Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020

Δύο ανέκδοτα ποιήματα της Πολύνας Μπανά μαζί με δύο φωτογραφίες του Alessio Mamo


Δύο ανέκδοτα ποιήματα της Πολύνας Μπανά
 μαζί με δύο φωτογραφίες του Alessio Mamo


Απαγόρευση κυκλοφοράς ελέω κορωνοϊού 
(20 Μέρες μετά)

Μόλις ξεμύτισα,

η πόλη μου (;),
άδεια και γυμνή απ’ τους ανθρώπους της,
βίαια με χτύπησε στο πρόσωπο,
με την αναφυόμενη ασχήμιά της.

Όργιο αντιπαροχής
(και "αρπαχτής")
του ’60,
μαρκαρισμένη ανεξίτηλα
από τους φτωχοδιάβολους-εργολάβους της,
φαντάζει, πλέον, ό,τι και πάντοτε ήταν:
πρόχειρα στημένο σκηνικό
με κτίρια κακοφορμισμένα,
ριγμένα πλάι πλάι,
που ασφυκτιούν,
όπως ακριβώς οι ζωές όσων τη διαβιούν.

Τώρα, καθώς τα μάγια λύθηκαν
κι αποκαλύφθηκε η αλήθεια,
πείτε μου, βρείτε μου,

-έστω και με τη μορφή οδηγιών 
της Γεν. Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας-

πώς, όταν τελειώσουν όλα αυτά,
θα επιστρέψω στα σπλάχνα της
και θα συνεχίσω να την κατοικώ;

Αυτό, κανένα φάρμακο δεν τ’ αναστρέφει.


Κλειστόν μέχρι νεοτέρας*


Μη χτυπάτε στην πόρτα μου.

Δε γνωρίζω πότε θ’ ανοίξω πάλι.

Τη ρουτίνα την ξέρετε: 
μπείτε στη σειρά και στοιχηθείτε.

Όταν έρθει η ώρα, 
θα προσλάβω, στην είσοδο, ξανά
τον αγαπημένο μου πορτιέρη
και θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας.


Ο αριθμός είναι, όπως πάντα,
αυστηρά περιορισμένος:
2-3 καλεσμένοι

(το πάρτι είναι πριβέ).


*  και όχι λόγω κορωνοϊού. Απλή, τυχαία συγκυρία.

 Πολύνα Μπανά

Η Πολύνα Γ. Μπανά γεννήθηκε το 1968, στη Δράμα, όπου και κατοικεί. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Νομικής καθώς και του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ.. Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΑ) στην Τοπική και Περιφερειακή Ανάπτυξη και Αυτοδιοίκηση. Είναι δικηγόρος και, συγχρόνως, νομική σύμβουλος του Δήμου Δράμας.  Ασχολείται συστηματικά, με την ιδιότητα της προέδρου του πολιτιστικού σωματείου «Σύλλογος Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Δράμας», επί σειρά ετών, με τη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων και δράσεων. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων» (εκδόσεις Σαιξπηρικόν, α΄ έκδοση: Ιούνιος 2017, β΄ έκδοση: Νοέμβριος 2017). Συμμετέχει στην ανθολογία «Τα Ποιήματα του 2017» [επιμέλεια: Ηλίας Κεφάλας & Κωνσταντίνος Β. Μπούρας, εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων]. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά καθώς και σε ιστολόγια. 













Σάββατο 8 Αυγούστου 2020

Ο τόπος Annie Ernaux μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr


Ο τόπος
Annie Ernaux
μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη
εκδόσεις Μεταίχμιο
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/14749-o-topos



Δεν σπανίζουν οι αυτοβιογραφικές αφηγήσεις τόσο από νέους όσο και από καταξιωμένους συγγραφείς. Κάποια εσωτερική ανάγκη ωθεί σε μια συχνά επώδυνη επιστροφή ή σε μια αποκαλυπτική αλήθεια μέσα από τις προσωπικές καταγραφές. Εν προκειμένω, λοιπόν, η Ernaux δεν πρωτοτυπεί. Ωστόσο, είναι ο τρόπος που προσεγγίζει το προσωπικό της παρελθόν, που καθιστά το δικό της αυτοβιογραφικό αφήγημα ξεχωριστό. Ερευνά μέσα από τις μνήμες της την απόσταση που τη χώριζε πάντοτε από τον πατέρα της και φέρνει στην επιφάνεια μια πραγματικότητα που χωρίς να παύει να είναι δική της και να την αφορά, ταυτόχρονα υπογραμμίζει έναν κοινό τόπο. Λιτότητα στην αφήγηση, απομάκρυνση από συγκινησιακά φορτισμένη γλώσσα. Ένας τρόπος να αφηγηθείς το παρελθόν αποδίδοντας τις συνθήκες που το καθόριζαν τότε, χωρίς να τις προδώσεις μέσα από την οπτική του παρόντος.

Αν θέλω να εξιστορήσω μια ζωή υποταγμένη στην ανάγκη, δεν δικαιούμαι να υιοθετήσω μια καλλιτεχνική προσέγγιση ή να αποπειραθώ να φτιάξω κάτι το «καθηλωτικό», το «συγκινητικό». Θα συγκεντρώσω τα λόγια, τις χειρονομίες, τα γούστα του πατέρα μου, καθώς και τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του· κοντολογίς, όλα τα αντικειμενικά σημάδια της ύπαρξής του, μιας ύπαρξης που τη μοιράστηκα κι εγώ.

Όχι λυρικές αναπολήσεις, όχι θριαμβευτική επίδειξη ειρωνείας. Αυτός ο ακύμαντος τρόπος γραφής μού ταιριάζει εκ φύσεως, είναι το ύφος που χρησιμοποιούσα όταν έγραφα άλλοτε στους γονείς μου για να τους λέω τα σημαντικά νέα. (σσ. 24-25)

