεύτιους στίχους της ποιητικής σύνθεσης (στην ουσία για  ένα μόνον ποίημα πρόκειται που περικλείει τα πάντα) ο ποιητής υπενθυμίζει το μαύρο χρώμα που κυριαρχεί στου πόνου το ταλάνισμα σ’ απύθμενο σκουλήκι/που μπήκε μέσα στις ψυχές κι αναπαμό δεν έχουν. Το μαύρο αυτό δεν άνοιξε καθόλου τον χρωματισμό του σε πιο λαμπερό, ούτε όταν ο αρχαίος Τάλως ενδύθηκε για λίγο την άλλη εκδοχή του ως ηλιακή θεότητα. Έτσι, καταλήγει ο ποιητής: σε όλα πάνω επέδρασε σε όλα ενυπάρχει/ως άλλος Χρόνος γήινος ως άλλος άυλος Τάλως

Στο εξώφυλλο (σε σχέδιο της Νεφέλης Μαρίνας Ρούσκα) η μορφή του γίγαντα που κρατάει τον φονικό λίθο και πατάει πάνω στη θάλασσα, σαν από θαύμα· κανένα θαύμα δεν τον έσωσε όμως, όταν ήρθε η στιγμή της αναμέτρησης με δόλιες δυνάμεις.   Η ποίηση με ποιες αντίξοες συνθήκες αναμετριέται; Σε ποια σωτηρία μπορεί να ελπίζει; Ο ποιητής εδώ, στην ωριμότερη κατάθεσή του, βάφει με μαύρο χρώμα το τοπίο, πονάει και απελπίζεται, στέκει ως άλλος Τάλως στα περάσματα και αγρυπνά. Όχι, αυτό δεν είναι καθόλου λίγο.

Διώνη Δημητριάδου



Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο Ο εφευρέτης Αντώνης Ξυραφάς εκδόσεις Βακχικόν - με τον Αντώνη Ξυραφά συνομιλεί η Διώνη Δημητριάδου


Συζητώντας με αφορμή ένα βιβλίο

Αντώνης Ξυραφάς

"Ο εφευρέτης"

εκδόσεις Βακχικόν





με τον Αντώνη Ξυραφά

συνομιλεί η Διώνη Δημητριάδου


- Πάλι μυθιστόρημα, σ’ αυτή τη δεύτερη εμφάνισή σας στην πεζογραφία, μετά τη «Σκιά του στρατιώτη». Είναι, επομένως, επιλογή σας η μεγάλη αφήγηση; Ίσως για κάποιους θεωρείται χώρος δυσπρόσιτος και γεμάτος παγίδες, ειδικά για όποιον επιχειρεί τις πρώτες του συγγραφικές καταθέσεις.
Η μεγάλη αφήγηση επιτρέπει το να ζήσει ο συγγραφέας με τους ήρωες του για πολύ καιρό μέσα στο μικρό σύμπαν που έχει επινοήσει για αυτούς και να εξοικειώνεται περισσότερο μαζί τους, αποκτώντας έτσι τη δυνατότητα να αναδείξει τα πεπρωμένα τους πιο αποτελεσματικά στο διάβα της ιστορίας τους. Η μεγάλη φόρμα παρουσιάζει πολλές δυσκολίες, αλλά μπορεί να φέρει πολύτιμες και λεπταίσθητες πλευρές της ψυχικής σκευής των ηρώων στην επιφάνεια, οι οποίες συνιστούν έναν κόσμο γεμάτο αποκαλύψεις απαραίτητες για να υπάρξει η αναγκαία αναγνωστική απόλαυση για όποιον σταθεί να τη διαβάσει.
- Οδηγείτε την  πλοκή σας πίσω στον χρόνο, στον 19ο αιώνα όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημά σας, μόνο που εδώ προχωρείτε λίγο περισσότερο, ως στις αρχές του 20ου. Θα μπορούσε η επιλογή αυτή να δηλώνει μια ηθελημένη απόσταση από τα σύγχρονα γεγονότα;
Το αντίθετο συμβαίνει. Προσπαθώ μέσα από μια διαφορετική εποχή και κοινωνία να καταδείξω πανανθρώπινα και διαχρονικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Μεθοδευμένη είναι λοιπόν η επιλογή μιας διαφορετικής ιστορικής εποχής για να αναδείξω την παθογένεια των δικών μας καιρών μέσα από την εξιστόρηση των ηθών περασμένων καιρών που ωστόσο θυμίζουν καταπληκτικά τους δικούς μας.
