Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015


   φωτογραφία"


στη μνήμη της Διώνης Φωταρά

κανα το καλύτερο που μπορούσα. Οι παλιές φωτογραφίες δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο. Να, εδώ και εδώ τη βελτίωσα, όσο γινόταν. Αλλά στο σημείο αυτό αδύνατον. Θέλετε να τη δώσετε και αλλού, το ίδιο αποτέλεσμα θα έχετε."

Κοίταζε τη φωτογραφία. Ήταν αρκετά βελτιωμένη αλλά όχι σε όλα τα προβληματικά σημεία. Απ’ όσα της έλεγε ο φωτογράφος, έμοιαζε να μην μπορεί να γίνει κάτι καλύτερο. Τι να κάνει; Πλήρωσε και κίνησε να φύγει. Βγαίνοντας από το μαγαζί γύρισε και του είπε. "Είναι που η κοπέλα έχει πεθάνει και άλλη τέτοια φωτογραφία της δεν έχω. Αυτή είναι λίγο πριν…"

Είχε πάρει τη φωτογραφία σε δύο αντίτυπα. Γυρίζοντας σπίτι έβαλε τη μία στο οικογενειακό άλμπουμ. Βρήκε την κατάλληλη θέση, δίπλα στη μητέρα και στον πατέρα. 'Εδώ', σκέφτηκε, 'μαζί τους. Σαν οικογένεια, όπως τότε.' Πιο δίπλα ήταν και τα άλλα παιδιά, όλα κορίτσια. Αναρωτήθηκε αν κάποτε αυτό το άλμπουμ θα είχε κάποιο νόημα για τους μεταγενέστερους, τα παιδιά, τα εγγόνια. Είναι αλήθεια ότι σχετικά αργά, σε μεγάλη ηλικία, ανακαλύπτουμε το ενδιαφέρον μας για τους προγόνους μας. Μόνο που τότε δεν υπάρχει κανείς να μας καθοδηγήσει σωστά στο παρελθόν και να μας πει πρόσωπα και πράγματα.
Την άλλη φωτογραφία την έβαλε σε μια κορνίζα και την τοποθέτησε πάνω από το τζάκι. Να τη βλέπει και να θυμάται.


Το ίδιο βράδυ κοιμήθηκε βαθιά και είδε όνειρο. Όταν ξύπνησε, παράξενο γιατί ποτέ δεν της συνέβαινε, το θυμόταν αρκετά καθαρά. Ήταν, λέει, παιδί και με την αδελφή της είχαν βγει στο βουνό, που ήταν κοντά στο σπίτι τους, για να μαζέψουν σαλιγκάρια. Ο καιρός είχε ανοίξει μετά από φοβερή καταιγίδα. Είχαν απομακρυνθεί αρκετά, όταν καινούργια σύννεφα μαζεύτηκαν στον ουρανό και ξέσπασε νέα μπόρα χειρότερη από πριν. Τρέξαν και χώθηκαν σε μια ερειπωμένη καλύβα που βρήκαν μπροστά τους, το νερό έπεφτε στα κεφάλια τους. Αγκαλιάστηκαν και έτρεμαν, περίμεναν τα χειρότερα. Τότε γύρισε αυτή και είπε στην αδελφή της: "μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ και δεν θα σ’ αφήσω να πάθεις κακό. Ποτέ, να το ξέρεις."

Πράγματι την πρόσεχε, πιο πολύ από τις άλλες αδελφές της, αν και δεν ήταν η μικρότερη. Ήταν, όμως η πιο καλόκαρδη, η πιο ήσυχη, η πιο φιλότιμη. Είχε και κάτι στο βλέμμα της, που σε έκανε να την προσέξεις. Μικρό κορίτσι, μα είχε μια αδιόρατη μελαγχολία που δεν ταίριαζε με την ηλικία της. Ώρες ώρες στήριζε το κεφάλι της στο χέρι της και στεκόταν έτσι χωρίς να μιλάει. "Πάλι συλλογιέται και θυμάται", λέγαν οι άλλοι, σαν την έβλεπαν έτσι στοχαστική. "Μα, τι μπορεί να τη στενοχωρεί; Παιδί πράγμα!"

Η θύμησή της έφερε τώρα και στην ίδια μια μελαγχολία. Πάντα, όταν τη θυμόταν, ένιωθε το ίδιο σφίξιμο στην καρδιά. Όπως τότε που…

Ήταν Δεκέμβρης του 1944, στην Αθήνα και στον Πειραιά ο θάνατος παραμόνευε σε κάθε γωνιά. Οι Εγγλέζοι ρίχναν όλμους από το λιμάνι, και ο κόσμος στα καταφύγια, να προφυλαχτεί. Έτσι βρέθηκε κι εκείνη στο καταφύγιο. Στο σπίτι γύρναγε, που είχε αφήσει το παιδί της, ούτε δυο χρονών. Παντρεύτηκε μικρή, ούτε είχε κλείσει τα δεκάξι, και σε ένα χρόνο γέννησε το αγοράκι της. Κλεισμένη στο καταφύγιο ανησυχούσε τι γίνεται στο σπίτι. Σηκώθηκε και βγήκε έξω κι ας της φώναζαν οι άλλοι να μείνει εκεί, γιατί δεν είχαν σταματήσει οι βομβαρδισμοί. Εκεί, στον δρόμο τη βρήκε το κακό.

Τους φέραν το κακό μαντάτο οι γείτονες. Τρέξαν στο νοσοκομείο, εκεί την είχαν μαζί με πολλούς τραυματίες. Δεν είχε πολλή ζωή, τους είπαν, δυο τρεις μέρες, όσο αντέξει. Πέρασαν δυο μαρτυρικές μέρες.

Εκείνο το βράδυ της δεύτερης μέρας ξύπνησε από κακό προαίσθημα. Τρεις η ώρα ήταν, ξύπνησε την άλλη της αδελφή, και τρέξαν στο νοσοκομείο. Η διαίσθησή της δεν την είχε, δυστυχώς, γελάσει. Το κρεβάτι της ήταν άδειο κι αυτή άφαντη. Τους κόπηκαν τα πόδια. Πήγαν, ρώτησαν όποιον εύρισκαν μπροστά τους, τέλος κατάλαβαν. Ίσα που πρόλαβαν. Την φόρτωναν μαζί με άλλους πολλούς σε ένα φορτηγό για να την πάνε, ποιος ξέρει πού. Κείνες τις μέρες είχε χαθεί ο κανονικός ρυθμός της ζωής των ανθρώπων μαζί με το μυαλό τους. Παρακάλεσαν, τις λυπήθηκαν φαίνεται, δυο κοπέλες η μια είκοσι και η άλλη εικοσιδυό χρονών να ζητάν το σώμα της αδελφής τους, που ήταν μόλις δεκαοκτώ…Την πήραν, τη φόρτωσαν σε ένα καροτσάκι από αυτά που σέρναν οι χαμάληδες, και ξεκίνησαν τον μακρύ δρόμο για το σπίτι.
Νύχτα ήταν ακόμη, πυροβολισμοί ακούγονταν, άνθρωποι που ξεχάστηκαν έξω έτρεχαν να κρυφτούν, αυτές όμως με το πολύτιμο φορτίο τους προχωρούσαν. Μπορεί κι αυτές να έπεφταν εκεί στον δρόμο, αν δεν σταματούσε μπροστά τους ένα καμιόνι. Κατέβηκαν δυο άντρες, του ΕΛΑΣ ήταν, και τις ανέβασαν στην καρότσα. Τις πήγαν αρκετά χιλιόμετρα πιο πέρα, κοντά στη γειτονιά τους. Σώθηκαν. Αυτές. Η αδελφή τους δεν είχε πια ανάγκη από τέτοια σωτηρία.

Τα θυμόταν τώρα όλα αυτά, κοίταζε και τη φωτογραφία. Της είχε υποσχεθεί να την προσέχει. Και το έκανε. Να, όμως, που μερικά πράγματα συμβαίνουν, γιατί ίσως κάποιος άλλος αποφασίζει. Και τότε καμιά ανθρώπινη μέριμνα δεν φέρνει αποτέλεσμα. Σηκώθηκε, πήγε στην κρεβατοκάμαρα, άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου, έβγαλε ένα μικρό κουτί. Ανοίγοντάς το τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Κρατούσε στα χέρια της πολύ προσεκτικά μια τούφα μαλλιά, καστανό το χρώμα τους. Σαν κουβαράκι ήταν μετά από τόσα χρόνια. Αυτό ήταν το μοναδικό ενθύμιο που είχε από κείνη· το έκοψε εκείνο το βράδυ. Όταν ήταν πιο μικρή της άρεσε να της χτενίζει τα μαλλιά. Ήταν η πιο όμορφη από όλες τους. Μα, και η πιο άτυχη.


Πήγε πίσω στο σαλόνι, στο τζάκι, στη φωτογραφία. "Θέλησα να σου τη φτιάξω καλύτερη, μα δεν τα κατάφερα. Δεν πειράζει, εγώ θα σε θυμάμαι πάντα, όπως ήσουν. Στο κάτω κάτω, τις μορφές όσων αγαπήσαμε τις κουβαλάμε μέσα μας. Πολύ καθαρές."

Διώνη Δημητριάδου

(από τη συλλογή διηγημάτων "Το ατελιέ" εκδόσεις "Νοών")
«Του ποιητή»




Για όποιον βυθίστηκε στων στίχων το σκληρό το βλέμμα
και μοίρασε το απόθεμα ψυχής ίσα στις όχθες τους
κι έπειτα απόκαμε από το μέσα βουερό ποτάμι
που στιχοπλέκει όλα τα  υδάτινα
σε τούτο το αποσυνάγωγο των λέξεων συναπάντημα.
Γι’ αυτόν μονάχα φτιάχτηκαν ποιητικά μπερδέματα της σκέψης
κι όσο θαρρεί πως σώζεται, 
τόσο βαθύτερους πυθμένες συναντά.

Διώνη Δημητριάδου

(Η εικόνα από το διαδίκτυο)


Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Μια ανάγνωση στην «Ετερότητα» (Craftbook ΙΙ) τη συλλογική έκδοση της ομάδας Craft (Crisis-Resistant Art Facebook Team) από τις «Μικρές εκδόσεις»

Μια ανάγνωση στην «Ετερότητα» 
(Craftbook ΙΙ)
τη συλλογική έκδοση της ομάδας Craft

(Crisis-Resistant Art Facebook Team)


Ένα ενδιαφέρον εγχείρημα παρουσιάζεται εδώ σ’ αυτή την έκδοση, με την οποία μας συστήνεται ένας καινούργιος εκδοτικός οίκος, οι «Μικρές εκδόσεις». Το διαδίκτυο που έχει κατηγορηθεί τόσες φορές για την “απρόσωπη” και προσχηματική επικοινωνία των χρηστών του, φέρνει τώρα σε ένα βιβλίο 91 “φίλους” να συνυπάρχουν μέσα του, να απλώνουν -ο καθένας σε δύο σελίδες- την προσωπική τους ματιά σε ένα θέμα που επί της ουσίας εκφράζει αυτήν ακριβώς την ταυτόχρονη παρουσία τους. Έτεροι και διαφορετικοί όλοι αντιμέτωποι στο χαρτί με τη «Ετερότητα».

Ο “έτερος” αλλά και η “ετερότητα”. Μπορεί να έχουν την ίδια νοηματική προέλευση, ωστόσο η αποδοχή της κάθε μιας έννοιας συντελείται διαφορετικά, αλλιώς την προσλαμβάνει ο καθένας και κυρίως αλλιώς την πραγματώνει στην καθημερινότητά του. Θεωρητικά είναι ευκολότερο να δεχθείς την ισότητα δικαιωμάτων, να υπερθεματίσεις ακόμη αγορεύοντας για την ομοιότητα των εσωτερικών χαρακτηριστικών που οδηγούν και στην αποδοχή της εξωτερικής ανομοιογένειας. Λόγια είναι και έχουν πέραση πολλή. 

Πόσο δύσκολο, όμως, αποδεικνύεται στην πράξη να δεχθείς την ετερότητα, όταν αυτή αποκτά πρόσωπο, όταν σε αγγίζει, σου μιλά, όταν διεκδικεί το ισομοίρασμα του χώρου σου; Μόνον τότε, όμως, και η ετερότητα αποκτά σώμα, γίνεται συνειδητή πράξη, αναδεικνύεται σε κομμάτι αυτού  του εξαιρετικού παζλ που συνιστά τον κόσμο μας. Ο άλλος γίνεται συγκεκριμένος, γίνεται φίλος σου, γίνεται καθρέφτης σου, καθόσον κι εσύ είσαι διαφορετικός γι’ αυτόν. Ο καθένας με τη δική του ιδιόμορφη υπόσταση ανοίγει τον εαυτό του, κάνει χώρο για να χωρέσει την άλλη όψη και την άλλη άποψη. Και δεν νοείται όλο αυτό σαν υποχώρηση. Πλούτος είναι, εμπλουτισμός του μικρόκοσμου, ο οποίος μαγικά πια διαμορφώνεται σε πολυποίκιλο χώρο ιδεών και πολιτισμικών αναφορών.
 
«Το άγγιγμα, η αλήθεια της ουτοπίας
Και οι άλλοι γυρεύουν απόλυτη επιβεβαίωση
Ύπαρξη
Μέσα στο πρόσωπο του άλλου Άλλου»


Η ομάδα Craft θέλησε να είναι κάτι παραπάνω από μια ακόμη σύναξη διαδικτυακή γύρω από την τέχνη. Η ανάγκη να δουν αυτόν τον άλλο δίπλα τους θεωρήθηκε σημαντικότερη από ποικίλες αναποτελεσματικές θεωρητικές αναλύσεις. Σε περιόδους κρίσης, όπως ετούτη εδώ που ζούμε, σε όλα τα επίπεδα, είναι που χρειαζόμαστε αυτό το άνοιγμα στον άλλο διαφορετικό. Γιατί δεν έχουμε πια ούτε την πολυτέλεια αλλά ούτε το δικαίωμα να αγνοούμε ότι όλοι ανεξαιρέτως φέρουμε την ιδιομορφία μας. Και σ’ έναν κόσμο ανασφαλή, που όλα ετοιμόρροπα αμφισβητούνται, χρειαζόμαστε όχι τόσο τους ίδιους με μας αλλά κυρίως τους άλλους, τους απέναντι που πια δεν μας χωρίζει τίποτε.

«Σάμπως και όλα τα λουλούδια δεν έχουν χρώμα, δεν μοσχοβολούν. Γι’ αυτό σου λέω, παιδί μου, είναι άδικο και κρίμα να προσπαθείς να φέρεις στα δικά σου μέτρα όλους τους ανθρώπους. Μάταιο πέρα για πέρα. Όλοι ήμασταν και θα είμαστε τόσο ίδιοι, όσο και διαφορετικοί. Και δεύτερη ζωή να ξοδέψεις, δεν θα το καταφέρεις!...»


Γνωρίζεις διαδικτυακά  ανθρώπους που καθημερινά επικοινωνείς μαζί τους, ανταλλάσσεις ιδέες, απόψεις, διαβάζεις τις σκέψεις τους, νιώθεις ότι είναι φίλοι σου, κι ας είναι μόνο εικόνες και λόγια σε μια οθόνη. Και έρχεται μια συλλογική δουλειά, και όλα αυτά αποκτούν αληθινή υπόσταση, με σάρκα και οστά. Η διαδικτυακή επικοινωνία είναι φτιαγμένη με τέτοια υλικά, που εύκολα μεταλλάσσεται σε πραγματική, αρκεί να έχει μέσα της ειλικρίνεια, αρκεί να είναι ανυπόκριτη από την αρχή. Είναι ένας δρόμος για να συναντήσεις τον άλλον. Αρχικά στην οθόνη. Μετά οπουδήποτε.Μια συνάντηση, μια σύναξη ενδιαφέρουσα, ακριβώς γιατί κανένας δεν είναι ίδιος με τον άλλον. Οι τρόποι προσέγγισης συχνά μοιάζουν αλλά κι αυτό έχει την ουσία του. Παραλλαγές και ανταλλαγές είναι που συναντάμε σ’ αυτό το συλλογικό βιβλίο σε αγαστή συνύπαρξη.
Και είναι φυσικό η συνύπαρξη αυτή να  βρίσκει το πιο ζεστό και οικείο περιβάλλον στην Τέχνη, είτε μιλάμε για τέχνη του λόγου, ποίηση και πεζό, είτε για τις εικαστικές μορφές της. Η τέχνη από τη φύση της είναι χώρος που αγκαλιάζει όλες τις τάσεις όλες τις μορφές, όλη τη νεωτερικότητα. Όχι μόνο ανέχεται αλλά και προωθεί κάθε τι νέο και αλλιώτικο. Παίρνει ζωή από τον ποιητή, τον καλλιτέχνη που προτείνει κάθε φορά την έμπνευσή του. Με θάρρος αλλά και με θράσος. Η τέχνη διδάσκει τη διαφορετικότητα, την ετερότητα.

Η ατομική ‘έκθεση’ του καθενός  έχει οπωσδήποτε μια γοητεία, λίγο ναρκισσισμό, μια δόση επιβεβαίωσης και άλλα ακόμη υπερμεγέθη και φανταχτερά. Η συμμετοχή, όμως, σε συλλογικό έργο φέρει μέσα της πολύ πιο σημαντικά πράγματα. Ας πούμε το άγγιγμα του άλλου στη διπλανή σελίδα, το ξάφνιασμα της συνάντησης με τον απροσδόκητο σωσία της σκέψης σου, ή ακόμη  τη συνειδητοποίηση ότι οι άλλοι είναι καλύτεροι άρα έχεις δρόμο ακόμη. Δεν είναι λίγο να στεγάζεις τη σκέψη σου, το λιγοστό σου ‘κάτι’ μαζί με τους άλλους και από όλο αυτό να προκύπτει  ένα σύνολο θαυμάσιο. Αυτή την αίσθηση έχει ο αναγνώστης αυτής της ποικίλης ετερότητας. Όλοι διαφορετικοί οι συμμετέχοντες αλλά και όλοι μιλούν και εκθέτουν για όλους τους διαφορετικούς, όπως ο καθένας εισπράττει τη διαφορετικότητα γύρω του αλλά και μέσα του. Διαβάζεις τη σκέψη τη ποιητική, την πιο πεζή μορφή σε άλλη σελίδα, ξαφνιάζεσαι από την ευρηματικότητα της ματιάς του φωτογράφου ή τον εύστοχο “σχολιασμό” μέσω των χρωμάτων αυτής της διαφορετικής παρουσίας που διαμορφώνει τον πολυποίκιλο κόσμο μας. Σαν να έχεις μια επιτομή όλης της έννοιας του έτερου, του άλλου. Όπως ακριβώς μας παρουσιάζεται στο εξώφυλλο του βιβλίου η “συμπαράταξη” όλων των ιδιαίτερων (ως προς τα χαρακτηριστικά τους) ανθρώπινων τύπων, με το κοινό, ωστόσο, μαύρο της σκιάς τους.

Αυτό το γοητευτικό σύνολο που προέκυψε από την ομάδα CRAFT, είναι η «Ετερότητα», σε μια έκδοση εξαιρετικά προσεγμένη και ιδιαίτερα καλαίσθητη. Και, όπως δημιουργήθηκε με τον ξεχωριστό τρόπο του καθενός από τους 91 συμμετέχοντες, έτσι και προσεγγίζεται, με την προσωπική ανάγνωση, με τη ματιά που αναμένει από τον αναγνώστη η ετερότητα, η διαφορετικότητα γύρω μας.

Διώνη Δημητριάδου