Μια αναπαράσταση του βιωμένου παρελθόντος, που καθόρισε την προσωπικότητά της μέσα στα όρια που η ίδια το αποδεχόταν. Γιατί η αλήθεια είναι πως είχε από πολύ νωρίς αποστασιοποιηθεί από την αισθητική και τον ιδεολογικό κόσμο του οικογενειακού περιβάλλοντος. Όταν στην αρχή του αφηγήματος την βρίσκουμε στην πρώτη της επιτυχή απομάκρυνση από τις προδιαγραφές των οικογενειακών βλέψεων να κρατά στο χέρι της το χαρτί που θα της επιτρέψει να εργαστεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως καθηγήτρια, δεν έχουμε καμία αυταπάτη πως διαχωρίζεται εντελώς από τη ζωή του εργάτη πατέρα και την ηθική που αυτή υπαγορεύει για τα όρια που πρέπει κανείς να θέτει στις φιλοδοξίες του. Η μόρφωση δεν θεωρείται αγαθό, καθώς στερεί από το νεαρό άτομο τη δυνατότητα να εργαστεί χειρωνακτικά από νωρίς και να βοηθήσει τον αγώνα της οικογένειας για επιβίωση. Αλλά και το άνοιγμα του ορίζοντα έξω από τα στενά πλαίσια της ελεγχόμενης ζωής στην επαρχία μόνο απειλή θα μπορούσε να θωρηθεί ειδικά για μια νεαρή γυναίκα. Το γεγονός ότι ο πατέρας, κατά υπέρβαση και αυτός των προδιαγεγραμμένων ορίων του ως εργάτης, στήνει μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση, λειτουργεί ακόμη πιο αρνητικά στην αποδοχή της απόφασής της να διαχωρίσει την πορεία της. Θα έπρεπε να κατορθώσει μια αυθεντική υπέρβαση της ίδιας της φύσης του προκειμένου να κατανοήσει τη λογική της κόρης του. Η έννοια της «καλλιέργειας» γι’ αυτόν είναι συνυφασμένη με τη γη, η άλλη έννοια της λέξης, που είχε σχέση με το πνεύμα, του ήταν άχρηστη. (σ. 34) Οπότε η απόσταση μεγαλώνει και οι όποιες παιδικές μνήμες προσέγγισης των δύο ατονούν δραστικά.
Με αφορμή τον θάνατο του πατέρα της, όταν η ίδια είναι στη ηλικία των σαράντα τριών χρόνων (το αφήγημα γράφτηκε το 1983), θα επιχειρήσει την επιστροφή  στην απλότητα μιας ξεχασμένης ζωής μέσα από τις διηθημένες μέσα της μνήμες. Μια προσπάθεια απόσεισης των ενοχών της; Ίσως η ανάγκη να κατανοήσει τη διαφορετική λογική ανοίγοντας ένα ρήγμα (έστω μικρό) στον διαμορφωμένο ιδεολογικό της κόσμο για να εισχωρήσει η άλλη οπτική; Καθόλου τυχαία στην προμετωπίδα του βιβλίου η φράση του Jean Genet: Je hasarde une explication: écrire c’est le dernier recours quand on a trahi. Δηλαδή: Αποτολμώ μια εξήγηση: η γραφή είναι το τελευταίο καταφύγιο γι’ αυτόν που έχει προδώσει. Αν νιώθει ότι πρόδωσε τον κόσμο στον οποίο ανήκε, τότε το αφήγημα αυτό λειτουργεί εξιλεωτικά. Η γραφή ως καταφύγιο τελευταίο, όταν όλοι οι δρόμοι επικοινωνίας έχουν εξαντλήσει τα περιθώριά τους. Κι ας μην έχει πλέον την ευκαιρία ο πατέρας να διαβάσει το κείμενο της κόρης του – ή ίσως κυρίως γι’ αυτό· πάντοτε μοναχική συνθήκη η γραφή, ανοίγει τη θέα της στους άλλους χωρίς να έχει καμία απολύτως σημασία η δική τους πρόσβαση, η δική τους μέθεξη, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Όπως θα πει η ίδια:

Ίσως γράφω γιατί δεν είχαμε πια τίποτε να πούμε ο ένα στον άλλον. (σ.79).

Η αναγνωστική πρόσληψη του αφηγήματος θα μπορούσε να σταματήσει εδώ, στο επίπεδο των πολύπλοκων οικογενειακών σχέσεων, ή έστω στη σχέση (την έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερη) της κόρης προς τον πατέρα. Ωστόσο, η Σοφία Νικολαΐδου, που προλογίζει το βιβλίο, δίνει μια ακόμη ενδιαφέρουσα θεματική παράμετρο, την οποία άλλωστε επιλέγει ως θέμα και στο πρόσφατο βιβλίο της «Το χρυσό βραχιόλι» (εκδόσεις Μεταίχμιο). Παραλληλίζει με την περίπτωση της Ελλάδας υπογραμμίζοντας πως το βιβλίο της Ernaux φέρνει στον νου μια οικεία ιστορία:

Μέσα στον 20ο αιώνα η Ελλάδα άλλαξε. Τα εργατόπαιδα έγιναν δικηγόροι και τα αγροτόπαιδα γιατροί. Τα παιδιά του χωριού ήρθαν στην πόλη. Ξέφυγαν απ’ τη φτώχεια, ένα πτυχίο έδινε δουλειά. Πανεπιστήμιο σήμαινε οικονομική εξασφάλιση, κοινωνική ανέλιξη και σιγουριά ότι η ζωή τραβάει μπροστά.

Στο αφήγημα όμως της Ernaux δεν έχουμε ακόμη (ή έστω δεν έχουμε στην περίπτωση του δικού της περίγυρου, οικογενειακού αλλά και ευρύτερα κοινωνικού στη γαλλική επαρχία όπου μεγαλώνει) τη συνειδητή αποδοχή της πνευματικής καλλιέργειας και της πανεπιστημιακής μόρφωσης ως αξιών· η τοπική κοινωνία ανθίσταται σθεναρά στην άλωση του αξιακού της συστήματος από ξενόφερτες (όπως πιστεύει) ιδέες. Έτσι, η περίπτωσή της αποκτά ιδιαίτερη αξία, καθώς έπρεπε να συγκρουστεί με το οικογενειακό σύστημα στερεότυπων αντιλήψεων (καθοδηγούμενο από τον πατέρα και υποστηριζόμενο εν σιωπή από τη μητέρα) προκειμένου να καθορίσει η ίδια το πλαίσιο των επιδιώξεών της. Δεν ανταποκρινόταν σε κανένα πρότυπο, σε καμία φιλοδοξία του στενού και του ευρύτερου περίγυρου. Και, όταν επιλέγει να θυμηθεί την ιστορία του πατέρα της, στην πραγματικότητα ανιχνεύει εκείνο το παλαιό δικό της πρόσωπο, σ’ εκείνη την άλλη, τη διαφορετική ζωή, την τόσο απόμακρη από την τωρινή της:

Ενόσω έγραφα τούτο το βιβλίο, διόρθωνα επίσης γραπτά, έφτιαχνα υποδείγματα εκθέσεων, γιατί γι’ αυτό με πλήρωναν. Ένα παιχνίδι ιδεών που μου προκαλούσε την ίδια εντύπωση με την έννοια της «πολυτέλειας», ένα αίσθημα εξωπραγματικού, μια επιθυμία να κλάψω. (σ. 106)

Συγκρατημένη γραφή, όπως αρμόζει σε μνήμες που εγκιβωτίζουν και αποκαλύπτουν θεμελιακές συγκρούσεις και προσωπικά θαρραλέα βήματα στον Τόπο αλλά και έξω απ’ αυτόν. Ο Τόπος είναι ο χώρος αλλά και η θέση μας σ’ αυτόν ή ως προς αυτόν. Γιατί ο Τόπος βρίσκεται μέσα μας, στον τρόπο που μας επηρεάζουν πράγματα και πρόσωπα, στη διάθεσή μας να τον βιώσουμε, ακόμα κι αν είναι να τον ξεπεράσουμε.
Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη.

