Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

ΑΡΧΕΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΤΕΧΝΗΣ «Ομάδα Πνευματικής Έκφρασης» Αποτελέσματα 5ου Πανελλήνιου Διαγωνισμού Ποίησης 2019


ΑΡΧΕΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΤΕΧΝΗΣ
«Ομάδα Πνευματικής Έκφρασης»
Αποτελέσματα 
5ου Πανελλήνιου Διαγωνισμού Ποίησης 2019



Πρακτικό Συνεδριάσεως Διοικητικού Συμβουλίου του Αρχείου Ιστορίας & Τέχνης, Καισάρειας Κοζάνης, Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Αρχείου Ιστορίας & Τέχνης, συνήλθε την Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019, και ώρα 8:00 μμ. προκειμένου να επισημοποιηθούν τα αποτελέσματα του 5ου Πανελλήνιου Διαγωνισμού Ποίησης με θέμα:
«Ο ΕΡΩΤΑΣ» ο μικρός κι ο μέγας.
Ο διαγωνισμός, τελεί υπό την αιγίδα:
α) Γραφείου Ποιήσεως.
β) Ελληνικού Κύκλου Βιβλιόφιλων Λονδίνου (Greek Library of London)
Οι βαθμολογίες των μελών της Κριτικής Επιτροπής επιδόθηκαν στον Πρόεδρο τους Κο Αντώνη Δ. Σκιαθά, ο οποίος στη συνέχεια παρέδωσε στον Πρόεδρο του Αρχείου Ιστορίας & Τέχνης, Κο Παπαθανασίου Γεώργιο, τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της βαθμολογίας της τελικής κατάταξης.
Η Κριτική Επιτροπή του διαγωνισμού απαρτίζεται από τους:
Προεδρεύων:
Σκιαθάς Δ. Αντώνης: Ποιητής - Κριτικός Λογοτεχνίας - Μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Διευθύνων του Γραφείου Ποιήσεως.
Μέλη: (κατ’ αλφαβητική σειρά)
Δημητριάδου Διώνη: Ποιήτρια – Κριτικός Λογοτεχνίας.
Τασιόπουλος Βαγγέλης: Ποιητής – Γραμματέας Εταιρείας Λογοτεχνών Θες/νίκης
Τσάϊτα – Τσιλιμένη Βάλια: Διδάκτορας Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Λέκτορας στο τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Ποιήτρια.
Χλωπτσιούδης Δήμος: Ποιητής – Κριτικός Λογοτεχνίας
Στην επιτροπή παραδόθηκαν συνολικά 257 ποιήματα, από την Ελλάδα, την Κύπρο καθώς και από Έλληνες της διασποράς, εκ των οποίων τα 20 ήταν μαθητών και τα 237 ενηλίκων. Κατόπιν διαμόρφωσης της τελικής βαθμολογίας των ποιημάτων, ανοίχτηκαν οι κλειστοί φάκελοι των διακριθέντων και καταγράφηκαν τα πραγματικά τους στοιχεία, τα οποία έχουν ως εξής:
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ:
1ο Βραβείο: (Ισοψηφία)
•«Για κάποιες σκέψεις ξέθωρες», Μυλωνάκη Αφροδίτη – Καμίνια Πειραιάς
•«ΑΓΚΙΣΤΡΩΜΕΝΟΙ», Πετρίδης Ρωμανός – Άλιμος Αττικης
2ο Βραβείο:
«Ω! Θεά της αγάπης Ψυχή!» Καζακλάρης, Νικόλαος - Δίον Πιερίας
3ο Βραβείο: (ισοψηφία)
•«Απάνεμη αγάπη», Παπαδοπούλου Ελένη – Αναστασία – Πολίχνη Θες/νικης
•«Σας είπα ψέματα!» Καραπιδάκη Γαρυφαλιά – Μπεντεβή
•«Περι-κεφαλαίων» Σαγρής Αλέξανδρος – Πειραιάς
Α΄ Έπαινος
«Έρωτας» Ζωάκη Μαρία Ιωάννα – Ηράκλειο Κρήτης
Β΄ Έπαινος: (ισοψηφία)
•«Στις παρυφές του Έρωτά μας» Φασουλοπούλου Γεωργία – Καστόρι Λακωνίας
•«Παντοτινή αγάπη» Διαμαντούδης Κωνσταντίνος – Νίκαια Αττικής
•«Απαλλαγή» Κοντοδημητρίου Δημήτριος – Λευκόβρυση Κοζάνης
•«Ύμνος στον Έρωτα» Νεράκη Δέσποινα - Χίος
Γ΄ Έπαινος:
«Μαζί» Πετσούδη Αικατερίνη – Εύοσμος Θες/νικη

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΕΝΗΛΙΚΩΝ:
1ο Βραβείο
«Ο δαίμονας του έρωτα» Πυλαρινού Ειρήνη – Ζωγράφου Αθήνα
2ο Βραβείο
«Σαν το μετάξι» Καραπατάκι Ζωή – Παγκράτι Αθήνα
3ο Βραβείο: (ισοψηφία)
•«Το άσκοπο Ταξίδι» Πλατανάκης Γιώργος – Ηράκλειο Κρήτης
•«Αλλόθρησκα φύλλα Αγαύγης» Μητρούσιας Σοφοκλής – Τρίκαλα
Α΄ Έπαινος:
«Το νερό του έρωτα» Χριστιά Βαρβάρα - Πάτρα
Β΄ Έπαινος: (ισοψηφία)
•«Τρίτο κουδούνι» Χατζηματθαίου Άθως – Λεμεσός Κύπρου
•«Εκείνα τα λιωμένα βράδια» Παππάς Βασίλης – Αθήνα
•«ΗΜΙΦΩΣ» Μελιτάς Χάρης – Γλυφάδα Αττικής
•«Βεβαρυμένο μητρώο» Μακρίδου Παρασκευή (Βιβή) – Ροδολίβος Σερρών
•«Έρωτας θετικής(;) Κατεύθυνσης» Παπακωνσταντίνου Μαρία - Λάρισα
Γ΄ Έπαινος: (ισοψηφία)
•«Έως» Ρούσσος Νικόλαος – Άνω Κορυδαλλός Αθήνα
•«Πέντε λύτρα οξυγόνου» Χατζηαριστεράς Θεόφιλος – Λάρισα
•«Αναμνήσεις» Αναγνωστοπούλου Φεβρωνία – Αχαρναί Αττικής
•«Η ΔΕΣΠΟΤΕΙΑ» Σκλαβούνου – Φουντέα Τζένη – Κάτω Χαλάνδρι, Αθήνα
•«Ερωτικό Αλφάβητο» Περπάτη Γεωργία – Αγία Παρασκευή Αττικής
•«Κίνδυνος πνιγμού» Δεληβοριά Ελένη – Δρέπανο Κοζάνης

