Τρίτη 26 Δεκεμβρίου 2017

Έντεκα ιστορίες και ένας αποχαιρετισμός του Henry James ανθολόγηση -  μετάφραση -  σημειώσεις: Κατερίνα Σχινά


Έντεκα ιστορίες και ένας αποχαιρετισμός

του Henry James

ανθολόγηση -  μετάφραση -  σημειώσεις: Κατερίνα Σχινά

εκδόσεις Μεταίχμιο
(πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/8680-enteka-istories





Πόσο σημαντική μπορεί να είναι μια ανθολόγηση διηγημάτων του Henry James  και μάλιστα σήμερα; Για το πρώτο σκέλος της ερώτησης αρκεί να επισημανθεί η αξία μιας ανθολόγησης, που συνιστά και επί της ουσίας επιλογή, γιατί μέσω αυτής καταδεικνύεται η πορεία του συγγραφέα, δηλαδή η διαφοροποίηση που έφερε στο έργο του ο χρόνος και η επισωρευμένη πείρα στην παρατήρηση των ανθρώπων και των καταστάσεων. Η προσεκτική επιλογή, που δεν ανταποκρίνεται μόνο στον πρακτικό σκοπό να συμπληρωθεί μια έκδοση αλλά δημιουργείται για να φωτίσει το έργο του συγγραφέα, επέχει θέση οδηγού για τον αναγνώστη, που παρακολουθεί τη σκέψη του δημιουργού μέσα στον χρόνο με τις ενδιαφέρουσες αλλαγές στην αισθητική και στην ιδεολογική προσέγγιση του κόσμου. Όσο για το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, η αναγνωστική στροφή προς τους κλασικούς δημιουργούς ίσως αποδεικνύει μια πραγματική ανάγκη ανανέωσης της σημερινής λογοτεχνικής κατάθεσης μέσα από μια επανεκτίμηση των παλαιότερων επιλογών, που άντεξαν στον χρόνο και άνοιξαν (και ακόμα ανοίγουν) δρόμο για να πατήσουν οι νεότεροι.

Εν προκειμένω, η ανθολόγηση που επιμελήθηκε η Κατερίνα Σχινά ακριβώς ανταποκρίνεται στα παραπάνω κριτήρια. Αν στις επιλογές (που μεταφράστηκαν μάλιστα από την ίδια) προσθέσουμε την έκδηλη των προθέσεών της κατατοπιστική εισαγωγή και κυρίως τα σχολιαστικά σημειώματα πριν από κάθε διήγημα, θα ήταν ορθότερο να πούμε πως εδώ έχουμε όχι μόνο μια ανθολόγηση αλλά και μια ενδιαφέρουσα μελέτη πάνω στο έργο του James. Και αυτό από μόνο του είναι σπουδαίο για τα λογοτεχνικά πράγματα.

Η ανθολόγηση περιλαμβάνει έντεκα ιστορίες, που χρονολογούνται από το 1864 (συνιστώντας και τις πρώτες απόπειρες του συγγραφέα να ασκηθεί  στη διηγηματική μορφή) και σταδιακά φθάνουν ως το 1910, που γράφεται το τελευταίο του αφήγημα. Προστίθεται σ’ αυτές τις ιστορίες ένα ακόμα κείμενο, που ονομάζεται «Αποχαιρετισμός», γιατί κάτω από αυτή την ονομασία βρίσκουμε τα τελευταία κείμενα που υπαγόρευσε τον Δεκέμβριο του 1915 ο James στη γραμματέα του όντας κατάκοιτος μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο.  Σ’ αυτό το τελευταίο διακρίνουμε το σπινθηροβόλο πνεύμα λίγο πριν σβήσει, μια σκέψη που διατηρεί όσο μπορεί τη διαύγειά της, ωστόσο έχει ήδη αντικρίσει το μαύρο χρώμα της αβύσσου και φλέγεται από την επιθυμία να το περιγράψει, εν είδει ακροτελεύτιας κατάθεσης/μαρτυρίας. Αν ο συγγραφέας σε όλη του την πορεία καταγράφει εικόνες κάνοντας  τις παρατηρήσεις του, τότε η θέα του σκοτεινού και άφατου -συνιστώντας γι’ αυτόν το μοναδικά εξαιρετικό συμβάν που αξίζει αυτός να αφηγηθεί- ίσως πάρει μια μορφή, ακόμα και σε ακατάληπτη σε πολλά σημεία γλώσσα. Το γεγονός, λοιπόν,  ότι σ’ αυτό το κείμενο επικρατεί μια σύγχυση στα πρόσωπα και στα γεγονότα θα πρέπει να θεωρηθεί απότοκο της γειτνίασής του πλέον με αυτό που αποκάλεσε Διακεκριμένο Συμβάν, νιώθοντας πως φθάνει προς το τέλος μιας ζωής, που αναλώθηκε στην αναζήτηση των σημαντικών και άξιων λόγου πραγμάτων – αυτή άλλωστε είναι και η πεμπτουσία της συγγραφής. Ταύτιση της ζωής του με τη γραφή του; Ένας αυτοσαρκασμός αντάξιος του πνεύματός του; Η συνειδητοποίηση των ορίων και των μεγεθών, θα λέγαμε καλύτερα.