Διώνη Δημητριάδου

Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν Άπαντα τα ποιήματα μετάφραση: Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν
Άπαντα τα ποιήματα
μετάφραση: Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου
εκδόσεις Βακχικόν



η δύναμη της ποιητικής γλώσσας

H Μπάχμαν πάλευε με την ανεπάρκεια της γλώσσας, κυνηγώντας εκείνο που δεν μπορούσε να εκφραστεί. «Εάν είχαμε τη λέξη», δήλωσε το 1959 σε μια ομιλία, «εάν είχαμε γλώσσα, δεν θα είχαμε ανάγκη όπλα». Πίστευε ότι η ποιητική γλώσσα είχε τη δυνατότητα να επεκτείνει τα σύνορα της επικοινωνίας, παρ’ ότι η ίδια είχε χάσει πια την πίστη της στην ποίηση ως μέσο. (από την Εισαγωγή της Έμμα Γκάρμαν, μετάφραση: Αλέξανδρος Τσαντίλας).
Μπορούν άραγε οι λέξεις να γεφυρώσουν τα χάσματα επικοινωνίας που δημιουργούν οι πολιτικές συνιστώσες κάθε εποχής, οι κοινωνικές συνθήκες αλλά και οι προσωπικές επιδιώξεις, οι αντιθέσεις, τα ποικίλα συμφέροντα; Κι αν η δυναμική τους γίνει αποδεκτή, είναι άραγε η ποίηση ο ιδανικός  τρόπος να επιλυθούν όλα τα παραπάνω προβλήματα που καθιστούν συνήθως την επικοινωνία ατελέσφορη ή και επικίνδυνη στην ασυνεννοησία των προσώπων; Είναι μεγάλη η συζήτηση γύρω από τον καθορισμό του ρόλου της ποίησης, κυρίως ως προς τη σκοπιμότητα που ενδεχομένως εμπεριέχει, την αποτελεσματικότητά της μέσα στο κοινωνικό σώμα/αποδέκτη, την έμμεσα εισηγητική της παρέμβαση στις εξελίξεις (πολιτικές κυρίως), την ικανότητά της να αποτελέσει ένα τρόπον τινά μανιφέστο, πολύτιμο «εγχειρίδιο», που με την πύκνωση του λόγου να μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός εξελίξεων και δυναμικών αλλαγών. Αλλά –από την άλλη πλευρά– εγείρεται η αποστομωτική ίσως θεωρία, που αρκείται ευφυώς στον αισθητικό χαρακτήρα της ποίησης αλλά και της τέχνης γενικότερα, που έχει από μόνη της, πέρα από την οποιαδήποτε σκοπιμότητα, τη δυναμική να διεγείρει συνειδήσεις ωθώντας σε νέες μορφές δημιουργίας μέσω της ενσυναίσθησης. Είναι, λοιπόν, ο ποιητικός λόγος μια δύναμη προωθητική των εξελίξεων, ως ανάλυση των συνθηκών, ως επισήμανση των εγγενών προβλημάτων, ως πρόταση τελικά μιας ανατροπής; Μια απόλυτη απάντηση δεν μπορεί να δοθεί, όχι μόνο γιατί τα ποιητικά μέσα είναι συχνά δύσκολα για μια απρόσκοπτη επικοινωνία, όσο γιατί από την ίδια την ποίηση εκφράζεται μια αμφισβήτηση ως προς τη δυνατότητα μετατροπής του κόσμου των σκοπιμοτήτων και των συμβάσεων σε κόσμο των φυσικών αξιών.
Η ποίηση της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, θα μπορούσε να είναι απόδειξη για την αποτελεσματική λειτουργία των λέξεων, παρ’ όλη την  ειρωνεία που αποπνέει η αποστασιοποίηση της από τον ποιητικό λόγο σχετικά νωρίς· παύει πλέον να εκδίδει ποιήματα, χωρίς όμως, όπως αποδείχθηκε από τα σωζόμενα χειρόγραφά της, να γράφει ποίηση.
Στην πρόσφατη έκδοση των ποιημάτων της, στη σημαντική για τα ποιητικά πράγματα σειρά των εκδόσεων Βακχικόν «Ποίηση απ’ όλο τον κόσμο», σε προσεγμένη καλή μετάφραση από την ποιήτρια Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, έχουμε την ευκαιρία να δούμε όλη την πορεία της Μπάχμαν από τα πολύ νεανικά χρόνια ως την τελευταία της έκδοση αλλά και τα ανέκδοτα ανολοκλήρωτα έργα της. Ιδανικά, έτσι, μπορούμε να εκτιμήσουμε παράλληλα με τις τεχνικές της που εξελίσσονται μέσα στα χρόνια την ιδεολογική της ανέλιξη, πολύ ενδιαφέρουσα επίσης, όπως και την άποψή της για τη λειτουργία των λέξεων, που αποτελεί καρπό των φιλοσοφικών της αναζητήσεων και των επιδράσεων που δέχθηκε τόσο από τον Χάιντεγκερ, τις απόψεις του οποίου για την κατανόηση του «Είναι» σύντομα εγκατέλειψε, όσο (κυρίως) από τον Βιτγκενστάιν. Η απελευθέρωση των λέξεων από το τυπικό περίβλημα του ορισμού των εννοιών, η δυναμική τους να βοηθούν την επικοινωνία πολλαπλασιάζοντας το νόημά τους και διαφοροποιώντας το κατά περίπτωση χάριν της απρόσκοπτης συνεννόησης αλλά και εξαιτίας της, έδωσαν στην ποίησή της τον ιδιαίτερο χαρακτήρα απογειώνοντας την παραμικρή λέξη ώσπου να συναντήσει το επιθυμητό σημαινόμενο.
Στις πρώιμες γραφές της διαβάζουμε:

Αναρωτιέμαι όλες τις ώρες χιλιάδες φορές,
Από πού μου ήρθε τούτη η αίσθηση του φορτίου,
Τούτος ο αμβλύς επαναλαμβανόμενος βαθύτερος πόνος…
(Αναρωτιέμαι)

Ήδη έκδηλη η συνειδητοποίηση πως πρέπει να αντιμετωπίσει το βάρος που φέρει μέσα της, να οδηγήσει σε γόνιμη έκφραση τον βαθύτερο πόνο. Αρχή της ποιητικής πορείας, κι ας μην έχει φτάσει ακόμη η ώρα της κοινοποίησης, του μοιράσματος του ποιητικού λόγου.
Από τα ποιήματα της περιόδου 1948-1953 ξεχωρίζω τους στίχους αυτούς:

Είμαι παιδί του μεγάλου φόβου μπροστά στον κόσμο,
που αιωρείται μέσα στην ειρήνη και τη χαρά,
[…]
Είμαι το Σκέφτομαι-ολοένα-τον-θάνατο.
(Πίσω από τον τοίχο)

Αποδίδουν με άριστο τρόπο πώς σκέφτεται ένα κορίτσι που γεννήθηκε μέσα σε ναζιστικό περιβάλλον (ο πατέρας της ανήκε στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα), που ένιωσε τη φρίκη της γερμανικής εισβολής στην πατρίδα της την Αυστρία (η μνήμη μου ξεκινάει από την ημέρα εκείνη – από αυτή την πρώιμη θλίψη, θα πει) και κατανοεί στη συνέχεια πόσο αμφίβολη είναι η ειρήνη και πόσο διαβρωτικός των συνειδήσεων εξακολουθεί να είναι ο φασισμός, με όποιο πρόσωπο εμφανίζεται.

Στην πρώτη ποιητική της συλλογή, «Ο Δανεισμένος χρόνος» (Die gestundete Zeit), 1956, θα είναι ξεκάθαρη στο ομώνυμο ποίημα: 

Έρχονται πιο σκληρές μέρες

Και αλλού:

Όπου ο ουρανός της Γερμανίας μαυρίζει τη γη,
ο αποκεφαλισμένος της άγγελος αναζητά έναν τάφο για το μίσος
και σου δίνει τη λεκάνη της καρδιάς
Ακόμα δεν πήγε μεσημέρι, μέσα στη στάχτη
απλώνεται το σίδερο, πάνω στο αγκάθι
είναι υψωμένη η σημαία, και πάνω στα βράχια
πανάρχαιου ονείρου
παραμένει από εδώ και στο εξής
σφυρηλατημένος ο αετός…
(Νωρίς το μεσημέρι)

Οι λέξεις αποκτούν όλο και περισσότερο βάρος, ολοένα εμφανίζονται και πιο πολυσήμαντες, η ποίηση της Μπάχμαν αποκτά περιεχόμενο, η πολιτική της σκέψη (κι ας αμφισβητήθηκε από την κριτική της εποχής της) χωρίς να κραυγάζει δηλώνει εναργής.
Στη δεύτερη ποιητική της συλλογή, «Επίκληση στη Μεγάλη Άρκτο» (Anrufung des Grossen Bären), 1956, εγκατεστημένη πλέον στη Ρώμη, θα μιλήσει για τη διαρκώς διογκούμενη αίσθηση του ανικανοποίητου, αποξενωμένη από την πατρίδα και σε μια αδιέξοδη σχέση πάθους με τον Πάουλ Τσέλαν.

Κάτω από έναν ξένο ουρανό
σκιές τριαντάφυλλα
σκιά
πάνω σε μια ξένη γη
ανάμεσα στα τριαντάφυλλα και τις σκιές
μέσα σε ένα ξένο νερό
η σκιά μου
(Σκιές τριαντάφυλλα σκιά)

Και αλλού: Λύτρωσέ με! Δεν μπορώ άλλο να πεθαίνω. (Τραγούδια της φυγής ΧΙΙΙ)

Κάτω από τον τίτλο «Καλύτερο κόσμο δεν γνωρίζω» στο βιβλίο περιλαμβάνονται και τα λεγόμενα ανέκδοτα/αποκηρυγμένα ποιήματα, που τα αδέλφια της Μπάχμαν εξέδωσαν μετά τον θάνατό της. Πρόκειται για ποιήματα που γράφτηκαν στη Ζυρίχη, στο Βερολίνο, στη Ρώμη, στο διάστημα από το 1962 ως το 1964, ίσως και πιο μετά. Παρατίθενται και σκαναρισμένα τα χειρόγραφα των ποιημάτων αυτών με τις προσθήκες τις διορθώσεις και τις διαγραφές της ποιήτριας, γεγονός που δείχνει την ανολοκλήρωτη μορφή τους. Παράλληλα φαίνεται και ο τρόπος που δούλευε τα ποιήματα της ψάχνοντας την τελική μορφή που θα την ικανοποιούσε. Στο ποίημα που έδωσε τον τίτλο σ’ αυτή τη συγκέντρωση των ανέκδοτων ποιημάτων διαβάζουμε: Όποιος καλύτερο κόσμο γνωρίζει, ας βγει μπροστά. Μια πρόκληση για μια νέα μορφή ενός κόσμου με πολλαπλά τραύματα, ακόμη περισσότερες ενοχές και την υποψία πως οδηγεί αναπόφευκτα σε αδιέξοδο.
Μια έκδοση που μας αποκαλύπτει την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν μέσα από την ποιητική της διαδρομή, μια παράλληλη πορεία δίπλα στην πεζογραφική της δουλειά, πολύ διαφωτιστική για τη σταδιακή ωρίμαση της σκέψης της.

Διώνη Δημητριάδου



Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Space Invaders Nona Fernández Silanes μετάφραση: Κώστας Αθανασίου εκδόσεις Gutenberg (σειρά Aldina) η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Space Invaders
Nona Fernández Silanes
μετάφραση: Κώστας Αθανασίου
εκδόσεις Gutenberg (σειρά Aldina)
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Έχει η λογοτεχνία τη νομιμότητα να λειτουργεί ως συνδιαμορφωτής της ιστορικής εικόνας; Μπορεί να καταθέτει τη δική της οπτική στα γεγονότα του παρελθόντος αποκαλύπτοντας αλήθειες και διατυπώνοντας κρίσεις; Ακόμα κι αν αμφισβητηθεί η ιδιότητα αυτή, κανείς δεν μπορεί να αντικρούσει το ηθικό δικαίωμα της μυθοπλασίας να ανατρέχει στο παρελθόν και να φέρνει στην επιφάνεια μια άλλη όψη των πραγμάτων ή να αποκαλύπτει καλά κρυμμένα μυστικά και ψέματα.
Το μυθιστόρημα της Φερνάντες απηχεί τη συνειδητή επιθυμία της να θέτει τη γραφή της στη υπηρεσία της ιστορικής αλήθειας. Όπως λέει η ίδια:

Έχω ένα είδος εμμονής με το παρελθόν, με το να κατανοώ το παρόν με βάση το παρελθόν, κι εδώ η ιστορία έχει θεμελιώδη ρόλο. Στις λογοτεχνικές έρευνες που έχω κάνει έχω συνειδητοποιήσει πως υπάρχει μια ιστορία που είναι η επίσημη ιστορία, όμως είναι αρκετά αμφίβολη, έτσι δεν είναι; (από το Επίμετρο του βιβλίου)

Γεννημένη το 1971 η Χιλιανή Φερνάντες συνδέει αναπόφευκτα την παιδική και πολύ νεαρή της ηλικία με τα χρόνια της δικτατορίας του Πινοσέτ, αλλά και κατόπιν, τα χρόνια της συνειδητής της παρουσίας στα πολιτικά πράγματα της χώρας της, με την προβληματική εν τη γενέσει της μεταδικτατορική εποχή. Η θεωρούμενη «κανονικότητα» της δικτατορίας και κατόπιν η «ομαλή» μετάβαση σε μια δημοκρατία ανάπηρη, στηριγμένη στα δεδομένα της φαύλης εποχής, αποτελούν την ιστορική πραγματικότητα που εισέπραξε η ίδια από εκείνα τα χρόνια. Νιώθει ότι πρέπει να μιλήσει για τον τρόπο που μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς και για τον τρόπο που ως συνειδητοποιημένος ενήλικος πλέον πολίτης εξακολουθεί να αναπαράγει τα ίδια ψέματα της επίσημης εκδοχής της ιστορίας, σαν να είναι η μοναδική αλήθεια. Η γενιά της Φερνάντες θα μπορούσε, κάτω από αυτή την εκδοχή, να αναλογεί με τη γενιά της μεταπολίτευσης στην ελληνική περίπτωση. Μια γενιά που γνώρισε τη δικτατορία σε πολύ νεαρή ηλικία για να μπορεί να εκτιμήσει το μέγεθος, τη σημασία του γεγονότος, και βρέθηκε να αποκτά τη συνείδηση του πολίτη μέσα σε μια ρέουσα πολιτική κατάσταση, στην οποία θα έπρεπε να ενσωματώσει τις μνήμες της ως ελλιπείς και αδιαμόρφωτες όμως εκτιμήσεις· δεν είναι πάντοτε εύκολο να αποκτηθεί μια καλά στερεωμένη άποψη, πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατή η πλήρης εικόνα της διαδοχής του πολιτεύματος και η κατανόηση της συνακόλουθης ευθύνης που αναλογεί στα πολιτικά πρόσωπα.
Η Φερνάντες συνδέει την πλοκή της ιστορίας της με ένα βιντεοπαιχνίδι επιβίωσης, το Space Invaders (που τιτλοφορεί ευφυώς και το βιβλίο), στο οποίο η εξόντωση των εισβολέων από το διάστημα αποτελεί για τον παίκτη την αναπόφευκτη προϋπόθεση της προσωπικής του διάσωσης, της επιβίωσής του. Παραπέμπει, έτσι, στην εφιαλτική κατάσταση που επικρατούσε στα χρόνια του καθεστώτος Πινοσέτ, με τις μαζικές εξοντώσεις των αντιπάλων αντιφρονούντων πολιτών. Το γεγονός ότι το παιχνίδι περνά στη συνείδηση των μικρών παιδιών άρρηκτα δεμένο με τη λειτουργία του τηλεοπτικού μηνύματος, σε διαδοχή εικόνας με τις ομάδες κρούσης του καθεστώτος και το κυνηγητό των «εχθρών» του, εξισώνει απολύτως ως προς την απειλητική παρουσία τους εισβολείς από το διάστημα με τους αντιτιθέμενους στη δικτατορία, καθιστώντας έτσι τα παιδιά δυνάμει υπερασπιστές της κρατικής μηχανής – the medium is the message, όπως πολύ εύστοχα εντόπισε ο Μάρσαλ μακ Λούαν τον κίνδυνο της ιδεολογικής καθοδήγησης όχι τόσο στο ίδιο το μήνυμα όσο στο μαζικό μέσο από το οποίο αυτό εκπορεύεται.

Στην ίδια τηλεοπτική οθόνη στην οποία πριν έπαιζαν Space Invaders τώρα εμφανίζονται οι καραμπινιέροι που είναι υπεύθυνοι για τους φόνους. (σ. 101)

Μέσα από ένα τοπίο γεμάτο από μνήμες της παιδικής ηλικίας, η Φερνάντες θα επισημάνει  την ανάγκη να ακουστεί η αλήθεια, να μη δοθεί περιθώριο στη λήθη να καλύψει τα γεγονότα, να μην επαναπαυθεί κανείς στη δικαιολογία της ανευθυνότητάς του. Γιατί και η σιωπή είναι συνειδητή πράξη, είναι ανάληψη ευθύνης. Και ποιος αντέχει την ενοχοποίηση, τη σύμπραξη (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) με το καθεστώς της δικτατορίας και με τα επακόλουθά του; Στο κέντρο της ιστορίας η δεκάχρονη Εστρέγια, κόρη στελέχους της κυβέρνησης Πινοσέτ, παρούσα-απούσα, καθώς μόνο μέσα από τις μνήμες των συμμαθητών της τη βλέπουμε να στοιχειώνει τον ύπνο τους. Χτίζεται έτσι σιγά σιγά η εικόνα της μέσα από τη συλλογική μνήμη, και παράλληλα ψηφίδα την ψηφίδα η εικόνα του καθεστώτος της βίας. Με τον ευρηματικό αυτό τρόπο η Φερνάντες αποκαλύπτει την άλλη εκδοχή των ιστορικών γεγονότων (πόσο μακριά από την επίσημη που διδάσκεται στα σχολεία), ταυτόχρονα δικαιολογεί τη δική της γραφή, σαν μια απόπειρα να αντιπαραθέσει στην παιδική αθωότητα των χρόνων εκείνων τον μηχανισμό που με ακρίβεια έχτιζε τις συνειδήσεις των αυριανών πολιτών – μας είπαν τι να θυμόμαστε και τι όχι, θα πει σε μια συνέντευξή της στην εφημερίδα El Pais. Μέσα από την περιγραφή των δολοφόνων και βασανιστών κατορθώνει να δώσει μια διαχρονική αλήθεια για την κοινοτοπία του κακού, όπως το έχει περιγράψει η Χάνα Άρεντ.
Οι χειρότεροι εγκληματίες που βασανίζουν και δολοφονούν υπακούοντας σε στρεβλά ιδεολογήματα απόλυτης ισχύος ίσως δεν διαφέρουν πολύ από τον γείτονα της διπλανής πόρτας που επιστρέφει στο οικογενειακό του σκηνικό ήσυχος μετά τη δουλειά του. Και αυτό όχι γιατί έχει την ικανότητα της συγκάλυψης των εγκλημάτων του ή την εύκολη απόσειση των ευθυνών από πάνω του, αλλά γιατί το κακό εμφωλεύει δυνάμει στον καθένα μας απειλώντας μας με μια  ύπουλη εξοικείωση μαζί του, με  την έννοια της κανονικότητας να καλύπτει κάθε άνομη πράξη. Μπορεί, έτσι, ο καθένας να μεταλλαχθεί σε εγκληματία κάτω από ικανές συνθήκες και να υπηρετήσει τη βία είτε με τις πράξεις του είτε ακόμη με τη σιωπηρή αποδοχή των βίαιων πράξεων.

Η Φερνάντες προκαλεί τον αναγνώστη της να διακρίνει, μέσα από τα ιστορικά γεγονότα που αφορούν την πατρίδα της, τη διαχρονική αξία όσων αφηγείται. Όσο για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, νομίζω πως η πρόκληση καθίσταται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, όσο θα ανακαλύπτει ομοιότητες και αναλογίες με την ελληνική περίπτωση βίωσης της δικτατορίας από τις γενιές που είτε την έζησαν ασύνειδα λόγω ηλικίας είτε (ακόμη χειρότερα) τη βλέπουν ακόμη σαν μια γραφική εικόνα του απώτερου παρελθόντος. Όσο μάλιστα απομακρυνόμαστε από την εποχή εκείνη, τόσο περισσότερο θα χρειάζονται φωνές, όπως αυτή της Φερνάντες, να λειτουργήσουν στη  κατεύθυνση μιας συλλογικής  αφύπνισης και ενός επαναπροσδιορισμού της θέσης απέναντι στην ιστορία. 
Η έκδοση, όπως πάντα πολύ προσεγμένη στη σειρά Aldina. Η μετάφραση είναι του Κώστα Αθανασίου που επιπλέον γράφει την Εισαγωγή και επιμελείται το Επίμετρο του  βιβλίου, δείχνοντας πως δεν αρκεί η γνώση της ξένης γλώσσας για να παρουσιαστεί ένα βιβλίο ξένης λογοτεχνίας αλλά απαιτείται και η γνώση γύρω από πρόσωπα και πράγματα. Για μια ακόμη φορά ένα μπράβο στις εκδόσεις Gutenberg.

