Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας (τα ασήμαντα)



Εκεί στην άκρη ένα παιδί.
Δεν του μιλά κανείς.
Κανείς δεν το προσέχει.
Έτσι όπως παίζει με τους βόλους του
μοιάζει κι αυτό παιχνίδι
από παλιό, λησμονημένο χρόνο.

Σαν βαρεθεί τη μοναξιά του
θα σηκωθεί.
Και τότε κάποιος θα φωνάξει:
Κοιτάξτε, ένα παιδί!


(Διώνη Δημητριάδου)

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» φιλοξενεί τη Δέσποινα Λαλά Κριστ
με ένα απόσπασμα από το ανέκδοτο στην Ελλάδα έργο της:
Emily Dickinson: Goddess of the Volcano 
«Έμιλυ Ντίκινσον, Θεά του Ηφαιστείου»




Ανείπωτη Συνάντηση

Στο μονοπάτι κοίταζα ψηλά τον βαθύ μπλε φωταγωγημένο, απ’ άκρη σ' άκρη, ουρανό. Τα αστέρια του έλαμπαν. Μου προκάλεσε τον νοσταλγικό πόνο που πάντα προκαλεί το μυστήριο στην ζωή μας!
 «Έμιλυ Ντίκινσον είθε απόψε να σε συναντήσω!» προσευχήθηκα κι ένιωσα τα πόδια μου να τρέμουν.
Κοντοστάθηκα έξω από την πόρτα της κουζίνας, έπιασα το πόμολο το γύρισα, και όπως το περίμενα η πόρτα ήταν ανοιχτή. Ο φόβος με κυρίευσε. Ο χώρος βυθισμένος στο σκοτάδι. Είχα πιστέψει, πως η Βίνη θα είχε προβλέψει για κάποιο φως, κάπου θα μου είχε μια λάμπα αναμμένη, αλλά ατύχησα. Χωρίς παράπονα, γνώριζα τον χώρο σαν να ήτανε το σπίτι μου, άνετα διέσχισα την κουζίνα προχώρησα αριστερά, βγήκα στην τραπεζαρία κι από εκεί δεξιά στο χολ. Με χέρια απλωμένα προχώρησα μέχρι που άγγιξα την άκρη της κουπαστής κι άρχισα να ανεβαίνω. Κανένα εμπόδιο, καμιά δυσκολία σαν να πετούσα ήταν. Όταν άγγιξε το πόδι μου το πάνω χολ διέκρινα το αμυδρό φως. Ένα κερί αναμμένο εμπρός στην μισάνοιχτη της πόρτα, και ξαφνικά ήμουν εκεί που χρόνια επιθυμούσα. Εμπρός στην πόρτα της ένα μαξιλαράκι τοποθετημένο για να καθίσω ή να γονατίσω; «Ευχαριστώ, Βίνη,» σκέφθηκα και γονάτισα. Κρύος ιδρώτας με έλουσε σαν άκουσα το τρίξιμο του κρεβατιού της. Κάποιος σηκωνόταν. Με είχε ακούσει η Έμιλυ; Πρώτα το τρίξιμο κι αμέσως το μαλακό σούρσιμο των ποδιών της καθώς πλησίαζε την πόρτα... και τότε μόνο συνειδητοποίησα το μεγάλο τόλμημα μου. Τι κι αν άνοιγε αμέσως; Αν ξαφνικά παρουσιαζόταν εμπρός μου; Τι θα έλεγα; Κόπηκε η ανάσα μου. Πώς θα την χαιρετούσα; Πώς θα άνοιγα το στόμα μου να πω μία κουβέντα. Και τι ακριβώς να πω; Δεν θυμόμουν τι ήθελα να πω. Είχα ξεχάσει τις σημειώσεις μου. Η μνήμη λευκή, το κεφάλι άδειο, το σώμα βαρύ, δυσκίνητο, ούτε να φύγω δεν μπορούσα, ούτε καν να μιλήσω, μόνο μάτια να κοιτώ. Γιατί είμαι εδώ αναρωτήθηκα; Τι θέλω από αυτή την μεγάλη δημιουργό; Ίσως να μάθω πώς μετέβαλε την ζωή μου, τι πρόσθεσε και τι αφαίρεσε. Όλες οι ερωτήσεις που είχα για την ζωή, το θάνατο, τον Θεό, το θείο, την φύση, το μυστήριο, όλα ήταν γραμμένα με ψιλά γράμματα στο λευκό φόρεμα που φορούσε. Αυτά διάβασα, ανάλυσα, εννόησα και αποδέχτηκα την εκστατική πορεία της ύπαρξης προς την άλλη ύπαρξη που αποκαλείται μεταθανάτιος. Όλα αυτά αφομοιώθηκαν την ώρα της ανάγνωσης και της γραφής. Μα τώρα τι λέξεις διέθετα να εκφραστώ; Με κομμένη ανάσα είδα στην μισάνοιχτη πόρτα τα λεπτά διάφανα δάκτυλα, όπως την κρατούσαν, και πιο κάτω, κομμάτι από το λευκό του φορέματος, κι εγώ γονατιστή μπροστά της, παγωμένη. Ανεπαίσθητα έγειρε το κεφάλι προς τα έξω με κοίταξε, κι εγώ σηκώνοντας τα μάτια μου αντίκρισα το πρόσωπό της. Μια φωτεινή αύρα το περιέβαλε. Μου προκάλεσε δέος μου έκοψε την ανάσα.
Αυτή χαμογελούσε και περίμενε. Έπρεπε να μιλήσω. «Το...το κείμενο...τελείωσε...» ψιθύρισα, ψηλάφισα με τα χέρια μου το πάτωμα ψάχνοντας για τα γραπτά, που φυσικά  δεν είχα. «Ευχαριστώ! Και τι λέει το κείμενό σου;» ψιθύρισε ευγενικά. «Λέει...λέει... πως η Αιωνιότητα υπάρχει, γιατί υπάρχουν οι Απεσταλμένοι της! Αυτοί φέρνουνε το μήνυμα φωτός! Αυτοί μας παρασύρουν στο μονοπάτι που οδηγεί στο μεγαλείο του Σύμπαντος, εκεί μας ανεβάζουν και μας διαβεβαιώνουν πως είμαστε μέρος του Κόσμου. Οι Απεσταλμένοι κρατούν δισκοπότηρο και μας προτρέπουν να πάρουμε γεύση Αιωνιότητας, μας μεταλαμβάνουν θεία επικοινωνία με το Ολόκληρο που μας περιβάλει. Γι’ αυτή την θεία μετάληψη ήρθα να πω ευχαριστώ. Και να σου ευχηθώ να είσαι καλά σε όποια μορφή κι αν βρίσκεσαι!» Τα είπα γρήγορα, αυθόρμητα, με μια αναπνοή. Και τότε η πόρτα εξαφανίστηκε, η Έμιλυ εμπρός μου ολόφωτη, όμορφη σαν θεά ντυμένη στα λευκά, χαμογελούσε ήρεμα, μεγαλόπρεπα. Η ζωή της είχε εκπληρωθεί!

 Δέσποινα Λαλά Κριστ

Απόσπασμα από το ανέκδοτο στην Ελλάδα έργο: Έμιλυ Ντίκινσον «Θεά του Ηφαιστείου»






 Γεννήθηκα στην Ελλάδα, σπούδασα στην Αμερική, και από τότε η ζωή μου πορεύεται σε διαρκή επικοινωνία ανάμεσα στις δύο αυτές πατρίδες, σαν μια μεγάλη γειτονιά. Γράφω γιατί πιστεύω ότι η Λογοτεχνία προσφέρει απόλαυση ψυχής και καλλιέργεια πνεύματος, στους δυό αυτούς που πάνε πάντα μαζι, συγγραφέα και αναγνώστη. Μυθιστόρημα: Παίρνω Αμπάριζα και Βγαίνω (Σύγχρονη Εποχή, 1988) Νόστος (Κέδρος, 1992) Nostos (Seaburn, 2001) Τα Απομεινάρια του Θεού (Καστανιώτης, 1997) Ένας Μικρός Θεός Περίσσεψε (Κέδρος, 1999) Το Ξωτικό (Περίπλους 2002) Το Μυστικό της Συγγραφέως (Καστανιώτης, 2007) Emily Dickinson: Goddess of the Volcano (Amazon, 2013) Εμιλυ Ντίκινσον:Θεά του Ηφαιστείου (Seaburn, New York, 2015) Μονογραφία: Στο Καλειδοσκόπιο του Γιώργου Χειμωνά (Καστανιώτης, 1984) Παιδικά: Μια Μαργαρίτα (Κέδρος, 1981) Καπνός και Βλακείες (Κέδρος, 1982) Η Ιστορία της Τρανούπολης και των Τρελοπουλαίων (Καστανιώτης, 1984)


Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»
φιλοξενεί τη Φυλλίτσα Αθηναΐδα Αναπνιώτου



Δικαίωση



Ἀνεβήκαμε στίς κορυφές τοῦ πάθους,
κοιτάξαμε κατά πρόσωπο τήν ἄβυσσο,
ὁρμήσαμε στούς γκρεμούς
κι ἀντλήσαμε, πάλι, τήν σκοτεινή δύναμη
γιά τήν ἀνάβαση.
Μέσα σ’ ἀστραπές ἀπό φῶς,
σέ πυκνή νέφωση,
σ’ ἔξαρση πού φιλοῦσε τόν ἄνεμο,
σ’ ἐνδοσκοπήσεις πικρές,
ὅπως ὁ θάνατος!
Δοῦλοι;  Ἐλεύθεροι;
Πάντως, ἐκτελέσαμε τό χρέος μας.
Παλαίψαμε!
Κι ἀκόμα παλεύουμε….
Καί οἱ μέρες τῆς δικαίωσης
σάν εἶναι νά ‘ρθοῦν,
λουσμένες στό χαμόγελο
νά ἐπιβεβαιωθοῦν,
ὁ σπόρος θά εἶναι πού ἐβλάστησε
καρπούς τοῦ ἤθους καί τῆς ἀγάπης,
κάνοντας νά ἑδραιωθοῦν
θεμέλια παντοδύναμα
μ’ ἀντίσταση τεράστια καί γενναία,
ἰσχυροί μονομάχοι μέ βῆμα σταθερό,
σέ φωτοβόλες ἀποστολές,
πάνω ἀπό τόν ἥλιο,
πάνω ἀπό τήν θάλασσα,
στ’ ἀπέραντο τοπίο τῆς ψυχῆς
- πυρήνα, μέσο χῶρο κι ἔξω στροφή νοητή –
στήν ἐπίγνωση τῆς ὁμιλούσας σιωπῆς,
ἐγκαθιδρύοντας Ἑστίας, ἄσβεστο πῦρ, Ἱερῆς.


Φυλλίτσα Αθηναΐς Αναπνιώτου


Η Φυλλίτσα Αθηναϊς Αναπνιώτου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Είναι Ιστορικός – Ερευνήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, Ελληνικής γλώσσας, Αρχαιολογίας. Εχει κάνει επίσης βυζαντινές σπουδές, σπουδές σχετικά με την οχυρωματική αρχιτεκτονική, αρχιτεκτονικού σχεδίου, διακοσμητικής, φωτογραφίας, σπουδές υποκριτικής τέχνης, και ζωγραφικής.
 Ασχολείται με το γράψιμο, την λογοτεχνία και την ποίηση και έχει επιμεληθεί την έκδοση βιβλίων. Ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη και με ενεργή συμμετοχή στην προστασία και ενημέρωση των πολιτών για τους Αρχαιολογικούς Χώρους και τα Μνημεία της Χώρας μας, για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, την προστασία των ζώων και του φυσικού μας περιβάλλοντος. Εχει διακριθεί με το ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ, από την Ενωση Ελλήνων Λογοτεχνών, για το ποίημα της “Στο περιθώριο της ζωής”, στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ενωσης, το έτος 2014 Ετοιμάζεται αυτό τον καιρό η έκδοση της πρώτης ποιητικής της συλλογής με τίτλο "Ελπιδοφόρος Ηλιος", 
Λογ/σμός στο facebook : Fillitsa Athinais Anapniotou & διαδ.σελίδες "Εν Λόγω & Τέχνη Ερωπλόεσσα", "Hellas Ελλας - The Country of the Sun


(η εικόνα από το διαδίκτυο)




Μια ‘ανάγνωση’ στις  «Μέλισσες ιέρειες»  (δύο νουβέλες), της Χαράς Νικολακοπούλου, εκδόσεις Γαβριηλίδης

Μια ‘ανάγνωση’ στις 

«Μέλισσες ιέρειες» 

(δύο νουβέλες),

της Χαράς Νικολακοπούλου,

εκδόσεις Γαβριηλίδης




Οι δύο νουβέλες της Χαράς Νικολακοπούλου, «Μέλισσες ιέρειες» και «Ως τον μεγάλο ωκεανό», μας οδηγούν όσο προχωράει η πλοκή τους και συνδέονται σοφά με υπόγειο τρόπο όλο και περισσότερο τα εσωτερικά τους νήματα, στον κόσμο της γυναίκας.
Όχι, δεν είναι άλλη μια γραφή σχετικά με τις ιδιαιτερότητες της γυναικείας παρουσίας μέσα σ’ ένα ανδροκρατούμενο κόσμο. Πιστεύω, θα αδικούσαμε τη συγγραφέα, αν διαβάζαμε με αυτή την οπτική το βιβλίο της. Γιατί εδώ η πεζογράφος, αν και επιφανειακά πατάει σ’ αυτό το μοτίβο, καθοδηγεί τη γραφή της σε πιο σύνθετα μονοπάτια.
Στην πρώτη νουβέλα, «Μέλισσες ιέρειες», η οποία και τιτλοφορεί το βιβλίο, το σκηνικό είναι κλειστοφοβικό και ανδροκρατούμενης νοοτροπίας, ικανά καταπιεστικό για  τα τέσσερα νεαρά κορίτσια που ασφυκτιούν στα πλαίσιά του και μηχανεύονται τη φυγή τους. Η εξαφάνισή τους θα ταράξει τη μικρή κοινωνία, που όλα τα ελέγχει, όλα τα συζητά και τα καταδικάζει εν τη γενέσει τους. Εδώ, όμως, νιώθει να έχει ξεφύγει η κατάσταση τον έλεγχό της. Πώς από τη μια στιγμή στην  άλλη ένα ένα τα κορίτσια αποχωρούν χωρίς να αφήνουν ίχνη; Ποιος μπορεί να είναι σε θέση να μιλήσει για τις συνθήκες της εξαφάνισής τους; Τα εύκολα σενάρια απαγωγής και αποπλάνησης φαίνεται να καλύπτουν τις στερεότυπες αντιλήψεις του μικρόκοσμου, που συντηρεί την περιέργειά του, και αυτονόητα συντηρεί και την ηθική του ακεραιότητα. Όποιος δεν ακολουθεί τις επιταγές ενός ηθικά πλασμένου κόσμου αποχωρεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Η θλίψη κρατάει όσο πρέπει, η μνήμη εξασθενεί και όλα προχωρούν στην κανονική τους ρότα. Με την απαραίτητη τοποθέτηση στο αρχείο της αστυνομίας, που επιτέλους δεν μπορεί να κάνει και θαύματα. Τα κορίτσια χάθηκαν. Πάει και τελείωσε.
Αυτά όλα βέβαια αφορούν τους πολλούς που εύκολα ερμηνεύουν και ακόμη πιο εύκολα βολεύονται στις ερμηνείες τους. Μόνο ένα ανήσυχο πνεύμα, η νεραϊδοπαρμένη δασκάλα των κοριτσιών, μια προσωποποίηση της παράδοσης με όσα αλλόκοτα φέρει μέσα της,  η Φιλομήλα (θα κατανοήσουμε την ιδιόμορφη αυτή περσόνα μέσα από την εγκιβωτισμένη αφήγηση της δικής της παλιάς ιστορίας), μια ιδιαίτερη παρουσία στη μικρή κωμόπολη, βλέπει αλλιώς τα πράγματα, καθώς νιώθει «το κενό, εκείνο που ελλοχεύει στον πυρήνα των ατόμων, να χάσκει κάτω από τα πόδια της».
Αυτή μπορεί να δει πιο πέρα και πιο βαθιά από τη απλοϊκή επιφάνεια των πραγμάτων. Το έχουν αυτό το χάρισμα κάποιοι άνθρωποι, έχοντας πληρώσει όπως η ίδια  το τίμημα της ξεχωριστής παρουσίας, να εισχωρούν σ’ αυτό τον σκοτεινό πυρήνα της ανθρώπινης ψυχής, να κατανοούν τα αβέβαια περάσματα προς άλλους χώρους, μυστικά προφυλαγμένους από τα αφελή βλέμματα.
«Τα κορίτσια είχαν φύγει οκεία τη βουλήσει. Δεν τις είχε αρπάξει κάποιος αιμοδιψής απαγωγέας, διεστραμμένο καθώς είκαζε όλο το χωριό. Κανένας δεν τις εξανάγκασε. Μόνες τους έφυγαν.»