Στις έντεκα ιστορίες θα δούμε τη σταδιακή πορεία από τη ρεαλιστική καταγραφή προς πιο αφαιρετικές εικόνες, από τη λεπτομερή περιγραφή των χώρων (απαραίτητο σκηνικό για να αποκτήσουν υπόσταση και κίνηση οι ήρωες), στους ίδιους τους ήρωες, από τον εξωτερικό κόσμο (το περίβλημα) προς τον εσωτερικό κόσμο, τον ψυχισμό των προσώπων. Μια ενδιαφέρουσα διάβαση στον κόσμο της γραφής του James. Μια γραφή-κέντημα, ένας κήπος λέξεων και εκφράσεων, περιγραφών και λεπτομερών παρεκβάσεων/αναλύσεων τόπων και προσώπων, ψυχογράφηση χαρακτήρων μέσα από την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου, ειρωνικές υπογραμμίσεις και υπαινιγμοί εύγλωττοι. Όλα στη θέση τους, τη στιγμή που η αφήγηση το απαιτεί. Μια «σχολή», θα μπορούσαμε να πούμε, για να θητεύσουν νεότεροι αποδεικνύοντας πως η ανάγνωση δόκιμων μεγάλων γραφιάδων είναι ο δρόμος που μπορεί να τους καλλιεργήσει το εγγενές ταλέντο (αν φυσικά το διαθέτουν).

Επιλέγω κάποια σημεία της γραφής του μάστορα (ή  master, αν προτιμάτε) που δείχνουν τη σταδιακή διαμόρφωση της μεγαλοσύνης του.

Στην πρώτη ιστορία, Ένα τραγικό λάθος (1864), θα ξεκινήσει ο συγγραφέας με μια απομυθοποίηση της ίδιας της συγγραφικής «απάτης» ξεκαθαρίζοντας ότι μυθοπλαστικά γράφονται όλα, με αυτόν ως σκηνοθέτη:

Η ιστορία μου αρχίζει μ’ έναν κύριο, που βγαίνει από το ταχυδρομείο…

Θα κατορθώσει ωστόσο στην πορεία να παρασύρει τον αναγνώστη του στον μύθο της κατασκευασμένης του ιστορίας, έτσι που στο τέλος να τον ξαφνιάσει με την ανατροπή που του επιφυλάσσει, ίδιον μιας γραφής ενδιαφέρουσας και οπωσδήποτε ευρηματικής.

Στις «Τέσσερις συναντήσεις» (1876), ανιχνεύεται η επίμονη και λεπτομερειακή περιγραφή προσώπων και καταστάσεων, περισσότερο με τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά ακόμα.

Στο «Μια δέσμη επιστολών» (1878), παρά την εμφανή (και λόγω θέματος) απουσία πλοκής, το αναγνωστικό ενδιαφέρον παραμένει αμείωτο, παρακολουθώντας την ιστορία μέσα από τις αδιόρατες συνδέσεις που ανακαλύπτουμε.

Στον αριστουργηματικό, κατά τη γνώμη μου, «Μπρούκσμιθ (1886-87), βλέπουμε την αξία μιας χαμηλόφωνης γραφής, χωρίς εξάρσεις, σε απόλυτη συμφωνία με τον βασικό χαρακτήρα, που πέρασε όλη του τη ζωή σε δεύτερο πλάνο, όντας περιέργως ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής. Θέμα οπτικής, υπόθεση καθαρά προσωπικής εκτίμησης των αληθινών αξιών.

Στο «Η ιδιωτική ζωή» (1892), έχουμε ένα σχεδόν σύγχρονο σχόλιο στο θέμα της ιδιωτικότητας και στο ουσιαστικό ανέφικτο της υπόστασής της. Αναμφίβολα η διαχρονικότητα μιας ιδέας αποτελεί και ένα από τα πλέον σημαντικά στοιχεία που κάνουν μια γραφή κλασική.

Στο πολύ εσωτερικό και αναπόφευκτα τραγικό στις διαστάσεις  του «Η μέση ηλικία» (1893), ο χρόνος που γράφει πάνω στο σώμα του ίδιου του δημιουργού καταγράφεται ως αίσθηση στον μυθοπλαστικό χαρακτήρα της ιστορίας. Ας μην ψάχνουμε, όμως, ομοιότητες ήρωα-δημιουργού. Αυτές πάντα διαπερνούν τη γραφή είτε είναι ορατές είτε όχι.

Στην ιστορία «Ο τροχός του χρόνου» (1893), ο James κάνει, νομίζω, ένα ευφυές παιχνίδι με την κατασταλαγμένη πλέον ενασχόλησή του με την ψυχογραφία των χαρακτήρων. Επιμένει, στις παράλληλες ιστορίες που εμπεριέχονται στην αφήγησή του, στο θέμα της διάστασης ανάμεσα στην εξωτερική  μορφή και στον ενδότερο τόπο των ηρώων, τον ψυχισμό τους. Και φυσικά καταξιώνει τον δεύτερο, όπως ακριβώς και στις επιλογές της γραφής του.

Στο «Η ιστορία μέσα του» (1899-1900), αριστοτεχνικά δένει τον χώρο (προσφιλής του συνήθεια η απεικόνιση ολοζώντανα του πλαισίου των ιστοριών του) με τους ήρωες αλλά ακόμα και με το εξώφυλλο ενός βιβλίου, που σημαντικό ρόλο θα παίξει στην πλοκή.

Η εντύπωση που έδινε στο μάτι το εξώφυλλο, το οποίο προφανώς περιέβαλλε ένα από τα μόλις εκδοθέντα γαλλικά μυθιστορήματα (μυθιστόρημα αποδεδειγμένα «καλό», αν κρίνουμε από την προσήλωση της αναγνώστριας), το έκανε να εναρμονίζεται χαρούμενα με την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του δωματίου, που ισορροπούσε με συνέπεια μεταξύ ελευθερίας και αυτοσυγκράτησης – την αδιάψευστα αναγνωρίσιμη ατμόσφαιρα, δηλαδή, που χαρακτηρίζει τις πιο εκλεπτυσμένες αισθητικές καινοτομίες.



Η εναρμόνιση ανάμεσα στα αντικείμενα, στους ήρωες και στην ατμόσφαιρα! Η τοποθέτηση από έναν πολύ καλό συγγραφέα, του ήρωα στο λεπτομερειακά περιγραφόμενο σκηνικό, προκειμένου να δέσει μαζί του την ατμόσφαιρα και να μην τον αφήσει μετέωρο. Σοφή υπόδειξη προς νεότερους, που θεωρούν τη δράση ικανή από μόνη της να αποδώσει την αληθοφάνεια του λόγου τους.

Της ίδιας εποχής είναι και «Η χροιά του χρόνου» (1899-1900), με το θέμα της Τέχνης και του Χρόνου να συνομιλούν μεταξύ τους αλλά και με τον εν ζωή θάνατο ή την εν θανάτω ζωή, όπως επισημαίνει στο σχόλιό της η Κατερίνα Σχινά εισάγοντάς μας σε μια ιστορία που αγγίζει τα αγαπημένα φανταστικά θέματα του James, εκείνα που ακροβατούν στο λεπτό σχοινί του ορατού και του μη ορατού.

Η ιστορία της «Τζούλιας Μπράιντ» (1907), μια αυθεντική ψυχολογική περιπέτεια, με ηρωίδα μια γυναίκα που η πορεία της ζωής της αντιστέκεται στη σημασία του ονόματός της. Μια σοφή υπενθύμιση για το πόσο χιούμορ έχει η ζωή τελικά.

Στο τελευταίο του αφήγημα «Ένας γύρος επισκέψεων» (1910), η ωριμότητα είναι εμφανής, συνακόλουθη άλλωστε της ηλικίας του συγγραφέα. Κοινωνική κριτική και σαφής στάση απέναντι στα ήθη της εποχής του.

Στις έντεκα αυτές ιστορίες ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία, όσα βιβλία του Henry James  κι αν έχει διαβάσει, να ανακεφαλαιώσει τη γνώση του γι’ αυτόν και σε κάθε περίπτωση να την εμπλουτίσει. Φθάνοντας στον «Αποχαιρετισμό» (1915), νιώθει πλέον πως έχει επανασυστηθεί με τη γραφή, την προσωπικότητα, την ευφυΐα του εξαιρετικού αυτού ανατόμου καταστάσεων και προσώπων. Έτσι, σ’ αυτά τα τελευταία αποσπάσματα σκέψεων είναι σε θέση να αφουγκραστεί την ανάσα του ανθρώπου που αρθρώνει αυτές τις ύστατες, αχνές, ξεθωριασμένες παρατηρήσεις, όπως θα τις ονομάσει ο ίδιος.

πέρα από τα σύνορα

όλα τα κομμάτια

μοναχικές ψυχές.





Διώνη Δημητριάδου

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Ανήμερα Χριστούγεννα Είναι όμορφες οι μαζώξεις τέτοιες μέρες.



Ανήμερα Χριστούγεννα


Είναι όμορφες οι μαζώξεις τέτοιες μέρες. Γύρω από το τραπέζι συχνά τρεις, μπορεί και τέσσερις ηλικίες να βρίσκουν τη θέση τους στη φυσική σειρά του χρόνου που περνά. Και κάποιοι κάποτε να λείπουν, φωτίζοντας με την απουσία τους τα αδειανά ποτήρια. Ίσως το σημαντικότερο αυτών των ημερών να είναι αυτές οι συναντήσεις που κάνουν μια νέα σπονδή στο αυτονόητο των σχέσεων και ανανεώνουν τις συνδέσεις παρόντων και απόντων, πότε με τον λόγο πότε με τη μνήμη. Όλα τα άλλα μπορεί και να έχουν μικρότερη σημασία από αυτά τα ανταμώματα χρονιάρες μέρες. Το έχει πει και ο Νιόνιος : "να μας έχει ο θεός καλά, πάντα ν' ανταμώνουμε..."

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

"Όσοι δεν…" και η φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα, Μια γυναίκα με τη βάρκα της, 1950


Όσοι δεν…




Και μια σκέψη γι’ αυτούς που δεν…

Δεν χαίρονται. Δεν γιορτάζουν. Δεν θυμούνται. Δεν θέλουν να θυμούνται. Δεν έχουν πράγματα. Δεν έχουν ανθρώπους. Ίσως δεν είχαν ποτέ. Ίσως δεν έχουν πια. Κι αν συντύχουν κάποτε τους άλλους, τους χαρούμενους ή τους αδιάφορους, σιωπούν. Γιατί οι άνθρωποι που δεν… δεν έχουν και κάτι να τους πουν. Κοιτάζουν μόνο και υπομονετικά περιμένουν να περάσει κι αυτό το κλίμα της γιορτής και να γυρίσει πάλι ο χρόνος στα συνήθη χαμηλόφωνα. Γιατί οι άνθρωποι που δεν… τότε καλύτερα μιλούν. Και κάποτε χαμογελούν.
Διώνη Δημητριάδου

(φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας, Μια γυναίκα με τη βάρκα της, 1950)

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

Το ήθος της σύγχρονης ποίησης της Διώνης Δημητριάδου Εισήγηση στην Έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο (9 Σεπτεμβρίου 2017) αναφορά σε πέντε σύγχρονους ποιητές: Κατερίνα Λιάτζουρα Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου Νίκη Κωνσταντοπούλου Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου Ιωάννης Παπουτσάκης η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr, τεύχος 40




Το ήθος της σύγχρονης ποίησης
της Διώνης Δημητριάδου
Εισήγηση στην Έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο
(9 Σεπτεμβρίου 2017)

αναφορά σε πέντε σύγχρονους ποιητές:
Κατερίνα Λιάτζουρα

Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου

Νίκη Κωνσταντοπούλου

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου

Ιωάννης Παπουτσάκης
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr, τεύχος 40https://www.vakxikon.gr/to-ithos-tis-sygronis-poiisis/









           Η ποίηση, περισσότερο από κάθε άλλη μορφή λόγου, προσφέρει στον αναγνώστη της μια προνομιούχο θέα του κόσμου, η οποία εξαρτάται από τη θέση του ποιητή και αποτελεί προσωπική του κατάκτηση. Ο ποιητής παρατηρεί και σημειώνει εικόνες, κατόπιν τις μετουσιώνει σε λέξεις και τις δίνει στον αναγνώστη του με το φορτίο που ήδη έχουν αλλά και την ερμηνεία που ο ίδιος -στη βάση της προσωπικής του ηθικής στάσης- τους προσδίδει.  Σ’ έναν κόσμο στον οποίο η ομοιομορφία καταξιώνεται, η διαφορετικότητα καταδιώκεται και στοχοποιείται, η ποίηση έχει τον τρόπο να απομονώνει το ουσιώδες, να το προβάλλει σε ευσύνοπτο λόγο και  να το κοινωνεί. Είναι, λοιπόν, η ποίηση φορέας μηνυμάτων; Ναι, αλλά όχι με το περιεχόμενο που συχνά προσδίδεται στη λέξη μήνυμα. Η λεγόμενη στράτευση του ποιητή σε πολιτικά τσιτάτα και κομματικές επιταγές είναι όχι μόνο πεπαλαιωμένη μέθοδος προπαγάνδας αλλά και πολύ φορτωμένη με αμαρτίες για να υποστηριχθεί σοβαρά από κάποιον. Ο ποιητής είναι ένας ευαίσθητος δέκτης που συλλαμβάνει τα μηνύματα της εποχής του και αντιλαμβάνεται πού αξίζει να εστιάσει το νόημα των στίχων του. Ο λόγος του εμπεριέχει το νόημα της εποχής του, όπως κι αν θελήσει να το δώσει, με όποιο τρόπο -σαφή ή κρυπτικό- επιλέξει να μιλήσει. Η ποίηση δεν χρειάζεται την ευτέλεια ενός κωδικοποιημένου συνθηματικού λόγου που υπηρετεί πάντοτε σκοπιμότητες. Εμπεριέχει με τον καλύτερο και πιο σαφή τρόπο την εποχή μέσα στην οποία γεννιέται, και της οποίας τον ουσιαστικό πυρήνα φέρει μέσα στον λόγο της, θέλοντας και μη. Θυμάμαι εδώ τα λόγια του μεγάλου ζωγράφου Αλέκου Κοντόπουλου που προσδιόρισε τον ρόλο του πνευματικού ανθρώπου:



να είσαι ταυτόχρονα κοινωνικός και αντικοινωνικός



Εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία του ρόλου του. Να βρίσκεται μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δίπλα στα προβλήματα των ανθρώπων, να ευαισθητοποιείται και να κινητοποιείται απ’ αυτά. Κοινωνικός, λοιπόν, σημαίνει όχι απομονωμένος. Όμως πάντοτε οφείλει να βρίσκεται απέναντι στις συμβάσεις, κατ’ ουσίαν αντίθετος με τους συμβιβασμούς που ορίζουν την αποδεκτή κοινωνικότητα, άρα αντι-κοινωνικός, με την έννοια του απέναντι βαθιά ριζωμένη μέσα του. Το ποιητικό υποκείμενο αποστασιοποιημένο για να μπορεί να δει καλύτερα, πληρώνοντας έτσι το τίμημα της ώριμης και ξεκάθαρης θέας με τη μοναξιά. Αυτή την αντίθεσή της απέναντι σε όλα τα κακώς κείμενα δίνει η ειλικρινής και αυθεντική ποίηση, αθώα και αμέτοχη σε κάθε εύκολο συνυπολογισμό, σε κάθε δελεαστική ενσωμάτωσή της στην κατασκευασμένη τοιχογραφία της εποχής. Κραυγάζει ο ποιητής αυτό που βλέπει, αυτό που τον απογοητεύει, αυτό που διαψεύδει τις προσδοκίες του ως πολιτικού όντος και κοινωνικά ενεργού μέλους ενός συνόλου ηθικά απορριπτέου. Και η σύγχρονη πραγματικότητα έχει πολλές αφορμές για να κινητοποιήσει την ευαισθησία της ποίησης. Κατορθώνει ο ποιητής να διατηρήσει τους τρεις πυλώνες της ηθικής του μέσα στην καταιγίδα καταρράκωσης των ανθρωπιστικών αξιών που μαίνεται γύρω του.



Πρώτα απ’ όλα κρίνεται ως προς το πολιτικό ήθος, το ποικιλοτρόπως τρωθέν τις τελευταίες δεκαετίες (γιατί αλίμονο αν η τωρινή κατάντια μας οφείλεται μόνο σε μια χούφτα άτιμα χρόνια).

Έπειτα η κοινωνική ευαισθησία προς τον πάσχοντα άνθρωπο όπου γης έρχεται να καθορίσει το ήθος πάλι, δίνοντας το μέτρο της σύμπλευσης, της συμπαράστασης, της αλληλεγγύης. Η ποιητική παραγωγή, πλούσια πάντοτε, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης απογειώνεται, καθώς οι στίχοι μπορούν να αποτυπώσουν με τον πιο αυθόρμητο τρόπο τις σκηνές της δύσκολης πραγματικότητας, χωρίς να απαιτείται χρονική απόσταση από τα γεγονότα.



Μόνο που για να ισχύουν οι δύο παραπάνω παράμετροι του ήθους, πρέπει να προηγηθεί η γενεσιουργός συνθήκη, το προσωπικό ήθος. Όταν αυτό δεν υπάρχει, τότε οι πολιτικές ή κοινωνικές ευαισθησίες καταλήγουν κενά ρητορικά σχήματα. Είναι αυτό που θα ανασύρει από τη μνήμη τα άξια λόγου (κατ’ εξοχήν υπόθεση προσωπικού ήθους η μνήμη), είναι αυτό που θα αναδείξει την ωριμότητα των επιλογών. Η ποίηση, καθώς μετουσιώνει τον ιδιώτη σε πολίτη, είναι βαθύτατα ανθρώπινη, όπως κάθε τι που αγωνιά σε μια κοινωνία φθίνουσα, είναι ποίηση με ήθος προσωπικό, όχι με την κοινά αποδεκτή (φθαρμένη πλέον) έννοια αλλά με την ουσιαστική. Κυρίως όταν απαιτεί αίμα για να γραφεί.. Το χρώμα της είναι το μαύρο. Κι αν είναι κόκκινο παραπέμπει σε αιμάσσοντα σώματα που καθημερινά σπαράσσονται.  Είναι και η ωριμότητα που ανιχνεύεται πίσω από λέξεις δηλωτικές της απόλυτης συνειδητοποίησης του «ποιος είμαι», «πού πηγαίνω», κυρίως «τι γίνεται εδώ». Είναι θέμα επιλογής, λοιπόν, το περιβάλλον που θα δώσει στον ποιητή την απαραίτητη ανάσα προκειμένου να μην πνιγεί από τον ασφυκτικό κλοιό των προκαθορισμένων δρόμων.



Ο ποιητής, λοιπόν, δεν ηθικολογεί, δεν ρητορεύει ανοήτως, δεν επαναπαύεται σε ευκολίες του λόγου. Μιλά, κραυγάζει αυτό που αποθηκεύει από τον πάσχοντα εν γένει πολιτισμό μας. Και μετά σιωπά. Γιατί έτσι οφείλει να κάνει. Ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον ο λόγος του. Και αυτός είναι αρκετός.



Αυτό ακριβώς δηλώνει ο Ιωάννης Παπουτσάκης γράφοντας:





Μιλάμε μόνο όταν πρέπει να μιλήσουμε

Όταν ο λόγος μας είναι πιο δυνατός απ’ τη σιωπή

δυνατά για να ακούσουν

αυτοί που φιμώνουν τις λεύτερες φωνές

για να τους δείξουμε ότι νικήσαμε το φόβο

που σφραγίζει τα στόματα των ανθρώπων.



Ένας τέτοιος λόγος είναι δηλωτικός του ήθους. Όπως άλλωστε ποιητική στάση ώριμη και υπεύθυνη δηλώνει με τη χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου, δείχνοντας την ανάγκη συμπερίληψης σε ένα κοινό παρελθόν οραμάτων αλλά και πικρών απογοητεύσεων, παράλληλα πιστεύοντας ότι το «εμείς» του λόγου του αρκεί για μια συνέχιση του αγώνα, με όποιους όρους είναι πλέον αυτό δυνατό.




[…]

Ο δρόμος είναι μακρύς

σαν την ιστορία αυτού του τόπου

και τα αρπακτικά που μας περιτριγυρίζουν

είναι μονίμως πεινασμένα και βιαστικά

[…]



 […]

Κάθε μας χαμόγελο και κάθε μας τραγούδι

είναι μια γροθιά

στους αγέλαστους κι ανέραστους

που θέλουν να μας τα στερήσουν

Το ξέρουμε πως μας μισούν γι’ αυτό

Γιατί δεν είμαστε κι ούτε θα γίνουμε

όμοιοί τους

[…]

Ποιος είπε ότι δεν φοβόμαστε τη μοναξιά;

Ποιος είπε ότι δεν τρομάζουμε με το αύριο

που θα μας βρει σκυθρωπούς κι απελπισμένους;

[…]




Η Κατερίνα Λιάτζουρα δηλώνει εξ αρχής ότι παράλληλα με την ποιητική της κατάθεση επιχειρεί να δώσει και το ηθικό της στίγμα, δίνοντας ταυτόχρονα και τη θέση του ποιητή. Ο ποιητής είναι εκτεθειμένος.




... Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί

μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής

το παλούκωσα

και το κρέμασα από το δοκάρι...



Αρθρώνει μια ώριμη πολιτική φωνή με σαφή επίγνωση των πραγμάτων, μακριά από αφελείς προσδοκίες:



[…]

Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία

η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι[…]



Καταξιώνει την προσωπική ηθική στάση, τον ατομικό ηθικό αγώνα, σε μια μοναδικής ειλικρίνειας ποιητική πρόταση, αφήνοντας πίσω στη λήθη αδιέξοδους πολιτικούς δρόμους:





[…]

Ο μύθος της ατομικής αντίστασης

μοναχική και παλλόμενη λεπίδα

προσδίδει στο λυκόφως

ανθρώπινη μεγαλειότητα.



Και ταυτόχρονα ρίχνει το βλέμμα της στον άνθρωπο που πάσχει δίπλα μας πλησιάζοντάς τον με μια υπέροχη ευαισθησία:



Υποθήκευσα τη ζωή μου.

Αποθήκευσα την ψυχή μου σε αιγαιοπελαγίτικο φέρετρο.

[…]

Αγκίστρωσα τον αγκώνα μου σ’ ένα απομεινάρι του ναυαγίου

μπορεί όμως και στο πτώμα της συντρόφου μου.

Δεν ξέρω.

Δεν κοίταξα.

Δεν θυμάμαι.



φοβάμαι και το θάνατο -σας το ’πα;





Η Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου ακολουθεί στα ίδια βήματα  συμπάσχοντας με:





τους άρρωστους·

τους άνεργους·

τους άστεγους·

τους απάτριδες·

τους βιασμένους·

τους κακοποιημένους·

τους δολοφονημένους·

τα παιδιά τα άρρωστα·

τα ορφανεμένα·

τα απελπισμένα·

τους πολιτικούς κρατούμενους·

τους φυλακισμένους·

τους εξωθημένους στην πορνεία·

τους αυτόχειρες·

όσους έχασαν παιδι(ά)·

όσους είναι μόνοι.



Και θα δείξει το ηθικό ανάστημα μέσα από αντιξοότητες, πάλι τονίζοντας τον ατομικό αγώνα:





Αντάξια του ονόματός σου στάθηκες.

Πιστή στο λόγο που είχες κάποτε

στον εαυτό σου δώσει.

Για σένα. Όχι για εκείνους.

Είσαι καλύτερος άνθρωπος.

Ίσως μια μέρα βγεις από το τέλμα

που ο ίδιος δημιούργησες,

όπου μονάχος σου επέλεξες και κλείστηκες.

[…]

Μην κατηγορείς, μην ψάχνεις ενόχους

[…]

Δεν είναι καιροί για αυτολύπηση.





Η Νίκη Κωνσταντοπούλου, σε ακόμα πιο προσωπικό τόνο, θα ανασύρει μνήμες καθοριστικές που δομούν το προσωπικό της τοπίο:







Στην ντουλάπα του σπιτιού μου

βάζαμε άτακτα όλα μας τα ρούχα - όπως τις σκέψεις μας.

Στριμώχναμε τα παλιά·

πάνω πάνω ήταν τα νέα για να ξεχνάμε.



Με σαφή τη θέση του «απέναντι» δηλώνει πως έχει καταλάβει πώς είναι αυτό το «παιχνίδι και κοινωνεί την αλήθεια της στους άλλους:



[…]

Καταγράφω τους ήχους

με τα μάτια δεμένα

εκπαιδεύτηκα σκληρά

να κυνηγάω σκιάχτρα.

[…]

Μην υποτιμάς το ελάχιστο του χρόνου.

Σε μια κλίμακα αντιστρόφως ανάλογη

μετρά όσο η αιώνια μνήμη.




Και απευθυνόμενη στον Μπωντλαίρ (δείγμα ταπεινότητας και όχι αλαζονείας η συναίσθηση της ποιητικής συνέχειας) θα πει:



[…]

Δεν έχω καλά νέα να σου πω

τα άνθη του κακού ακόμα ανθίζουν

και σαν πληγές κακοφορμίζουν

σκορπίζοντας κίτρινο υγρό παντού.





Ο ρόλος του ποιητή, θα πει η Νίκη είναι να εντοπίζει, να μιλά, να δείχνει, να αντίκειται στη γενική αδιαφορία:



στέκεται μέρες τώρα

στη μέση του δρόμου

τα αυτοκίνητα τον προσπερνούν

οι άνθρωποι περνάνε από δίπλα του ξυστά

ακουμπάνε τον ώμο τους

κι αμέσως τινάζουν το παλτό τους

τα περιστέρια δεν τον πλησιάζουν ούτε για λίγα ψίχουλα

τα παιδιά τον κοιτάζουν με περιέργεια

μέχρι οι μανάδες να τα απομακρύνουν γρήγορα



Τέτοια συντονισμένη αδιαφορία

θα ζήλευε και ο διάβολος.




Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, τέλος, με την ωριμότητα και τη σαφήνεια του πολιτικού της λόγου δηλώνει:




Ο χρόνος  είναι δίκαιος

και η ανατολή η απόδειξή του.



Δες!



Ο κόκκινος ήλιος στις ροδακινιές θα τρυπήσει



την ομίχλη

το πείσμα

την εμμονή

στην ουτοπία.



Και με το ελάχιστο των λέξεων θα δείξει ότι και οι νεότερες ποιητικές γραφές άριστα γνωρίζουν τη βαρύτητα του ποιητικού λόγου:



[…]

Εδώ,

η τέχνη του να επιζείς

ταυτίζεται με την τέχνη του να επιλέγεις

-          αλλά δίχως χαμένες μάχες.



 […]

Άνοιξα το στόμα, έγινα μαύρη τρύπα

και μεγάλωνα.

Στις απόκριες μου ’ραψαν τη στολή των μεγάλων

Κλαίγοντας

Κατάσαρκα

Έτσι έμαθα για τον κόσμο που κέντρο του είναι ο άνθρωπος

-          όχι εγώ –

[…]




Κι εδώ, σε αυτό το ελάχιστο του λόγου θα μιλήσει δίνοντας τον γενικό αφορισμό:



[…]



Λέω· αν δεν πονάς, κάτι δεν κάνεις σωστά.



Και μόνο ο παραπάνω στίχος θα αρκούσε για να δείξει το μέτρο της ποιητικής ηθικής.




Διώνη Δημητριάδου
(οι φωτογραφίες από την εκδήλωση: Bookia)
Τα βιβλία των ποιητών κυκλοφορούν από τις εκδόσεις βακχικόν:
Ιωάννης Παπουτσάκης, Εξόριστα καλοκαίρια
Κατερίνα Λιάτζουρα, Αποκαΐδια ηθικής
Χριστίνα-Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, Persona Gramma
Νίκη Κωνσταντοπούλου, Εγώ, απέναντι
Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Μοναχοπαίδι



Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017

"Με τα μάτια" διηγήματα της Ελένης Ε. Νανοπούλου εκδόσεις Γκοβόστη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr (τεύχος 40)https://www.vakxikon.gr/eleni-nanopoulou/


"Με τα μάτια"

διηγήματα

της Ελένης Ε. Νανοπούλου

εκδόσεις Γκοβόστη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr (τεύχος 40)https://www.vakxikon.gr/eleni-nanopoulou/




Μοιάζει με σύναξη προσώπων, εικόνων, αντικειμένων, με έναν απολογισμό ζωής. Χωρισμένο το βιβλίο σε ενότητες, που οριοθετούν τις μνήμες, τα κατακτηθέντα, τα αγαπημένα, όλα αυτά που συναποτελούν τη ζωή, όταν θέλουμε να την αφηγηθούμε. Γιατί, μικρές αφηγήσεις μαζεύονται εδώ, που η Ελένη Νανοπούλου μοιράζεται μαζί μας. Ή, κάτω από μια άλλη θεώρηση της γραφής,  ιστορίες που τις αφηγείται στον εαυτό της, με τους κώδικες της προσωπικής ζωής. Κι εμείς λαθραία εισχωρούμε, διαβάζουμε ή ακούμε.

Στην πρώτη ενότητα («Στο σπίτι») θα συναντήσουμε τον άνθρωπο στον χώρο του, με τα αντικείμενα όλα γύρω του να αποτελούν κομμάτια του κόσμου του αναπόσπαστα. Αρχικά η συνειδητοποίηση της παρουσίας των αντικειμένων. Η συνύπαρξη και η οριακή ανοχή (αμοιβαία ίσως;) μεταξύ τους. Μετά η αναπόφευκτη ενσωμάτωση στον κόσμο τους. Τότε αντιλαμβάνεσαι πως τα πράγματα έχουν ζωή, αισθάνονται, αντιδρούν και διεκδικούν. Ίδιες ανθρώπινες παρουσίες.  Το πώς θα αντιδράσεις σ’ αυτή τη συνειδητοποίηση είναι προσωπική σου υπόθεση. Τα αγνοείς; Συμφιλιώνεσαι με τη δική τους αλήθεια;

Γυρνάς στο κρεβάτι από τη μια μεριά στην άλλη και σού δίνει και καταλαβαίνεις. Ο ίλιγγος, βέβαια, όχι κάτι άλλο. Μήπως είναι δυνατό να μείνεις ξερός όλη νύχτα, να κάνεις το πτώμα; Κλείνεις τα μάτια. Για να τον αποφύγεις. Να μη δεις στο μισοσκόταδο να πηγαινοέρχεται το ταβάνι, να αλλοιώνονται οι γωνίες του δωματίου. Να διώξεις τη ναυτία. Και να, με κλειστά μάτια βλέπεις ένα δρόμο να γλιστράει ιλιγγιωδώς  -πώς αλλιώς- κάτω απ’ τα πόδια σου ή πιο σωστά, κάτω από τη ζωή σου. Μπροστά σου ένα τούνελ, σήραγγα ή σύριγγα που έλεγε -μάλλον κυριολεκτικά- ένας συγχωρεμένος θείος, όταν πρωτοάνοιξαν το παρακείμενο στο χωριό του τούνελ. Το βλέπεις με κλειστά τα μάτια μέσα σε μια αχλή, καθόλου μαύρο και σκοτεινό, αλλά λευκό με μια θαμπάδα σαν το αλώνι του φεγγαριού, όταν έχει.

Στη δεύτερη ενότητα («Δικά μου») το υποκείμενο διεκδικεί με τη σειρά του τον χώρο του. Για να τον κατακτήσει επανεκτιμά όσα θεωρεί αποκλειστικά δικά του. Το σώμα του, τα μέλη, τα αναγνωριστικά του σημάδια. Όλα πρέπει να επανακτηθούν ως κομμάτια ενός συνόλου, που μάθαμε να το εκλαμβάνουμε ενιαίο και πειθαρχημένο, ωστόσο αυτό συχνά καταργεί τη συνοχή του. Απρόσμενα και αιφνιδιαστικά βρισκόμαστε μπροστά σε μικρές αυτονομήσεις. Τότε βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Όπως είναι ή όπως τον βλέπουν οι άλλοι.

Πάντα ξεκινώ απ’ τα μάτια. Άλλοτε όμορφα, αμυγδαλωτά και προσηνή, άλλοτε στενά και σχιστά, μυστηριώδη και άλλοτε βαθιά και σκοτεινά, με απροσδιόριστο χρώμα. Μετά ολοκληρώνω το πρόσωπο. Προσπάθησα να κάνω τα βλέφαρα να κλείσουν μια φορά που κάτι γυναικεία μάτια με κοίταζαν παράξενα, διεισδυτικά και με τάραξαν. Το πέτυχα κι αυτό. Χαμήλωσε τα βλέφαρά της εκείνη, ησύχασα εγώ. Η πιο τρελή εικόνα που σχημάτισα ήταν το δικό μου προφίλ. Κλειστά μάτια. Νεκρή σχεδόν.

«Η γραφή», που συνιστά την τρίτη σύντομη ενότητα, σε ποιον ανήκει, αλήθεια; Είναι δική μας, όταν επινοούμε και γράφουμε, αφορά μόνον εμάς ή και τους αποδέκτες, ακούσιους συνοδοιπόρους ή εκούσιους συνδημιουργούς, σε μια διαφορετική θεώρηση του θέματος; Αλλά και οι λέξεις δεν είναι τάχα δηλωτικές μιας απόπειρας να τιθασευτεί το χάος; Αρκεί να τις διαβάζουμε σωστά. Αρχινά η δόμηση εκ νέου του προσώπου μας με γνώμονα τον λεκτικό κώδικα. Ένας κώδικας, όμως, είναι μια συμβατική συμφωνημένη πραγματικότητα για χάρη της επικοινωνίας. Τίποτε άλλο.

Φεύγοντας κατεβαίνω απ’ τον εμπορικό πεζόδρομο, σκέφτομαι πόσους χάσαμε τον περασμένο χρόνο και νιώθω αυτό το «καθημαγμένη» στις σκυφτές μου πλάτες. Αλλά να δούμε και πώς γράφεται και τι σημαίνει ακριβώς.