Διώνη Δημητριάδου


Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

«Απαράφθορες» του Στέλιου Χαλκίτη εκδόσεις Ιανός γράφει η Θοεδώρα Λειψιστινού




«Απαράφθορες»
του Στέλιου Χαλκίτη
εκδόσεις Ιανός
γράφει η Θεοδώρα Λειψιστινού


Διαβάζοντας το μυθιστόρημα «Οι Απαράφθορες» του Στέλιου Χαλκίτη που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιανός, μου προέκυψε το ερώτημα ποιες είναι οι απαράφθορες γυναίκες, αν υπάρχουν, πού βρίσκονται και πόσες είναι σε μια εποχή του φαίνεσθαι και του ατομισμού, σε μια εποχή που η τεχνολογία προχώρησε αλλά ο άνθρωπος δεν έγινε καλύτερος, που η εργασία απορροφά τη γυναίκα και δεν έχει χρόνο για ουσιαστικές σχέσεις παρά μόνο για τις “κατά φαντασίαν”, χωρίς να παρέχει ουσιαστική στήριξη στον άλλον “όπου στο πρόβλημα του ενός αναζητούν λύση όλοι, οπότε η χαρά μεγαλύνεται και ο πόνος κατευνάζεται”, ενώ μέλημά της είναι η καλύτερη θέση ή η φενάκη της καριέρας και της δόξας ή ακόμη η ανάγκη να επιδείξει έναν άλλον εαυτό, αγνοώντας αυτό που ο Νίτσε και ο Ίψεν υποστήριζαν “Να γίνεις αυτό που είσαι”.
Αλήθεια, πόσες γυναίκες έχουν το ηθικό ανάστημα να φτιάξουν τον καλύτερο κόσμο στα παιδιά τους με θεμέλια τις πανανθρώπινες αξίες, καλλιεργώντας την αγάπη, την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό στον άνθρωπο; Πόσες γυναίκες παλεύουν με υπομονή και δύναμη σεβόμενες τη γυναικεία φύση, χωρίς να ξεστρατίζουν σε μονοπάτια ευκολίας και ελαστικής συνείδησης λόγω ανέχειας, χωρίς να παρεκκλίνουν και να βαδίζουν σε προσημειωμένα βήματα που οδηγούν σε μια κίβδηλη αλλά άνετη ζωή από υλικής άποψης; Που αναζητούν το πραγματικό νόημα της ύπαρξής τους, που χαράζουν μονοπάτια στη γνώση και στην προσφορά στον πόνο του άλλου, στέλνοντας το φως και την αγάπη από μακριά σε όποιον έχει ανάγκη;
Πόσες γυναίκες μπορούν να αντιταχθούν στα κελεύσματα της εποχής; Πόσες ζουν με αξίες ικανές να αλλάξουν την κοινωνία, χωρίς να έχουν την απατηλή προσδοκία να αλλάξουν τον κόσμο, «αν ο κόσμος ήθελε να αλλάξει θα είχε αλλάξει, είχαν καταλάβει πως ποτέ δεν θα γίνει δίκαιος, μόνο μικρές αδικίες θα αποκαθίστανται». Σαφώς, υπάρχουν ανάμεσά μας γυναίκες με αδαμάντινο χαρακτήρα, με προσωπικότητα που ανησυχούν διαρκώς για το πού και πώς πορεύεται ο κόσμος. Είναι αυτές που δεν αγοράζουν σχέσεις ή επιβάλλουν σχέσεις, αλλά δημιουργούν σχέσεις ουσίας με τον άλλον και με τον εαυτό τους. Καταξίωσή τους είναι αν για τον άνθρωπο που φέρνουν στη ζωή είναι έτοιμες να θυσιάσουν πράγματα για χάρη του. Αυτές οι ηρωίδες γυναίκες είναι σπάνιες υπάρξεις, είναι ορόσημα ηθικής, είναι αυτές που μπορούν να οικοδομήσουν τον κόσμο, να αλλάξουν τον κόσμο γύρω τους «όχι όλο τον κόσμο, μια σταλιά γύρω του, σαν να κρατά το μαγικό ραβδί και με αυτό να δίνει ευτυχία, χαρά, γέλιο και όλα τα όμορφα πράγματα».
«Μια διαρκής ανάβαση ήταν τα χρόνια που πέρασαν, μια πάλη, μια ατελείωτη πράξη αυτοθυσίας και στερήσεων και τώρα άντε να αγκαλιάσει την ομίχλη» ήταν η ζωή της ηρωίδας του μυθιστορήματος. Σε προκαλεί ο συγγραφέας και σε προσκαλεί σε μια ενδοσκόπηση και επαναπροσδιορισμό του τρόπου θέασης του κόσμου και του ρόλου της γυναίκας. Ο Στέλιος Χαλκίτης πιστεύει στη δύναμη της γυναίκας, στη γυναικεία φύση και του ρόλου της στην ανατροφή των παιδιών
Ο συγγραφέας στο μυθιστόρημά του αναφέρεται στο μυστικό όμιλο των κρυφών γυναικών της Καλύμνου και στις αλήθειες τους στα άδυτα των ανθρώπινων σχέσεων, του έρωτα και της ζωής. Δεν έχει σημασία αν υπήρξε ή υπάρχει ο μυστικός αυτός όμιλος. Σημασία έχει ο στόχος τους αλλά και η συμμετοχή στον όμιλο, αδιακρίτως, κάθε γυναίκας είτε είναι πλύστρα είτε επιστήμονας, αρκεί να έχει το μεγαλείο ψυχής, αρκεί να αντιστέκεται στη ζήλεια και στον φθόνο, να αγωνίζεται για το καλό όλων. .Η Δαυίνα, η ηρωίδα, είχε ακούσει από τη μητέρα της για τον όμιλο των κρυφών γυναικών που κρύβουν ένα επτασφράγιστο μυστικό που η φιλοσοφία του διατρέχει όλη σχεδόν την πλοκή της ιστορίας και εσύ καλείσαι να το ανακαλύψεις. Το μυστικό που η αποκάλυψή του ανοίγει νέους ορίζοντες, απομακρύνει από προκαταλήψεις, υποβάλλει σε υποχρεωτική αναθεώρηση βασικών βεβαιοτήτων που έχεις για τη ζωή και για την ίδια σου την ύπαρξη, κάπως σαν να σου ξανασυστηνόταν ο κόσμος.
Οι ζωές των ηρωίδων του μυθιστορήματος περιπλέκονται, οι διαδρομές τους είναι σε μονοπάτια της ψυχής με αναβάσεις σε φωτεινά ύψη αλλά και καταβάσεις σε ομιχλώδη και σκοτεινά άδυτα των σχέσεων, των επιθυμιών αλλά και των δοσμένων ρόλων, σε καταγώγια εκεί όπου το σκοτάδι είναι τόσο πυκνό, αλλά κατανοούν οι ηρωίδες «πως τελικά πάμε όπου η ζωή μας πάει», πως η ζωή δεν έχει να κάνει με το αν έχεις πολλά ή λίγα, μόνο με το αν είσαι ευχαριστημένη. Κατανοούν και σου δίνουν από τον χρόνο «που σου έχει οριστεί να ζήσεις, αχ να ’ξερες πόσο το εκτιμώ αυτό! Ξέρεις ποιο είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή;», όπως αναρωτιέται η κυρία Θεμελίνα και αμέσως δίνει την απάντησή της: «Ο χρόνος είναι! Αν έχεις υγεία και δεν έχεις χρόνο να ζήσεις, έχεις τελειώσει. Αν έχεις χρόνο, και υγεία να μην έχεις, μπορεί να την αποκτήσεις»
Ο συγγραφέας, κατανοώντας τη δύναμη που κρύβουν οι γυναίκες, υμνεί τη φύση τους. Θα έλεγα ότι το μυθιστόρημα «Οι Απαράφθορες» είναι μια ωδή στη γυναίκα με φόντο το νησί του συγγραφέα, την Κάλυμνο, στη γυναίκα που επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της ζωής, που δεν φλετράρει με θέσεις εξουσίας, που βασανίζει το μυαλό της για να επιβιώσει, που δεν αποδέχεται τα στερεότυπα καταργώντας κακές συνήθειες, που μπορεί να αναζητήσει το πραγματικό νόημα της φύσης της, χωρίς να παραδέρνει άσκοπα στη ζωή αλλά ακολουθώντας μονοπάτια και δρόμους βαθύτερης εσωτερικής αναζήτησης και αυτογνωσίας. Ωδή στη γυναίκα, που η ύπαρξή της είναι προσανατολισμένη για την αλλαγή του κόσμου και έχει συνείδηση του ρόλου της. Ωδή στις γυναίκες που γνωρίζουν ποιο είναι το νόημα της ζωής και κατανοούν την έννοια της συνείδησης και, ὀπως γράφει ο Χαλκίτης, μπορεί να είναι ασθενικές, καχεκτικές λόγω ηλικίας μα ρωμαλέες, πονούν μα δεν βογγούν, θρηνούν μα δεν κλαίνε, και όταν μερικές φορές το δάκρυ γίνεται οργισμένος καημός, κρύβονται να μην τις δει ανθρώπου μάτι. «Ενδεδυμένες την εσωτερική αγωνία, διαβιούσαν σεμνόπρεπα και γεωμετρημένα, πέρναγαν τα μηνύματά τους στους άλλους με τη στάση τους απέναντι στα αιφνίδια γεγονότα, στα ανυπέρβλητα εμπόδια, στη ζωή και στον θάνατο. Αυτός ήταν ο ενδόμυχος σκοπός τους, να τις μιμηθούν, πίστευαν πολύ στη μίμηση. Πλούσιοι και φτωχοί θαυμάζουν αυτά που δεν αγοράζονται ούτε χαρίζονται, όπως η γνώση, η υπερηφάνεια, η αξιοπρέπεια, η ηθική, η ανοχή και προπαντός η παντελής απουσία φθόνου».
Και ο Στέλιος Χαλκίτης, με μια συναρπαστική πλοκή ενός μεστού κειμένου, θέτει ερωτήματα για μια θεώρηση της ζωής και των μυστηρίων της, αφυπνίζοντας τον άνθρωπο που  «αναλώνεται σαν κέρμα». Παράλληλα, υμνεί τη γυναίκα-μάνα, την Καλύμνια μάνα που περιμένει το γιο της στην προβλήτα που έρχεται από τα ξένα και το πρόσωπό της φωτίζεται «και άνθισε στα χείλη της μόνο μια λέξη: Γιε μου…, αμέσως έκανε το σταυρό της, σήκωσε ψηλά τους υγρούς αχάτες των ματιών της, δόξασε τη Μεγαλόχαρη και έφερε το μαντήλι στα δάκρυα. Παλαιές, αγνές, αθώες γυναίκες! Τι θαυμάσια αίσθηση!». Υμνεί τη μάνα που δεν έχει παράπονα από τη ζωή: «Δεν νιώθω μοναξιά, έχω καλές σκέψεις να με συντροφεύουν. Έρχονται τα παιδιά μου…» Στη σελ. 126, η μάνα φυλάει ακόμη και το χαρτί από δέμα του γιου της, γιατί «Και το άψυχο χαρτί έχει το δικό του νόημα στη ζωή της μάνας. Είναι κειμήλιο θύμησης!». Ύμνος στη μάνα που έχει συναίσθηση της ευθύνης, του κόπου, του μόχθου και της ισόβιας υποχρέωσης στα παιδιά, που πολέμησε τα πάθη της, που παραμένει προσηλωμένη στα παιδιά της, στο καθήκον, παραμένει ακέραιη, όπως λέει στην απολογία της η εμβληματική μορφή της Κατερίνας απευθυνόμενη στον πρόεδρο. «Είμαι η ηθική που όλοι ονειρεύεστε για τις μάνες, τις κόρες και τις γυναίκες σας.»
Ο συγγραφέας υμνεί τη γυναίκα που αγαπά με τρόπο διαυγή, ανόθευτο και συγκρατημένο: «Όταν αγαπάς, δεν κόβεις το τριαντάφυλλο, δεν το αγγίζεις βίαια για να μην πληγώσεις ούτε καν την αυγινή δροσιά που το στολίζει». Υμνεί τη γυναίκα που δεν έχει αλωθεί, που δεν έχει σκορπίσει, που δεν έχει σπαταληθεί στην αναζήτηση του απόλυτου έρωτα
Ο Στέλιος Χαλκίτης, πιστεύοντας στη γυναίκα, την προτρέπει να κοιτάξει μέσα της βαθιά όσο βαθύτερα μπορεί για να δημιουργήσει τον δικό της μικρό κόσμο όπου θα κατοικούν οι όμορφες σχέσεις, τα καθαρά συναισθήματα, η λαχτάρα για το ηλιοβασίλεμα, η ανάγκη να απλώσεις το χέρι και να αγγίξεις όση ομορφιά μπορείς.
Να έχει πίστη στον εαυτό της, να αποκτήσει αυτογνωσία, να μην είναι δούλα και κυρίως να μπορεί να πορευτεί με όλες μαζί, κρατώντας η καθεμιά τη δική της ανεξαρτησία Πιστεύει ο συγγραφέας στη δύναμή της να εμποδίσει μια οικτρή πραγματικότητα, ότι έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει «ρωγμή στο κακό». Πιστεύει ότι η γυναίκα μπορεί να αγωνιστεί για την ειρήνη στον κόσμο, για το δίκαιο, για την ελευθερία, γιατί έχει τη θέληση να παρακολουθεί τον εαυτό της και να διαπιστώνει, με τη συνεχή παρατήρηση και στοχασμό, την υπερβολή και να λειτουργεί με το μέτρο.
Αυτές οι γυναίκες είναι φάροι φωτός, είναι οι γυναίκες της ελπίδας και της αρετής, υπογραμμίζει ο συγγραφέας ( σελ. 141 ) και συμφωνώ απόλυτα μαζί του. Είναι οι γυναίκες άλλης ποιότητας. Και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια γι’ αυτό το μοναδικό ταξίδι καλλιέργειας αρετών, που, όπως υπογραμμίζει ο Στέλιος Χαλκίτης, «οι αρετές δεν είναι νόσοι για να μεταδοθούν» και συγχρόνως ταξίδι διαμόρφωσης «συνείδησης έτσι ώστε να ενσωματώσουν οι εντολές της τα νοήματα των αρετών». Ακόμη και στα όνειρά τους έχουν συνείδηση και τα κατευθύνουν (σελ. 352), γιατί ξέρουν τη μέθοδο να έχουν συνείδηση, γιατί κατανοούν τον εαυτό τους, τη συμπεριφορά, τις ανάγκες τους
Για μένα, απαράφθορη είναι αυτἠ με την πνευματική συγκρότηση, είναι αυτή που στο όμορφο πρόσωπο δεν απουσιάζει η ομορφιά, είναι η υπέροχη γυναίκα που πίσω από την χαρισματική και επιμελημένη της εμφάνιση, αναγκάστηκε να κλάψει πολύ στη ζωή της. Μολονότι γενναία όσο καμιά, πάντα στη σιγή, πάντα και μόνο βυθισμένη στο καθήκον και στις σκέψεις της, δεν έγινε φόρτωμα κανενός, όπως σωστά υπογραμμίζει ο συγγραφέας.
Απαράφθορες γυναίκες-πρότυπα είναι οι ηρωίδες μου, η Βασιλική που αντιμετώπιζε θαρραλέα τον καρκίνο και μέλημά της ο πόνος που θα προκαλούσε στον μικρό Παναγιώτη, η μητέρα μου που μου μάθαινε να περπατώ με το κεφάλι ψηλά, η γιαγιά Θοδώρα που έκρυβε τα παιδιά του παπά Ζήκου για να μην τα βρουν οι Γερμανοί διακινδυνεύοντας τη δική της ζωή και των παιδιών της, η αδελφή του πατέρα μου η Άννα που οι Γερμανοί της έκαψαν το σπίτι, επειδή ο άντρας της ήταν στο αντάρτικο και μεγάλωνε μόνη της τέσσερα ορφανά στο μαγειριό. Απαράφθορη η Αναστασία που μεγαλώνει τη Δήμητρα με ειδικά προβλήματα και το πρόσωπό της είναι γεμάτο καλοσύνη. Απαράφθορη και η κάθε γυναίκα που έχει αυτοσυνείδηση σαν σύζυγος, σα μάνα, σαν αδελφή, σα φίλη, χωρίς να φείδεται θυσιών, χωρίς να δυσανασχετεί στην πάλη της να δώσει «φρονιμάδα στα παιδιά της, να ’χει η ψυχή τους αποκούμπι». Απαράφθορη είναι η γιαγιά Θεμελίνα του Χαλκίτη που νουθετεί την εγγονή της να έχει τις αξίες κορώνα στο κεφάλι και πάντα να έχει στο νου της:  «Ζούμε για έναν λόγο, για τη ζωή, και ζωή είναι οι όμορφες στιγμές αλλά και οι άσχημες». Γυναίκες ώριμης ενσυναίσθησης και βαθειάς παιδείας οι Απαράφθορες, που φαντάζονταν/νται τον καλύτερο κόσμο και αγωνίζονται για την επίτευξη, συνειδητοποιώντας την αποστολή τους στην επαναδιαμόρφωση των αξιών, αντιλήψεων, παραδόσεων. .
Σε ευχαριστούμε, Στέλιο Χαλκίτη, για το υπέροχο, συναρπαστικό και αποκαλυπτικό μυθιστόρημα που σαφώς και δεν εξαντλείται στην πρώτη ανάγνωση, αλλά διαβάζοντάς το ξανά και ξανά επισημαίνονται νοήματα πέρα από τα προφανή. «Της άρεσε να περιδιαβαίνει στις φωτογραφίες, να πηγαίνει πιο πέρα από ό,τι εικονίζουν». Αγγίζει πραγματικά την ψυχή σου με την αποκάλυψη «ξεχασμένων» αληθειών, ταρακουνώντας τα εγκεφαλικά σου κύτταρα. Σε συναρπάζει με την πλοκή, το ύφος, τις εικόνες, το πλούσιο παιχνίδισμα των λέξεων και φράσεων. Με την πολλαπλή αλληγορία του μυστικού ομίλου που έχεις επινοήσει, μπορεί ο αναγνώστης να μοιραστεί μαζί σου, με εύληπτο τρόπο, όλα όσα εσύ έχεις ανακαλύψει βγαίνοντας από «το σπήλαιο» του Πλάτωνα ή από το σπήλαιο των Επτά Παρθένων στην Κάλυμνο.
Σε ευχαριστώ για αυτό το μαγικό ταξίδι-πρόσκληση στην αναζήτηση προσέγγισης του ρόλου της γυναίκας. Χρέος και αποστολή κάθε γυναίκας να ανακαλύψει τη ζωή και τον εαυτό της και με περισσότερη γνώση, θέληση και δύναμη να συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας καλύτερης κοινωνίας, γιατί «Τριγυρνάμε μέσα σε ξεγελάσματα και νομίζουμε ότι αυτό είναι ζωή!»
Θεοδώρα Λειψιστινού
Πηγή: εφημερίδα Κοζάνη

 ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σ’ ένα κέντρο αποκατάστασης ψυχικά νοσούντων η εξηντάχρονη ψυχίατρος Δαυίνα Δελμούζου γνωρίζει τον κατά πολύ νεότερό της τρόφιμο Ρωμανό Δοξιάδη. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια σχέση δυνατή, παράφορη, απελπισμένη, δίχως όρια. Οι διακοπές τους στο νησί της Καλύμνου πυροδότησαν μια ξεθωριασμένη και εξεζητημένη ανάμνηση που είχε η Δαυίνα, κάτι που της είχε πει η Καλυμνιά μητέρα της όταν ήταν μικρό κοριτσάκι, κάτι για κάποιες κρυφές γυναίκες της Καλύμνου. Εντάσσεται στον μυστικό όμιλο των εμβληματικών κρυφών γυναικών του νησιού όπου αρχίζει να μαθαίνει νέα πρωτόκολλα του έρωτα, της αγάπης, του θανάτου, και γενικά της ζωής. Ένα μυστικό κρύβει ο όμιλος, ένα μυστικό κρατούν επτασφράγιστο οι κρυφές γυναίκες. Οι ζωές των ηρώων περιπλέκονται και αποκαλύπτουν τα φωτεινά ύψη και τα σκοτεινά μπουντρούμια της ψυχής. Μια παιδική κούκλα περιφέρει το μυστικό… Η αποκάλυψή του συγκλονίζει…

Τίτλος: ΟΙ ΑΠΑΡΑΦΘΟΡΕΣ
Εκδόσεις: IANOS (2020)
ΙSBN: 978-618-5141-76-9
Σελίδες:360



Ο συγγραφέας
Ο Στέλιος Χαλκίτης γεννήθηκε στην Κάλυμνο όπου ζει, εργάζεται και συγγράφει. Κατά τη διάρκεια των εγκύκλιων σπουδών του, αλλά και αργότερα, σε μια προσπάθεια να βρει απαντήσεις στις υπαρξιακές του ανησυχίες, ταξίδεψε σε Ινδίες, Θιβέτ, Ιμαλάια, Άγ. Όρος κ.λπ. Επί σειρά ετών αρθρογραφούσε σε ελληνικές εφημερίδες για πολιτικά, φιλοσοφικά και κοινωνικά θέματα, υποστηρίζοντας με θέρμη τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα των γυναικών και την ισότητα εν γένει, όπως και την ανάγκη αναθεώρησης πάσης φύσεως βεβαιοτήτων. Συχνά προσκαλείται σε πνευματικά ιδρύματα, φιλοσοφικά συμπόσια ή άλλες εκδηλώσεις όπου δίνει διαλέξεις φιλοσοφικού ή ψυχολογικού χαρακτήρα που τυγχάνουν μεγάλης αποδοχής από το ευρύ κοινό και μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Κοινωνικά μυθιστορήματα με φιλοσοφικές προεκτάσεις θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τα τέσσερα fiction βιβλία του Στέλιου Χαλκίτη – γιατί το πέμπτο είναι… αμιγώς φιλοσοφικό, και έχει διδαχθεί μάλιστα στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου.  Μάργκινους Μόριους, 2012, εκδόσεις Ζήτη, που έχει κάνει ήδη δεύτερη έκδοση στην Ελλάδα (2015) και αγγλική έκδοση στη Μεγάλη Βρετανία, Marginus Morius, Vanguard Press, 2014. Ο Λούσηρος, 2013, εκδόσεις Ζήτη, ANTE TRACTATUM Φιλοσοφικές Σημειώσεις, 2015, εκδόσεις Ρώμη και De Profundis, Αναμάρτητοι Έρωτες, 2016, εκδόσεις Πηγή. Ο συγγραφέας Στέλιος Χαλκίτης είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.