Πέμπτη 4 Απριλίου 2024

Βασανιστήρια στην ΕΣΑ ένα σενάριο (χωρίς πλατεΐτσα στην Κοκκινιά) Δημήτρης Σερεμέτης εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Βασανιστήρια στην ΕΣΑ

ένα σενάριο (χωρίς πλατεΐτσα στην Κοκκινιά)

Δημήτρης Σερεμέτης

 εκδόσεις Πόλις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ: «Ύσες». Που θα πει υποψήφιοι στρατονόμοι» • Fractal (fractalart.gr)

 

 

«Ύσες». Που θα πει υποψήφιοι στρατονόμοι»

 

Μα πες μου αν έχει ο βασανιστής σου

αν έχει μάτια στόμα και λαιμό

(Μάνος Ελευθερίου)

 




Δεν έχει ούτε δύο μήνες που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Δημήτρη Σερεμέτη, μια μαρτυρία για τα βασανιστήρια που υπέστη κρατούμενος στα κολαστήρια της ΕΣΑ. Ένα χρονικό που μετράει τα γεγονότα εν είδει ημερολογίου, από το πώς άρχισαν όλα (7 Μαΐου 1973) μέχρι την αμνηστία και την αποφυλάκιση (21 Αυγούστου 1973). Σε πρώτο πρόσωπο η αφήγηση, με εμβόλιμο εσωτερικό μονόλογο προς εαυτόν. Μόνο που σε κάποια σημεία μετατρέπεται από τραυματική πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε τριτοπρόσωπη, μερικώς αποστασιοποιημένη, γιατί «η φρίκη δεν κουβεντιάζεται», κατά πως το έχει ποιητικά δηλώσει και ο Σεφέρης, αντιμέτωπος με τις δικές του αλήθειες. Και είναι αυτά τα σημεία που, παρά τη σκοπούμενη απόσταση, χτυπούν βαθιά μέσα σου περισσότερο, γιατί νιώθεις τον λόγο της αλλαγής του προσώπου.

 Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός πως τώρα, πάνω από πενήντα χρόνια μετά, ο Σερεμέτης μιλάει, τώρα που τίποτα δεν μπορεί πια να «εξαργυρωθεί», τώρα που πολλά έχουν ξεχαστεί από τους μεγαλύτερους σε ηλικία, έχουν ωραιοποιηθεί ή ακόμα και διαστρεβλωθεί από την καταλυτική επήρεια της (επιλεκτικής συχνά) μνήμης, τώρα που οι νεότερες γενιές τοποθετούν τη μακρινή γι’ αυτές γενιά του αντιδικτατορικού αγώνα στους «προγόνους» συλλήβδην – τους τιμούν μουσειακά, τους μπερδεύουν το πιο πολύ.

Στα Προλεγόμενα ο Σερεμέτης διευκρινίζει τους δύο λόγους που τώρα αποφάσισε να καταθέσει αυτή τη μαρτυρία: «Ο πρώτος είναι να μη χαριστούμε στους βασανιστές που, έτσι κι αλλιώς, στη μεγάλη τους πλειονότητα απέφυγαν τις ποινικές, ακόμα και τις ηθικές συνέπειες που θα περίμενε κανείς να υποστούν για τα έργα τους». (σ. 15).  Όσοι της ηλικίας μου διαβάζουν αυτές τις γραμμές, θυμούνται την ηθική δικαίωση (πέρα από την αυτονόητη αντίδραση στην ωμή  βία)  όταν τον ρόλο του τιμωρού ανέλαβαν οι «τρομοκράτες», εκφράζοντας έτσι το κοινό αίσθημα αποκατάστασης της τάξης, εκεί που η δικαιοσύνη και οι πολιτικές ηγεσίες φάνηκαν αδύναμες ή ανίκανες. «Ο δεύτερος, να προστατεύσουμε όλους τους βασανισθέντες –είτε βρίσκονται στη ζωή είτε όχι– από εκείνο το αδηφάγο ήθος του Διαδικτύου που εντελώς αυθαίρετα και ανελέητα ταλαντώνεται, εκ του ασφαλούς, από την ηρωοποίηση μέχρι την καρικατούρα ή τη δολοφονία χαρακτήρων». (σ. 15).  Σαφείς και οι δύο λόγοι.

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί, παρά τον κόμπο στον λαιμό που νιώθεις σε κάθε του σελίδα. Δεν είναι μόνο η αυθεντικότητα της προσωπικής μαρτυρίας, ούτε η συνακόλουθη φορτισμένη αφήγηση. Το περισσότερο, θα έλεγα, είναι που σε φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με την τη σαδιστική βία των βασανιστών της ΕΣΑ. Έχουμε ξαναδιαβάσει (επίκαιρες στην εποχή τους τότε) ανάλογες μαρτυρίες, όπως την εμβληματική του Περικλή Κοροβέση στους Ανθρωποφύλακες. Η διαφορά της μαρτυρίας του Σερεμέτη εντοπίζεται στη χρονική στιγμή, στη σημερινή (αδιάφορη πολιτικά) εποχή. Έρχεται από το παρελθόν, ζωντανή ακόμα,  η φωνή, έρχονται μπροστά σου τα πρόσωπα των βασανιστών (αυτοί με τα αληθινά τους ονόματα, σε αντίθεση με την προστατευτική ψευδωνυμία των βασανισθέντων), και σε φέρνουν απέναντι σε ένα ερώτημα διαχρονικό: τι επιτέλους είναι αυτοί οι άνθρωποι, τι τους διαμορφώνει, στερώντας τους από κάθε ανθρώπινο χαρακτηριστικό; Έχουμε άλλο ένα παράδειγμα της «κοινοτοπίας του κακού», όπως το διατύπωσε η Χάνα Άρεντ, μια συσκότιση του μυαλού, τη θέα μέσα από έναν παραμορφωτικό καθρέφτη (ενισχυμένο συχνά από δικά τους συμπλεγματικά προβλήματα) που τους κάνει να θεωρούν «κανονικότητα» την ισοπέδωση, την ειρωνεία («Θα σε φουντάρω ρε, αφού δεν μιλάς. Κι έπειτα, σε εκατό χρόνια που θα ’ρθει ο κοινοβουλευτισμός, ας γίνεις πλατεΐτσα στην Κοκκινιά, για να πηδιούνται τα ζευγαράκια», σ. 100), τον εξευτελισμό, τη σαδιστική κακοποίηση του άλλου, του θύματος που έπεσε στα χέρια τους, με την ευλογία και την κάλυψη πάντα της άνωθεν εντολής που λαμβάνουν; Ο Σερεμέτης παραθέτει στο τέλος του βιβλίου το κείμενο της Μίκας Χαρίτου-Φατούρου, δημοσιευμένο στο περιοδικό Αντί το 1981, στο οποίο, παραμερίζοντας την «αποπροσανατολιστική άποψη της προσωπικότητας του σαδιστή-βασανιστή» εστιάζει στην ανάγκη εξάλειψης «των εκπαιδευτικών διαδικασιών, εκείνων που δημιουργούν τη συμπεριφορά του βασανιστή σε δικτατορικά καθεστώτα, ή που μπορούν, στα λεγόμενα δημοκρατικά καθεστώτα, να διατηρηθούν, ώστε σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση της εξουσίας βίας». (σ. 218).



Στην προμετωπίδα ονόματα που δηλώνουν ακόμη παρόντα, αν και απόντα πλέον. Στο εξώφυλλο σκίτσο (σχέδιο για τη μεγάλη κατάληψη της Νομικής) του 9χρονου τότε Δημήτρη Μ. Νακόπουλου, που είχε σταλεί στον συγγραφέα λίγο πριν τις συλλήψεις. Και moto στα Προλεγόμενα τα λόγια του Πέτερ Χάντκε: «Πανάρχαιη η ουλή μας, αλλά χτυπάει ακόμα η πληγή αποκάτω, χτυπάει δυνατά!». Αυτό έχει στον νου του ο συγγραφέας, όταν γράφει: «Δεν ξέρω αν αυτές οι σκέψεις μπορούν να συνομιλήσουν με τους σημερινούς πολίτες. Ελπίζω να βρουν τον δρόμο τους προς όλους εκείνους που θα ήθελαν να καταλάβουν κάτι από τους εικοσάχρονους φόβους και τα δικά μας όνειρα». (σ. 17).

Θα νιώσουν άραγε την ακόμα ανοιχτή πληγή; Ας μην έχουμε αυταπάτες. Οι πολλοί πάντα, σε κάθε εποχή, θα είναι αδιάφοροι, και σήμερα και τότε. Έγκλειστος στο στρατόπεδο εκπαίδευσης των Εσατζήδων γράφει: «Βλέπω από το άνοιγμα διαβάτες να πηγαινοέρχονται. Κάποιοι κοιτούν προς το εσωτερικό του στρατοπέδου. Μας βλέπουν. Καταλαβαίνουν; Ποιος ξέρει; Αλλά μπορεί και να μην τους νοιάζει…» (σ. 202).


Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου