Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2018

Το κείμενο του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου "Ο κύκλος που δεν κλείνει" από το συλλογικό ‘Για μια επέτειο’, εκδ. Ίκαρος , 2013 και προλογικό σημείωμα της Δήμητρας Ρούσσου







Το κείμενο του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου 
"Ο κύκλος που δεν κλείνει"
από το συλλογικό ‘Για μια επέτειο’, εκδ. Ίκαρος , 2013
και προλογικό σημείωμα 
της Δήμητρας Ρούσσου

Δήμητρα Ρούσσου  
Προλογικό σημείωμα επί του άρθρου του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου
 «Ο κύκλος που δεν κλείνει» 
(στο συλλογικό ‘Για μια επέτειο’, εκδ. Ίκαρος , 2013 ISBN 978-960-572-009-4) 



Σκέπτομαι ότι ένα τέτοιο κείμενο ψυχρής ακρίβειας έχει γραφεί από τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο, επειδή ακριβώς αυτός είναι της Τέχνης κατά την έννοια που της αποδίδει ο Im. Kant.¹ Και την αριστοτελική κάθαρση, αν την ερμηνεύσουμε σύμφωνα με το νόημα που δίνει στον όρο ο Πλάτων (Σοφιστής 228c) πρέπει να την συνδυάσουμε οπωσδήποτε με την έννοια της ψυχικής “συμμετρίας”. Ο συγγραφέας  -κι αυτό συνάγεται απ’ όλο το έργο του- είναι ένας λεπτοφυής ανατόμος της ψυχής, ένας μοραλίστας, ένας αιώνια ενδοσκοπούμενος, “qui se voit voir”, όπως ο κ. Teste του Βαλερύ.
Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, που με το κείμενό του “Ο κύκλος που δεν κλείνει” ανατέμνει την δεσπόζουσα συλλογική νοοτροπία της μεταπολίτευσης.  Η λέξη νοοτροπία είναι φυσικά πιο βολική. Ο Lucien Febvre, μέσα στον έξοχο Ραμπελαί του, προτιμούσε να κάνει λόγο για διανοητικό εξοπλισμό. Ο σπουδαίος ιστορικός Αλφόνς Ντυπρόν προτιμά τον όρο ψυχισμός. Παρ’ όλους τους πεπερασμένους πια γλωσσικούς δισταγμούς, η ουσία για το κείμενο είναι μία: ήταν τέτοιες οι πολιτικές/οικονομικές/κοινωνικές/πολιτισμικές στρεβλώσεις, ώστε γέννησαν ένα επικαθήμενο ίζημα: αυτήν την αδιατύπωτη και συχνά άρρητη επιταγή που πηγάζει από το συλλογικό ασυνείδητο. Κι οι νοοτροπίες αυτές είναι πολύ ανθεκτικές στην φθορά του χρόνου. Το κείμενο, ως εκ τούτου, είναι ανατριχιαστικά επίκαιρο όσον αφορά τις φονικές πυρκαγιές της Αττικής. Απαντά όχι μόνον στο προφανές “Τίς πταίει;” αλλά και στο εσώτερο: “Τί πταίει;”

Είναι εκπληκτικό το ότι ο Αδαμόπουλος εισάγει για την “Μεταπολίτευση” έναν τελείως διαφορετικό προβληματισμό· την ταύτιση πολιτισμού και κοινωνίας  (μ’ όλες τις επικυρίαρχες δομές του αλλά και το ισόγειό του. Κι ας μην λησμονούμε ότι το “ισόγειο” ενός πολιτισμού δείχνει συχνά και το πραγματικό του πρόσωπο.), για να ερμηνεύσει το γεγονός ότι η ελληνική πολιτική σκηνή αντιστοιχεί σε μιαν ιδιότυπη, αρχαϊκή, μοχθηρά ισοκρατική στην εκφυλιστική αλληλεπίδραση των ομάδων της, κ ο υ λ τ ο ύ ρ α. Στις κουλτούρες αντιστοιχούν κοινωνίες που δεν παράγουν πολλή αταξία -στη φυσική λέγεται εντροπία- και που έχουν την τάση να μην απομακρύνονται καθόλου από την αρχική τους κατάσταση, πράγμα που εξηγεί και την εντύπωση που μας δίνουν ότι δεν έχουν ούτε ιστορία ούτε πρόοδο -ο αέναα ατελεύτητος πολιτικός κύκλος. Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος με το πολιτικό του κείμενο “Ο κύκλος που δεν κλείνει” απογυμνώνει το υβριδικό, νεοελληνικό, μεταπολιτευτικό πολιτικό μόρφωμα από κάθε ιστορικό εξωτισμό. “Δεν υπάρχουν στον κόσμο υποκείμενα που να έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη από ένα γερό ξύλο, γιατί είναι κλέφτες, σκορποχέρηδες κι απατεώνες” διατεινόταν κάποιος παλιός αστός της Σεβίλλης, έχοντας ασφαλώς υπόψη του τους ατέλειωτους καβγάδες που προκαλούσαν στις πύλες της πόλης ή και στην ίδια την αγορά, οι χωριάτες που πουλούσαν ζώα, κρέας ή δέρματα, ταγγισμένο βούτυρο, μικροσκοπικά φοινικόδεντρα, χόρτα, μπιζέλια. Εμείς, οι νεοέλληνες,  δεν υπήρξαμε βέβαια οι εξωτικοί “πολιορκητές” της Σεβίλλης, αλλά ένα ενθυλακωμένο, υβριδικό από τις παμπάλαιες εκτραχύνσεις κι αλλοιώσεις του, κράτος στις δυτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες, σ’ αυτές που επέτυχαν να δημιουργήσουν στους κόλπους τους ανισότητες, τις οποίες χρησιμοποιούν για να παράγουν ταυτόχρονα πολύ περισσότερη τάξη, αλλά και πολύ περισσότερη αταξία, πολύ περισσότερη εντροπία, ακόμη και σε ό,τι αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις. Έξοχα!

Όλο το κείμενο -λιτό, γυμνό από λογοτεχνισμούς, ελιγμούς, αποσιωπήσεις, συνεκτικό, διαυγές- είναι ένα χτύπημα direct στον μεταπολιτευτικό μας μύθο. Είναι εκπληκτικό ότι συνέχει τις κορυφώσεις των 40 τελευταίων χρόνων κι είναι σαν να κυλούν τα γεγονότα με την ευλυγισία του υδράργυρου, εισχωρώντας το ένα στο άλλο. Μία καίρια, σφιχτή ιστορική επιτομή, που δεν πλατυάζει, δεν γίνεται ιστορικισμός, παρ' όλο που ανατέμνει βαθιά την ιστορία.
Το εξέχον: ο συγγραφέας είναι αστικής καταγωγής και αστικής πολιτικής κουλτούρας. Κάποιοι που το γνωρίζουν αυτό, ίσως αναρωτηθούν: πώς το έγραψε αυτό; Θα αναφερθώ στο εξής, παρ' όλο που οι παραλληλίες δεν γίνεται να είναι πάντα ακριβείς: Ο Ένγκελς, σ’ ένα γράμμα του προς την Μάργκαρετ Χάρκνες, σχολιάζει για τον Μπαλζάκ: “Ο Μπαλζάκ πολιτικά ήταν αριστοκράτης· το μεγάλο έργο του είναι μια διαρκής ελεγεία για την αναπότρεπτη παρακμή της καλής κοινωνίας· όλες οι συμπάθειές του είναι με το μέρος της τάξης που είναι καταδικασμένη σε εξαφάνιση. Όμως, παρ’ όλα αυτά, η σάτιρά του δεν είναι ποτέ πιο καυστική, η ειρωνεία του ποτέ πιο πικρή, από τις στιγμές εκείνες που φέρνει στη ζωή αυτούς ακριβώς τους άνδρες και τις γυναίκες με τους οποίους συμπάσχει βαθύτατα -τους ευγενείς. Και οι μόνοι άνθρωποι για τους οποίους μιλάει πάντα με ανυπόκριτο θαυμασμό, είναι οι πιο σκληροί πολιτικοί του αντίπαλοι...Ότι ο Μπαλζάκ ήταν αναγκασμένος να βαδίσει εναντίον των δικών του ταξικών συμπαθειών και πολιτικών προκαταλήψεων, ότι είδε την αναγκαιότητα της πτώσης των αγαπημένων του αστών...και ότι είδε τους πραγματικούς ανθρώπους του μέλλοντος μόνο εκεί όπου, στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή, μπορούσαν να βρεθούν -αυτό το θεωρώ έναν από τους μεγαλύτερους θριάμβους του Ρεαλισμού”.