Η εκδήλωση απονομών των διακρίσεων θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο 2019, σε τόπο και χώρο ο οποίος θα ανακοινωθεί εγκαίρως.
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Αρχείου Ιστορίας και Τέχνης ευχαριστεί θερμά όλους τους συμμετέχοντες, μαθητές και ενήλικες, για την αποστολή των όμορφων και ευαίσθητων ποιημάτων τους. Στα πιστεύω μας και το σημαντικότερο για εμάς είναι η συμμετοχή και όχι η διάκριση. Τα επαινετικά σας σχόλια μας δίνουν δύναμη να συνεχίσουμε την προσπάθειά μας με υπευθυνότητα.
Για το Δ. Σ.
Γεώργιος Α. Παπαθανασίου (Πρόεδρος)
Τσιγιάννης Γεώργιος (Γεν. Γραμματέας)




Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Όταν ο Νάρκισσος πνίγηκε στο smartphone της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη μαζί με μια φωτογραφία του Γιώργου Λαθύρη








 Όταν ο Νάρκισσος πνίγηκε στο smartphone

της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

μαζί με μια φωτογραφία του Γιώργου Λαθύρη






Κι επέρασαν χρόνοι πολλοί κι ακολούθησαν ημέρες αμφισημίας
Κι εχάθη η προλιθική εποχή κι εφανερώθη αυτή της μεταμετότητας
Η επικυριαρχία του μετά της μετανεωτερικότητας η παλαιότης
Η ευρηματικότητα του ερωτηματικού αβεβαιοτήτων η βεβαιότης
Και επήλθε ο καιρός της επικράτειας της ναρκισσιστικής εποχής
Της σύγχυσης του ανεκπλήρωτου της εγκιβωτισμένης δυσθυμίας
Ο Νάρκισσος Εγώ χωρίς περίγραμμα προέκταση μαστού άδειου
Τα μάτια δίχως κόρες εξωθούν σε γυάλινες οθόνες ανικανοποίητου
Σκύβει και καθρεφτίζεται σε αναποτελεσματικές άπειρες selfie
Πασχίζει για το δικό του πρόσωπο ενθουσιάζεται χάνει την εικόνα 
Το άδειο πουκάμισο απλωμένο φουσκώνει σ' εναλλασσόμενους άνεμους
Βουλιάζει και πνίγεται καθημερινά στη θολή γυαλάδα του smartphone
Κι όμως κάτι αποζητά επιτέλους κάποιος να του έλεγε τί και πώς
Τί και πώς τί και πώς τί και πώς τικαιπώςτικαιπώςτικαιπώςςςςςςς







Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου  Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, καθώς και το δίγλωσσο βιβλίο σουηδικής ποίησης σε δική της μετάφραση Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της, έχουν δημοσιευτεί στο ΘΕΥΘ, Νέα Εποχή, Δίοδος, http://www.poiein.gr, http://frear.gr/, https://diastixo.gr, http://www.periou.gr/, http://staxtes.com/ , http://www.intellectum.org,   http://fractalart.gr/,  http://staxtes.com/, https://tokoskino.me,  κλπ

Το ρουσφέτι διήγημα του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου μαζί με έναν πίνακα του Γιάννη Γαΐτη








Το ρουσφέτι 
διήγημα του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου
μαζί με έναν πίνακα του Γιάννη Γαΐτη








Εμείς τα πρωτάκια, το καλοκαίρι, στις γυμναστικές επιδείξεις, ήμασταν με την κυρία Άννα. Παρέλασε όμως μαζί μας και η Δευτέρα· γιατί η δασκάλα τους, η κυρία Ιωάννα, έλειπε κάποιες μέρες, και μετά ήρθε στο σχολείο φορώντας μαύρα. Τώρα όμως το Φθινόπωρο, που πήγαμε εμείς στη Δευτέρα, η κυρία Ιωάννα ήρθε κανονικά και ήταν ντυμένη γκρίζα, όχι κατάμαυρα· είχε και λίγο κοκκινάδι στα χείλη. Ήταν ωραία, νέα· πιο νέα απ’ τη μάνα μου. Μ’ άρεσε. Μικροκαμωμένη, πιο κοντή απ’ όλες τις δασκάλες· κι αυτό μ’ άρεσε. Με κοντά μαλλάκια και γελαστό πρόσωπο, μα δε γελούσε συχνά, μέσα στα γκρίζα. Μας έμαθε γρήγορα όλους και τα πηγαίναμε πολύ καλά. Και μια μέρα λίγο πριν τα Χριστούγεννα, λίγο πριν το τελευταίο διάλειμμα, μόλις άρχισε να χτυπά το κουδούνι κι όλη η τάξη τινάχτηκε στην πόρτα για να βγει έξω στην αυλή, πώς το ’φερ’ έτσι, και βρέθηκε δίπλα στο θρανίο μου, φράζοντάς μου τον δρόμο και βαστώντας ένα φάκελο: «Αυτό να το δώσεις στον πατέρα σου, σε παρακαλώ· είναι σοβαρό.». Την κοίταξα, μού αχνογέλασε λίγο, δεν είπε τίποτ’ άλλο. Έβαλα τον φάκελο στην τσάντα μου και χύθηκα κι εγώ στην αυλή μαζί με τους άλλους. «Τι σού έδωσε ρε;» «Τι σού είπε;» «Τι σε ήθελε;» «Μα τι σού είπε;» «Έλα ρε συ, πες μας τι σού ’δωσε!» 

Τίποτα εγώ· τάφος, τρίσταφος. Δεν παίζουνε μ’ αυτά τα πράγματα. Το ήξερα αυτό, πριν πάω στη Δευτέρα· ακόμα και πριν πάω σχολείο το ήξερα.



Το απόγεμα ο πατέρας εργαζόταν συνέχεια κλεισμένος μέσα στο γραφείο του και είχε πει να μην τον ενοχλήσουμε. Είχε κι ένα ραντεβού μετά. Κι όταν έφυγε κι εκείνο -μια  μαυροντυμένη γραία που δεν τη συμπαθούσα διόλου, γιατί όποτε μ’ έβλεπε μού τσιμπούσε το μάγουλο και χαχάνιζε αντιπαθητικά σα γαλοπούλα- βρήκα την ευκαιρία και τρύπωσα στο γραφείο κρατώντας τον φάκελο στο δεξί. 



Ο άλλος -ένα με το ακουστικό- όρθιος, μιλούσε ανήσυχα στο τηλέφωνο και με κοιτούσε αφηρημένα που στάθηκα μισό βήμα μπροστά του. Κάτι πολύ σοβαρό θα λέγανε· σαν και τότε που κρεμούσανε οι Άγγλοι, φοιτητές, στην Κύπρο. Στεκόμουν σιωπηλός κουνώντας αργά τον φάκελο μπροστά στη μούρη μου· σα να ’ταν η λευκή βεντάλια που άνοιγε κι έκανε αέρα όταν φουρκιζόταν η γιαγιά, και δεν είχε τι άλλο να πει. Τον φάκελο· για να τού δείξω πως εκεί είναι το ζουμί, αυτό είναι το θέμα. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε άδειος, στεγνός, αλλού, κλείνοντας το τηλέφωνο. Κι εγώ κάνοντας μια πιρουέτα, για να τραβήξω κάπως την προσοχή του, βαστώντας τον φάκελο σα να ’ταν ένα σπαθί, τον κάρφωσα δήθεν στην κοιλιά. «Έλα τώρα, λέγε!» 



Πολύ επίσημα εγώ τότε, με αργές κινήσεις· σαν μάγος, που βγάζει κρυφά μέσ’ απ’ τη μπέρτα του, ένα παράξενο πολύ μακρύ μεταξωτό πανί που τελειωμό δεν έχει· σαν ταχυδακτυλουργός που μέσ’ απ’ το καπέλο του τραβάει απ’ τ’ αυτιά έν’ άσπρο κουνέλι ζωντανό, τραγουδώντας, αλαλάζοντας και παιανίζοντας ανάλογα, φυσώντας μουγκρίζοντας και ξεφυσώντας και πασκίζοντας να μιμηθώ με χείλια και με δόντια, με τη γλώσσα μου και μ’ όλο μου το σώμα, μια μπάντα ολόκληρη -γκα γκαν, γκα γκαν!- τεντώνοντας κι ανοίγοντας θεατρικά όσο μπορούσα πιο πολύ, πίσω τα πόδια και μπροστά το χέρι το δεξί, τού έδωσα επιτέλους οριστικά τον φάκελο, σκύβοντας το κεφάλι, κοιτώντας χάμω δήθεν ταπεινά, σα δούλος στον αφέντη του. «Τι είναι αυτό;»

«Ένα ρουσφέτι!» 



Κι έσκασα στα γέλια. Μα κάτι γέλια που λίγο ακόμα και θ’ άρχιζε κι εκείνος να γελά μαζί μου· έτοιμος ήταν. Έτσι νόμισα κι άρχισα να πιθηκίζω πάλι, χυδαία: «Η κυρία Ιωάννα μού το ’δωσε το πρωί και είπε να σού το δώσω εσένα, γιατ’ είναι λέει σοβαρό.» «Τι είναι;» «Ε, για κάνα ρουσφέτι θα ’ναι· τι θες να ’ναι;»



Κι εκεί άξαφνα έχασα τον κόσμον όλο. Τα είδα όλ’ ανάποδα και μού ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι. Έχασα την ισορροπία μου κι έπεσα μπρούμυτα στο πάτωμα. Ούτε κατάλαβα πώς. Ποτέ κανείς ως τότε δεν με είχε αγγίξει βίαια. Κανένας. Ούτε γι’ αστείο. Ξύλο, σφαλιάρες, τιμωρίες, απειλές· όλ’ αυτά μου ήσαν άγνωστα εντελώς. Και όμως βρέθηκα -δεν ξέρω πώς, δεν το κατάλαβα- χάμω στο πάτωμα, με τη μύτη μέσα στο χαλί. Λίγο πιο πέρα με κοιτούσανε οι μύτες των παπουτσιών του κι από πάνω μου τον άκουγα να μού φωνάζει θυμωμένος: «Γελοίε! Ποιός θαρρείς πως είσαι; Τι ξέρεις εσύ και μιλάς έτσι; Πώς τολμάς να κοροϊδεύεις τη δασκάλα σου;»

Μα… κάτι πήγα να ψελλίσω. «Φύγε!»… Μα… «Χάσου απ’ τα μάτια μου· ανόητε!» Κι έφυγα μπουσουλώντας, σα βρεγμένη γάτα, για να πάω να κρυφτώ στην κάμαρή μου και να ξανανιώσω ανάσα μου, αγκαλιά με το μαξιλάρι.