- Αλλά και ο τόπος είναι έξω από τα ελληνικά δεδομένα – στη «Σκιά του στρατιώτη» ήταν η Μόσχα, εδώ το Παρίσι. Εξηγήστε μας την επιλογή σας.
Με ελκύει πολύ η εικόνα μιας «χαμένης ψυχής» που περιφέρεται μέσα σε μια αχανή μητρόπολη για να συναντήσει εκεί το πεπρωμένο της. Είναι η πολύ γνωστή φιγούρα αυτού που προσπαθεί να βρει τον δρόμο του προς μια ανώτερη ζωή έχοντας για εφαλτήριο τη μοναξιά του. Όσο για την επιλογή του Παρισιού, την υπαγόρευσαν και πρακτικοί λόγοι γιατί ήταν μια μητρόπολη στις αρχές του 20ου αιώνα στην οποία άνθιζαν ο καταναλωτισμός και ο τυχοδιωκτισμός, καθώς και οι καλές τέχνες και τα γράμματα.
- Συνδυάζοντας τις δυο προηγούμενες ερωτήσεις, θέλω να επιμείνω λίγο ακόμη στις ενδιαφέρουσες επιλογές σας. Πολύ συχνά συναντάμε τα τελευταία χρόνια συγγραφείς που βρίσκουν πρόσφορο χρόνο και χώρο για να απλώσουν την πλοκή των ιστοριών τους στην πρόσφατη κρίση της ελληνικής κοινωνίας, λησμονώντας ίσως πως δεν είναι δυνατόν να μιλήσεις για την παθολογία μιας εποχής, όσο ακόμη αποτελείς κομμάτι της – απαιτείται χρόνος προκειμένου να διηθηθεί το παρελθόν μέσα στο παρόν, να κατασταλάξει η μορφή που θα πάρει η κοινωνία. Συνειδητά, λοιπόν, απομακρύνεστε από τα τρέχοντα γεγονότα;
Το παρόν πολλές φορές πρέπει να διηθηθεί μέσα από το παρελθόν για να αναδειχτεί η βαθιά του αλήθεια πιο άμεσα και πιο καθαρά. Το παρελθόν είναι ένα μέτρο σύγκρισης, ένα σημείο αναφοράς, προκειμένου να αναδείξουμε τις γνήσιες διαστάσεις του παρόντος μας.
- Ας έρθουμε στον ήρωά σας. Ο Ζακ Ντιεντονέ, τουλάχιστον στη δική μου ανάγνωση, έχει ένα συμβολικό όνομα, που αποτελείται από δύο λέξεις: dieu donné. Σαν να είναι δοσμένος από το Θεό, σαν να έχει μια θεϊκή προέλευση ίσως και αποστολή; Ή πρόκειται για μια απολύτως τυχαία επιλογή ονόματος;
O Ντιεντονέ είναι πράγματι ένας άνθρωπος με μια θεϊκή αποστολή, ο οποίος όμως στο τέλος ανακαλύπτει ότι δεν υπάρχει θεϊκότητα όπως την πίστευε ή ότι με τη δικιά του βούληση έγινε δίχως να το γνωρίζει ένα άθυρμα, μια μαριονέτα των ίδιων των θεών. Είναι σχεδόν σα να επικρέμαται μια κατάρα πάνω από το κεφάλι του την οποία βοηθάει άθελα του να εκδηλωθεί, όπως και μια κατάρα τριγύριζε το σόι του Λάιου και βρήκε το κατάλληλο πρόσωπο για να εκφραστεί στον Οιδίποδα.