Η τέταρτη ενότητα («Οι άλλοι») μας αναγκάζει να στρέψουμε το βλέμμα γύρω και να παρατηρήσουμε όσους υπάρχουν διεκδικώντας ένα κομμάτι του κόσμου, περιορίζοντας αναπόφευκτα τον δικό μας χώρο, καταργώντας την επιθυμητή μας ελευθερία κινήσεων, δεσμεύοντας και καμιά φορά καθοδηγώντας τις επιλογές μας. Σε μια άλλη εκδοχή μπορεί να μας κάνουν να δούμε με άλλα μάτια τη ζωή. Ίσως μέσα από πολύ απλές καθημερινές ενέργειες. Είναι τότε που ανακαλύπτουμε ταυτόχρονα με τους άλλους και μια διαφορετική όψη του εαυτού μας. Ίσως και τα όριά μας.

Κάτι τον εμπόδιζε, του κοβόταν η ανάσα. Προσπάθησα να είμαι ψύχραιμη αλλά κοίταζα και γύρω μήπως χρειαστώ βοήθεια. Αργοπορούσαμε στη διάβαση κι είχε ανάψει κόκκινο πάλι στα τελευταία μας βήματα. Έκανα με το χέρι μου  νόημα στο αυτοκίνητο που ξεκινούσε, να περιμένει να περάσουμε. Φτάνοντας στην απέναντι όχθη είπα μέσα μου, ούτε βαθύ ποτάμι να ήταν.

Τέλος, στην πέμπτη ενότητα («Οι άνθρωποί μου») συναντάμε τους οικείους, αυτούς που αποτελούν τη φυσική μας συνέχεια. Κάνεις να φύγεις μακριά τους και δεν μπορείς. Λεπτό αλλά γερό το σχοινί σε κρατά δεμένο μαζί τους. Τα στηρίγματά μας ή εμείς τα δικά τους. Συγκεχυμένες οι συνδέσεις και πολλαπλές οι εκδοχές τους. Συνήθως επώδυνες. Και ακόμη συχνότερα δυσερμήνευτες.

Όσο περισσότερο χρόνο ζεις με έναν άνθρωπο τόσο πιο αθέατος παρατηρητής γίνεσαι. Το καθημερινό μου θέαμα, λοιπόν, από αθέατη θέση. Η ματιά μου το όπλο μου. Το θήραμα εύκολο. Η θέα δυσανάγνωστη.

Και τότε η παρατήρηση αποβαίνει το όπλο, η απαραίτητη αρματωσιά και για τη ζωή και για τη γραφή. Το αφηγηματικό υποκείμενο παρατηρεί και γράφει.

Ο κόσμος, έτσι όπως τον εννοεί η Νανοπούλου, είναι πολυσύχναστος και πολύμορφος, έχει γωνίες και απότομες στροφές, χρειάζεσαι το νήμα που θα σε οδηγήσει σε ευθεία πορεία. Συνέχεια πέφτεις πάνω σε πρόσωπα και πράγματα. Είναι και οι ήχοι, ένας βόμβος συνεχής που σε οδηγεί σε τοπία εξωσυνειδησιακά, στον χώρο και τον χρόνο πριν, πριν από (από τι άραγε;), όταν όλα αυτά ακόμη δεν υπήρχαν. Καμιά φορά οι εμβοές αυτές μπορεί να είναι σωτήριες. Αποτελούν τη μοναδική ίσως σύνδεση με έναν κόσμο περίκλειστο, που απομονώνει σε εσωτερική πλέον ακρόαση τη σύνθεση (μουσική ή όχι) όσων αγαπήσαμε.

Κολυμπούσα σε μια ζεστή λίμνη. Κάτι έπινα γλυκό κι ανακουφιστικό. Ήταν τόσο όμορφα που θα μπορούσα όλη μου τη ζωή να είμαι ’κει. Μέχρι που άρχισε. Ένα μουρμουρητό μονότονο, μακρινό. Σιγά σιγά όμως πλησίαζε και τάραζε τα ήσυχα νερά της λίμνης μου. Πιο κοντινό τώρα έμοιαζε με βουβό κλάμα. Πηγαινοερχόταν απ’ το ένα στο άλλο μου αυτί. Δεν  μου άρεσε καθόλου. Βαθύ παράπονο. Τα παράσιτα ατ’ αυτιά μου δυνάμωναν και με ενοχλούσαν. Προσπαθούσα να βρω θέση ώστε να μην τα ακούω. Δεν μπορούσα να στρίψω. Ο χώρος ήταν κλειστός. Η λίμνη μικρή. Κάποια στιγμή κατάφερα να φέρω τις μικρούτσικες μπουνιές μου ως τ’ αυτιά. Η ηχώ απ’ το κλάμα μάκραινε σιγά σιγά ώσπου χάθηκε κι έτσι αποκοιμήθηκα.

Η Ελένη Νανοπούλου έχει μια γραφή που ισορροπεί ανάμεσα στην πεζή καταγραφή των καθημερινών εικόνων και αποτυπώσεων και σε ένα ποιητικό εκχύλισμα που ανατρέπει διαρκώς το ρεαλιστικό τοπίο σε κάτι πιο απογειωτικό και άυλο. Η μετάλλαξη αυτή προσδίδει  μια ιδιαιτερότητα στη γραφή της και μεταβάλλει τις ιστορίες της (αν μπορούμε να τις πούμε έτσι) σε φωτογραφικές στιγμές, με την κλεμμένη αθανασία που οι φωτογραφίες εγκλωβίζουν  μέσα τους και την ποιητικότητα που αποπνέουν, όταν τις κοιτάζεις και θυμάσαι.

Δεν μπορείς, ωστόσο, να μην παρατηρήσεις τον τρόπο που κατορθώνει όλο αυτό να το συγκροτεί σε ένα ενιαίο σύνολο, που το βλέπεις από όποια από τις πέντε (όσες και οι ενότητες του βιβλίου) αλληλένδετες εκδοχές επιθυμείς. Μια διαφορετική ματιά (να καταχραστώ κάτι από τον τίτλο) στη γραφή των μικροδιηγημάτων. Ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση.  



Διώνη Δημητριάδου