Βρε το ρουσφέτι… Πάσκιζα να ξετυλίξω το κουβάρι και να καταλάβω τι έγινε. Πώς. Πού ακριβώς την έφαγα εκείνη τη βαριά σφαλιάρα που μ’ έριξε χάμω σαν ασκί. Δύσκολο. Ευτυχώς που δεν ήταν κανείς άλλος να δει, και κανείς δεν κατάλαβε τίποτε, τη στιγμήν εκείνη. Ούτε η μάνα, ούτε η γιαγιά, ούτε η θεία Κατίνα. Αλλά και πάλι· με τέτοιες φωνές, δε μπορεί·  κάτι θα ’χαν καταλάβει. Σίγουρα θα τον είχαν ακούσει και οι γείτονες ακόμη, απ’ την απέναντι μεριά τού δρόμου· δε θα τον άκουσε η θεία Κατίνα που σιγόβραζε την αγριάδα της, στην κουζίνα δίπλα; Κανείς όμως δεν είπε τίποτα. Πάλι καλά. Δεν συνέβη κάτι. Ευτυχώς που η Μαρία είχε ρεπό κι είχε πάει βόλτα, έξω· με τον φαντάρο της. Κανείς δεν με είδε. Δεν μού είπε κάτι κανένας. Δεν έγινε κάτι άλλο, διαφορετικό, όλο το απόγεμα, ως το βράδυ. Και το βράδυ που κάτσαμε όλοι μαζί να φάμε, πάλι δεν έγινε κάτι· κάτι άλλο: Όσο κι αν καθόμουν συνεχώς σ’ αναμμένα κάρβουνα κι είχα στήσει καρτέρι, πασκίζοντας να ψαρέψω τη ματιά του. Μια ματιά του λίγο αλλιώς· μια ματιά του δική μου, δική μας ματιά. Τίποτα όμως. Στο τέλος είδα κι απόειδα· και τον ρώτησα εγώ: «Τι να πω στην κυρία Ιωάννα;» «Δεν έχεις να τής πεις τίποτα, μού απάντησε ήρεμα, δεν είναι δική σου δουλειά.» «Καλά»… «Και δε μου λες; Τη λέξη αυτή πού την άκουσες;» «Ποια λέξη;» «Ξέρεις πολύ καλά.» «Α! Όλος ο κόσμος τη λέει. Και στην τάξη· όλοι για ρουσφέτι μιλούσαν…» «Μάλιστα… Εγώ όμως δεν θέλω να την ξανακούσω εδώ μέσα. Και ποτέ από σένα. Εντάξει;»  



Βρε το ρουσφέτι… Κοίτα να δεις, εκείνος ο φάκελος· πολύ μού κόστισε. Και η κυρία Ιωάννα ίδια πάντα: Σφιχτά γελαστή μες στα γκρίζα της· που έγιναν λίγο πιο φωτεινά όταν άρχισε ν’ ανοίγει σιγά-σιγά ο καιρός. Μόνο που δεν κοιταζόμασταν. Δεν κοιταχτήκαμε ποτέ. Μετά, πήγα στην Τρίτη· αλλάξαμε δασκάλα και δε μ’ ένοιαζε πια. Μετά, στο τέλος της Τρίτης, πέθανε ο πατέρας. Ήρθαν όλοι οι δάσκαλοι, ήρθε και η κυρία Ιωάννα· κοιταχτήκαμε τότε, και συλλυπητήρια μού είπε μόνο, όπως όλοι, τίποτ’ άλλο. Μετά, άρχισα να φυτρώνω. Και δεν έμαθα, ποτέ μου, απολύτως τίποτε για το ρουσφέτι: Τι ήταν, αν ήταν, τι έγινε, αν έγινε, γιατί, πώς, πότε, αν όχι, γιατί όχι.



Αθήνα 29 Ιουλίου 2019

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος










Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος (1953), υπήρξε Ιδρυτής και Διευθύνων Σύμβουλος τής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’  Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων ως Γεν. Γραμ. και ως Πρόεδρος τού σωματείου των ‘Φίλων’. Διετέλεσε μέλος και Γεν. Γραμ. τού δ.σ τού Εθνικού Θεάτρου (1992-’94).

ΈΡΓΑ ΤΟΥ:  ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα (Ίκαρος 1991, 2η έκδοση· Άγρα 2009). Γαλλική, Γερμανική, Τουρκική, Ινδική έκδοση. ‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (Άγρα 1999). Γερμανική έκδοση. Ή ‘Άννα’, Γαλλική μετάφραση: Μαργαρίτα Καραπάνου. ‘Οι καινούργιοι Άγιοι’, Τουρκική έκδοση: (Yeni Azizler) ‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο - ποίηση  (Εστία 12η έκδοση. Έως τώρα 84 διαφορετικές θεατρικές παραγωγές). Εθνικό Θέατρο 2015-2016. Αγγλική έκδοση: (The Spiceman). Τουρκική: (Irmikoğlan). Κρατικό Θέατρο Τουρκίας, Şehir Tiyatro: Istanbul, 5/2012. ‘Αυτό’, διήγημα (στη συλλογή ‘Χάριν παιδιάς’, Ίκαρος 2001). ‘Οι Δαιμονισμένοι’, λιμπρέτο για όπερα, Ε.Λ.Σ. Αθήνα, 4/2001. The mask in the Classical Hellenic Theatre, (Συλλογική έκδοση, Aryan books international, N. Delhi 2000.)  ‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’ Ηθιστόρημα (Άγρα 2008) Αγγλική μετάφραση. ‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο - ποίηση  (Ίκαρος 2011). Αγγλική έκδοση: Noyessaying ISBN 978-93-5016-7, 2013. Τουρκική: Hayirevet diyerek (Bencekitap, Ankara 2015) ‘Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (στο ‘Για μια επέτειο’ εκδ. Ίκαρος 2013, και ηλεκτρονικά 2018)  ‘Το σεντούκι του παππού μου’, μικρό πολιτικό δοκίμιο (Stahtes κ.α. 17/11/2014)  ‘Πολυβίου ιστορία ετών 2150’, ερανισμός απόδοση, Αρχαίων επικαίρων (Dimoi news 7/8/2015) Von Athen lernen, oder Athen etwas aufdrängen?’ σχόλιο για Documenta 14, δίγλωσσο. (Diablog 8/7/2017) ‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (2η εκδ. Κάκτος, 2017) ‘Η Φραγκούλα’ διήγημα (Bookpress, βιβλίοnet, Μονόκλ, Cantus firmus, Τimes.news, κ.α, 9/2018) ‘Ο Μ. Χατζιδάκις και ο Γ. Χρήστου’, βιογραφική συμβολή (Bookpress, FractalartaR, βιβλίοnet, κ.α,10/2018) ‘Για την Εταιρεία Φίλων μουσικής Γιάννη Χρήστου’ συνέντευξη (TaR, Bookpress, Μονόκλ κ.α. 12/2018) ‘Δώδεκα και ένα ψέματα πάλι’ θεατρικό. Αγγλική μετάφραση: Twelve and on lies again2019 ‘Το 1984, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, και το σεντούκι του παππού μου’ (Times.news 27/1/2019) ‘Επενδύσεις…’ διήγημα (‘Με ανοιχτά βιβλία’ 25/2/2019, Times,news 26/2, Μονόκλ 28/2, Fractal 5/3 κ.α). ‘Πέπη κουμπώσου!’ διήγημα (Timesnews 4/4/2019, Fractal, Μονοκλ, Bookpress, Diasporic, Ologramma.) ‘Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος’, πολιτική ανάλυση (Metrogreece 8/4/2015, Times.news 15/4/2019 κ.α ) ‘Οι καινούργιοι άγιοι’ διήγημα (Fractal, Μονόκλ, Ologramma, Times.news κ.α. 5/2019) Pagotό’ διήγημα (Times.news 27/5, Ologramma, κ.ά. 29/5/2019) ‘ΟΓΑ’ διήγημα (Times.news 12/6, Diasporic 14/6, Stahtes 17/6 κ.α.) ‘Οι δυο Μαργαρίτες’ (Μ. Λυμπεράκη, Μ. Καραπάνου) ολιγόλογη ακτινογραφία (ΤΑ ΝΕΑ 6/7/2019)





















































Ένα επεισόδιο από την εποχή της τρομοκρατίας Το κόκκινο πανδοχείο Ονορέ ντε Μπαλζάκ μετάφραση-επίμετρο-σημειώσεις: Νίκος Σκοπλάκης εκδόσεις Κοβάλτιο η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Ένα επεισόδιο από την εποχή της τρομοκρατίας

Το κόκκινο πανδοχείο

Ονορέ ντε Μπαλζάκ

μετάφραση-επίμετρο-σημειώσεις: Νίκος Σκοπλάκης

εκδόσεις Κοβάλτιο
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
https://www.bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/honore-balzac-to-kokkino-pandoxeio-kovaltio-dioni-dimitriadou