Θέλω στο σημείο αυτό να σχολιάσω κάποια αποσπάσματα του κειμένου που προκαλούν -θετικά κατά την άποψή μου:
1.“...χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι”:  Ένα λαμπρό, αιωρούμενο στεφάνι πάνω απ’ τη νύχτα της Αθήνας, στεφάνι από μεθυσμένα και πυρπολημένα σώματα που σηκώνονταν πάνω απ’ την πόλη, κι ο ίδιος ο συγγραφέας ήξερε, ήξερε μες την καρδιά του που πονούσε, πως αυτά πετούν σαν πουλιά και αυτός πέφτει σαν πέτρα, πως αυτά έχουν φτερά κι αυτός έμεινε πια χωρίς φτερά για πάντα.
2. “Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε ‘η Κύπρος είναι μακράν’· τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ”: Πολύ λεπτής, πολιτικής ειρωνείας σχόλιο για την κοντόφθαλμη, συστημική μέχρι το μεδούλι της, λούμπεν-μικροαστική Αριστερά. Αλλά πώς θίγει επί πλέον και το ιερό τοτέμ του ελλαδικού αστισμού που εκστόμισε το “Η Κύπρος είναι μακράν”!
3. “Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν”: ανήκουστο και ανευλαβές για τα δύο ιερά μας τοτέμ!...και πολύ πυκνό σε εκρηκτική πολιτική ύλη.
4. “Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος· φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει.” : γραμμένο από τον Αλέξανδρο Αδαμόπουλο με βαθιά αίσθηση της ανακυκλούμενης ελληνικής ιστορικότητας. Κι οι κύκλοι πάνε πιο βαθιά και πίσω στην ιστορία: το 2013 που δημοσιεύτηκε πάλι το κείμενο, η τρόικα, για την εκχώρηση της επόμενης δόσης, είχε θέσει ως προαπαιτούμενο το “λουκέτο” στον Ο.Σ.Ε. Λοιπόν! Θυμάται κανείς ότι το μεγάλο εκσυγχρονιστικό εγχείρημα του Χ. Τρικούπη θεωρούνταν οι σιδηροδρομικές εκμεταλλεύσεις. Που είχαν πάντα έλλειμμα, όχι μόνο γιατί οι σιδηρόδρομοι είναι συνήθως παθητικοί σ’ όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως γιατί υπήρχαν οι (πάντα!)ειδικές ελληνικές συνθήκες: ένας ακόμη μικρός ελληνικός μύθος, ο μύθος των ελληνικών σιδηροδρόμων αποπνέει μια ιδιαίτερη ειρωνεία. Η πρώτη φάση της κατασκευής τους ξεκίνησε σχεδόν σαν αντίδραση ενοχής που η χώρα είχε τόσο πολύ αργήσει να προσχωρήσει στη νέα θρησκεία κι από τότε προβάλλεται σαν αναμφίβολο σημάδι της ελληνικής μετάβασης σ’ ένα είδος καπιταλισμού. Από πολλές απόψεις, η χρησιμότητά τους για μια διαδικασία μετάβασης ήταν αμφισβητήσιμη, αν όχι τελείως αρνητική. Το ολικό μήκος γραμμών δείχνει ότι η ένεση (τι σκονισμένη, τι κουρελιασμένη λέξη!) επενδύσεων δεν ήταν αρκετή για να δημιουργήσει συνθήκες οικονομικής απογείωσης. Αλλά και μεγαλύτερες να ήσαν οι επενδύσεις, πάλι θα ήταν εντελώς άχρηστες. Η κατασκευή σιδηροδρόμων δεν μπορούσε να παίξει τονωτικό ρόλο για ανύπαρκτους βιομηχανικούς κατασκευαστές δικτύου και τροχαίου υλικού ούτε ήταν αρκετά ισχυρό κίνητρο για να δημιουργηθούν τέτοιες βιομηχανίες σε μια χώρα που δεν είχε σίδερο και κάρβουνο. Είναι χαρακτηριστική η αντίθεση με άλλες χώρες, όπου η κατασκευή σιδηροδρόμων λειτούργησε σαν καίριος παράγοντας του καπιταλιστικού μετασχηματισμού περισσότερο με τις παρενέργειές της στην εκβιομηχάνιση παρά με την ωφέλειά της για τις μεταφορές. Έτσι η “ηρωική” εποχή των σιδηροδρόμων στα 1880, απλώς συντέλεσε σε μια βαρύτατη αύξηση της ξένης οικονομικής κυριαρχίας με μέσο το δημόσιο χρέος και, τέλος, στην πτώχευση του 1893. (είναι αξιομνημόνευτο ότι οι ξύλινες τραβέρσες που μπαίνουν ανάμεσα στις σιδηροτροχιές εισάγονταν όλες από το εξωτερικό, παρά την προφανή δυνατότητα που υπήρχε να κατασκευαστούν στην Ελλάδα.).
5. “Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά”: Ο ανδρισμός, ο οριστικός δηλαδή αποχαιρετισμός κάθε ελπίδας και φόβου, είναι η ηθική του μηδενισμού ² -πικρού, κυνικού, ατέρμονα στοχαστικού, περήφανου.
6. Εξαιρετικός ο ποιητικός επίλογος· transtextuality, κάπως σαν “εμφανής διακειμενικότητα”, σε περιπτώσεις που υπάρχει ένας άμεσος ή συγκεκριμένος δεσμός ανάμεσα σε δύο κείμενα, όπου η επίδραση και η αναφορά είναι εκτεταμένες και διάχυτες.
Ένας απόηχος του “Ύμνου εις την Ελευθερία”...

Ο Αδαμόπουλος έχει γράψει το μοιρολατρικό laissez - aller μιας αποικίας που είμαστε.
Κι όμως· υπάρχει πίσω απ’ τις λέξεις του μια ορμή για μιαν επανάσταση του νου, μιαν επανάσταση του πόνου, μιαν επανάσταση του ενστίχτου.

Δήμητρα Ρούσσου
Φιλόλογος







______________________________



¹ Kritik der Urteilskraft, K. Kehrbach,Leipzig-Reclam, σελ. 62. Joh. Volkelt System der Aesthetik τόμ. III (München 1914) σελ. 441-450.

² Παναγιώτη Κονδύλη, Στοχασμοί και αποφθέγματα, Πρώτη δημοσίευση: περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1717, Νοέμβριος 1999.



 

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ο κύκλος που δεν κλείνει

(Στο συλλογικό ‘Για μια επέτειο’)

εκδόσεις Ίκαρος, 2013 

 

 

 


«20 Ιουλίου 1974.
Σήμερα ενηλικιώνομαι.
Εισβολή στην Κύπρο.
Γενική επιστράτευση.»

Τότε άρχισε το πάρτι.
Πάνε πια πάνω από σαράντα χρόνια από τότε που, μόλις μας τηλεφώνησαν -στις 23- τη λύση απ’ έξω κι όλα είχαν συμφωνηθεί· χωρίς να ξέρουμε πώς και τι, την επομένη ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας στα χέρια κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά για τη χούντα που έπεσε (την ίδια στιγμή που έπεφτε και η Κύπρος βέβαια). Βγάλαμε το γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μας είχαν πριονίσει το ένα πόδι.
Και κανείς στο πάρτι, δε σκέφτηκε πως είχαμε πόλεμο. 


Γιατί κανείς απ’ αυτούς που έπρεπε να το πουν, δεν το είπε.
Κανείς, μα κανείς, δεν είπε -αδέλφια ζείτε· εσείς μας οδηγείτε;- πως με τη ζωή δεν παίζουν. Και μ’ όσες φόλες κι αν ταΐσεις το σκύλο της ΕΣΑ, δε γαυγίζεις εσύ δυνατότερα για να σε φοβηθούν οι άλλοι· εκτός κι αν μπλοφάρεις. Άλλωστε η Κύπρος είναι μακράν· τυλιγμένη σ’ ένα φάκελο που δε θ’ ανοίξει ποτέ.

Κι όλοι στο πάρτι μιλούσαν για ένα καινούργιο ξεκίνημα, για έναν καινούργιο κύκλο που άνοιγε τώρα, λες και η χώρα γεννήθηκε τις μέρες εκείνες: Όλα απ’ την αρχή, λέει, απ’ το μηδέν όλα. Σύμφωνοι· μα αφού είχαμε χάσει στον πόλεμο, εμείς γιατί χορεύαμε; Τι σόι ξεκίνημα ήταν αυτό; Να θες να τ’ αλλάξεις όλα και να μην τολμάς να πεις ούτε μιαν αλήθεια; Κι όμως όλα ωραία και καλά στο πάρτι: Ο κύκλος με την κιμωλία της μεταπολίτευσης.

Ένας καινούργιος κύκλος, που άλεσε κιόλας δυο γενιές σχεδόν στο πέρασμά του. Κι ενώ μοίραζε ψεύτικες υποσχέσεις με τη σέσουλα κι έλεγε αυτάρεσκα πως όλα θα ξεκινούσαν απ’ την αρχή, δεν άφησε τελικά να ξεκινήσει τίποτε σωστά και τίποτ’ αληθινά καινούργιο δεν είχε, στην ίδια σημαδεμένη τράπουλα· πέρ’ από εξυπνότερα μασκαρεμένα ψέματα. Και το χειρότερο· αλήθειες σαν ψέματα, ψέματα σαν αλήθειες.

Εμείς ωστόσο αλαλάζαμε ευτυχείς, χορεύοντας ανέμελα πάνω στ’ αποκαΐδια απ’ τις φωτιές που μας έκαιγαν.

Κι αν κάποιος έβλεπε πως τα πράματα δεν είν’ έτσι ακριβώς και τολμούσε να ψελλίσει πως κάτι δεν πάει καλά· πως δεν είναι δημοκρατία αυτό το πράμα, η αλλαγή δε γίνετ’ έτσι, χωρίς παιδεία, τον χλεύαζαν και του κόλλαγαν ετικέτες διάφορες, πριν τον διώξουν απ’ το πάρτι.



Χρόνια πολλά, δυο θεατρώνες, κινούσαν τα νήματα του ίδιου θιάσου, σκηνοθετώντας το έργο που άλλοι έγραφαν. Συντηρώντας ευλαβικά τη νοοτροπία της χούντας και γαλουχώντας νέα φυντάνια μ’ αυτές ακριβώς τις αξίες· μ’ αυτή τη λειψή παιδεία και προπαντός με την ίδια φρικαλέα αισθητική.

 Είναι απλό· όσο γκρεμίζεις από πάνω προς τα κάτω κι όσο χαμηλώνεις τον πήχη, κάποια στιγμή το ισόγειο μπορεί να φανεί κορυφή και τα μηδενικά μπορεί να μοιάζουν με φωστήρες.

Έφυγε απ’ τη σκηνή ο ένας και πολλοί βιάστηκαν να πουν πως κλείνει ο κύκλος. Ήρθε στη σκηνή ο άλλος και να ’σου τώρα -εδώ και τώρα- ένας καινούργιος κύκλος. Κοινωνικοποιημένος, αναδομημένος, τίγκα στο ψέμα· κι από δανεικά για το πάρτι, άλλο τίποτα. Και για το λογαριασμό, ούτε κουβέντα· είν’ εκεί και περιμένει. Ας περιμένει· ποιος ζει ποιος πεθαίνει.

Νέα πάλι διαδοχή, παλαιοί λογαριασμοί, αρρώστιες, δίκες, σκάνδαλα, δαχτυλίδια, διαπλοκές, άλλες εποχές· άλλες λέει εκδοχές. Ένας κύκλος πάλι κλείνει, κάποιος άλλος ανοίγει, μα το κάρο δεν τραβάει. Και σιγά μη θέλει κανείς να γυρίσει πίσω, στην έρημη γη. Γιατί να οργώσεις και τι να σπείρεις, πώς να ποτίσεις, τι να θερίσεις· υπάρχουνε πλέον οι επιδοτήσεις…

Και κάθε φορά, πολύ σοβαρά, οι βαφτισμένοι ‘ειδικοί, αναλυτές’, καταπίνουν την καμήλα και βλέπουν πάλι τον κύκλο να κλείνει και ν’ ανοίγει ένα καινούργιο κεφάλαιο. Εκσυγχρονισμός, Ίμια, χρηματιστήρια τίμια. Όλα έρχονται κι όλα παρέρχονται κι εμείς συνέχεια σημειωτόν στο ίδιο πάντα επίβουλο τέλμα· ξανά ξαναβλέποντας  πάλι τις ίδιες ταινίες του ’50-60.

Όλα όμως βαφτίζονται πράγματα καινούργια, προοδευτικά· επιτυχίες μεγάλες, κατακτήσεις δημοκρατικές, που κάποια στιγμή θα την πάρουνε τη χώρα επιτέλους στα φτερά τους, θα την  απογειώσουνε με κύκλους Ολυμπιακούς και θα την κάνουν να πετάξει στους εφτά ουρανούς. Κι όμως, ούτε αυτό· η δάδα έσβησε.

Ήρθαν στα πράματα νεώτεροι. Να ’σου πάλι οι έγκριτοι αναλυτές, οι διυλίζοντες τον κύκλον που υποτίθεται πως κλείνει πια, οριστικά και δια παντός.
Καμιά σημασία που τα ονόματα είναι τα ίδια ακριβώς. Φαίνεται πως πρόκειται για απλή σύμπτωση· αν δεν είναι μια κακόγουστη φάρσα.
Καμιά σημασία βέβαια, που στη χώρα τίποτα δε στέκει όρθιο και δεν παράγεται τίποτα, εκτός από χιλιάδες νόμους που δεν εφαρμόζονται ποτέ.
Καμιά σημασία που δε θα ’χουμε το δικαίωμα, λέει, να φτιάχνουμε ‘Μακεδονικό’ χαλβά. Και τι έγινε· στο κάτω κάτω έχουμε -ακόμα- και τον χαλβά Φαρσάλων.
Καμιά σημασία που τρώμε χαστούκια από παντού· οι άλλοι φταίνε πάντα, για όλα. Όσο για το Αιγαίο· αυτό ανήκει στα ψάρια του…

Ο κύκλος δεν έκλεισε. Τόσα χρόνια δε λέει να κλείσει. Έγινε απλώς φαύλος κύκλος· φαυλότατος, που ανακυκλώνεται, φαιδρά, θλιβερά, προκλητικά. Φυσικά και δεν πρόκειται να κλείσει. Δεν πρόκειται να κλείσει αν δεν ολοκληρώσουν την πορεία τους αυτοί που τον άνοιξαν. Όσο να διαλυθεί ολότελα η χώρα -αυτό που τέλος πάντων ξέρουμε σα χώρα· ο εθνικός μας μύθος…

Εκτός κι αν· αν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Αν βγάλουμε ουρά. Αν κάποιοι βγάλουν κέρατα, λειρί, φτερά· τέτοια πράματα, απλά. Αν ψηλαφίσουμε λίγο, αν αναλύσουμε τι ακριβώς δεν πάει καλά. Αν κοιταχτούμε στα μάτια μ’ έναν καθρέφτη και τον ακούσουμε μια φορά τι μας λέει:

   
Έμοιαζαν με ηλιαχτίδες
σε μια κόλλα αναφοράς
ό,τι άκουσες κι όσα είδες:
Ψέματα της συμφοράς!
Μπιχλιμπίδια κι αλυσίδες
μέσ’ στη γύμνια να φοράς.

Ματωμένες καραμέλες
κι όλα τα ναρκωτικά.
Ξεσκισμένες φουστανέλες
σημαιάκια πλαστικά.

Γκρέμισες πολλά· μα πώς να χτίσεις
έτσι μόνος, δίχως λύσεις
πάνω σε σαθρά θεμέλια;
Μόνο  ύποπτα ευαγγέλια
που χαϊδεύουνε  τ’ αυτιά.

Λόγια κούφια του αέρα
που σου πήραν το μυαλό.
Σ’ έριξαν πάνω στην ξέρα
κι εσύ βρίζεις το γιαλό.

Σου ’μαθαν καλά τον τρόπο·
άνομα και δίχως κόπο
-τι χυδαία ιδανικά-
να ’σαι ωραίος  έτσι χύμα
αραχτός δίπλα στο κύμα
και να ζεις με δανεικά

Να ξεφύγεις θέλεις τώρα κι αρμενίζεις νοερά
‘Βάστα!’ σου φωνάζουνε· ‘ Βάστα γερά!’
Πώς; Μπάζει από παντού νερά.
Κοίτα γύρω σου· όλα σάπια
κι έκανες πάντα την πάπια…
Κλάψε τώρα· κλάψε γοερά!


*   *   *









Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε νομικά, σκηνοθεσία, κλασική κιθάρα στην Αθήνα και Sociologie Politique στο Παρίσι· ασχολήθηκε όμως με τη Λογοτεχνία, τη μετάφραση, το Θέατρο και τη διοίκηση πολιτιστικών φορέων.   
                                                                  
Υπήρξε ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος (1984-1995) της ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’ (‘The Jani Christou Society’) με σκοπό τη διάσωση και διάδοση του έργου του συνθέτη. (Μέλη: Κ. Κούν, Μ. Χατζηδάκις, Γ. Τσαρούχης, Δ. Χόρν, K.Friar, Ι. Καμπανέλλης, Γ. Λεωτσάκος, Θ. Μικρούτσικος, Μ. Κακογιάννης, Γ. Μαυροΐδης Α. Ξύδης, Π. Ζάννας, Ντ. Τσάτσου, Δ. Πιερίδης, Θ. Αντωνίου,  Chloé Obolensky  κ.α).

Εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων από το 1991 μέχρι το 2009, ως Γεν. Γραμματέας και ως Πρόεδρος του σωματείου των ‘Φίλων του Μουσείου’. 

Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1992-’94)

Συνεργάστηκε με την Ε.Ρ.Τ, το Γ΄ πρόγραμμα, το Θέατρο Τέχνης, το Κ.Θ.Β.Ε, τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βόλου, Β. Αιγαίου και Ιωαννίνων, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, το χοροθέατρο ‘Ροές’, το Φεστιβάλ Αθηνών, τα Υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας, το Μέγαρο Μουσικής, το Ε.ΚΕ.ΒΙ, καθώς και Künstlerhaus Bethanien Berlin, Warsaw International Festival’91, Norddeutscher Rundfunk Hamburg ’93, National Academy of Letters και Indira Gandhi National Center for the Arts N.Delhi, Franκfurt International Book fair 2001, Istanbul International Book fair 2004, και τέλος το Boğaziçi University Istanbul, όπου και δίδαξε ως visiting Professor στο Western Languages and Literatures Department (2005-6 και 2006-7).

Έχει μεταφράσει τα θεατρικά έργα· ‘Οι Δαιμονισμένοι’ του Αλμπέρ Καμύ (Κ.Θ.Β.Ε 1991), ‘Η πόλη που πρίγκιπάς της ήταν ένα παιδί’ του Ανρί ντε Μοντερλάν (Εθνικό Θέατρο 1993, εκδ. Λιβάνη),‘Δεν παίζουνε με την αγάπη’(εκδ. Εστίας 2003) και ‘Λορενζάτσιο’ του Αλφρέ ντε Μυσσέ, ‘Η Δύναμις του σκότους’ του Λέβ Τολστόι (εκδ. Ροές 2007), ‘Μισό ποτήρι νερό’ του Ταρίκ Γκιουνερσέλ, ‘Μονομαχία γυναικών’ του Ευγένιου Σκρίμπ (Θέατρο ‘Διάχρονο’ 2011), το μυθιστόρημα ‘Ο θείος Όσβαλντ’ του Ρόαλντ Νταλ (εκδ. Άγρα 2004) και την Πνευματική Διαθήκη του Αυγούστου Ροντέν (εκδ. Άγρα 2005).

Άλλα έργα:

‘Δώδεκα και ένα ψέματα’, διηγήματα  (εκδόσεις Ίκαρος 1991, 2η έκδοση· Άγρα 2009). Κυκλοφόρησε δύο φορές στην Ινδία, μεταφρασμένο στα Αγγλικά (“Twelve and one lies” National Academy of Letters N.Delhi 1998 και Samkaleen Prakashan. Editors N.Delhi 1999). Μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα τουρκικά (“On Iki arti Bir Yalan”, Imge kitabevi yayinlari, Anakara 2000), στα γερμανικά (“Zwölf und eine Lüge”, Elfenbein-Heidelberg, 2001) και στα γαλλικά (“Douze et un mensonges”, Alteredit-Paris, 2005). Ήδη ετοιμάζεται και η ιταλική μετάφραση.  Η θεατρική προσαρμογή του ‘Δώδεκα και ένα ψέματα’ έχει μεταφραστεί στα Αγγλικά.
‘Ψέματα πάλι’, διηγήματα (εκδόσεις Άγρα 1999.). Μεταφράστηκε στα Αγγλικά. Γερμανική έκδοση: “Noch mehr Lügen” Elfenbein Verlag, Berlin 2016. Το διήγημα ‘Άννα’ μεταφράστηκε στα Γαλλικά, από την Μαργαρίτα Καραπάνου. Το διήγημα ‘Οι καινούριοι Άγιοι’ μεταφράστηκε στα Τουρκικά ( “Yeni Azizler”, Imge Oyükuler, Istanbul 2005)
‘Ο Σιμιγδαλένιος’, θέατρο - ποίηση (12η έκδοση, Εστία 1994). Εθνικό Θέατρο 2015-2016. Τουρκική μετάφραση· (“Irmikoğlan” Albatros kitabevi Yayinlari, Istanbul 2005). Πρεμιέρα στο Κρατικό Θέατρο Sehir Tyatrolari, Istanbul, Απρίλιος 2012. Ετοιμάζεται η γερμανική έκδοση (“Der Lebkuchenmann”)
‘Αυτό’, διήγημα (στο συλλογικό ‘Χάριν παιδιάς’, εκδόσεις Ίκαρος 2001)× αγγλική μετάφραση ‘That’
‘Οι Δαιμονισμένοι’, λιμπρέτο για όπερα, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι. Συμπαραγωγή του British Council και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, παίχτηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα από την Ε.Λ.Σ. στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2001.
‘The mask in the Classical Hellenic Theatre’ (συμμετοχή στο διεθνές σεμινάριο ‘Mind man and mask’ που έγινε στο Indira Gandhi National Center for the Arts). Έκδοση Aryan books international-N. Delhi 2000. 
‘The Spiceman’, θέατρο - ποίηση. Έμμετρη αγγλική version βασισμένη στον ‘Σιμιγδαλένιο’ (εκδόσεις Ithaka, Μελβούρνη, Αυστραλία 2004.) Πρώτη παρουσίαση· Wesley College, Melbourne, Αυγ. 2011.
‘Το τσιγάρο και η γιόγκα’, Ηθιστόρημα (εκδόσεις Άγρα 2008)
‘Ίναχος, ο γιος του Ωκεανού’, χοροθέατρο για παιδιά (Σητεία 2010, 2η έκδοση Κάκτος 2017)
‘Οχιναιλέγοντας’, θέατρο - ποίηση  (εκδόσεις Ίκαρος 2011)
‘Noyessaying’, θέατρο - ποίηση. Έμμετρη αγγλική version βασισμένη στο ‘οχιναιλέγοντας’, 2013.
‘Ο κύκλος που δεν κλείνει’, πολιτικό αφήγημα (στο συλλογικό ‘Για μια επέτειο’, εκδόσεις Ίκαρος 2013)  
‘Ο Μ. Χατζιδάκις για τον Γ. Χρήστου’ βιογραφική συμβολή (Metrogreece 1/7/2104, Bookpress 7/2014)
‘Το σεντούκι του παππού μου’ μικρό πολιτικό δοκίμιο (Metrogreece 2/10/2014, Stahtes 17/11/2014)
‘Ο επιτάφιος και ο επί πόλεως θρήνος’ πολιτικό πασχαλιάτικο δοκίμιο (Metrogreece 8/4/2015)
 ‘Hayirevet Diyerek’ Τουρκική μετάφραση του ‘οχιναιλέγοντας’ (Bencekitap, Ankara, 12/2015)

Όμορφη ζωή του Γρηγόρη Σακαλή μαζί με έναν πίνακα του Γιώργου Ρόρρη


Όμορφη ζωή
του Γρηγόρη Σακαλή
μαζί με έναν πίνακα του Γιώργου Ρόρρη





Συννεφιασμένος ουρανός

ήλιος που χάθηκε για πάντα

είναι πλέον η ζωή για σένα

χρόνια τώρα

χωρίς το χάδι

χωρίς την αγκαλιά

το βάδισμα δεν είναι σταθερό

άμα δεν έχεις ένα χέρι

να σε κρατάει ζωντανό

δυο μάτια

να σε ζεσταίνουν στο κρύο

μια ανάσα

να σου δίνει πνοή

στις δυσκολίες της ζωής.

Τέτοια ζωή τι να την κάνεις

όμως δεν έχεις άλλη επιλογή

πρέπει να τη ζήσεις

γιατί έχεις πρόσωπα που σ’ αγαπούν

που περιμένουν από σένα

έτσι σφίγγεις τις γροθιές

και προχωράς

η ζωή μπορεί ανά πάσα στιγμή

να γίνει όμορφη

κι εκεί που δεν το περιμένεις

να τη λούσει ένα φως.



Γρηγόρης Σακαλής

(Γιώργος Ρόρρης, Αυτοπροσωπογραφία με ηλεκτρική σόμπα, 1991)


Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» και «Θαμμένος στην Άμμο», από τις εκδόσεις Πλανόδιον, τη συλλογή «Πορεία στη γύμνια», Bookstars και τις συλλογές «Κυτίο κρυφών ονείρων» και «Άχρονη μετάβαση» από τις εκδόσεις Ενδυμίων. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012. Η συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες ενός παραμυθά» κυκλοφορεί σε μορφή e-book από την Easywriter.gr. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.




Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Δεύτερη Φύση εξήντα πέντε χαϊκού Ασημίνα Ξηρογιάννη εκδόσεις ΑΩ η πρώτη δημοσίευη στο περιοδικό thraca.grhttp://www.thraca.gr/2018/09/blog-post_9.html


Δεύτερη Φύση

εξήντα πέντε χαϊκού

Ασημίνα Ξηρογιάννη

εκδόσεις ΑΩ
η πρώτη δημοσίευη στο περιοδικό thraca.grhttp://www.thraca.gr/2018/09/blog-post_9.html




Σκέψεις πάνω στη δυναμική της ποίησης



Ξεβόλευσέ τους

με τους στίχους σου, ποιητή!

Βάλε τους φωτιά!



Πόση δύναμη έχει το ποίημα για να συνεγείρει τον αναγνώστη, να τον βγάλει από τη στατική του αδιαφορία, να τον ξεβολέψει; Έχουν οι λέξεις μέσα τους το σπίρτο που θα ανάψει τη φωτιά; «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/να μην τις παίρνει ο άνεμος» δηλώνει ο Μανόλης Αναγνωστάκης στη δική του Ποιητική. Πώς γίνεται, όμως, να αποκτήσουν οι λέξεις τη μυτερή ακίδα που θα καρφώνεται στη σκέψη και θα ξυπνά από τον ηθελημένο ή αθέλητο λήθαργο; Υπάρχουν ποιητές που -συναισθανόμενοι τον ιδιαίτερο ρόλο τους σε μια τέτοια αφύπνιση- γράφουν αναλύοντας επί μακρόν τον λόγο τους, έτσι που να μη μείνει καμία απολύτως αμφιβολία για τον στόχο τους και τα μέσα που αυτός απαιτεί. Υπάρχουν άλλοι που προτιμούν το ευσύνοπτο και μικρό ποίημα που μακάρι με την ευστοχία του μέσα στο ολιγόλογο σώμα του να προκαλέσει. Γιατί η πρόκληση (ως αφύπνιση του ενδιαφέροντος αρχικά και κατόπιν ως ιδεολογική παρότρυνση) είναι η αρχή γι’ αυτό το ενδιαφέρον ταξίδι· αν δεν υπάρξει, τότε όλα καταργούνται και το ποίημα μαζί με τις προθέσεις του πέφτει στην αδράνεια και κατόπιν στην αφάνεια και τη λήθη. Έρχομαι, λοιπόν, στο ελάχιστο σώμα που από τη φόρμα τους φέρουν ως προϋπόθεση τα χαϊκού. Η συντομία τους απαιτεί τέχνη ιδιαίτερη, καθόσον ο ποιητής οφείλει να περιορίσει το νόημα μέσα σε τρεις στίχους αυστηρά δομημένους ως προς το μέτρημα των συλλαβών τους – 5,7,5. Αν βέβαια ληφθεί υπ’ όψη το γεγονός πως τα αυθεντικά γιαπωνέζικα χαϊκού (τουλάχιστον στην πρώτη τους μορφή) εμπεριέχουν σκηνές της φύσης και κυρίως μιλούν για τη διαδοχή των εποχών, τότε αμφισβητείται σε πρώτη σκέψη η δυνατότητά τους να  μεταφέρουν νοήματα που να λειτουργούν ω; αφυπνιστικά των συνειδήσεων. Ας μην υποβαθμιστεί, ωστόσο, η βάση της λογικής τους ως προς τη θεματική, να διεμβολίζουν τη στατική και υλική καθημερινότητα προσφέροντας μια θέα στη φυσική τάξη και μέσω αυτής στην αιωνιότητα – όσο κι αν για να κατανοηθεί ουσιαστικά μια τέτοια διάσταση χρειάζεται η άλλη όψη του πολιτισμού, αυτήν που αιώνες τώρα «διδάσκει» η ανατολική φιλοσοφία. Ήταν αναμενόμενη, νομίζω, η μετάλλαξη των λιλιπούτειων αυτών ποιημάτων (είναι όντως η πιο μικρή ποιητική φόρμα), όταν αυτά ήρθαν σε επαφή με τη δυτική κουλτούρα, την άλλη ποιητική παράδοση. Η θεματική τους διαφοροποιήθηκε, εμπλουτίστηκε, έφτασε να εκφράζει με την πολυσημία του ποιητικού λόγου κάθε έκφανση πλέον την ανθρώπινης ζωής και περιπέτειας. Διατήρησε (όχι πάντα) την παραδοσιακή φόρμα αλλά σπάνια πλέον περιορίζεται σε μορφές φυσικής ζωής. Απελευθερωμένο, έτσι, το είδος αυτό της γραφής θεωρείται ότι πια μπορεί να αναμετρηθεί ίσοις όροις θεματικά με τα μακροσκελέστερα ποιήματα. 


Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, πεζογράφος και ποιήτρια δοκιμασμένη, θέλησε αυτή τη φορά να μιλήσει μέσα από την ελάχιστη δυνατή μορφή. Άπλωσε αρχικά τις σκέψεις της στα αγαπημένα της έτσι κι αλλιώς θέματα (έρωτας, θάνατος, τέχνη)  και κατόπιν συμπύκνωσε με επιτυχία τον λόγο της, ώστε το αποτέλεσμα να ανταποκρίνεται στο είδος που επέλεξε. Διαβάζοντας τα χαϊκού της Ξηρογιάννη νιώθεις τη διάθεση της ποιήτριας να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη της μέσα από τις διάφορες εκδοχές των θεμάτων που επιλέγει. Για παράδειγμα η χρήση του δευτέρου προσώπου μοιάζει να αναζητά τον ακροατή του λόγου της, όταν λέει:

Κάνε τον χρόνο

που έχασες στίχο, και

θα τον βρεις πάλι.



Κι εκεί που διαβάζεις



Ποίηση γράφεις

για να ξορκίσεις -ίσως-

την μοναξιά σου.



αντιλαμβάνεσαι πως η λέξη «ίσως», που ανοίγει πάλι ένα παράθυρο στην επικοινωνία του δημιουργού με τον αποδέκτη του, δεν τοποθετήθηκε εκεί για να μετρηθούν μόνο σωστά οι συλλαβές του χαϊκού αλλά για να βρει το ποίημα τον δρόμο της επιθυμητής σύνδεσης, για να μην οδηγηθεί στην ιδιωτική οδό (για να θυμηθούμε τον Ελύτη) – συχνά αναπόφευκτη συνθήκη της ποιητικής απομόνωσης.
Το ενδιαφέρον είναι ότι στην ουσία τα χαϊκού διαπνέονται από μια παιγνιώδη διάθεση (ακόμα κι από τον ιαπωνικό όρο το ξέρουμε αυτό: χαϊκού=αστείος στίχος), όχι γιατί τάχα η ζωή που σχολιάζεται ευφυώς μέσα τους είναι αστεία αλλά γιατί αποτελεί με όλες τις αναπάντεχες μεταστροφές της ένα παίγνιο με διαφορετικές ερμηνευτικές εκδοχές. Παίζει μαζί μας το σύμπαν, η φύση, παίζουμε εμείς προσπαθώντας να ανατρέψουμε τις φυσικές συντεταγμένες μέσα στις οποίες τυχαία βρεθήκαμε. Παίζει ο ποιητής με τις λέξεις συνταιριάζοντας εικόνες και καταστάσεις, προκειμένου να δώσει τη δική του εκδοχή του παιχνιδιού μέσα στο οποίο εκών άκων βρίσκεται. Καλλιεργεί την αυταπάτη του αυτεξούσιου, βαυκαλίζεται με τις ερμηνείες που δίνει σε ό,τι συμβαίνει γύρω του συχνά ερήμην του. Η Ξηρογιάννη απολύτως πιστή στη συμμετοχή της στο παιχνίδι αυτό (τουλάχιστον το ποιητικό) απομονώνει σε δύο εξαιρετικά χαϊκού αυτό το νόημα:

Θέλω μια τέχνη

που ανελέητα να

με ανατρέπει



Ζωής και γραφής

ζητούμενο: σε τάξη

να μπει το χάος.