- Το ενδιαφέρον στις ιστορίες σας είναι πως δεν αρκείστε σε μια σφιχτοδεμένη πλοκή αλλά προσθέτετε πίσω από τις σκέψεις και τις πράξεις των προσώπων το φιλοσοφικό υπόβαθρο, τις προεκτάσεις που μετατρέπουν μια μυθοπλαστική αφήγηση σε φιλοσοφικό δοκίμιο. Είναι για εσάς η μυθοπλασία ένα «όχημα» για να περάσει στον αναγνώστη σας ο προβληματισμός σας πάνω σε θεμελιώδη υπαρξιακά θέματα; Ή αυτά αναπόφευκτα εμπεριέχονται σε κάθε λογοτεχνική γραφή αξιώσεων;
Το να προσπαθεί κάποιος να ανακαλύψει θεμελιώδη ζητήματα της ύπαρξης  μέσα από τις ζωές των ηρώων μιας μυθοπλασίας είναι μια βαθιά συνειδητή τοποθέτηση του απέναντι στον εαυτό του και τον κόσμο που τον εμπεριέχει. Αν και στην εποχή μας υπερτερούν οι συγγραφείς που βασίζονται στη δύναμη της εικόνας, η αλήθεια είναι ότι αυτοί που υπερέχουν τελικά είναι οι συγγραφείς-φιλόσοφοι και ίσως γι’ αυτό είναι τόσο ελκυστικοί στη συνείδηση και του αναγνώστη και αυτού που γράφει.
- Στο προηγούμενο βιβλίο σας μιλούσατε για τον άνθρωπο που δεν άφηνε τη σκιά του στον κόσμο που τον περιέβαλλε – στη ουσία έναν «αιωρούμενο»  άνθρωπο εκτός λογικών πλαισίων. Εδώ ο ήρωάς σας πάλι ξεχωρίζει από τους άλλους θέλοντας να υπερκεράσει τα όρια ανάμεσα στη θνητότητα και στη θεότητα. Υπάρχει αυτός ο ενδιάμεσος χώρος, όπου εκταταβιούν οι ξεχωριστοί άνθρωποι; Είναι ένας χώρος επιθυμητός – κι ας είναι βαρύ το τίμημα που πληρώνουν για τη διακριτή τους θέση; Στην ουσία σας ερωτώ αν επινοήσατε τον ήρωά σας ως ευτυχή ή δυστυχή.
H αιώρηση είναι ανάμεσα στην αλήθεια και την ψευδαίσθηση, την πραγματικότητα και το όνειρο, τη φαινομενικότητα και την ουσία των πραγμάτων. Η σκιά στο πρώτο μου βιβλίο αντιπροσώπευε τη θνητότητα και ο ήρωας ήταν ένας άνθρωπος δυστυχής, ο οποίος δεν μπορούσε να δει τα πράγματα γύρω του «σαν την επιφάνεια της λίμνης που ρυτιδώνεται αλλά στην ουσία της παραμένει η ίδια». Αυτό γιατί μόνο μέσα από την αίσθηση της θνητότητας, της παροδικότητας των πραγμάτων, μπορεί να αισθανθεί κάποιος ότι είναι αθάνατος, νιώθοντας δηλαδή ότι είναι κομμάτι ενός κόσμου που τα πάντα διαρκώς μεταβάλλονται. Ο πρώτος μου ήρωας ήταν δυστυχής, όμως άλλοτε ζούσε τη δυστυχία του πολύ έντονα σαν ένα επαναλαμβανόμενο τραυματικό βίωμα και άλλοτε με την αδιαφορία ενός ξένου. Ο Ντιεντονέ είναι διαφορετικός γιατί φοβάται να αφεθεί να βιώσει αυτή τη δυστυχία και δεν την επιθυμεί. Γι’ αυτό παρουσιάζεται και τόσο αμείλικτος επειδή θέλει να βρεθεί πάνω από τη ζωή και τους ανθρώπους. Είμαι άνθρωπος όμως σημαίνει αποδέχομαι τη θνητότητά μου, τους περιορισμούς μου, πράγμα το οποίο στον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος αυτού ολότελα απουσιάζει. Η αιώρηση ανάμεσα στη φαινομενικότητα και την ουσία υπάρχει και στους δυο ήρωες και οι πρώτοι που ανακάλυψαν την αντίθεση ανάμεσα στη φαινομενικότητα και την ουσία των  πραγμάτων ήταν οι αρχαίοι Έλληνες.
