Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

Ροζ παλ ντάλιες Απόστολος Σπυράκης εκδόσεις Γράφημα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Ροζ παλ ντάλιες

Απόστολος Σπυράκης

 εκδόσεις Γράφημα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ: Ένα νέο λογοτεχνικό «τοπίο»; • Fractal (fractalart.gr)

 


Ένα νέο λογοτεχνικό «τοπίο»;

 

Όπως έκανε τούτες τις σκέψεις,  μια γυναίκα έτρεξε να προλάβει το λεωφορείο κι ένας γέρος σήκωνε το στόρι από κάποιο κατάστημα, ένα κοπάδι πουλιών πετούσε σε σχηματισμό, κάπου πέρα μακριά στον ορίζοντα, οι υδροφόρες του δήμου έβρεχαν την άσφαλτο. Ξημέρωνε ο θεός κι ο κόσμος ξεκινούσε τη μέρα του· ήταν μια στιγμή μαγική. («Pac Man», σ. 127).


Ο Απόστολος Σπυράκης, μέσα σε δεκαεννέα μικρά διηγήματα (και μια νουβέλα, χωρισμένη σε τέσσερα μέρη, τα οποία προσμετρώνται ως διηγήματα, άρα το σύνολο είκοσι τρία) επιχειρεί μια νέα θέαση στη ρεαλιστική γραφή. Αν ο ρεαλισμός, ως οπτική του κόσμου και ως απόδοσή του στη γραφή, απαιτεί παρατήρηση και περιγραφή, προκειμένου να αποτυπώσει με όση πραγματικότητα χωράει στη μυθοπλασία, ό,τι βλέπει και ό,τι εννοεί, τότε ο Σπυράκης αναμφίβολα ακολουθεί αυτό το λογοτεχνικό ρεύμα. Κι όμως, αν στη γενική θεώρηση της γραφής του ισχύει η ένταξη αυτή, στα σημεία παρατηρείται διαφοροποίηση. Ξαναδιαβάζω το απόσπασμα, με το οποίο ξεκίνησε αυτό το κριτικό σημείωμα, και στέκομαι στη φράση στιγμή μαγική, που ενσωματώνει τις αδιάφορες, καθημερινές κινήσεις στο ξεκίνημα της ημέρας. Η επιμονή στη λεπτομέρεια, η παρατήρηση που αποσπά εικόνες χωρίς ιδιαίτερη σημασία και τις δένει σε σκηνικό μαγικό, απομακρύνει από όσα γνωρίζουμε για τη ρεαλιστική γραφή. Οι εικόνες, αν τις δούμε ξεχωριστά την καθεμία, δεν έχουν καμία μαγεία, ακόμα κι αν δεχθούμε πως η λογοτεχνική γραφή έχει δικαίωμα να εκτιμά αλλιώς την πραγματικότητα. Όταν, όμως, στη συγκεκριμένη γραφή όλες οι εικόνες ενώνονται, τότε μεταλλάσσεται το τοπίο, αποτυπώνεται στη σκέψη του γράφοντος (και του αναγνώστη;) σαν ένα μαγικό σκηνικό



Με δεδομένο ότι το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί και την κατακλείδα του διηγήματος, συγκεντρώνω όλες τις τελευταίες παραγράφους των υπολοίπων διηγημάτων, προκειμένου να τα συνεκτιμήσω και να συνοψίσω σε μια ακόμη παρατήρηση. Ο Σπυράκης εστιάζει όλη τη συγγραφική ιδέα στο τέλος του κάθε διηγήματος, το οποίο έρχεται απρόσμενα, χωρίς την παραμικρή κορύφωση, συχνά με πολύ αχνή σχέση με την πλοκή, όπως εξελισσόταν και όπως θα ήταν αναμενόμενο να καταλήξει. Αν επιχειρήσουμε με μια γραφική παράσταση να αποδώσουμε την πλοκή του κάθε διηγήματος, αυτή θα καταλήγει σε απρόσμενη, απότομη, κατακόρυφη  πτώση ή σε βαθμιαία εκτόνωση.

Θέλω να πιστεύω πως πίσω από αυτή την τεχνική αφήγησης δεν κρύβεται απλώς ένα τέχνασμα εντυπωσιασμού του αναγνώστη, ακόμα κι αν ρισκάρει την αποστροφή, η οποία, εντούτοις, δεν έρχεται. Κι αυτό γιατί δεν έχεις καμία αρνητική αντίδραση φθάνοντας στο τέλος των διηγημάτων, αντιθέτως μάλιστα αβίαστα προχωράς στο επόμενο, ίσως για να επαληθεύσεις, μέσω της επανάληψης, μια υποψία πως εδώ κάτι νέο δημιουργείται ως τεχνική, και πως πίσω του υπάρχει μια συνειδητή στάση απέναντι στη ρεαλιστική αφήγηση. 

Ο ρεαλισμός του Σπυράκη, ακόμα κι όταν συνυπάρχει με την αναίρεσή του, όταν υπεισέρχεται η ονειρική, φαντασιακή κατάσταση (απρόσμενα κι αυτή, όπως είναι φυσικό και δόκιμο στη γραφή), εξαντλείται στην παρατήρηση των εικόνων, τη λεπτομέρεια των κινήσεων των προσώπων, την περιγραφή, με άλλα λόγια, με μικρές, εμβόλιμες προεκτάσεις στη σκέψη τους. Κατά κάποιο τρόπο μοιάζει αυτοσκοπός η ρεαλιστική απόδοση, χωρίς να προχωράει σε κάτι περισσότερο. Εκτός κι αν αυτή καθεαυτή η (συχνά αδιάφορη ή κακοποιημένη από πολλούς) περιγραφή, αξίζει πολύ περισσότερο από όσο της αναλογεί συνήθως στη λογοτεχνία. Στα διηγήματα του Σπυράκη, η αναγνωστική προσοχή μένει στην περιγραφή (αναμένοντας την εξέλιξη της πλοκής), όταν ξαφνικά εισβάλλει μέσα στην πεζή πραγματικότητα η ανατροπή. Ένας ρεαλισμός που εμπεριέχει σκοπίμως την άλλη όψη του καθρέφτη, όχι για να αμφισβητηθεί ή να υπονομευθεί η απόλυτη κυριαρχία του, αλλά ίσα ίσα για να επιβεβαιωθεί η δυναμική του.

Ξεχωρίζω το διήγημα που δανείζει τον τίτλο του σε όλη τη συλλογή («Ροζ παλ ντάλιες»), γιατί θεωρώ πως είναι το πιο «δεμένο», πιο στέρεα δομημένο από όλα. Μια αφήγηση ομαλή στην εξέλιξή της, η περιγραφή πάντα παρούσα, το απρόσμενο, ανατρεπτικό και αντι-ρεαλιστικό (ή υπερρεαλιστικό;) στοιχείο λίγο πριν το τέλος, και η κατάληξη να δένει με ό,τι έχει προηγηθεί, λογικά ή όχι – άλλωστε όλα τα διηγήματα, όπως ειπώθηκε παραπάνω, έχουν μέσα τους την αναίρεση του λογικού, λίγο ή περισσότερο. Ενδιαφέρουσα η επιλογή να στεγάσει με τον τίτλο του αυτό το διήγημα όλα τα υπόλοιπα (με την αρωγή μάλιστα του λουλουδάτου εξωφύλλου), καθώς η πρώτη εντύπωση μιας ελαφρότητας εξανεμίζεται όταν διαβάσεις το βιβλίο, συνιστώντας έτσι τον πρώτο αιφνιδιασμό. Εδώ μέσα δεν υπάρχουν λουλουδιασμένοι κήποι, δεν υπάρχει το ροζ παλ χρώμα. Τα τοπία είναι πιο σκοτεινά, οι ιστορίες πιο σκληρές.

Η περίπτωση του Σπυράκη, αν μη τι άλλο, αποδεικνύεται ενδιαφέρουσα. Ο ίδιος, στο κείμενο του οπισθόφυλλου, γράφει πως στόχος της γραφής του είναι η δημιουργία  μύθων, που αποτελούν τη βάση της λογοτεχνίας. Δεν ξέρω αν το κατορθώνει. Ίσως πρέπει να δούμε τη γραφή του στην εξέλιξή της (αν  και, όπως δηλώνει, το βιβλίο αυτό είναι καρπός δέκα χρόνων, γεγονός που από μόνο του έχει ενδιαφέρον, εφόσον εμπεριέχει τη χρονική εξέλιξη). Το βέβαιο είναι πως πρόκειται για μια γραφή που ξεχωρίζει, και αυτό (σε μια εποχή βαρετής επανάληψης στην πεζογραφία) πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό. Σε κάθε περίπτωση, μια γραφή που δεν την ξεχνάς, για την τεχνική της, τους αιφνιδιασμούς της, τον ιδιότυπο τρόπο να αποδίδει τη ρεαλιστική πραγματικότητα.


Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου