Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

«Ο γελωτοποιός» του Χρήστου Κεραμίδη (προδημοσίευση από το προς έκδοση νέο του βιβλίο «Βόρεια ακρωτήρια»

 

 

«Ο γελωτοποιός»

του Χρήστου Κεραμίδη

(προδημοσίευση από το προς έκδοση νέο του βιβλίο «Βόρεια ακρωτήρια»


(στη φωτογραφία ο Μπάστερ Κήτον)



 


 

Βημάτιζε δίπλα στην αλέα της μεγάλης  λεωφόρου 

και αισθανόταν τους βραχίονες των περαστικών να τον απωθούν. 

Ήταν μόνος μακριά από τις νυχτερινές ανταύγειες της πόλης. Μακριά από τους παλιούς φίλους που είχανε χαθεί. 

Η παράσταση στην αυτοσχέδια σκηνή του πεζόδρομου είχε τελειώσει κι ένιωθε αδύναμος.

Τώρα, ψιθύρισε, ήρθε το τέλος. 

Τώρα οι σκιές είναι απρόβλεπτες.

Κρατούν μαχαίρια παλιών δολοφόνων!

 Χρήστος Κεραμίδης


[Ο Χρήστος Κεραμίδης γεννήθηκε στην Καβάλα, στη χερσόνησο του συνοικισμού της Παναγίας, στην οποία συχνά «επιστρέφει» και αναφέρεται. Μεγάλωσε σ’ ένα από τα παλιά τούρκικα σπίτια των προσφύγων, τα ανταλλάξιμα. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τον Πόντο. Έχασε τον πατέρα του στην πολύ μικρή ηλικία των πέντε ετών, γεγονός που τον σημάδεψε στη μετέπειτα ζωή του. Τελείωσε την Αριστοτέλειο Σχολή Υπομηχανικών Θεσσαλονίκης (Μικρό Πολυτεχνείο). Από το 1975 ζει μόνιμα στην Καβάλα. Εργάστηκε στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα με την ιδιότητα του μελετητή και επιβλέποντα μηχανικού. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1995 με την ποιητική συλλογή Ταξιδευτές. Το 1996 εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή Στα πέλαγα του ονείρου. Απόσπασμα από το ποίημα «Το όνειρο», δημοσιεύτηκε, ως προμετωπίδα, σε περιοδικό προβολής της πόλης του, μεταφρασμένο σε τρεις γλώσσες. Το ποίημα «Αόρατοι στόχοι» (από τη συλλογή Δρόμοι της βροχής 1998) τιμήθηκε από τη Νέα Κίνηση Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (1999). Το ποίημα «Ερωτικό» (από τη συλλογή Ο Αύγουστος που περιμένω) ανθολογήθηκε στο Ποιητικό Ημερολόγιο 2018 των εκδόσεων Ιωλκός. Συμμετείχε στο συλλογικό έργο Παλίμψηστο Καβάλας 2009 (επιμέλεια και ανθολόγηση των Ευριπίδη Γαραντούδη και Μαίρης Μικέ) με το ποίημα «Χαμένες μουσικές», που γράφτηκε για τη μεγάλη πυρκαγιά που έκαψε το περιαστικό δάσος της πόλης, το 1985. Το ποίημα «Αναζήτηση» ανθολογήθηκε στο Καλλιτεχνικό Ημερολόγιο 2020. Έχει επιλεγεί, ιστορικά, από επιστήμονες νεοελληνιστές, ως ένας από τους «ποιητές του καπνού» της πόλης του (1ο Επιστημονικό Συνέδριο- Πρακτικά συνεδρίου, Καβάλα Δεκέμβριος 2018). Έχει γράψει κυρίως ποίηση. Ποιήματα αλλά και πεζά κείμενά του έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ανθολογίες.]

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020

Ποίηση με βηματισμούς ψυχής Με τον ποιητή Χρήστο Κεραμίδη συνομιλεί η Διώνη Δημητριάδου (η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

 

Ποίηση με βηματισμούς ψυχής

 

Με τον ποιητή Χρήστο Κεραμίδη συνομιλεί η Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal 

https://www.fractalart.gr/xristos-keramidis/

 


 

Διαβάζοντας την ποίησή σας, όπου πολύ συχνά αναφέρεται η θάλασσα περισσότερο ως βίωμα και όχι μόνον ως τοπίο, σκέφτεται κανείς ότι έχετε πολύ ταξιδέψει. Ισχύει αυτό;

 

Δεν ισχύει αυτό. Δεν έχω ταξιδέψει πολύ. Ταξίδεψα μέσα από τις ονειροπολήσεις μου! Ωστόσο, έχω μια ιδιαίτερη εμμονή με τη θάλασσα και με τον συμβολισμό της στα ποιήματά μου. Όταν γράφω πως αγαπώ τη θάλασσα, δεν εννοώ τη φυσική αυτή μάζα του πλανήτη. Εννοώ τα πέλαγα, τους πόντους, που πάνω τους, ιχνογραφούνται οι θαλάσσιοι δρόμοι του πόνου, της περιπέτειας και του άγνωστου. Εκεί, όπου «τα ωκεάνια κύματα δεν δέχονται άλλους ήχους εξόν  απ’ τους δικούς τους».