Συνδυάζει τον μάταιο πόθο της ανατροπής -την αναμέτρηση του ανθρώπου με το ανεξήγητο που τον ξεπερνάει (και το γνωρίζει)- με την ενδόμυχη ισχυρή θέληση για τάξη μέσα στην αταξία. Και σοφά κατανοεί πως η τέχνη στις διάφορες μορφές της αποτελεί μια προσωπική ανατροπή όλων των δεδομένων, κυρίως γιατί ο δημιουργός είναι αυτός που μεταλλάσσεται μέσω αυτής. Αν αυτό δεν είναι ένα παιχνίδι (όχι μόνο με τις λέξεις) που οδηγεί σε επικίνδυνες ισορροπίες, τότε τι είναι; Το εξώφυλλο του βιβλίου (έργο του Βαγγέλη Τζερμιά) αποδίδει θαρρώ με τον καλύτερο τρόπο τη διαρκή κίνηση, τη μετάλλαξη, τους απροσδόκητους ελιγμούς, την απρόσμενη αλλαγή. Η δεύτερη φύση, άλλωστε, του ποιητή (όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής) είναι η παραφορά, η διάθεσή του να ανατρέψει κάθε βεβαιότητα, η επιθυμία του να ξεφύγει από τις νόρμες, η ελπίδα του ότι θα κατορθώσει να μιλήσει διαφορετικά. Το ότι αυτό γίνεται με έξαρση του πάθους, με μικρές ή μεγάλες παρεκκλίσεις από τα παραδεδομένα, η πιθανότητα όλο αυτό να τον τοποθετεί στο στόχαστρο, αποτελεί και κατά κάποιο τρόπο τον ορισμό της ποίησης – αν φυσικά αυτή ορίζεται.
Επιστρέφοντας στο χαϊκού που ξεκινά αυτό το κριτικό κείμενο σκέφτομαι πως ναι, η ποίηση έχει τη δική της δυναμική, την προσωπική της φωτιά μέσα της και την ικανότητα να κατακαίει τον αποδέκτη της, έτσι όπως έχει κατακάψει τον δημιουργό της. Γιατί η ποίηση έχει και έρωτα, αυθεντικό και πλήρη έρωτα που αγγίζει ή και ξεπερνά τα άκρα, για τούτο είναι  πολύτιμο δημιουργικά συναίσθημα· πάθος και έργο ψυχής διανθισμένο με τη συμμετοχή του σώματος που πάλλεται εν εξάρσει. Η ποιήτρια είναι σαφής, η ποίηση είναι έρωτας:

Με τις Ιδέες

φλερτάρεις με τις Λέξεις.

Φτιάχνεις χαϊκού.



Έτσι το ποίημα με τον ελάχιστο λεκτικό του κώδικα λειτουργεί προς τον αποδέκτη του μεταφέροντας με σαφήνεια όλο το νόημα, όλο το πάθος, πρώτη και αναγκαία συνθήκη για την εν δυνάμει αλλαγή της εσωτερικής και εξωτερικής αντίληψης. Βάζει φωτιά, κατά την ποιήτρια.

Διώνη Δημητριάδου

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Νίτσε στο μπαλκόνι Carlos Fuentes μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος εκδόσεις Κλειδάριθμος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό diastixo.grhttps://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/10470-carlos-fuentes


Ο Νίτσε στο μπαλκόνι
Carlos Fuentes
μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος
εκδόσεις Κλειδάριθμος
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό diastixo.grhttps://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/10470-carlos-fuentes





Ο χρόνος είναι γραμμικός. Έρχεται από το χθες, είναι το σήμερά σου που αύριο θα γίνει χθες και κατευθύνεται στο μέλλον, στο οποίο ήδη βρισκόμαστε εσύ κι εγώ, σε σύγκριση με το προηγούμενο λεπτό.

Αυτή τη συμβατική συνθήκη των χρονικών διαστημάτων, όπως την αντιλαμβάνεται η ανθρώπινη λογική, την ανατρέπει ο Fuentes μεταφέροντας τον φιλόσοφο Νίτσε από τον 19ο αιώνα, όπου δικαιωματικά και ιστορικά ανήκει, σε ένα μπαλκόνι του ξενοδοχείου Μετροπόλ, προκειμένου να συνομιλήσει διεξοδικά μαζί του. Καθώς βγαίνει ένα πρωί στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, βλέπει έναν άντρα με μεγάλο μουστάκι να κοιτάζει τον κόσμο. Είναι ο Νίτσε! Επινοεί αυτή τη φανταστική και ουτοπική συνάντηση δημιουργώντας το οικείο περιβάλλον μιας συζήτησης, όπως θα γινόταν με δύο φίλους· γιατί, αλήθεια, να μη νιώθει οικειότητα με το πρόσωπο του φιλοσόφου, τον οποίο γνωρίζει από τα γραφτά του, και να μη θέλει με το συγγραφικό δικαίωμα (ευτυχώς ανεξέλεγκτο στις ευφάνταστες επινοήσεις του) να τον φέρει μπροστά του; Ισοδυναμεί αυτή η συζήτηση με ένα κριτικό ξαναδιάβασμα των βιβλίων του; Ίσως είναι ισάξια με τη γραφή ενός δοκιμίου με θέμα τη σκέψη του φιλοσόφου; Ο Fuentes προτείνει εδώ κάτι καλύτερο: ένα πλέγμα μυθοπλασίας, το οποίο αγκαλιάζει τις διασταυρούμενες σκέψεις των δύο ανδρών. Η ευκαιρία εμφανίζεται μοναδική. Ο Νίτσε βρίσκεται στο σήμερα (καταργώντας κάθε κανόνα και νόμο της ζωής) μόνο για είκοσι τέσσερις ώρες, μία φορά κάθε χρόνο. Τα θέματα που θα τους απασχολήσουν θα είναι η εξουσία και η εγγενής παθογένειά της, η δημοκρατία και οι αντιφάσεις της, η επανάσταση και οι δυνατότητές της, η αμφίβολη δικαιοσύνη, ο έρωτας με την αναπόφευκτη προδοσία του, η διάσωση της ατομικότητας μέσα στις κοινωνικές συμβάσεις και φυσικά η τραγικότητα του ανθρώπου – αγαπημένο θέμα του φιλοσόφου αλλά και πάντα επίκαιρο σε κάθε εποχή.

Ο θάνατος του τραγικού νοήματος και η αντικατάστασή του από τον πόνο που ανταμείβεται με την ενδεχόμενη είσοδο στον παράδεισο. Μια επαναστατική μορφή της προόδου. Να μην αναλάβουμε πλήρως τις ζωές μας αλλά να παραδοθούμε στην υπόσχεση ενός μεταθανάτιου παραδείσου.

Η τέχνη του συγγραφέα εντοπίζεται στη σύνδεση όλων αυτών μέσα στη ρέουσα κουβέντα. Ομαλά και απρόσκοπτα κυλά η συζήτηση,  καθώς συντελείται η μεταπήδηση από το ένα θέμα στο άλλο συνιστώντας έτσι μια εικόνα του σύγχρονου κόσμου (με τα διαχρονικά, ωστόσο, προβλήματα)· και όλα αυτά καθώς στο φόντο η πόλη (που δεν κατονομάζεται) αναταράσσεται από έναν αέρα επαναστατικότητας που είναι ορατός στην ατμόσφαιρα και κατευθύνει τον λόγο των δύο συνομιλητών.

Η επανάσταση, σαν τον Κρόνο, καταβροχθίζει τα παιδιά της, είπε ο Σεν Ζιστ στην κλαγγή της Γαλλικής επανάστασης, και παραμένει μόνη της, δίχως ρωγμές, σαν ένα μεγάλο είδωλο που δικαιολογείται από μόνο του και δεν υπολογίζει τα συναισθήματα όσων δεν είμαστε φτιαγμένοι από πέτρα.

Όπως συνδιαλέγονται οι δύο άντρες γίνονται φανερές οι θέσεις του φιλοσόφου, όπως η θεμελιώδης για όλη τη θεωρητική του ενατένιση του κόσμου θέση του για τη σχετικότητα της αλήθειας. Ταυτόχρονα, ας μην ξεχνάμε πως η κατεύθυνση της συζήτησης είναι «σκηνοθετημένη» από τον συγγραφέα, προκειμένου να προβληθούν και οι δικές του πεποιθήσεις ή έστω να συμπέσουν (με μια μαιευτική μέθοδο) με αυτές του φιλοσόφου. Ο προβληματισμός για την αποτελεσματικότητα της επανάστασης ή ο σκεπτικισμός γύρω από τα θέματα της εξουσίας θυμίζουν τις θέσεις του Fuentes που διατρέχουν όλο το έργο του με εμφανή ή όχι τρόπο.


Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι: Federico en su balcón, δηλαδή Ο Φεντερίκο στο μπαλκόνι του. Η προσωπική αντωνυμία (που έχει παραλειφθεί στην ελληνική μετάφραση) δίνει μια ιδιαίτερη διάσταση στην παρουσία του Νίτσε -έτσι αναπάντεχα στο σήμερα- καθώς φαίνεται να οικειοποιείται ο ίδιος τον χώρο και τον χρόνο που του δίνονται (χαρίζονται) από τον ευφυή συγγραφέα, προκειμένου να  ακουστεί (έστω με τον έμμεσο και σκηνοθετημένο τρόπο) η άποψή του για τη σημερινή εποχή και να διαφανεί η διαχρονική αξία των παλαιών θέσεων που καθόρισαν εν πολλοίς την ιστορική πορεία. Άλλωστε, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο:

Δηλαδή, υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρίσκεσαι μέσα στην ιστορία. Μερικές φορές τη δημιουργείς, άλλοτε την υφίστασαι, άλλοτε απλώς την κοιτάζεις…

Εδώ δίνεται η ευκαιρία στη λογοτεχνία να μιλήσει όχι τόσο για το παρελθόν ως μνήμη αλλά για το μέλλον ως επιθυμία. Έτσι και ο Νίτσε (μέσω της επινοημένης από τον Fuentes προσωπικότητά του) μπορεί να δώσει το προφίλ του νέου ανθρώπου που ανταποκρίνεται στην εποχή του:

Πρέπει να γνωρίσουμε ένα νέο πρόσωπο, που πράττει, υφίσταται, παρατηρεί. Είναι κάτι περισσότερο από ένα πρόσωπο. Ίσως είναι μια γενιά.

Ο μεγάλος Μεξικανός συγγραφέας εδώ, στην τελευταία του συγγραφική παρουσία (εκδόθηκε μετά τον θάνατό του), αφήνει μια σπουδαία παρακαταθήκη. Το γεγονός ότι επινοεί την παρουσία του Νίτσε στη σημερινή εποχή, εκτός από απρόσμενη λογοτεχνική απόλαυση, θυμίζει την αναμφισβήτητη αξία των παλαιότερων διανοητών, κυρίως έτσι όπως η σκέψη τους μοιάζει να «παρακολουθεί» τις σύγχρονες εξελίξεις. Όσο τα προβλήματα φανερώνουν στη βάση τους κάποια διαχρονική ομοιότητα, τόσο θα είναι θεωρητικά ενδιαφέρουσα η άποψη των σημαντικών απόντων. Εφόσον η λογοτεχνία των μαγικών τεχνασμάτων μπορεί να γεφυρώσει τα χρονικά χάσματα, έχουμε την ευκαιρία να «ακούσουμε» καθοριστικές παρεμβάσεις, καθώς το τότε εισχωρεί στο σήμερα.



Διώνη Δημητριάδου




Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2018

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ (IX) του Κώστα Μοναστήρα και μια φωτογραφία του Alex Majoli



 ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ (IX)
του Κώστα Μοναστήρα
και μια φωτογραφία του Alex Majoli





“Ήταν ένα μικρό καράβι

που ήταν αταξίδευτο 

οεοέ οε οε  

Κι έκαν' ένα μακρύ ταξίδι 

μέσα εις την Μεσόγειο 

οεοέ οε οε  

Και σε πεντέξι εβδομάδες 

σωθήκαν ο - ο - όλες οι τροφές 

οεοέ οε οε  

Και τότε ρίξανε τον κλήρο  

να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί 

οεοέ οε οε 

Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο

που ήταν α - α – αταξίδευτος

οεοέ οε οε”

κι ο κλήρος πέφτει στους τρελούς

που ήταν σα…

Είχανε βρει το κόλπο για να τρώνε γρήγορα οι σαλοί το βράδυ. Οι σαλοί και  οι άλλοι που κουβαλάγανε την αρρώστια στο κορμί και όχι στο μυαλό. Ένα σμίξιμο που μόνο το κεφάλι-κουρεμένο γουλί- ήταν το κοινό σημείο που τους ένωνε. Μπαίνανε οι τρελοί για βραδινό και ένας, περίεργος, πυρετός τους έκαιγε το στόμα. Τον έβλεπες, τα καταλάβαινες τα λόγια που πάσχιζαν να κρατηθούν. Φτυάριζαν το φαγί με γρηγοράδα, με μανία, δεν το πέταγαν κάτω, δεν πασαλείβονταν. Σαν αποτρώγανε τους άφηναν να τραγουδήσουν. Βιάζονταν για το τραγούδι, για το μικρό καράβι και το πλήρωμά του που φαγώθηκαν όλοι αναμεταξύ τους. Ξέρανε ότι στο κρεσέντο θα τους αφήνανε να χτυπάνε τα μεταλλικά ποτήρια, τα χέρια στο τραπέζι, τα κεφάλια στον τοίχο. Το πανηγύρι των τρελών. Θα φώναζαν με όλη τους τη δύναμη, όταν έφτανε το τραγούδι στο τέλος του. Μετά από την αρχή πάλι. Να μαζεύουνε όλη τους τη δύναμη για να τραβήξουνε τον τελευταίο στίχο. Από τότε που το ανακάλυψαν οι φύλακες τούς άφηναν να εκτονώνονται με το τραγούδι, κάθε βράδυ. Έπαιρνε λίγο χρόνο να τους συμμαζέψεις μα τις νύχτες κοιμόντουσαν πιο ήσυχοι. Είχαν κοπεί οι εφιάλτες. Βλέπανε μόνο όνειρα, βαρκούλες ν’ αρμενίζουν και πληρώματα να χάνονται. Βέβαια, δεν ήταν εύκολο να φέρεις το καράβι των τρελών στη ρότα του ύπνου. Τους άφηναν να ουρλιάζουν όσο μπορούσαν και σα χαμήλωνε η ένταση μπαίνανε, οι φύλακες, με σφυριά. Τέσσερις κρατάγανε δυο παλιά καζάνια οι άλλοι τα χτυπάγανε με τα σφυριά. Φοβόντουσαν οι λειψοί, οτιδήποτε έκανε θόρυβο μεγαλύτερο από αυτούς το φοβόντουσαν. Τώρα είχαν κάτι να περιμένουν, το ξέδομα. Όσοι κουβαλάγαμε την αρρώστια στα κορμιά μας φεύγαμε, τρώγαμε βιαστικά και εξαφανιζόμασταν. Κλεινόμασταν στα κελιά μας, για μας δεν είχε νυχτερινή διασκέδαση.  Βραδινή είσοδος μόνο για τρελούς, έπρεπε να λέει απέξω. Βραδινή έξοδος για τους λοιπούς…   

Εγώ είχα το κορμί ανήμπορο, με έλειωνε ο πυρετός. Άρρωστος. Το ‘καράβι’ το αταξίδευτο έστεκε λίγο έξω από το Πέραμα. Το ‘καράβι’ του Αϊ-Γιώργη των τρελών. Κι αυτό ήταν το νησάκι. Ένα καράβι αταξίδευτο, με άντρες που φαγώνονταν αναμεταξύ τους. Το εκκλησάκι παρατηρούσε το νησί από ψηλά, κι ο Αϊ-Γιώργης ίσως. Καβαλάρης δεν ήτανε, δεν του χρειαζόταν άλογο. Τα χέρια του να βάζει σκέπη στα μάτια μην και ξεφύγει κανένας. Προστάτης για όσους ζούσαν έξω από το νησί, οι μέσα είχανε κόψει, οι περισσότεροι, τη σχέση με τη θρησκεία. Δεν κόλλαγε τίποτα τους τρελούς. Το μυαλό τούς είχε δώσει άσυλο από τις άλλες αρρώστιες.    

Μια φορά τη βδομάδα μας έκοβαν τα μαλλιά. Γουλί. Να ξεχωρίζουμε από τους γερούς, τους μαλλιαρούς. Αυτούς που τα μυαλά τους και τα κορμιά τους δεν είχαν κατολισθήσει. Αν είχες μαλλί όλα καλά, αν δεν είχες παλαβός ή μεταδοτικός. Από τα μαλλιά, από τα κορμιά κι από τη μυρωδιά μάς καταλάβαινες. Δεν πρέπει να υπήρχαν πιο αδύνατοι άνθρωποι, πιο βρομεροί δεν πρέπει να υπήρχαν. Σαν ξύπναγα κατέβαινα στη θάλασσα. Μπούκωνα το στόμα μου με το νερό της. Έπαιρνα φύκια και έτριβα τα δόντια μου. Δεν ήθελα να μαυρίσουν, να πέσουν δεν ήθελα. Κράταγα στο στόμα μου, ευλαβικά, τη μόνη μου ομοιότητα με τους άλλους, με τον παλιό μου εαυτό. Να κολυμπήσω δεν ήξερα, το ‘καράβι’ μου με κράταγε καλά αγκυρωμένο, αταξίδευτο.

Τα μαλλιά τα κόβανε επιμελώς, για τα νύχια δεν τους ένοιαζε. Μεγάλωναν τα νύχια. Τα άφηναν να μακρύνουν και βγάζανε τον σοβά. Τον τρώγανε οι σαλοί, και δεν τους πείραζε. Τα νύχια μου τα έκοβα μόνος μου. Κοιτάγανε τα χέρια μου, όποιος είχε μακριά νύχια ήταν εχθρός. Τα έτριβα στις πέτρες, στο χώμα τα έτριβα, κάποιες φορές τα έτρωγα.  Τον σοβά τους δεν τον προτιμούσα, δεν τους απειλούσα. Άλλες φορές έβαζα τα ξεραμένα φύκια στο κεφάλι. Προσποιούμουν ότι είχα μαλλιά…ο τρελός.

Έτρωγα και λέξεις: «Πότε φεύγω» ρώταγα. «Να μακρύνουν τα μαλλιά σου και θα φύγεις. Αύριο…». Ο πυρετός έπεφτε, έπεφταν και τα μαλλιά με κάθε αύριο. Έτσι ήταν: κοντό μαλλί-εισιτήριο, μακρύ μαλλί-εξιτήριο. Σαν έβλεπα τη κουρευτική να με πλησιάζει ήξερα ότι το αύριο θα αργήσει άλλη μία εβδομάδα. Περίμενα τη μέρα που το όνομά μου θα έχει φαγωθεί από τη λίστα, να φάω κι εγώ ένα αύριο που θα μ’ αρέσει. Με έτρωγαν τα γένια, με έτρωγε το γουλί. Τα γένια τα έκοβα και το ‘θελα αυτό το κόψιμο.

Η λάντζα έφτασε όταν κόντευε ο Αύγουστος να μεσήσει. Ήταν φορτωμένη με οικοδομικά υλικά, σοβά κυρίως. Θα βάζανε καινούργιο ‘φαγί’ στους τοίχους. Μέχρι να μπει ο νέος σοβάς κάνανε σαν… τρελοί. Όλοι οι φύλακες τούς κρατάγανε μακριά. Είχε ζέστη εκείνη τη μέρα, θα στέγνωνε γρήγορα.  Κοιτάζονταν οι σαλοί μεταξύ τους και γέλαγαν. Ένας πήγαινε πέρα-δώθε. Έγλειφε τα νύχια του, έγδερνε το κεφάλι του. «Μαμ, μαμ» έλεγε συνέχεια. Κατέβηκες στη θάλασσα, κανείς δεν σε πρόσεξε. Όλοι απασχολημένοι με την προετοιμασία του φαγητού. Κοίταξες το Πέραμα. Μύριζες το ξύλο που κόρωνε για να ετοιμάσει την πίσσα για τις βάρκες. 

Στη λάντζα βρήκα ένα μεγάλο καραβόπανο και κρύφτηκα από κάτω.  Παραμόνευε ο δεκαπενταύγουστος, έτοιμη να κοιμηθεί η Παναγιά. Ας νύσταζε πολύ, Θεέ μου. Ας κοιμόταν γρήγορα, να μη σε μαρτυρήσει που τρύπωσες στο πανί. Αυτή όλα τα βλέπει. Άλλα τα μολογά, άλλα τα κρύβει. Ας μ’ έκρυβε σήμερα από τον Αϊ-Γιώργη, ας μη γινόταν προδότρια ανάμεσα στους αγίους,  ας μη με φανέρωνε.

Στο Πέραμα φτάσαμε με το βασίλεμα. Έδεσε το μικρό καράβι. Είχε κοπάσει το ταξίδι και τα τετζερέδια, μείον ένα, μείον ένας. Άκουγα τα καζάνια να βροντάνε. Έπρεπε να κρυφτώ, το κεφάλι μου να κρύψω έπρεπε. Να μην το δουν  οι γνωστικοί δίχως μαλλιά κι αρχίσουνε να (με) κοπανάνε. Σα νύχτωσε ξετρύπωσα, η Παναγιά η αφανέρωτη κοιμήθηκε τελικά χωρίς να ξεστομίσει λόγια. Βρήκα έναν ταρσανά και μαζεύτηκα. Η πόλη χούγιαζε, αύριο ξημέρωνε γιορτή. Σφάλισα το στόμα μου. Ήθελα να βγάλω το αύριο μα φοβόμουν. Στη φωτιά, που χώνευε τα ξύλα, έβαλα μερικές γυαλιστερές. Να ανοίξουνε τα κλεισμένα τους στόματα ήθελα. Σαν τα άνοιξαν τις έφαγα. Το φεγγάρι άφηνε τις ακτίνες του, μαλλιά αδύναμα, να σιάχνουν  μια φεγγαρόστρατα στη θάλασσα, πέρναγε από τον άγιο και βούταγε στο βάθος. Αυτή τη στράτα δεν ήθελα να την πάρω πίσω. Αν γύρναγα θα χανόμουνα, σαν το φεγγάρι που από αύριο θα χανόταν μέρα τη μέρα. Θα έχανε τις ακτίνες του, τα μαλλιά του τα λαμπερά.  Μαλλιά ζήταγα να βγάλω, καινούργια. Να κυκλοφορήσω δεν μπορούσα. Είχα να κρύψω το κεφάλι μου το άδειο. Ο πυρετός δεν με συντρόφευε. Είχα και αντιπυρίνες μαζί μου, κλεμμένες από το φαρμακείο του νησιού. 

Έγινα ένα κουβάρι δίπλα στη θράκα και έκλεισα τα μάτια μου. Κοντά στο ξημέρωμα ακούστηκε η σειρήνα, οι μαλλιαροί μυρίστηκαν την απουσία της βρομιάς μου, με έπαιρναν στο κατόπι. Πετάχτηκα και άρχισα να τρέχω. Πήγαινα στο βουνό, πίσω από το Πέραμα. Ευτυχώς η πόλη κοιμότανε, μαζί με την Παναγιά. Ήμουν άρρωστος και ήμουν αταξίδευτος, μέχρι χθες, μοιραία τώρα έπεφτε να φαγωθώ. Ο κλήρος έπεσε σε μένα, το σκάσιμό μου ακούστηκε. Όλοι συμφωνούσαν εδώ, ομόφωνη η (κατά)κραυγή από τους έχοντες τρίχωμα να επιδείξουν. Είχανε χρόνο πολύ, τόσο όσο να μεγαλώσει η τρίχα στο κεφάλι μου. Περίεργη μονάδα μέτρησης του χρόνου. Θα φέρνανε και σκυλιά, λερός ήμουνα τη μυρωδιά του νησιού δεν την γδέρνεις εύκολα.

Έμπαινα μέσα στο βουνό. Σε ένα ρυάκι σταμάτησα. Ο ήλιος με κοίταζε από ψηλά, μα δεν τον φοβόμουνα. Αυτός ο άγιος όλους τους ζωογονεί μα κάποτε τους καίει κόλας. Εμένα με στέγνωσε. Γυμνώθηκα, μπήκα μέσα στο ρυάκι και τριβόμουνα, έτριβα τα κουρέλια για ώρα. Ξαπλώσαμε στον ήλιο, άνθρωπος και κουρέλια. Η μασχάλη μου είχε τρίχες, το στήθος μου, τα πόδια μου. Εκεί που ήθελα πιότερο δεν είχα. Έπρεπε να με ντύσω γρήγορα, στο κεφάλι δεν μπόραγα, έπρεπε το σώμα.  Απόγευμα άρχισα να κατεβαίνω. Στους ανθρώπους πήγαινα, άνθρωπος-κι εγώ- ήθελα να επιστρέψω.

Σε ένα σπίτι κυμάτιζε μια μπουγάδα. Φτωχό σπίτι, φτωχά ρούχα μπαλωμένα. Κρύφτηκα σιμά τους, ο αέρας μου έφερνε το σαπούνι. Κοίταγα το παντελόνι, το πουκάμισο, το εσώρουχο, τις κάλτσες. Θα έπλεα μέσα τους, πανί θα γίνονταν να με γυρίσουν. Είχα σκελετωθεί.  Καθαρά, μοσχοβόλαγαν. Άμα είσαι καιρό, πολύ, στη βρόμα, το καθαρό σου τρυπάει τα ρουθούνια. Το βράδυ άπλωσα τα χέρια μου στα ρούχα, τα βούτηξα τα κι έφυγα. Στον ταρσανά αναθάρρησα. Έβγαλα την φανέλα και με τις λωρίδες της έθρεψα μια φωτίτσα που έσπαγε το σκοτάδι. Ένα ψόφιο ψάρι με ετάισε και λίγα χόρτα που τα έβρασα με θάλασσα σε ένα κονσερβοκούτι. Το στόμα μου είχε λυσσάξει. Το μπούκωσα με νερό από το ρυάκι το ξημέρωμα. Τη μέρα θα ξέρανε ποιος είναι ο κλέφτης. Ο γουλής. Είχα και νέο επώνυμο τώρα, δίχως κεφαλαίο. Τίποτα κεφαλαίο δεν είχα ακόμα στη ζωή μου. Η κλεψύδρα άδειαζε σιγά σιγά τις τρίχες που την είχανε γεμίσει.

Έπαιζα κρυφτό συνέχεια μα το γέλιο το ‘χα χάσει. Στο κεφάλι κάτι άρχιζε να μ’ αγκυλώνει.  Γέλασα, με τ’ αγκάθια. Ένας αχινός φύτρωνε στο κρανίο μου. Να μην τον πιάσει κανείς, κανείς να μην τον πατήσει. Θα πόναγα με το πάτημα. Τα πόδια μου είχανε σκληράνει. Πριν, στου Αϊ-Γιωργή τα λημέρια,   δεν με πείραζε που γύρναγα (την φοβόμουνα αυτή τη λέξη μα και την αγάπαγα, αν με έφερνε στους ανθρώπους την αγάπαγα, αν με πήγαινε στους παλαβούς την μισούσα) ξυπόλητος. Κράταγα τις κάλτσες σα θησαυρό, τα καθαρά ρούχα σα θησαυρό τα κράταγα. Σαν έχεις παπούτσια, ρούχα και μαλλιά ο κόσμος δε σε κοιτάει. Μοιάζεις, φαινομενικά, με τους γνωστικούς, με τους αμόλυντους.

Στο βουνό, βαθιά μέσα του,  είχε μια στάνη. Άκουγα τα κουδούνια, πολλά αφού ήταν, μακριά στα βάθη του βουνού. Την πέμπτη μέρα πλησίασε το ρυάκι ένα αρνί μικρό, περίεργο σαν όλα τα μικρά. Δίψαγε και έσκυψε. Ο αμνός του Θεού. Με πλησίασε, δεν το έμελε το αδειανό μου το κεφάλι. Το ένοιαζε το φρέσκο κλαρί που κρατούσα στο αριστερό μου το χέρι. Περίεργο. Στο δεξί κρατούσα μια πέτρα. Σα με ακούμπησε του διέλυσα το κεφάλι με την πέτρα. Στο κεφαλάκι του φούντωνε το νιόβγαλτο μαλλί. Δεν πρόλαβε…Ο αίρων την αμαρτία (και  την πείνα) του ενός. Το βράδυ ξανάβαλα κρέας στο στόμα μου. Τρελάθηκα. Πώς την κρύβεις τόση νοστιμιά, Θεέ μου, κάτω από ένα ακούρευτο κεφάλι! Φύγανε οι τελευταίες λωρίδες, έστελνα τσίκνα στους θεούς. Αυγουστοπέμπτη…

Όσο είχα το γλυκό νερό και το κοντό μαλλί δεν έπαιρνα την απόφαση να φύγω. Το τομάρι του αρνιού το τέντωσα και το άφησα να ξεραθεί. Παπούτσια θα το έκανα, αυτά τα χοντροπάπουτσα που φοράγανε οι Αρβανίτες οι ρετσινάδες και   τους κοροϊδεύαμε.

Αξημέρωτα άρχισα να πορπατώ. Τρεις βδομάδες μετά το φευγιό. Είχα μαλλί στο κεφάλι, καστανόξανθο σαν και εκείνο στην ασπρόμαυρη φωτογραφία, που την είχα θάψει κάτω από το στρώμα και τώρα αναστημένη την κουβάλαγα μαζί μου. Ξυπόλητος. Τα ‘παπούτσια’-θεός να τα κάμει παπούτσια εκείνα τα δέρματα τα δεμένα με πανιά- φοβόμουνα, μη με μαρτυρήσουν. Άλλα δεν είχα. Σαν άρχισε να πλημμυρίζει το φως τον κόσμο πέταξα τα κουρέλια κι έβαλα τα ‘καλά’. Άλλος ένας χώραγε. Έπλεα μέσα τους. Είχε αρχίσει το ταξίδι. Ξύπναγε ο κόσμος, ξύπναγα κι εγώ από μεγάλο ύπνο γεμάτο εφιάλτες. Δεν σταμάτησα να πορπατώ μέχρι που πήρε ο ήλιος να γέρνει, να πάει να φωτίσει άλλους φευγάτους σε άλλους κόσμους.  Έβγαλα τις κάλτσες, τις φόρεσα μαζί με τα τσαρούχια. Περίεργο θέαμα. Πιο αδύνατος από σπιρτόξυλο, παράταιρος. Φοβόμουνα.

Στο τέλος του δρόμου άρχιζαν να φωτίζουν οι λάμπες τα τραπεζάκια ενός καφενέ. Πλησίασα. Δίψαγα, πείναγα. Βρήκα ένα τραπέζι στο βάθος, εκεί που το φως της λάμπας το έτρωγε περισσότερο το σκοτάδι και κάθισα. Σαν με είπε κύριο ένιωσα να γυρίζει η ζωή μου και να με χτυπάει με δύναμη. Παρήγγειλα ένα ούζο και νερό. Ήπια το νερό μονορούφι, το ούζο το ταλαιπώρησα. Παρήγγειλα και δεύτερο. Το κεκαρμένο μου μυαλό έπαιρνε να γυρίζει.

Κόσμος μαζευόταν, άνθρωποι της δουλειάς που έρχονταν να απιθώσουν κουρασμένα κορμιά και διψασμένα λαρύγγια. Σαν τις πεταλούδες που τις τραβάει το φως του λύχνου. Συμμαζεύτηκα στο σκοτάδι μου.   Σωτήρη τον λέγανε τον ιδιοκτήτη. Κοντός και λιανός. Φαλακρός, είχε αφήσει τα μαλλιά να μακρύνουν στο πλάι και τα κόλλαγε με μπριγιαντίνη στο ακάλυπτο. Άκουγα που τον ονομάτιζαν και του λέγανε:

«Φέρε και μεζέ βρε Σωτήρη. Ξεροσφύρι δεν γλιστράει το πιόμα»

«Να πας να πλύνεις τα πιάτα» απάντησε. «Κάνουνε παρέλαση εκεί μέσα. Άντε να σε δω!»

«Σ’ άφησε η Βασιλική και τα ’χεις θαλασσώσει. Η γυναίκα σου το κρατάει το μαγαζί, εσύ δεν είσαι άξιος. Άιντε κουνήσου, στεγνώσαμε»

Ήταν λεχώνα η Βασιλική στο τρίτο. Ασαράντιστο. Τους τα ’λεγε ο Σωτήρης, περισσότερο για να τ’ ακούει ο ίδιος. Σηκώθηκα απ’ το σκοτάδι μου και προχώρησα στα μέσα του καφενέ. Ο Σωτήρης πηγαινοερχόταν στα τραπέζια και γέμιζε τα ποτήρια μόνο, μόνος. Στο έμπα του μαγαζιού είδα στον τοίχο δύο λαδοφάναρα και στον νεροχύτη μια στοίβα πιατάκια και ποτήρια, δυο κουβάδες γεμάτους με νεκρό νερό, από μέρες πιασμένο. Είχα ώρα κάποιος να το αναταράξει. Έσβηνε. Το ανακάτωσα, το άναψα και άρχισα να τα πλένω, τα άπλυτα. Στο τρίτο πιάτο με έπιασε το χέρι του Σωτήρη.

«Τι κάνεις εκεί, ρε!»

«Δεν έχω να σε πληρώσω. Θα σου τα πλύνω όλα»

Κ0ντοστάθηκε, πέρασε τα χέρια απ’ τα μαλλιά, ξεφύσησε. Απ’ έξω φώναζαν.  Πήρε τα πιάτα, άνοιξε το φανάρι, που κρεμόταν από το ταβάνι. Πήρε δυο ντομάτες και λίγο τυρί. Με κοίταξε.

«Πλένε. Σα δεν έχεις να πλερώσεις πλένε»

Τα πιατάκια άρχισαν να λιγοστεύουν, τα βρόμικα. Έπλενα, σκούπιζα, έδινα. Κάποια μπράβο άρχισαν να σβουρίζουν στον αέρα και κάτι ψαράκια να τσιτσιρίζουν στο τηγάνι.

Ο αποσπερίτης είχε χαθεί στον ουρανό, σα βγήκα από τη λάντζα μου. Μεσάνυχτα. Πλέρωσαν οι τελευταίοι και φύγανε. Βγήκα και μάζευα τα ποτήρια, τα πιάτα, με ένα πανί σκούπιζα τα τραπέζια, στοίβαζα τις καρέκλες. Ο Σωτήρης καθότανε σ’ ένα τραπέζι, δίπλα του είχε αφήσει κι άλλη μια καρέκλα. Στο τραπέζι δυο ποτήρια και στο μπουκάλι ούζο. Ορθός τον κοίταγα. Έσαξα τα μαλλιά.

«Κάθισε μωρέ, σαν τον τρελό από πάνω μου!» Έγνεψε στο ούζο. «Σ’ αρέσει;»

«Καλό είναι, άμα έχεις να πιεις καιρό»

Γέμισε τα ποτήρια. Αργοπίναμε, κουβέντα καμιά. Γέμισε άλλη μια γύρα.

«Τι θα σε κάμω εσένα;» μου είπε.

«Να κάτσω, δυο χέρια τα έχεις ανάγκη. Χέρια έχεις ανάγκη, να σου πλένουν τη λάντζα, να σου σιάχνουν το μαγαζί, μέχρι να γυρίσει η Βασιλική σου».

«Έχεις να κοιμηθείς;»

Δεν του απάντησα. Αναστέναξε, δεν με ρώτησε το όνομά μου. Μπήκε μέσα. Σε ένα πιάτο έβαλε ψωμί, τυρί, ντομάτα κι ένα ψαράκι που κάποιος είχε φάει μόνο το κεφάλι του το αμάλλιαγο. Το πιάτο το καθάρισε η γλώσσα μου. Γέμισε άλλη μια γύρα και έμεινε να με κοιτάζει.

«Μέσα, στο αποθηκάκι,  έχει κάτι κουβέρτες. Στρώστες κάτω και κοιμήσου. Κι άμα πλησιάσει κανείς το μαγαζί να τον γαυγίσεις» μου είπε, και έστρωσε το μαλλί που του το σήκωσε ο αέρας. Μάζεψε την είσπραξη και έφυγε, με κλείδωσε μέσα.

Όταν ξάπλωσα το κεφάλι μου γύριζε. Μια ζάλη είχε καταλάβει το κορμί μου, μια ζάλη που είχε καιρό να με αλώσει. Κοιμήθηκα ήσυχος.

Στο μαγαζί κάθισα έναν μήνα. Λόγια πολλά δεν είχαμε. Με έλεγε μαλλιαρό και καταλάβαινα, χαιρόμουνα, κούναγα τα μαλλιά μου. Σαν κλείναμε άφηνε την πόρτα ξεκλείδωτη. Είχε εμένα μέσα να το φυλάω. Την τελευταία βδομάδα τού ζήτησα σοβά, να του μπαλώσω τις τρύπες στον τοίχο. Τον είχε φάει ο χρόνος, όπως λογικώς κάνει. Τρώει τον σοβά μέρα τη μέρα, πόντο τον πόντο. Μου έδωσε σοβά, μου έδωσε παπούτσια και ένα κουστουμάκι παλιό, από τότε που το κορμί του βάσταγε λίπος. Έπλεα μέσα του, μου άρεσε. Μου έδωσε και χαρτζιλίκι, ένα ολάκερο μηνιάτικο. Είχε δουλέψει καλά το μαγαζί. Ανάσανε η Βασιλική από τη μουρμούρα του, ανάσανε αυτός. Σταμάτησαν τα πειράγματα από τους πελάτες. Σαν έφευγα με ρώτησε πώς με λένε. «Κώστας» του είπα. Ο πόλεμος είχε τελειώσει. Σειρήνες δεν άκουγα. Είχα δεθεί απ’ το κεφάλι, απ’ το κορμί στη λάντζα είχα δεθεί και ο Σωτήρης με έλυσε. Επέστρεφα.   Ντύθηκα κύριος. Σε ένα μαγαζί αγόρασα καπέλο. Το κράταγα στα χέρια μου από γινάτι.



Κώστας Μοναστήρας
(η φωτογραφία από τον Alex Majoli)





   Ο Κώστας Μοναστήρας (από πατέρα ορείτη και μάνα κρυπτοθαλασσινή) γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Πατήσια, προλαβαίνοντας τις τελευταίες αλάνες. Εργάζεται ως δάσκαλος στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Οι μαθητές του έχουν εκθέσει τα καλούδια του μυαλού τους πολλές φορές. Τη δική του έκθεση στο κοινό την όφειλε στους μικρούς γραφιάδες. Οφείλει, επίσης, πολλά στο Μεταπτυχιακό Τμήμα Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και στους ανθρώπους του που τον δίδαξαν και τον υποστήριξαν. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, Ηλιοτριβείο (Libron εκδοτική, 2016) και Υέτιος στίχος (Έναστρον εκδόσεις, 2018).





Το άλλο κόκκινο φεγγάρι του Κωνσταντίνου Μ. Σκηνιώτη


Το άλλο κόκκινο φεγγάρι
του Κωνσταντίνου Μ. Σκηνιώτη




Κοίτα με, κοίτα με βαθειά στα μάτια

θ’ αργήσεις να δεις το βλέμμα μου ξανά

ενενήντα χρόνια μετά θα ξανάρθει, λένε·

την ευκαιρία αυτή μην χάσεις.



Κοίτα με, κοίτα με βαθειά στα μάτια·

σ’ αγαπώ εκ βαθέων, από τα έγκατα της γης

είσαι ο πύρινος άξονάς μου

αδιάλειπτα τριγυρίζω γύρω σου.



Κοίτα με, κοίτα με βαθειά στα μάτια

κόκκινα του κορμιού μου τα τρία τέταρτα

στην άκρη μια πόρτα λευκή,

από κει να μπεις για να με κατακτήσεις.



Κοίτα με, κοίτα με βαθειά στα μάτια

τη νύχτα αυτή να μην ξεχάσεις

είναι η κόκκινη αγάπη που ξεχειλίζει·

κοίτα με, κοίτα με αγάπη μου…



Κωνσταντίνος Μ. Σκηνιώτης