η ιστορική μυθοπλασία του Μπαλζάκ

Μια ενδιαφέρουσα παράμετρος της αποδοχής, που δυνητικά έχουν τα ιστορικά γεγονότα στη συνείδηση των πολιτών, αφορά στη λογοτεχνική επεξεργασία αυτών των ίδιων των γεγονότων διανθισμένων από την απαραίτητη μυθοπλασία αλλά με τη διατήρηση της ζώσας ιστορίας στον πυρήνα τους. Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό, αν ο συγγραφέας/μυθοπλάστης είναι σύγχρονος των γεγονότων που αναλαμβάνει να θέσει ως ιστορικό φόντο της δικής του ιστορίας. Με δεδομένη φυσικά την ιδεολογική φόρτιση που αναπόφευκτα έχει και άρα τη συγκεκριμένη ως προς αυτήν οπτική γωνία, μέσα από την οποία βλέπει και καταγράφει, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι αντικειμενικό. Απολύτως αντικειμενική ιστορία, όπως γνωρίζουμε όμως,  δεν υφίσταται, καθόσον η θέση των υποκειμένων απέναντι στα γεγονότα δεν μπορεί να αγνοήσει τον διαμορφωμένο ιδεολογικό κόσμο μέσα από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που τοποθετούν τον κάθε φορά εκτιμητή των γεγονότων στη μία ή την άλλη πλευρά. Όταν λοιπόν ο Ένγκελς δηλώνει (μέσω επιστολής στην κόρη του Μαρξ Λώρα Λαφάργκ) το 1883 ότι στο έργο του Μπαλζάκ «υπάρχει η ιστορία της Γαλλίας από το 1815 ως το 1848» και μάλιστα επισημαίνοντας την τόλμη και την «επαναστατική διαλεκτική στην ποιητική του δικαιοσύνη», δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε την «ιστορική» οπτική του συγγραφέα της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» – δικαιούται και αυτός να αποδίδει μέσα στις επινοημένες ιστορίες του όχι μόνον το κλίμα της εποχής αλλά και τη δική του εκδοχή για πρόσωπα και πράγματα.
Η ιστορία στην «Ανθρώπινη Κωμωδία» είναι πρώτα απ’ όλα η ιστορία της διαφοράς και της αντίθεσης: ταξικής και έμφυλης, ηθών και συμφερόντων, περιουσιών και βίων. Και, σε αυτή την ιστορία, όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις αρθρώνονται μέσα από ανταγωνισμούς και κερδοσκοπίες, κληρονομιές και ραδιουργίες  και «αόρατες» συνωμοσίες, οικογενειακές περιπέτειες και οικονομικούς μετασχηματισμούς, όπως γράφει στο πολύ κατατοπιστικό και περιεκτικό Επίμετρο ο μεταφραστής του βιβλίου Νίκος Σκοπλάκης. Για να δείξει αυτές ακριβώς τις αντιθετικές συνθήκες που δομούν τη γαλλική κοινωνία από το 1816 ως το 1848 (αλλά και τα προηγούμενα χρόνια που με επίκεντρο τη Γαλλική Επανάσταση δρομολόγησαν τις μετέπειτα εξελίξεις), ο Μπαλζάκ προτιμά στη δική του προσέγγιση του ιστορικού πλαισίου να επικεντρώσει σε λεπτομέρειες και επεισόδια  (για τα οποία η επίσημη ιστορία αδιαφορεί) προκειμένου να διεισδύσει περισσότερο στην ψυχοσύνθεση των προσώπων παρά στις πράξεις τους. Πρόκειται για μια ρεαλιστική αντιμετώπιση της ιστορίας (δεξιοτέχνης του ρεαλισμού, πάλι κατά τον Ένγκελς ο Μπαλζάκ), κάτω από το πρίσμα των υποκειμένων που δρουν –συχνά στην αφάνεια– επηρεάζοντας το γενικότερο κλίμα, καθώς το ήθος των δρώντων προσώπων αντικατοπτρίζεται κατ’ επέκταση στην εποχή.
Οι δύο ιστορίες που αποκόπτονται από την «Ανθρώπινη Κωμωδία» για να συμπορευτούν στην παρούσα έκδοση, βρίσκουν τον κοινό τους τόπο αρχικά στην εποχή της Γαλλικής Επανάστασης· αυτό όμως δεν θα ήταν ίσως αρκετό για την επιλογή της συνύπαρξης. Και οι δύο ιστορίες εστιάζουν στο χρήμα και στο αίμα και αφήνουν στο βάθος να φανεί εκείνη η ελάχιστη, ωστόσο υπαρκτή, ελπίδα που γεννά το ήθος των ανθρώπων, όταν νιώθουν πως διασώζονται μέσα στη δίνη των καταιγιστικών γεγονότων μόνον όταν προβάλλουν τη δική τους  ιδιαίτερη ηθική ένσταση.
Η πρώτη ιστορία, Ένα επεισόδιο από την εποχή της τρομοκρατίας, τοποθετείται στα 1793, μια μέρα μετά την εκτέλεση του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄, και μας μεταφέρει το κλίμα της μετάλλαξης της κοινωνίας από φεουδαρχική σε αστική, που έφερε αναπόφευκτα και τον διωγμό των θρησκευτικών τελετών, οι οποίες ωστόσο τελούνταν κρυφά. Μια τέτοια κρυφή τελετή θα ζητήσει ο δήμιος Σανσόν από τις δύο μοναχές της ιστορίας και τον αβά ντε Μαρόλ ως επιμνημόσυνη δέηση για τον εκτελεσμένο μονάρχη – μια υπόμνηση αχνή για το προσωπικό ήθος που δικαιούται να έχει ακόμη κι ένας δήμιος, πιστός στις διαταγές που λαμβάνει για να εκτελέσει τους καταδικασμένους σε θάνατο. Μια ιδέα (αχνή επίσης) για τα αισθήματα που μπορεί να διατηρούν οι ανθρώπινες συνειδήσεις ακόμη και μέσα στο πλήθος που εξεγείρεται και ανατρέπει, επαναστατεί και εκτελεί τους φορείς της προηγούμενης άρχουσας τάξης.
Η δεύτερη ιστορία, Το κόκκινο πανδοχείο, αφορά ένα έγκλημα που διαπράχθηκε το 1799. Ο στρατιωτικός χειρουργός Προσπέρ Μανιάν σχεδιάζει να δολοφονήσει τον περιστασιακό συνδαιτυμόνα και συγκάτοικο για μια νύχτα μεγαλέμπορο Βιλέμ, ο οποίος έχει εκμυστηρευτεί σ’ αυτόν και στον φίλο του με μεγάλη αφέλεια: «Μέσα στη βαλίτσα μου έχω εκατό χιλιάδες φράγκα σε χρυσό και σε διαμάντια».  Πόσο απέχει, όμως, η σκέψη από την πράξη; Όταν ο Βιλέμ πράγματι δολοφονείται (όχι όμως από τον Προσπέρ) τα γεγονότα ενοχοποιούν αυτόν που μόνον με τη σκέψη του έχει εγκληματήσει, ωστόσο νιώθει ένοχος και γι’ αυτό δεν δικαιολογεί τον εαυτό του – Θεωρούσε τον εαυτό του συγχρόνως αθώο και ένοχο […] ένιωθε πως δεν είχε καθαρή καρδιά, αφού είχε διαπράξει στη σκέψη του το έγκλημα. Λίγο πριν την εκτέλεσή του θα αφηγηθεί την ιστορία του στον Χέρμαν, ο οποίος με τη σειρά του την αφηγείται στους ομοτράπεζους ενός φιλικού γεύματος, κατά τη διάρκεια του οποίου θα φανεί ποιος ήταν ο αληθινός δολοφόνος. Στα παρεπόμενα της δεύτερης αυτής αφήγησης θα δούμε το ηθικό δίλημμα του Χέρμαν για το αν μπορεί να παντρευτεί την κόρη ενός δολοφόνου και να καρπωθεί μια περιουσία που αποκτήθηκε άνομα με τίμημα το αίμα ενός ανθρώπου.

Ο δρόμος του αίματος και της ισχύος και στις δύο ιστορίες αφήνει τα ίχνη του· ωστόσο το προσωπικό ήθος των ανθρώπων δηλώνει την παρουσία του απέναντι σε όποιον συνυπολογισμό, σε όποια συναρίθμηση θέλει να ομαδοποιήσει τις συνειδήσεις και τις πράξεις. Πάντα θα διαχωρίζεται η διαφορετική συνείδηση, που ακόμη κι αν δεν πράττει τελικά όπως η ηθική αναστολή επιτάσσει, έστω θα προβληματίζεται για την ορθότητα των πράξεων. Σε κάθε περίπτωση ο Μπαλζάκ αναδεικνύεται όχι μόνο σε μεγάλο μυθοπλάστη αλλά και σε ανατόμο της ψυχοσύνθεσης των υποκειμένων που συναποτελούν το απαραίτητο ανθρώπινο πλαίσιο για να γραφτεί η Ιστορία. Αν οι επιστήμονες ιστορικοί καταγράφουν τα γεγονότα της ταραγμένης αυτής εποχής στη Γαλλία (με την αναπόφευκτη οπωσδήποτε ιδεολογική ταυτότητα σε ό,τι επέλεξαν να απομονώσουν και να ερμηνεύσουν), ο Μπαλζάκ με την «Ανθρώπινη Κωμωδία» του ρίχνει φως στα μεμονωμένα πρόσωπα που αποτέλεσαν τον μοχλό της Ιστορίας.
Διώνη Δημητριάδου

Ο Αίγαγρος Διονύσης Τεμπονέρας εκδόσεις Θίνες η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr


Ο Αίγαγρος

Διονύσης Τεμπονέρας

εκδόσεις Θίνες

η πρώτη δημοσίευση  στο diastixo.gr
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/12663-o-aigagros




Τότε γύρισα το κεφάλι μου και είδα μια μαύρη σκιά να στέκεται από πάνω μου. Τρόμαξα, σηκώθηκα απότομα, έκανα δυο βήματα προς τα πίσω και παραλίγο να γλιστρήσω στον γκρεμό. Νόμιζα πως έβλεπα φάντασμα. Είχα παγώσει. Δεν κουνούσα ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι· μόνο όταν τα μάτια μου συνήθισαν το σκοτάδι, κατάλαβα πως αυτό που στεκόταν απέναντί μου ήταν ένα ζωντανό: ένα κατσίκι. Όχι όμως σαν αυτό που είχε ο κυρ Γιώργος στο μαντρί του, ήταν αλλιώτικο αυτό, τα πόδια του ήταν πολύ ψηλά, το τρίχωμά του κατάμαυρο και τα κέρατά του τεράστια. Ήμουν σίγουρος πως ήταν αυτό το αγριοκάτσικο που όλοι έλεγαν ότι ζούσε στην ανατολική πλευρά του νησιού. Ο Αίγαγρος, έτσι τον έλεγαν, και είχα ακούσει πως ήταν πολύ επικίνδυνο πλάσμα.
Αυτή ήταν η πρώτη συνάντηση του Λίαμ με τον Αίγαγρο· πρώτη και σημαδιακή για την εξέλιξη και σταδιακή ωρίμαση του μικρού παιδιού που γεννήθηκε φέροντας μέσα του τη διαφορετικότητα – η μάνα του από τον ιρλανδικό βορρά, ο πατέρας του από τον νότιο Λίβανο, κι αυτός γεννημένος μέσα σ’ ένα γκαζάδικο που θαλασσοδερνόταν τέλος της άνοιξης του 1967 και κατευθυνόταν σ’ ένα μικρό νησί, ένα βράχο χαμένο μέσα στο γαλάζιο, όπου τους περίμενε ένα σπίτι λευκό με μπλε παραθυρόφυλλα, εκεί όπου είχε ίσως κάποια ρίζα ο προπάππους. Μια οικογένεια διωγμένη από τον τόπο των ταραχών (ο πόλεμος των έξι ημερών επιφέρει παράπλευρες απώλειες στον Λίβανο), ένα παιδί που γεννιέται στη μέση του πουθενά, χωρίς ξεκάθαρη πατρίδα να ακουμπήσει, ένα παιδί που φέρει τη διαφορετικότητα όχι μόνο στην παράξενη μείξη της καταγωγής του αλλά και στο μελαψό χρώμα του.  Ο Λίαμ-Ραμί, με τα δυο ονόματά του να δηλώνουν τις δυο φύτρες του, δεν θα γίνει αποδεκτός στη μικρή κλειστή κοινότητα του νησιού. Με κάθε ευκαιρία οι συνομήλικοί του και οι μεγαλύτεροι θα του θυμίζουν πως μια βασική αρχή της επιβίωσης των ομάδων (κυρίως των μικρών) είναι η επιδίωξη της ομοιομορφίας – ο διαφορετικός είναι πάντα μια απειλή για την πολύτιμη συνοχή της. Έτσι, όταν συναντά τον τρομακτικό Αίγαγρο, νιώθει κάτι να τον συγγενεύει μαζί του· είναι και οι δυο αποσυνάγωγοι, μοναχικοί και αλλιώτικοι  και δεν δένουν με το ομοειδές σύνολο, που πλέον καταλήγει να είναι απειλητικό για την επιβίωση όχι μόνον του Λίαμ αλλά ολόκληρης της παράξενης οικογένειας. Ο κύκλος στενεύει, τα ασφυκτικά περιθώρια αναγκάζουν τους αποδιοπομπαίους σε εσωτερική μετανάστευση στη μεγαλούπολη με την ελπίδα πως  μέσα στην ανωνυμία του πλήθους η όποια διαφορετικότητα δεν είναι διακριτή, ενσωματώνεται στο σύνολο.
Από κει και πέρα ο Λίαμ/Αίγαγρος θα πηδά από βράχο σε βράχο, όλο και ψηλότερα, προκειμένου να φτάσει μια κορυφή που συνεχώς απομακρύνεται προκαλώντας τον για νέα προσπάθεια – το εξώφυλλο που φιλοτέχνησε η Μελισσάνθη Σαλίμπα για μια ακόμη φορά εντυπωσιακό στον τρόπο που εν συνόψει «περιγράφει» όλο το βιβλίο.  Τα προσόντα τα έχει για να κατακτά όλο και υψηλότερους στόχους: ικανότατος στα οικονομικά, θα αριστεύσει στις σπουδές του στην Ελλάδα όπως και στις μεταπτυχιακές του στην Αγγλία, εκεί όπου θα βρεθεί μετά τον τραγικό θάνατο και των δύο γονιών του. Σιγά σιγά κατανοεί τον τρόπο που γίνονται τα επιτυχημένα άλματα – καμιά φορά χρειάζεται και η επινόηση μιας πλαστής καταγωγής, όπως η ιρλανδική, που την απομονώνει από το παζλ της αληθινής του καταργώντας μέσα του το μελαψό χρώμα του πατέρα του που εμφανώς φέρει και ο ίδιος. Το επόμενο άλμα είναι ακόμη πιο φιλόδοξο, προς την Αμερική του χρηματιστηριακού παραδείσου, των τεράστιων ευκαιριών, της απόλυτης κορυφής.  Όταν αντικρίζει την πόλη του χρήματος από την τζαμαρία του λοφτ του στη Νέα Υόρκη, όταν βλέπει τον τρόπο που τον αντιμετωπίζουν όλοι οι υφιστάμενοί του, όταν το χρήμα πλέον δεν έχει καμία αξία γι’ αυτόν παρά μόνον ως διαρκώς αυξητική τάση, τότε νιώθει κυρίαρχος του κόσμου που επέλεξε να ζήσει – τα πόδια του πλέον είναι τόσο όμοια με του Ραμί, του Αίγαγρου, του άλλου εαυτού του. Ποια σημασία μπορεί να έχει πια το παρελθόν των ταπεινώσεων στον μικρόκοσμο του νησιού, που μόνον σαν μια τελεία στον χάρτη αναγνωρίζεται; Αλλά και οι φιλίες του ή οι γυναικείες παρουσίες στη ζωή του –κάποτε σημαντικές– έχουν χαθεί χωρίς ορατά ίχνη πάνω στη λαμπρή ζωή του. Είναι λοιπόν ευτυχής εκεί επάνω, στην κορυφή του κόσμου; Τι θα γίνει άραγε, όταν θα αποκαλυφθεί η αληθινή του ταυτότητα, η ταπεινή του καταγωγή; Όταν θα ξεφουσκώσει η σφαίρα που πάνω της έστησε όλο το μαγικό του παραμύθι; Ή μήπως έρχεται, έτσι κι αλλιώς, η ώρα που αντιδρά η καταχωνιασμένη συνείδηση και αναθεωρούνται όλα καταιγιστικά; Ή, ίσως, η πορεία προς την κορυφή δεν σταματά ποτέ;
Κοίταξα γύρω μου την έρημη παραλία και ύστερα η ματιά μου έφτασε απέναντι, ως την πόλη, στους γυάλινους πύργους που άγγιζαν τον ουρανό, σύμβολο κάποιας εφήμερης ματαιοδοξίας.
-Τι άλλο θέλεις από εμένα; Το ξέρω πως δεν έφτασα ακόμη στην κορυφή σου, όμως σε παρακαλώ, άφησέ με τώρα να ηρεμήσω. Είμαι δικός σου, πάντα δικός σου ήμουν, δεν μπορώ να σε πολεμήσω, είσαι πιο δυνατή από εμένα. Εσύ με γέννησες σ' ένα πλοίο, εσύ με πήγες στο νησί, εσύ επέλεξες ποιο όνομα να κρατήσω, ποια γλώσσα να μιλάω και ποια να φτύνω. Σταμάτα να με αποκαλείς ξένο, δεν τις καταλαβαίνω τις λέξεις σου.
Ο Αίγαγρος του Διονύση Τεμπονέρα αποδεικνύει ότι στη σημερινή πάσχουσα  ελληνική μυθιστοριογραφία  μπορεί να βρεθεί ένα μεγάλο (από κάθε άποψη) μυθιστόρημα. Μια δυνατή μυθοπλασία που εκτείνεται μέσα στον χρόνο παρακολουθώντας την ενηλικίωση του ήρωα –συνιστώντας έτσι ένα μυθιστόρημα διάπλασης (Bildungsroman)–, τη συνειδητοποίηση της θέσης του στον κόσμο, την ανοδική του πορεία. Ταυτόχρονα μια αφήγηση που δεν πλατιάζει καθόλου, έχει επίγνωση της καίριας αναφοράς και επισήμανσης του σημαντικού, της απόρριψης του περιττού. Ενσωματωμένη στην αφήγηση η απαραίτητη για το μυθιστόρημα περιδίνηση του ήρωα στις συνθήκες των καιρών, η περιπέτεια, με έμφαση ακριβώς στο φόντο που δομείται από τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα – σωρεία πληροφοριών αναμειγνύεται στην πλοκή, πάμπολλες σημειώσεις που ρίχνουν φως ή υπενθυμίζουν τις ψηφίδες εκείνες που συναποτελούν το σκηνικό της κάθε εποχής, αποδεικνύοντας ότι υπάρχει ο ιστός που συνδέει τα γεγονότα τα πρόσωπα και τις πράξεις τους· τίποτα δεν προκύπτει τυχαία, όλα βρίσκονται σε μια διαλεκτική σχέση μεταξύ τους. Ο Τεμπονέρας, σ’ αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα δεν δείχνει μόνο πως ξέρει να γράφει συναρπαστικά.  Μέσα από την ιστορία του αφήνει να φανεί η θέση του, η άποψή του για τα τεκταινόμενα γύρω του, για τις δυνάμεις εκείνες που κινούν τα νήματα και διαμορφώνουν στον στενό ελληνικό αλλά και στον ευρύτερο παγκόσμιο χώρο τις συνθήκες της ζωής και τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Κάτω από αυτό το πρίσμα, ο Αίγαγρος θα μπορούσε να θεωρηθεί όχι μόνον μυθιστόρημα διάπλασης και υπαρξιακής αναζήτησης αλλά και πολιτικό μυθιστόρημα ταυτόχρονα – ίσως κυρίως πολιτικό στη βαθύτερη έννοια του όρου.


Διώνη Δημητριάδου