 Έπειτα είναι και κάποιο περίεργο ενδιαφέρον που έδειχναν για εκείνη τη βελανιδιά με τη μεγάλη κουφάλα, κοντά στο υστεροβυζαντινό εκκλησάκι χτισμένο πάνω στα ερείπια ενός χαμένου ιερού της Αρτέμιδας Αγροτέρας. Είναι και η απροσδόκητη εμφάνιση των μελισσών αμέσως μετά την εξαφάνιση των κοριτσιών. Όλα αυτά μέσα στο μυαλό της Φιλομήλας κάτι θέλουν  να πουν. Μόνο που ακόμη δεν μπορεί να τα συνδυάσει σωστά κάτι της ξεφεύγει και την παραπλανά.
Για τη δική της λογική όλα θα βρουν τη θέση τους, τέσσερα χρόνια μετά, σε άλλο χώρο μακριά από το χωριό, έτσι ξαφνικά όπως συμβαίνει με τις αποκαλύψεις. Την αλήθεια θα τη φανερώσει αυτή η ίδια η «πότνια θηρών» σε έναν άλλο λατρευτικό της τόπο. Και είναι μια θαυμαστή αποκάλυψη του τι πραγματικά συνέβη. Πραγματικά; Η συγγραφέας αφήνει τώρα τη δική μας εκδοχή των πραγμάτων να αναδυθεί από τα γεγονότα και τον συνδυασμό τους. Είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε τη γοητεία του αλλόκοτου και του απόκοσμου, αυτού που αντιβαίνει οπωσδήποτε τη λογική μας; Αν όχι, θα μείνουμε στέρεα προσηλωμένοι στη ρεαλιστική εκδοχή που δεν έχει καμιά ελπίδα να απογειώσει τον νου μας, αλλά που φυσικά προσφέρει το αυτονόητο σε όλα τα παράξενα που συμβαίνουν γύρω μας.

Η δεύτερη νουβέλα «Ως τον μεγάλο ωκεανό», αληθινά θα μας οδηγήσει ως το σημείο που σκάνε τα μεγάλα κύματα αυτού του υγρού παντοδύναμου στοιχείου. Αφού, όμως, πρώτα θα μας έχει φορτώσει την ψυχή με όλη τη σκόνη της απέραντης ερήμου. Αυτής της ερήμου που η ηρωίδα θα διανύσει ψάχνοντας τη δική της λύτρωση. Ένα ταξίδι χωρίς εφόδια, χωρίς παρελθόν, μόνο με την ενατένιση της ακτής του ωκεανού ως τέλος επιθυμητό. Μια οραματική ιστορία, που κάποτε μοιάζει αληθινή  περιπέτεια μιας γυναίκας που (και αυτή όπως τα κορίτσια της προηγούμενης νουβέλας) φεύγει από τα ασφαλή και τα βέβαια για να περιπλανηθεί στο ασταθές τοπίο. Κάποτε πάλι θα μας βεβαιώσει ο τρόπος γραφής ότι πρόκειται για μια ονειρική κατάσταση που δημιουργεί η αναμφίβολα μεγάλη επιθυμία της γυναίκας αυτής να αφήσει πίσω όσα τη θλίβουν, την καταπιέζουν, την πονάνε.
Τι από τα δύο συμβαίνει; Και αυτό θα μείνει στον αναγνώστη να το ερμηνεύσει, όσο ο καθένας το αντέχει. Είναι υπαρκτά όλα τα πρόσωπα που συναντά στο πέρασμα της ερήμου, ο έρωτας που ζει έχει σάρκινη υπόσταση ή είναι αποκύημα της φαντασίας της; Η μοναξιά της είναι, όμως, αληθινή όπου κι αν βρίσκεται. Και ο ωκεανός που εν τέλει αντικρίζει είναι εκεί για να της υποδείξει ένα τέλος για όλα όσα τη βασανίζουν.
Και εδώ, μια άλλη γυναικεία παρουσία, στα όρια του λογικού και του παράλογου κι αυτή, θα είναι παρούσα για να της ερμηνεύει  τον κόσμο όπως υπάρχει ή όπως τον φαντάζεται. Αυτή η θεία Μπέμπα «στογγυλοκαθισμένη πάνω σε όλα τα κιλά της στον βυθό, ανάμεσα σε φύκια και μέδουσες, σε κοράλλια και μαλάκια της έγνεψε στωικά.
-Κάτσε στ’ αυγά σου κοπέλα μου. Δεν το έμαθες πως θέλει μεγάλη σοφία για να μπορείς να κάθεσαι στ’ αυγά σου χωρίς να τα σπας;»

Η συγγραφέας με τη συχνή χρήση της προσωποποίησης, με την μηδενική εστίαση να εναλλάσσεται με τον παρεμβατικό σχολιασμό, με εναλλαγή της ρεαλιστικής γραφής με ατόφιο λυρισμό,  θα μας προετοιμάσει για το κακό και στις δύο νουβέλες.

Η γυναικεία δύναμη, πρωταγωνίστρια,  αυτή η μυστηριακή και αρχέγονη, είναι που ωθεί τις ηρωίδες των δύο αφηγημάτων στη φυγή προς έναν κόσμο άγνωστο, μέχρι τα όρια του παράλογου. «Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που δεν αιτιολογείται και στην απαίτηση του κόσμου να βρει μια λογική εξήγηση», μας έχει ξεκαθαρίσει ο κατ’ εξοχήν εισηγητής του παράλογου στη λογοτεχνία Αλμπέρ Καμύ. Ακριβώς επειδή αυτό το χάσμα είναι εκ φύσεως αγεφύρωτο, το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε σ’ αυτό το βιβλίο η Χαρά Νικολακοπούλου δεν επιδέχεται και εύκολες ερμηνείες. Ίσως γι’ αυτό μένει μια αίσθηση στον αναγνώστη πως οι ουσιαστικές κεντρικές ηρωίδες στις δύο νουβέλες δεν είναι στη μία τα κορίτσια και στην άλλη η περιπλανώμενη γυναίκα, αλλά αυτές οι πιο μυστηριακά σκιαγραφημένες παρουσίες, της δασκάλας Φιλομήλας και της θείας Μπέμπας αντίστοιχα. Αυτές που κινούμενες ανάμεσα στον χώρο του ορατού και του αόρατου, του λογικού και του παράλογου, μπορούν και στέκονται με μια έτοιμη ερμηνεία στο χέρι, πρόσφορη για όποιον δεν βολεύεται με τα απολύτως λογικά κατασκευάσματα των πολλών.

Μια τελευταία μνεία νομίζω πως αξίζει να γίνει στις δύο ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Χριστίνας Καραντώνη που κοσμούν το βιβλίο στο εξώφυλλο και στην προμετωπίδα. Η κόμμωση του κοριτσιού στο εξώφυλλο θαρρείς φερμένη μέσα στους αιώνες από εκείνες τις μακρινές Καρυάτιδες (χαμένες επίσης κάποιες από αυτές). Στην άλλη φωτογραφία, στην προμετωπίδα, μια γυναικεία φιγούρα βαδίζει προς το άγνωστο τοπίο, το δικό της πεπρωμένο αναζητώντας ίσως μάταια. Απολύτως συνάδουσες με το περιεχόμενο.

Διώνη Δημητριάδου



Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»
φιλοξενεί ένα μικρό πεζό
της Μαριάννας Παπουτσοπούλου




«Ένα κουτί με ξιφολόγχες»

Έπειτα μπήκαμε στην κρεβατοκάμαρά σου και τράβηξες το κουτί με τις ξιφολόγχες κάτω από το κρεβάτι, δεκαπέντε νομίζω ήταν και φοβερές, όλες μου τις έδειξες! Εγώ δεν ξέρω από όπλα αλλά καταλαβαίνω από αντικείμενα και από σένα, την ανάγκη σου να χεις τη φοβερή συλλογή, τη μοναδική σου.. Ό,τι αληθινό εμφιλοχωρεί πάντα σε μια συνάντηση. Κείμενο με κείμενο, μάτια με άλλα μάτια, χέρια με χέρια, σώματα. Λόγχες και θηκάρια. Σε ρώτησα σε ποιο όπλο υπηρέτησες στο στρατό, είπες: στους πεζοναύτες. Αντρική ζωή, σκέφτηκα, μια αντρική ζωή που τσάκισε η ατυχία. ‘Ένας άντρας σα βουνοκορφή, ψηλέας, ατέλειωτος κι έπειτα  η άτιμη στροφή. Εγώ  είμαι θηκάρι,  σου είπα, όταν με πρωτογνώρισες όμως, έλεγα πως είμαι σπαθί, και τα δυο ισχύουν. Θηκάρια είμαστε όλοι  που αγαπάμε, φίλες, φίλοι, μανάδες, πατεράδες, σύντροφοι της  μιας ή των  πολλών ημερών, χάρη σ’ αυτούς δεν είσαι κάθε μέρα στον πόλεμο. Σπαθί όμως ξηγιούνται  λίγες καρδιές, ελάχιστες. 
-Άσε τα μεγαλόφωνα, αυτά δεν χτίζουνε φωλιές για χελιδόνια, θα σκιαχτούνε τα πουλιά...


 Έπιασα το κεφάλι σου στις παλάμες   κι άρχισα σιγά αργά να το χαϊδεύω, μα τόσο απαλά που η οργή ατμίστηκε κι αυτή και χάθηκε. Τα ματόκλαδά σου έγειραν, ανάσαινες βαθιά κι άφηνες πού και πού κι ένα στεναγμό:
-Κουράστηκα, μάνα, σώθηκα, μου πες μπερδεύοντας στο μισοΰπνι τα πρόσωπα και τις εποχές, δεν έχει τέλος αυτή η πορεία.. Και αποκοιμήθηκες στο στήθος μου  ακούγοντας  την καρδιά μου.  Μα ήταν και τα ποιήματα, τα ποιήματά σου, και όλα τα άλλα που σε λύγιζαν, γεγονότα που προηγήθηκαν, αφού τα ποιήματα σ’ έσωζαν.. και λες πως έγιναν για να πουν τα πάντα, γιατί έλεγαν τα πάντα., γιατί δεν ήταν ποιήματα αυτά αλλά μυθιστορήματα, διηγήματα, όμως ποιητικά, γιατί εσύ ήσουν αυτός που ήσουν. Κι αναδύονταν από το βάθος του άδη που διάβηκες με τη στιλπνή λάμψη του βαφτισμένου σε άλλη σοφία κι άλλο βάσανο και κολασμό εαυτού σου, οι στίχοι σα μαχαιριές που έκοβαν ξανά στα σωστά του μέτρα το ρίγος του κόσμου για όσα εκκρεμούν και για όσα δεν έζησε.. Αυτόν τον εαυτό αγαπούσαν οι αναγνώστες σου, και κοντά σ’ αυτούς κι εγώ.

Μαριάννα Παπουτσοπούλου

(η Μαριάννα Παπουτσοπούλου, γεννημένη στην Αθήνα το 1951, μετά από πολλά χρόνια δουλειάς στην παιδεία, ζει με τους δυο γιους της, αγαπά τους φίλους της, μεταφράζει και γράφει)

(φωτογραφία: Hector Gomez) 




"Η πορεία"
(διήγημα)


-          Μόλις ξεκινήσει η προβολή, θα αρχίσεις να διαβάζεις αργά και καθαρά το κείμενο «Εμείς, οι μαθητές από τα Γυμνάσια της Αθήνας…», έτσι ώστε να γίνεται κατανοητό το περιεχόμενό του. Ας κάνουμε μια πρόβα.

Συχνά της συνέβαινε να αφαιρείται τις πιο ακατάλληλες στιγμές, να όπως τώρα, που θα έπρεπε η προσοχή της να είναι τελείως στραμμένη στην πρόβα της σχολικής εκδήλωσης. Εκείνη, όμως, έβλεπε μπροστά της τον ανηφορικό δρόμο, που ξεκινούσε από το σχολείο (όχι αυτό που βρισκόταν τώρα, αλλά ένα άλλο πολλά χρόνια πιο πριν) και κατέληγε, περίπου ένα χιλιόμετρο και κάτι πιο πάνω, στην πλατεία του χωριού (ο Θεός να την κάνει πλατεία, πού ακούστηκε πλατεία να είναι ο δρόμος που περνούσε μπροστά από το μοναδικό καφενείο και το ηρώο των πεσόντων, ούτε πλάτωμα ούτε τίποτα).

-         Σε ποιο σημείο του κειμένου θα σταματήσω για να μπει η μουσική;

Η πραγματικότητα την κάλεσε πίσω στο τώρα. Να δώσει οδηγίες, να συγχρονίσει τα παιδιά για να καταφέρουν να κάνουν το κοινό τους να καταλάβει τι θέλουν να πουν, αν είναι δυνατόν να συγκινηθεί και λίγο, να τέτοια πράγματα απλά αλλά συχνά, σε ανάλογες εκδηλώσεις μνήμης, ακατόρθωτα.

Το τραγούδι λέει: «παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους», άρα καλύτερα να μπει μόλις διαβάσεις την έκκληση στους μαθητές να κατέβουν στο Πολυτεχνείο.

Αυτός ο ανηφορικός δρόμος, στην ουσία η μόνη σύνδεση του κάμπου με τα σπίτια (με ενδιάμεσο το σχολείο), ήταν γεμάτος παιδιά, μαθητές του σχολείου, που ακολουθούσαν σε σιωπηλή πορεία τον επικεφαλής, που κρατούσε και το στεφάνι, και είχαν βάλει σκοπό να το φτάσουν μέχρι την πλατεία, και κάτω από τη μύτη των έκπληκτων συγχωριανών τους να το καταθέσουν, για πρώτη φορά στα χρονικά του τόπου, στο ηρώο των πεσόντων του «συμμοριτοπόλεμου»! Ε, άλλο ηρώο ή κάτι σχετικό δεν υπήρχε. Εκεί, λοιπόν, θα το πήγαιναν. Αυτός ο πολύπαθος τόπος είχε πολλά δει και ζήσει, αλλά αυτό ήταν πρωτάκουστο. Πολλοί, ντόπιοι κυρίως, καθηγητές προσπάθησαν να τους αλλάξουν γνώμη, αλλά τους είχε μπει η ιδέα από αυτήν που είχε έρθει πρωτοδιόριστη από την Αθήνα, και πού να αλλάξουν γνώμη.

-         Δεν το διαβάζεις σωστά το κείμενο. Είναι μια μπροσούρα που καλεί σε εξέγερση, τη συνέταξαν οι μαθητές που συμπαραστάθηκαν στους φοιτητές. Τους φαινόταν, όμως, κάτι το φυσικό. Δεν έχει στόμφο, έχει απλότητα και αλήθεια. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα.

Και ήταν τότε, στα μισά περίπου της διαδρομής, που ο πρώτος κοκάλωσε. Μαζί του και η πορεία των παιδιών. Από το κούφωμα του παράθυρου ενός σπιτιού είχε ξεπροβάλει αργά και απειλητικά η κάνη μιας καραμπίνας, και σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, σημάδευε τον μαθητή που κρατούσε το στεφάνι! Το θολωμένο μυαλό του παλιού πολεμιστή του Εμφυλίου δεν μπόρεσε να καταλάβει τι γινόταν. Στα μάτια του το σκηνικό μπροστά από το παράθυρό του ήταν σαν κάτι από το χθες, σαν να ξαναζωντάνεψε η αριστερή απειλή. Τα παιδιά που έβλεπε δεν ήταν πια παιδιά αλλά οι απόγονοι των μισητών εχθρών του. Όλοι πάγωσαν για λίγο, σκεφτόντουσαν αν ήταν ασφαλές να συνεχίσουν. Αν ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο!

Φυσικά, μετά την πρώτη ταραχή, η πορεία ξεκίνησε πάλι. Φυσικά έφτασε στην πλατεία, πέρασε μπροστά από το μοναδικό καφενείο, οι υπόλοιποι καθηγητές αναγκάστηκαν να σηκωθούν σαν ελάχιστη πράξη συμμετοχής στο σχολείο τους, φυσικά το στεφάνι κατατέθηκε στο ηρώο, κάτω από το άγρυπνο μάτι της αστυνομίας, που κατέγραφε πρόσωπα και πράγματα, του δημάρχου, που έμοιαζε να έχει ξεφύγει από κάποια σκηνή ταινίας του Αγγελόπουλου ( έτσι όπως περιέφερε το παχύ του σώμα με το κοστούμι και το καπέλο, ίδιος χαφιές του μεσοπολέμου ή δωσίλογος της κατοχής, με δράση κατά των αντιφρονούντων συγχωριανών του, για την οποία συχνά παινευόταν), αλλά και με την «παρουσία» των εκπροσώπων των κομμάτων, που κοίταζαν έκπληκτοι πίσω από τα τζάμια των γραφείων τους τα παιδιά που τόλμησαν το αδιανόητο για τέτοιο τόπο. Και φυσικά για κείνη, που είχε διοργανώσει το σχετικό τελετουργικό, ο τόπος πια ήταν πολύ εχθρικός. Σε λίγο αναγκάστηκε να μετακομίσει σε διπλανό χωριό, οι γονείς απαγόρευσαν στα παιδιά τους να της μιλάνε εκτός σχολείου, και η αστυνομία έκανε συστάσεις. Με την πρώτη ευκαιρία πήρε μετάθεση για την Αθήνα, σε οικείο χώρο, που τα «αδιανόητα» αυτά ήταν επιτρεπτά.

-         Κυρία, δεν ακούτε τι σας λέμε; Δεν συγχρονίζεται η προβολή με την ανάγνωση και το τραγούδι. Κάτι πρέπει να κάνουμε.

-         Θα το λύσουμε το πρόβλημα. Άλλα είναι τα άλυτα. Αυτά που σφηνώνουν στο μυαλό των ανθρώπων και δεν φεύγουν με τίποτα.

Διώνη Δημητριάδου (από τη συλλογή διηγημάτων «Το ατελιέ», εκδόσεις Νοών)









Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»
φιλοξενεί τέσσερα ποιήματα
του Χρόνη Καραχάλιου


(limnosgallery)




"Πεπερασμένοι ήχοι"

Απ’ τον ίδιο πλανήτη ποίησης,
φαίνεται, τραβάμε ιδέες,
γι’ αυτό μοιάζουν οι φωτογραφίες μας
σαν των διδύμων.

Δεν νομίζω να ‘ναι δίδυμα ποιήματα ή φεγγάρια,
δίδυμες λέξεις ή οδύνες,
δίδυμες εικόνες ή έννοιες.

Είναι ίδιες οι λέξεις
και πεπερασμένοι οι ήχοι.
Ήχοι βροχής και σούρουπου,
ήχοι αναπνοής και αγωνίας.

Εμένα μου αρέσει η ποίηση
όταν σκοντάφτει στο χαλάκι
κι απλώνεται παντού
σαν τη δροσιά του δειλινού και την πρωινή την αύρα.

Γι’ αυτό
μόνο μην βάλεις υπογραφή στην εικόνα.
Ασ’ τη. Δεν σου ανήκει.
Ας την μοιραστείς καλύτερα με όλους.
Είναι δική τους εικόνα.
Απλά εσύ την αποτύπωσες,
της έβαλες χρώμα μα και όρια.

Μην βάλεις υπογραφή.


"Ο σωτήρ"

Στα παλαιοπωλεία όπου γυρνάς
να σώσεις ένα φλυτζανάκι περίτεχνο
που ‘μεινε χωρίς πιατέλο
ή ένα καπάκι που ψάχνει απεγνωσμένα
μια τσαγιέρα
για να ‘χει λόγο ύπαρξης,
απελπισμένοι άνθρωποι
σε παρακαλάνε να ψωνίσεις απ’ το παρελθόν
σε προσφορά
και συ να δυσφορείς.
Να σώσεις θέλεις μόνο.


(από την ποιητική συλλογή “Γόνιμη Αμηχανία” Εκδόσεις Καπόν Δεκ 2011)




Και δύο ανέκδοτα ποιήματα

("autumn sea" by lalas)




"Mια θάλασσα βροχή"

Βρέχει στη θάλασσα μια θάλασσα,
βροχή και κύμα ένα,
όπως καρδιά που νοσταλγεί βροχή
κι ήλιος που σκοτεινιάζει θάλασσα.

Μα σου μιλώ αόριστα και γενικά
όπως μιλώ σε μένα:

-μου ‘φταιγες για όλα που δεν ήμουνα
-μου ‘φταιγα  για όλα που δεν ήσουν.
Ήσουν ό,τι ήμουνα
γιατί  μόνο αυτό έβλεπα
και με τιμωρούσα μ’ όνειρα δίχως τέλος.

Πώς να χωρέσουν σε μια φωτογραφία τα λόγια μου!
Πόσοι κεραυνοί να καλύψουν τη σιωπή μου!

Βρέχει στη θάλασσα βροχή
μα πάλι θάλασσα είναι
αυτή η απόσταση του δίχως απ’ το σ’ έχω,
αυτή η απόσταση του τώρα απ’ τη μνήμη,
αυτές οι στάλες απ’ τα κύματα ή τη βροχή.
Φλύαρα κύματα βροχής μιας θάλασσας.

Βρέχει μια θάλασσα βροχή,
βροχή και θλίψη ένα.


"Εν γνώσει και εν αγνοία μου"

Μου πήρες όλη την ψυχή
και μ’ άφησες ένα μεταχειρισμένο μέλλον.
Αφού δεν μπορώ να φτάσω τον παράδεισο
σπέρνω λευκές καμέλιες στην κόλαση.

Η άγνοια φέρνει πάντα αδυναμία,
φοβάται ν’ αλλάξει τις συνήθειές της.

Πάρε, λογική μου, δώρο το παρελθόν μου
κι άσε μου, εμένα, το μέλλον.
Ξεκάθαρα πράγματα.
Ό,τι έχασα, το ‘χασα.
Συναινετικό διαζύγιο

Χρόνης Καραχάλιος

(Γεννήθηκα χειμώνα, με μάτια κλειστά, σε φώτα σβηστά πριν πέντε δεκαετίες.
Από τότε προσπαθώ να διανοίξω τα μάτια μου, να συνηθίσουν στο σκοτάδι, να δω το σκοτάδι, ν΄ ανάψω τα φώτα, να μ΄ αντικρίσω, να με συναντήσω, ν΄ ασπρίσω τη σκιά μου, να με βρω, να βρω αυτό που επέβαλε να τηρεί η προσπάθειά μου.
Τέως οικονομολόγος (ένα πτυχίο άριστα και δύο μεταπτυχιακά), εργάσθηκα (υποκύπτοντας στην ανάγκη να αποδείξω πως αξίζω) επί 28 χρόνια, έφτασα στ΄ ανώτατο αξίωμα της ματαιοδοξίας μου, έχασα τη δουλειά μου, κι ως άλλη Ρουθ δε γύρισα πίσω να δω μη και γίνω στήλη άλατος, θυσία στην ματαιοδοξία μου. Έκανα τόσα λίγα. Μπορούσα περισσότερα.
Ταξιδευτής αυτογνωσίας, (φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΠΔΜ),φίλος της σοφίας, ποιητής, ημιμαθής αυτοκόλακας, εξερευνητής και παθητικός αυτόπτης της θέσης μου στο χώρο. Η αξία της εξωτερίκευσης των έσω μου είναι ανταλλακτικά μεταχειρισμένα ανατολίτικης φιλοσοφίας και η δημιουργία μου τόσο ασήμαντη, διεκπεραιωτής  στην αφήγηση του μύθου μου. Μόνο που ο βάτραχος είναι βατράχι κι η Σταχτοπούτα παραμένει αναμμένο κάρβουνο που καίγεται -θυσία εσπερινή-στο χρόνο. Με λένε Χρόνη (Cronis) και τρώω τα παιδιά μου.
Έχει εκδοθεί (ως ετέρα των παλιών καιρών) η ποιητική μου συλλογή “Γόνιμη Αμηχανία” Εκδόσεις Καπόν Δεκ 2011, τελεί υπό έκδοση η ποιητική μου συλλογή “Εκτός απροόπτου στη χώρα των θαυμάτων” , διηγήματά μου, δε, έχουν δημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό και έντυπο περιοδικό “F”)