Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» φιλοξενεί ένα διήγημα του Δημήτρη Μπούκουρα. Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» φιλοξενεί 
ένα διήγημα του Δημήτρη Μπούκουρα

Ο  ΓΥΡΙΣΜΟΣ

   



Όλη τη μέρα στη δουλειά δεν μπόρεσε να συγκεντρωθεί…    Ήταν η προσμονή που έκανε τον χρόνο να κυλάει βασανιστικά αργά.  Εεε δεν ήταν και μικρό πράγμα… Κάθισε και μέτρησε τα χρόνια για μιαν ακόμη φορά. Τα χρόνια που πέρασαν από τότες: Εξήντα  ολόκληρα χρόνια!... Πότε μωρέ ήσαν πιτσιρίκια και έπαιζαν ανέμελα στο ρέμα της Πικροδάφνης, στο Φάληρο, κυνηγώντας πεταλούδες, μαζεύοντας χρυσόμυγες και κλέβοντας αχλάδια από το χτήμα του μπάρμπα Θωμά… Οι απέραντες αλάνες είχαν γίνει τώρα πια απρόσωπες πολυκατοικίες… Και οι κάτοικοι, όλοι άγνωστοι μεταξύ τους… Ποιος ζει; Ποιος πεθαίνει; Προχτές ήταν που κάποιοι συζητούσαν στο μίνι μάρκετ:
  -Ρε συ; Ξέρεις ποιος πέθανε;
  -Ποιος;
  - Ο Νίκος…
  - Ποιος Νίκος;
  - Ο ψηλός με το μουστακάκι;
  - ……………
  - Αυτός, ρε, με το κόκκινο Τογιότα…
  - Αααααα………
    Έτσι γνωρίζονταν τώρα οι άνθρωποι: «Αυτός με το κόκκινο Τογιότα… Αυτός με το σκυλί το λαμπραντόρ»…
   
Τα ζεστά αυγουστιάτικα απογεύματα, πήγαιναν για μπάνιο στην παραλία, στο Καλαμάκι… Και αργότερα, στο σπίτι, έπαιζαν όλα τα παιχνίδια εκείνου του αλησμόνητου παιδικού ρεπερτορίου:  Μπερλίνα, στρατιωτάκια ακούνητα και αμίλητα, «Βασιλιά – Βασιλιά τι δουλειά»… Ερχόταν ο αξάδερφος του από την Αθήνα για να παραθερίσουν  στην εξοχή… Αυτό ήταν το Φάληρο τότες. Εξοχή… Περνούσαν δύο αλησμόνητους μήνες μαζί ζώντας την τρέλα των παιδικών χρόνων… Και κάποτε όλα τελείωναν καθώς θα άρχιζαν τα σχολεία και ερχόταν η στιγμή του αποχωρισμού. «Άντε… Του χρόνου πάλι»… Και το δάκρυ έτρεχε κορόμηλο. Έκλαιγαν οι μικροί, έκλαιγαν και οι μεγάλοι. Ώσπου δεν άργησε να έρθει και ο μεγάλος ο αποχαιρετισμός… Η φτώχεια που μάστιζε τότες μετά τον πόλεμο τη χώρα, οδήγησε τους γονείς του Πέτρου να τον στείλουν στην Αμερική, «να έχει καλλίτερη τύχη το παιδί»…
   
Με αυτά και με αυτά, πέρασε η ώρα, και -επιτέλους- ήρθε και το πολυπόθητο τηλεφώνημα από τη γυναίκα του: «Είναι στο σπίτι και σε περιμένει»… Ταχτοποίησε κάτι τελευταίες εκκρεμότητες, κατέβασε τα ρολά, τα κλείδωσε με το χοντρό λουκέτο. Ύστερα πήρε τον δρόμο για το σπίτι… Άρχισε πάλι να σκέφτεται το πρόγραμμα που είχε ετοιμάσει: Θα τον τριγυρνούσε στην παλιά τη γειτονιά, εκεί που κάποτε ήσαν οι αλάνες και που τώρα είχαν γεμίσει πολυκατοικίες… Στο παρκάκι που είχε δημιουργηθεί πάνω από το παλιό ρέμα… ίσως και να ακούγανε τις χαρούμενες φωνές των φίλων που είχαν πια χαθεί… Του Μόλκη… Του Γιάννη του Φουντή… Και ύστερα θα τον πήγαινε εκεί που ήταν η παλιά αμμουδιά που έκαναν μπάνιο εκείνα τα καλοκαίρια.. Θα προσπαθούσε να κάνει για λίγο τον τοπογράφο, ξεχωρίζοντας και οριοθετώντας πού ακριβώς ήταν το μέρος με τις βαρκούλες, και που τώρα πια το είχαν καταπιεί οι τερατώδεις επιχωματώσεις για να δημιουργηθεί η νέα μαρίνα… Θα έκανε τα πάντα για να ευχαριστήσει τον  αξάδερφο. Μέχρι και το αγαπημένο του φαγητό  του είχαν ετοιμάσει: Μακαρόνια με κιμά…
   Επιτέλους έφτασε στο σπίτι, άνοιξε, και μπήκε  στο ασανσέρ με ανυπομονησία. Ατελείωτη του φάνηκε η άνοδος… Πρώτος… Δεύτερος… Τρίτος… Τέταρτος…  Και κάποτε έφτασε. Μπήκε με λαχτάρα στο σπίτι… Αλλά ποιος είναι αυτός που κάθεται  εκεί στο μπαλκόνι; Ένας αγνώριστος, μαραμένος γέρος… Τα μάτια του σβηστά… Τα χείλη του τρέμουν ελαφρά… Με κόπο σηκώθηκε και έπεσε στην αγκαλιά του. «Ποιος είναι αυτός»; «Πέτρο;» ψιθύρισε… Ύστερα το βλέμμα του έπεσε στον καθρέφτη και αντίκρισε τη δική του μορφή . Μιαν ίδια γερασμένη μορφή.. Ένοιωσε δύο καυτά δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά του…
   
« Ελάτε… η μακαρονάδα είναι έτοιμη», ακούστηκε η φωνή  από την κουζίνα…
                                         
                                      Δημήτρης Μπούκουρας
                                                 (6-3-2015)


(Ο Δημήτρης Μπούκουρας γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1942.  Τέλειωσε τη Σχολή Δημοσιογραφίας και εργάστηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα». Η καριέρα του έληξε άδοξα με την έλευση της χούντας. Εργάστηκε σε διάφορες εργασίες  μέχρι να κάνει μια δική του δουλειά ως έμπορος. Ασχολείται με τη συγγραφή έχοντας γράψει μια ποιητική συλλογή, μια συλλογή διηγημάτων, ένα βιογραφικό βιβλίο, μια πραγματεία και δύο παιδικά. Επίσης, ασχολείται με την υποβρύχια φωτογράφιση.)

(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)


Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας (ποιητική πρόταση)




Να φτιαχτεί ένα ποίημα
χωρίς ο ποιητής να δείχνει
με τον τρόπο τον γνωστό
την παύση,
το λαχάνιασμα,
την απορία,
το τέλος.

Έτσι, αυτός που δεν προσπέρασε
να μπαίνει στο χαρτί
και να απλώνει λέξεις
με τα σημάδια τα δικά του,
εδώ ένα επιφώνημα
εκεί μια σιωπή
και να ακουμπά
βουβά το χέρι του
στο οδυνηρό το τέλος.

Ένα ποίημα ακαθοδήγητο.

(Διώνη Δημητριάδου)


(Πίνακας: «Ορφέας», Νίκος Εγγονόπουλος, 1972)
Μεταφορικά μιλώντας (ιεροτελεστία του ελάχιστου)




Η σωστή δόση αρχικά.
Δύο κοφτές σιωπές
και από γλύκα τίποτα.

Ένα ανακάτεμα αργό
όπως μπερδεύονται τα αποκόμματα ζωής
μέσα σε διάμετρο στενή
σαν τους διαδρόμους των σπιτιών
με τους μικρούς φεγγίτες
μικρές ανάσες σε σκοτεινές αυλές
να αποσταίνει λίγο η ζωή.

Αναμονή με αταραξία
να μη θολώνει ο νους με άσχετα λόγια.
Και μετά
χτύπημα ανεπαίσθητο
ίσα να αγγίξει το κορμί
να το ξυπνήσει
από το λήθαργο ζεστής ανάσας.

Και πάλι ελάχιστη αναμονή
εκεί στον ελαφρύ κυματισμό.
Και με τον πρώτο αναστεναγμό
απόσυρση σκληρή
συνειδητοποίηση αποχής.

Κατόπιν αργά και ηδονικά
με το μυαλό σε αλλοτινούς καιρούς
πίνεις το αποτέλεσμα
της ταραγμένης θάλασσας.

(Διώνη Δημητριάδου)


Διαβάζοντας και σχολιάζοντας ( παιδικό)




Η ανάγνωση:

(από την ποιητική σκέψη της Βασιλείας Οικονόμου, «Το υπόλοιπο της αφαίρεσης», εκδόσεις Γκοβόστη)
«…
Κι αναρωτιέμαι πίνοντας καφέ
μπορεί κανείς να δραπετεύσει
απ’ το παιδικό του δωμάτιο;
…»
(Καθρέφτες)

Και το σχόλιο:

Κάποια στιγμή ανοίγουμε την πόρτα και εξερευνούμε και το υπόλοιπο σπίτι. Αναπόφευκτα κόβουμε τον ομφάλιο λώρο με τον παιδικό μας εαυτό. Αρχικά με ενθουσιασμό για την απελευθέρωση, με ευχάριστο ξάφνιασμα για τον καινούργιο ορίζοντα. Με λίγο αδιόρατο φόβο για τις σκοτεινές στροφές, ένα προμήνυμα της δύσκολης απαγκίστρωσης από το οικογενειακό αδράχτι.
Μόνο που ανοίγοντας καμιά φορά το παιδικό δωμάτιο της μνήμης, ας συμφιλιωθούμε με το ενδεχόμενο να μην το βρούμε άδειο. Είναι ακόμη εκεί και παίζει καθισμένο στο πάτωμα, σέρνοντας το μοναχικό του παιχνίδι κάτω από το κρεβάτι. Δεν μπορεί να μας δει. Αν μας έβλεπε, ίσως να μην έβγαινε ποτέ από το δωμάτιό του.

(Διώνη Δημητριάδου)

(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)





Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας (λάθρα)

Μεταφορικά μιλώντας (λάθρα)




Με μόνο βιος το ελάχιστο του σώματος.
Γη της επαγγελίας ψεύτικη.

Μαζεύοντας τα λιγοστά του για να φύγει
δεν το ’νιωσε πως είχε να διαλέξει
ανάμεσα στης μετακίνησης το ηθελημένο
και στο άλλο, το διωκόμενο.
Έτσι, του φόρεσαν το βολικό:
«Λάθρα».

(Διώνη Δημητριάδου)


(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» φιλοξενεί ένα αφήγημα του Κωστή Τζαγκαράκη

Κηφισιά – Γλυφάδα
(Εικόνες και κουβέντες)

     



  Προσπαθώ, όσο μπορώ, να χρησιμοποιώ τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Όπου κινούνται και όταν τα κινούν εκείνοι που είναι η δουλειά τους να τα κινούν. Από τη Γλυφάδα που μένω για παράδειγμα, για να πάω στην Αθήνα όταν χρειάζεται, υπάρχει ο συνδυασμός λεωφορείο και μετρό που με βολεύει. Και, όταν μπορώ και υπάρχει άνεση χρόνου, κάνω και μέρος της διαδρομής με τα πόδια.
          Τώρα τελευταία χρειάζεται ν’ ανεβαίνω συχνά στην Κηφισιά. Κάποιος συγγενής νοσηλεύεται στο ΚΑΤ και πρέπει να τον επισκέπτομαι. Ανέβηκα μερικές φορές με το αυτοκίνητο λόγω ανάγκης, είχα πέσει και μέσα στις μέρες που τα ΜΜΜ είχαν απεργίες και αποφάσισα να μην το ξαναπροσπαθήσω. Αν μπορώ φυσικά. Από τη Γλυφάδα μπορώ να πάρω το τραμ, να κατεβώ στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας και από εκεί με τον παλιό καλό «ηλεκτρικό», κατευθείαν στην Κηφισιά. Έχουν φτιάξει και σταθμό τώρα πια κοντά στο ΚΑΤ και βολεύει. Η διαδρομή βέβαια μπορεί να κρατήσει κοντά δυο ώρες αλλά είναι ξεκούραστη, και από χρόνο τώρα πια με τη σύνταξη έχουμε μπόλικο. Μακάρι να ξέραμε τι να τον κάνουμε.
          
Πριν μερικές μέρες έκανα τη διαδρομή της επιστροφής. Στον ηλεκτρικό ΚΑΤ-ΣΕΦ και τραμ ΣΕΦ Γλυφάδα.
Ψιλόβρεχε και έκανε και κρύο την ώρα που έφυγα από την Κηφισιά. Λιγοστός ο κόσμος στον σταθμό του ηλεκτρικού. Μερικοί επισκέπτες του ΚΑΤ σαν και μένα, δυο τρεις νεαροί που κατέβαιναν στην Αθήνα στο φροντιστήριο και δυο νοσοκόμες αποκλειστικές, που είχαν τελειώσει τη βάρδια με τους πελάτες τους και επέστρεφαν στα σπίτια τους. Από την κουβέντα που είχαν πιάσει μεταξύ τους κατάλαβα πως και οι δυο ήταν αλλοδαπές και τα Ελληνικά ήταν η κοινή τους γλώσσα.
-Είσαι πολλά χρόνια στην Ελλάδα;
-Εικοσιπέντε. Είχα φύγει από την Ουγγαρία μικρή. Στη Γερμανία σπούδασα νοσοκόμα και δούλευα 15 χρόνια. Εκεί γνώρισα τον άντρα μου και όταν παντρευτήκαμε θέλησε να γυρίσουμε πίσω στην Ελλάδα να κάνει δουλειά εδώ. Στη Γερμανία δούλευε σαν μαραγκός. Δεν είχε δουλειά δική του αλλά είχα δουλειά συνέχεια. Ήταν καλός μάστορας. Τώρα έκλεισε και τη δουλειά που είχε ξεκινήσει εδώ. Δεν υπάρχουν πια δουλειές. Αχ! Καλύτερα να μην είχαμε φύγει από τη Γερμανία. Εσύ είσαι παντρεμένη; Πόσα χρόνια ζεις εδώ;
-Στην Ελλάδα είμαι οχτώ χρόνια. Είχα δουλέψει δέκα χρόνια πριν σαν νοσοκόμα στην Ουκρανία. Μετά, όταν χώρισα με τον άντρα μου, κατάφερα να βγάλω βίζα και να έρθω σαν τουρίστρια στην Ελλάδα. Βρήκα στην αρχή δουλειά να περιποιούμαι μια γιαγιά που ήταν κατάκοιτη. Δεν είχα χαρτιά και άδεια ακόμη. Όταν πέθανε η γιαγιά βρήκα μια άλλη. Αλλά πέθανε και αυτή σε μερικούς μήνες. Και άρχισα να κάνω μεροκάματα. Να καθαρίζω σπίτια. Μετά, όταν έφτιαξα τα χαρτιά μου, επειδή είχα και το δίπλωμα της νοσοκόμας, μου επέτρεψαν να βγάλω άδεια και να δουλεύω σαν αποκλειστική.
-Πού μένεις?
-Στο Αιγάλεω, εσύ ;
-Στα Καμίνια, στον Πειραιά. Μ’ εξυπηρετεί ο Ηλεκτρικός όταν έχω πελάτη στο ΚΑΤ.
-Να έφτασε το τραίνο. Καλό σου βράδυ. Χάρηκα που τα είπαμε.
-Κι εγώ. Καλό βράδυ.
          
Είχε φτάσει το τραίνο. Και χωθήκαμε μέσα όλοι. Και καθένας στον εαυτό του.
Κόσμος περισσότερος μπαινόβγαινε στο τραίνο όσο προχωρούσε προς την Αθήνα. Και κάπου εκεί στον σταθμό του Νέου Ηρακλείου, αν θυμάμαι καλά,  βλέπω ένα αγοράκι εννιά με δέκα χρονών, να κρατά την πόρτα του βαγονιού να μην κλείσει και απ’ έξω η μάννα του, να πετά μέσα στο βαγόνι τσάντες, σακ-βουαγιάζ, χαρτόκουτες και δυο-τρεις σακούλες από σούπερ-μάρκετ. Πώς τα ‘χαν καταφέρει και τα κουβάλησαν οι δυο τους μέχρι την πλατφόρμα του τρένου δεν ξέρω. Πάντως το αγοράκι δεν φαινόταν να μπορεί να προσφέρει και μεγάλη βοήθεια. Τακτοποίησαν τα μπαγκάζια τους στην άκρη του βαγονιού, όπως όπως και κάθισαν απέναντί μου. Πρόσεχαν τα πράγματά τους σαν να ‘ταν αυτά όλο το νοικοκυριό τους, και μάλλον ήταν. Και οι δυο τους δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστά ντυμένοι παρ’ όλο το κρύο. Και στων δυο τα πρόσωπα ήταν χαραγμένα έντονα τα σημάδια της κούρασης και της απογοήτευσης. Περισσότερο στο πρόσωπο της μάννας. Που θα ‘ταν δεν θα ‘ταν τριάντα χρονών και ήταν και όμορφη. Παρ’ όλες τις αυλακιές από τα βάσανα που είχε το πρόσωπό της.
-Γιώργο, πού έχεις το μπουκάλι το νερό. Δώσε μου το, σε παρακαλώ.
Έψαξε ο Γιώργος στις σακούλες και το βρήκε. Ήπιε μια γουλιά και μετά το 'δωσε στη μάννα του.
Άρχισε μετά η μάννα να ψάχνει τις τσέπες της, την τσάντα της τις σακούλες μία μία.
-Γιώργο, μήπως έχεις εσύ το κινητό μου; Δεν το ‘χω εγώ. Μήπως το είδες;
-Όχι μαμά. Δεν το ‘χω. Τελευταία φορά το είχα δει στο κομοδίνο. Κοντά στην πόρτα πριν φύγουμε. Πάλι το ξέχασες μανούλα; Τι θα κάνουμε τώρα;
Καινούριο ψάξιμο από την αρχή. Και πάλι χωρίς αποτέλεσμα.
-Τι θα κάνουμε τώρα μανούλα; Πώς θα ειδοποιήσουμε να ‘ρθουν να μας πάρουν; Είναι μακριά από τον σταθμό η Κοκκινιά;
-Κάτι θα βρούμε να κάνουμε παιδάκι μου. Μην στεναχωριέσαι. Το μπουφάν σου το χοντρό το πήρες μαζί σου;
-Όχι μαμά. Το ξέχασα κι εγώ.
Ψάξιμο ξανά στις σακούλες η μαμά. Βγάζει μέσα από μια ένα κομμάτι ψωμί, έκοψε λίγο για τον Γιώργο, πήρε και αυτή λίγο κι αρχίσανε να τρώνε με την όρεξη που έχουν πάντα οι πεινασμένοι.
-Πρόσεξες κάτι, Γιώργο; Το ψωμί που μας δώσανε σήμερα είναι πιο νόστιμο από το χθεσινό.
-Ναι μαμά.

Σταθμός Αττικής. Δυνατή φωνή που ακούγεται σ’ ολόκληρο το βαγόνι:
-Κυρίες και κύριοι. Είμαι άστεγος και κάνω αποτοξίνωση. Σας παρακαλώ πολύ να με βοηθήσετε και να με στηρίξετε. Ευχαριστώ πολύ. Ευχαριστώ πολύ.
Λίγα χέρια όμως φάνηκαν να κινούνται προς τις τσέπες και τις τσάντες.
Παρακάτω. Βικτώρια, Ομόνοια, Μοναστηράκι, Θησείο. Γέμισε το βαγόνι. Παρέες νεαρών. Μιλούσαν μ’ ενθουσιασμό και δυνατά.
Μερικοί αλλοδαποί. Έγχρωμοι ως επί το πλείστον. Με σακούλες γεμάτες με τις πραμάτειες του. Αυτοί προσπαθούσαν τουλάχιστον να περάσουν όσο γίνεται πιο απαρατήρητοι. Αν γίνεται.
Όσο πλησιάζαμε προς το Φάληρο, τόσο περισσότερο ασφυκτικά γέμιζε το βαγόνι. Περισσότεροι ανέβαιναν παρά κατέβαιναν. Και στο Φάληρο, όλοι άρχισαν να κατεβαίνουν. Ημεδαποί και αλλοδαποί. Οι πιο πολλοί τράβηξαν για το ΣΕΦ. Είχαν βλέπετε αγώνα μεταξύ τους οι αιώνιοι αντίπαλοι.
Εγώ πήγα στο τέρμα του τραμ. Και στο βαγόνι μέσα έμειναν μόνο ο Γιώργος με τη μάννα του. Τη βασανισμένη. Που δυο φορές την είχα πετύχει να σκουπίζει ένα δάκρυ από τα μάτια της. Κρυφά από τον γιό της.
Το τραμ για τη Γλυφάδα σχεδόν άδειο. Τρεις τέσσερις ήμασταν όλοι κι όλοι.
Γύρω γύρω από το ΣΕΦ υπήρχε πολύς κόσμος. Και οι χώροι στάθμευσης και οι δρόμοι πηγμένοι από αυτοκίνητα. Αναρωτιέμαι γιατί το είπαν Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Εκεί μέσα γίνεται πόλεμος κάθε φορά που γίνεται αγώνας. Ειδικά μεταξύ των «αιωνίων».

Μερικές στάσεις πιο κάτω ο κόσμος είχε γίνει περισσότερος. Και μπήκε και μια κυρία κρατώντας από το χέρι δυο παιδάκια. Πέντε έξη χρονών το πολύ. Όμορφα και καλοντυμένα παιδάκια. Σαν μοντελάκια. Η κυρία, μάλλον φαινόταν για γιαγιά. Και σίγουρα δεν φαινόταν Ελληνίδα.
Κάθισαν δίπλα μου και τα παιδάκια, όντως χαριτωμένα, δεν άργησαν να μου πιάσουν κουβέντα.
-Πώς σε λένε;
-Κώστα. Εσένα;
-Εμένα με λένε Νικόλα. Έχεις παιδάκια;
-Έχω δύο κορίτσια. Είναι μεγάλα.
-Πόσο μεγάλα;
-Σαν τη μαμά σου.
-Εμένα η μαμά μου είναι μεγάλη και όμορφη. Είναι από την Ουκρανία. Την λένε Λουντμίλα. Πώς λένε τα κορίτσια σου; Πάνε σχολείο; Εγώ πάω στα Αγγλικά. Κάθε βράδυ. Ξέρω “good morning”, “good evening”,  ξέρω και να μετράω “one, two, three…”. Ξέρεις, δεν μ’ έχουνε ακόμη βαφτίσει.
-Και πώς έχεις όνομα, αφού δεν σ’ έχουν ακόμη βαφτίσει; Το όνομα στο δίνουν όταν σε βαφτίζουν.
-Θα με βαφτίσουν την άνοιξη. Αλλά έπρεπε να έχω όνομα για να πάω σχολείο. Αλλιώς δεν θα μ’ έπαιρναν. Τώρα πρέπει να κατεβούμε. Μένουμε στον Άλιμο. Εσύ πού μένεις;
-Νικόλα έλα. Θα κατεβούμε κι εσένα θα σε αφήσω μέσα στο τραμ. Πες καληνύχτα στον κύριο.
-Good night.
-Καληνύχτα Νικόλα.

Φτάνουμε στη Γλυφάδα. Φώτα, μαγαζιά ανοιχτά. Λιγοστός κόσμος στους δρόμους κι ακόμη λιγότερος στα μαγαζιά. Μονάχα οι καφετέριες και τα σουβλατζίδικα που συναντάς κάθε δέκα μέτρα έχουν κίνηση.
Κι εγώ σκέφτομαι τον Γιώργο που μοιραζόταν το ψωμί με τη μάννα του στο τρένο.

Κωστής Τζαγκαράκης, Φλεβάρης 2013.

(Γεννημένος σ' ένα χωριό στα βουνά των Χανίων το 1948, παρακολούθησα και τελείωσα το (τότε) γυμνάσιο στα Χανιά το 1966. Από τότε και μετά έφυγα ψάχνοντας δουλειά στην Αθήνα. Από τις αρχές του 1973 και ύστερα, μέχρι τη σύνταξή μου εργαζόμουν στην Ολυμπιακή Αεροπορία σε διάφορες ειδικότητες. 1974-1975 παρακολούθησα μια σχολή επαγγελματική στην Αγγλία με έξοδα της Ολυμπιακής  και για ένα διάστημα η ΟΑ έκανε χρήση των γνώσεων που μ' έστειλαν ν' αποκτήσω εκεί.  Παντρεμένος, με δυο κόρες, ζω στη Γλυφάδα. Πιο πολύ ασχολούμαι με τη φωτογραφία σαν χόμπυ και τη χρησιμοποιώ σαν αφορμή να κάνω καμιά βόλτα και να ξεκολλώ από την καρέκλα και τον υπολογιστή Με το γράψιμο ασχολήθηκα λίγο παλιότερα αλλά τώρα τελευταία λιγότερο, επειδή δεν είναι πως λείπει η έμπνευση αλλά επειδή κάπως έχει κοπεί η όρεξη.. μ' όλα όσα μας ταλανίζουν. Όσο τα σκέφτομαι νομίζω πως αν πω κάτι θα ‘ναι μέσα στη θλίψη και την οργή και δεν το θέλω αυτό...)

( φωτογραφία: Κωστής Τζαγκαράκης)



Μεταφορικά μιλώντας (φιγούρες)



Σαν θα τελέψει πια ο χορός  και τα όργανα διαλύσουν,
θα κάτσουν όσοι πρωτοστάτησαν
να δουν ποιος έχει φταίξει.
Τότε θα σηκωθεί ο πρώτος χορευτής
και ξεροβήχοντας να καθαρίσει τη φωνή του
θα πει:

«βλέπετε, εγώ δεν ήξερα καθόλου,
τα βήματα με σύρανε, το κέφι, τα βιολιά».

Οι κοντινοί του, ζαλισμένοι ακόμη απ’ το κρασί,
θα ακούσουν, δεν θα νιώσουν
(αυτοί, να δείτε, θα πιαστούν στα λόγια τελευταίοι).
Κάποιος θα ανταριαστεί, θα αντιμιλήσει
(προσέχοντας τα νώτα του από συνήθεια παλιά):

«και σαν δεν ήξερες εσύ, τί τράβηξες τους άλλους,
που τίποτε δεν κάτεχαν από χορούς και τέτοια;»

Τώρα κι οι άλλοι, νιώθοντας το γλέντι για χαμένο,
θα μπούνε στην κουβέντα
με την ελπίδα να έχουνε τον τελευταίο λόγο,
μια που ποτέ τους δεν μπορέσανε να σύρουν τον χορό:

«δεν μας παρέσυρε αυτός στη δίνη, στις στροφές,
μονάχοι μας το θέλαμε να πιάσει το μαντίλι αυτός
που γνώριζε τα βήματα, κι εμείς ν’ ακολουθούμε».

Μα πάλι ο πρώτος θα μιλήσει:

«νόμιζα πως θα παίζανε τα όργανα το σκοπό,
γυροβολιές να φέρνουμε, κι εγώ με το μαντίλι
να σας κρατώ να κάνετε τα σάλτα στον αέρα,
μα εσείς με θέλατε πάντα μπροστά να τραγουδώ
με όση φωνή διαθέτω.
Τι φταίω που δεν άρεσε ο τόνος και ο στίχος
και σχόλασε η πανήγυρη προτού να ξημερώσει;»

Τέτοιες κουβέντες θα ειπωθούν,
κουβέντες του αέρα,
που σαν φιγούρες του χορού
αλλάζουν με τη διάθεση, το κέφι, την παρέα.
Παιχνίδια είναι τα όργανα και παίζοντας ξεχνάνε
πως όποιος σέρνει το χορό,
σαν βαρεθεί τον ήχο τους,
μόνο με ένα νεύμα του αλλάζει το ρυθμό.

(η εικόνα από τον Anthony Whishaw)

(Διώνη Δημητριάδου)