- Η ιστορία σας πλάθεται στη βάση αντιθέσεων. Μια αντίθεση, που φαίνεται αμέσως, αφορά τη διακριτή (στα όρια του παραλόγου) παρουσία του ενός, του ήρωά σας, ανάμεσα  στους θεωρούμενους από αυτόν ως μηδαμινούς ομοειδείς. Σκόπιμη η ανάδειξή του ως την ουσία του μοναδικού ήρωα; Πράγματι οι υπόλοιποι ωχριούν μπροστά του καταξιώνοντας αυτόν· γνωρίζετε, όμως, πως στη μεγάλη αφήγηση (το μυθιστόρημα) υπάρχει χώρος και για τους δευτερεύοντες ήρωες.
Ο Ντιεντονέ αποστρέφεται στα πρόσωπα των άλλων την πολυμίσητη γι’ αυτόν ανθρώπινη κατωτερότητα γιατί δεν ανέχεται να την αντικρίζει στον ίδιο του τον εαυτό. Για αυτόν τον λόγο υπάρχει μια τόσο έντονη αντίθεση ανάμεσα σε αυτόν και στους άλλους. Τον πλαισιώνουν ενδιαφέρουσες φιγούρες, αλλά τις αντικρίζει μόνο χρησιμοθηρικά.
- Μια αντίθεση –η βασική θα έλεγα, που απαιτεί όμως  πιο προσεκτική ανάγνωση– είναι ανάμεσα στο αχανές σύμπαν και στη μηδαμινότητα του θνητού όντος που προσπαθεί να καταξιώσει την παρουσία του. Ο ήρωάς σας, ως προς αυτό, ξεπερνά τα φυσιολογικά όρια· τείνει προς τη θεϊκή ταυτότητα, αναζητεί την τελείωσή του πέρα από τις ανθρώπινες συνθήκες. Αυτό είναι που τον οδηγεί στην απαξίωση της ανθρώπινης ζωής;
Ο ήρωας μου σκοπεύει στο να γνωρίσει τη φύση και την αλήθεια σε όλη τους τη δύναμη, να ταυτιστεί με την πρωταρχική ουσία των πραγμάτων. Ίσως και γι’ αυτό τον επιπλέον λόγο όλοι όσοι γύρω του ασχολούνται με την ικανοποίηση τον περισσότερο καιρό των υλικών αναγκών τους του φαίνονται κατώτεροι. Ο Ντιεντονέ έχει γνωρίσει τα βάσανα και τον πόνο της ζωής, τον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης και ίσως γι’ αυτό τον λόγο επιθυμεί με όλο του το είναι να γνωρίσει τη φαινομενικότητα του ονείρου που πρεσβεύει η τέχνη και βρίσκεται μέσα στη φαινομενικότητα της ζωής. Ο Ντιεντονέ νοιάζεται για την αποκάλυψη των μυστικών της φύσης που μέρος της είναι και το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος και αυτό είναι που τον κάνει έναν ιδανικό νοσταλγό της ενότητας με τη φύση, αλλά και έναν εξίσου αμείλικτο εγκληματία.
- Θεωρώ πως αναπόφευκτα η ιστορία σας θα έδινε διέξοδο στην αποσυνάγωγη συμπεριφορά και στην εγκληματική ενέργεια. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί η πλοκή σας αστυνομική, καθόσον το έγκλημα αποτελεί την κατάληξη μιας συμπεριφοράς, που εδράζεται σε ένα ιδεολόγημα, μια θεωρητική κατασκευή περί ηθικής του ήρωά σας. Δεν είναι η αφετηρία της πλοκής αλλά η φυσική της απόληξη. Συμφωνείτε ή θα μας ξαφνιάσετε μιλώντας για μια ακόμη αστυνομική ιστορία;
Πάντα με ενδιέφερε η εικόνα του εγκληματία ως ατόμου με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αυτή όμως τη χαμηλή αυτοεκτίμηση την αντισταθμίζει ο Ντιεντονέ με μια συνειδητή και υπέρογκη περιφρόνηση απέναντι στη ματαιοδοξία του ανθρώπινου γένους, σα να προσπαθεί να προστατευθεί και ο ίδιος από μια κατωτερότητα τέτοια, που τη διαισθάνεται να υπάρχει μέσα στον ψυχικό του κόσμο. Το ήθος ενός τέτοιου ήρωα ή μάλλον αντιήρωα είναι εγκληματικό, γιατί είναι ναι μεν συγκαλυμμένα αλλά στην ουσία του πολύ αλαζόνας και γι’ αυτό τον λόγο περιφρονεί τους άλλους σα να ήταν σκουπίδια μπροστά του, οπότε του είναι πολύ εύκολο να οδηγηθεί χωρίς δισταγμό ακόμα και στον φόνο. Ο αμοραλισμός, που πιστεύει ότι κουβαλάει η αυγή της βιομηχανοποίησης μαζί της, δείχνει την περιφρόνησή του απέναντι στην παροδικότητα και τη ματαιότητα της ζωής των άλλων, που επικίνδυνα αρνείται την ύπαρξή τους στον εαυτό του.
- Υποθέτω πως αυτό το χαρακτηριστικό της ιστορίας σας είναι που φέρνει τον αυθόρμητο συνειρμό σε πολλούς αναγνώστες σας με την ιστορία του Πάτρικ Ζίσκιντ «Το άρωμα» –  κάποια γειτνίαση με τη βασική ιδέα και με τη σύμπλευση του διακριτού ήρωα με την ακραία συμπεριφορά. Εσείς, ωστόσο, δίνετε ένα ευρύ πεδίο φιλοσοφικού στοχασμού πίσω από τα δεδομένα της ιστορίας σας, κάτι που ξεπερνά την πλοκή και καθιστά τη γραφή σας εν μέρει μυθοπλαστική και  εν μέρει δοκιμιακή.
Ο Ζίσκιντ δημιούργησε μια γκροτέσκα, μια φριχτή και απαίσια φιγούρα κυριαρχούμενη από την πιο πρωτόγονη αίσθηση, αυτή της όσφρησης και έδωσε έμφαση στην προσπάθειά της να αποκτήσει μια ανθρώπινη μυρωδιά που θα τη λατρέψουν όλοι. Επρόκειτο για έναν άνθρωπο που επεδίωκε να γίνει απόλυτα ερωτεύσιμος μέσα από την ανακάλυψη της απόλυτα ανθρώπινης οσμής, μέχρι του σημείου να αναλωθούν οι σάρκες του από έναν όχλο εγκληματιών. Ο Ντιεντονέ ναι μεν ζει μια ζωή ωμή και βίαιη, αλλά είναι και εκλεπτυσμένος σε βαθμό που να διακρίνει αμέσως το Ωραίο και να ζει με την εξιδανίκευσή του μέσα από τη μουσική, όσον αφορά την καθημερινή του ζωή. Έχει λοιπόν μια βαθύτερη συνειδητότητα των πράξεών του και δεν περιορίζεται μόνο στο ηδονιστικό κομμάτι της προσωπικότητάς του, τον κατακλύζει μια αγωνία βαθιά υπαρξιακή.
- Ο ήρωάς σας εμφανίζεται χωρίς αισθήματα, κενός από οτιδήποτε θα τον καθιστούσε μέρος ενός ανθρώπινου συνόλου. Γιατί τον επινοήσατε τόσο ακραίο ως προσωπικότητα; Ή μήπως δεν θα μπορούσε ένας τέτοιος άνθρωπος  να είναι αλλιώς;
Επέλεξα μια μορφή ήρωα που να μην τη χαρακτηρίζουν διαρκώς η απελπισία και η πεποίθηση  ότι δεν θα συλληφθεί ποτέ, όπως συνήθως συμβαίνει στους εγκληματίες. Η διαρκής επιδίωξη της ανωτερότητας τον καθιστά αδιάφορο απέναντι στις ζωές των άλλων και τον ανθρώπινο πόνο και παράδοξα αντιφατικό αφού από τη μια πλευρά απορρίπτει τις απαξίες του αναδυόμενου βιομηχανικού πολιτισμού, απ’ την άλλη πλευρά όμως, αφού οδηγείται στην προσπάθεια αναγκαστικά της απόκτησης πνευματικών αγαθών, τα επιδιώκει δίχως ίχνος ενοχικών σκέψεων και  όντας αποστασιοποιημένος από τα συναισθήματά του. Τα περισσότερα εγκλήματα συντελούνται εξαιτίας των υλικών αγαθών και των συμφερόντων που περιστρέφονται γύρω από αυτά. Πώς θα ήταν όμως κάποιος που εγκληματεί στο όνομα του πνεύματος;
- Η μουσική και οι ήχοι στο βιβλίο σας αποτελούν το τοπίο, στο οποίο ο ήρωας δοκιμάζει τον στόχο του: την επίτευξη της τελειότητας. Πώς θα ερμηνεύατε τον όρο «συμπαντική μουσική», αν στην ουσία αυτή είναι η τελειότητα, το απώτερο σημείο στο οποίο μπορούν να αναχθούν όλοι οι ήχοι;
Η ενότητα με τη φύση, η αρμονία, είναι μια σκέψη από την οποία διακατέχεται το ανθρώπινο πνεύμα ανά τους αιώνες. Αλλά ο δοσμένος από τον Θεό ήρωάς μου ήθελε να δοξαστεί μέσω της εφεύρεσής του που σχετιζόταν με την Τέχνη, να γίνει Ένα με το σύμπαν, γι’ αυτό και έβλεπε τον εαυτό του να ανήκει σε μια ανώτερη σφαίρα για να εξοικειωθεί με το σύμπαν, που ήταν ο Θεός του. Όσο για τη συμπαντική μουσική, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την περίφημη μουσική των σφαιρών του φιλόσοφου Πυθαγόρα και να φτάσουμε ως τη θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης που γέννησε τον Μεγάλο ήχο και από την οποία δημιουργήθηκε το σύμπαν στο οποίο ζούμε. Ο Ντιεντονέ βυθίζεται βαθιά στα μυστήρια της Δημιουργίας για να επιτύχει τον σκοπό του.
- Αν θεωρήσουμε (με τη λογοτεχνική άδεια) εφικτή την τελειότητα, μπορεί αυτή να καταργήσει τη μηδαμινότητα του θνητού όντος; Γράφετε προς το τέλος: «Το ίδιο το σύμπαν τον είχε προδώσει». Άρα, ο πόθος του ήρωα να αναποδογυρίσει την τάξη του σύμπαντος, να εξισωθεί με τη φύση ή και να την ξεπεράσει, είναι ουτοπικός, υφίσταται μόνο στη συγγραφική φαντασία; 
Το ίδιο θαυμαστό μουσικό όργανο με το οποίο προσδοκούσε να απελευθερωθεί από τα δεσμά της γήινης, πεπερασμένης φύσης του, διαψεύδει τις προσδοκίες του. Ο Ντιεντονέ οραματίζεται ως ιδιοφυία να σπάσει μια σφραγίδα της φύσης, αλλά στο τέλος ανακαλύπτει ότι το πολύ βαθύ μυστικό που ανακάλυψε δεν έχει καμιά ουσιώδη σημασία για τα ανθρώπινα πράγματα, ότι το σύμπαν παραμένει για αυτόν και πάλι στα βάθη του ξένο.
- Στην αρχαιοελληνική θεώρηση του κόσμου ο άνθρωπος αποτελεί την πιο άβουλη οντότητα υποτασσόμενος στους θεούς και στη συνέχεια στην παντοδύναμη Μοίρα η οποία καθορίζει τη δράση ακόμα και των θεών. Συνταιριάζει καθόλου μια τέτοια αντίληψη με τη δράση της Μοίρας στην ιστορία του ήρωά σας; Γράφετε για τη «μοιραία αίσθηση του ανθρώπου, που ζει συνειδητά ότι τα πάντα επαναλαμβάνονται και διαιωνίζονται ανεξάρτητα από τη βούλησή του».
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν από την αρχή αντιληφθεί τη σκοτεινή, αιώνια μοίρα του ανθρώπινου γένους, το γεγονός ότι ζει μια σύντομη και γεμάτη από αντιξοότητες και δυστυχίες ζωή, που το οδηγεί στο να φτιάξει μια φαινομενικότητα που είναι η Τέχνη, μέσα στη φαινομενικότητα της ζωής. Μπροστά σε αυτό το σκοτεινό πεπρωμένο ενός θνητού πλάσματος, ο Ντιεντονέ αδιαφορούσε  εγκληματικά για την κοινωνία των ανθρώπων και κυνήγαγε αυτό το αίσθημα της ενότητας που θα τον οδηγούσε στην αγκαλιά της φύσης. Αυτό του συνέβαινε γιατί, όπως και οι αρχαίοι Έλληνες, είχε αντιληφθεί την αμείλικτη σφαίρα της ανάγκης που εξουσιάζει τα πάντα.
 - Έχει, όμως, μέσα του τους δικούς του δαίμονες, τον δικό του Θεό. Γράφετε: «Είχε ανακαλύψει τον δικό του Θεό και τον είχε κλείσει βαθιά μέσα του, ώσπου στο τέλος να πιστέψει ότι ήταν εκείνος». Θα μπορούσε αυτός ο Θεός να έχει τη μορφή της μουσικής τελειότητας; Ή αλλιώς, η Τέχνη (έτσι με το γράμμα κεφαλαίο) είναι ένας τρόπος να φθάσει ο άνθρωπος τη συμπαντική αρμονία και να ενωθεί μαζί της;
Ο Φρειδερίκος Νίτσε στη «Γέννηση της τραγωδίας» είχε γράψει: «Ήδη στο αφιέρωμα προς τον Ριχάρδο Βάγκνερ η τέχνη και όχι η ηθική παρουσιάζεται σαν η ουσιαστική μεταφυσική δραστηριότητα του ανθρώπου. Ξαναβρίσκει κανείς πολλές φορές σε τούτο το βιβλίο αυτή τη σκανδαλώδη διαβεβαίωση ότι η ύπαρξη του σύμπαντος δικαιώνεται μόνο στο μέτρο που αποτελεί αισθητικό φαινόμενο. Πραγματικά σε ολόκληρο το βιβλίο δεν διακρίνει στα βάθη του γίγνεσθαι παρά μια σκέψη ή πρόθεση καλλιτέχνη – έναν Θεό αν θέλει κανείς, αλλά σίγουρα Θεό καλλιτέχνη, εντελώς ανεύθυνο και ηθικά ουδέτερο, έναν Θεό που χτίζοντας ή καταστρέφοντας –για το καλό ή για το κακό μικρή σημασία έχει– προσπαθεί να ευχαριστήσει  τον εαυτό του και δημιουργεί κόσμους για να ανακουφιστεί από την αγωνία που του προκαλεί η υπερβολική του πληρότητα και η οδύνη που οφείλεται στις εσωτερικές του αντιφάσεις. Ο κόσμος είναι, κάθε στιγμή, το σύγχρονο στάδιο αυτής της θεϊκής θεραπείας, το αιώνια μεταβαλλόμενο και πάντα νέο όραμα του πλάσματος που υποφέρει περισσότερο, πέφτει στις μεγάλες αντιφάσεις, είναι το πιο πλούσιο σε αντιθέσεις και δεν μπορεί να ελευθερωθεί παρά μόνο με τη φαινομενικότητα». Με έναν τέτοιο θεό ταυτίζεται ο Ντιεντονέ, αν εξαιρέσει κάποιος το στοιχείο της ηθικής ουδετερότητας, για να γίνει θεϊκός και ο ίδιος.

13 Δεκεμβρίου 2019
Ο Αντώνης Ξυραφάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1974. Είναι απόφοιτος της Νοσηλευτικής σχολής του ΤΕΙ Αθήνας και του Προγράμματος Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει συγγράψει το βιβλίο "Η Σκιά του Στρατιώτη" το οποίο κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 2015 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. "Ο εφευρέτης" είναι το δεύτερο βιβλίο του. Πριν ασχοληθεί με την συγγραφή λογοτεχνικών έργων, παρακολούθησε τα μαθήματα δημιουργικής γραφή της Χριστίνας Οικονομίδου στο μικρό Πολυτεχνείο του Θράσο Καμινάκη.