 

Ανάμεσα στη σιωπή και στην κραυγή υπάρχει η ταπεινότητα των χαμηλών τόνων. Η ποίησή σας πώς μιλάει;

 

Η σιωπή είναι ο καμβάς που πάνω του εγγράφεται ο ποιητικός λόγος. Η εγγραφή αυτή γίνεται με τρόπο τέτοιο, ώστε να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της. Στη  γραφή  μου υπάρχει η κραυγή· υπάρχει και η ταπεινότητα των χαμηλών τόνων. Όλα αυτά εναρμονίζονται πάνω στον σκοτεινό τοίχο της σιωπής, για να μπορούν  να γίνουν ποίημα.

 

Ας δούμε και την αποδοχή του ποιητικού αποτελέσματος. Γράφετε κάπου: [η ποίηση] απευθύνεται πρώτα σ’ αυτούς που τη χρειάζονται και μετά σ’ όλους τους άλλους που τη βλέπουν σαν παιχνίδι. Μιλήστε μας για τον διαχωρισμό αυτό.

 

Η ποίηση αφορά τον καθημερινό άνθρωπο, από τη στιγμή που αγαπά αυτό που ακούει ή βλέπει, χωρίς να αισθάνεται την έντονη ανάγκη να το κατανοήσει. Όμως, δεν μπορεί να είναι ουδέτερη, δεν μπορεί να παραμείνει ουδέτερη. Ξέρω  ότι στο παρασκήνιο πάντα συμβαίνει μια θυσία. Μια θυσία που δεν ομολογείται και δεν θέλουν να αποκαλυφθεί. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η σιωπή μοιάζει με συνενοχή. Η ποίηση δεν μπορεί να παίζει μόνο παιχνίδια μουσικής υποβλητικότητας και να ερωτοτροπεί με τον εαυτό της. Η αυτόματη και η ακατανόητη γραφή δεν θεωρείται πλέον μοντέρνα γραφή. Αφορά μόνο αυτόν που την έγραψε και μία «ελίτ» αναγνωστών που βλέπουν ως ξένο σώμα οποιαδήποτε άλλη ποιητική απόπειρα. Η ποίηση σήμερα, προσανατολισμένη σ’ έναν άγονο εκλεκτικισμό, δεν απευθύνεται πλέον στον μέσο αναγνώστη που είναι και ο φυσικός της αποδέκτης. Αντίθετα τον απωθεί. Όμως, σ’ ένα ωραίο ποίημα, πάντα θα παραμένει ένα κομμάτι μουσικής, πάνω από τη συλλογιστική του. Για τον λόγο αυτό, θα έλεγα ότι ο ήχος (μουσική) και το νόημα θα πρέπει να συνυπάρχουν και να μην αντιμάχονται. Τότε μόνο ο ποιητής έχει το προνόμιο να κρατά το τρομερό πηδάλιο της δημιουργίας, μεταμορφώνοντας την ποιητική πράξη σε αριστούργημα. Η ποίηση μπορεί να είναι το όχημα της πιο βαθιάς πνευματικότητας, έχει όμως την υποχρέωση να συγκινεί τους αναγνώστες, να έχει βηματισμούς ψυχής! Δεν νομοθετείται. Είναι μια τέχνη μυστηριώδης όπως και η μουσική και ίσως περισσότερο.

 

Βηματίζοντας στην προκυμαία τις νύχτες, έβρισκε συνοδοιπόρους της ίδιας διαδρομής. Ποιοι είναι οι «συνοδοιπόροι» σας στην ποίηση; Από ποιους ίσως επηρεαστήκατε και ποιους θεωρείτε λογοτεχνικά οικείους με εσάς;

 


Έμαθα από μικρός να σέβομαι την Τέχνη και τους υπηρέτες της κι όσο μεγάλωνα συνέχεια μελετούσα έργα πεζά και ποιητικά, αρχίζοντας από τη λεγόμενη Νέα Αθηναϊκή Σχολή με τον Παλαμά και τους συγχρόνους του και συνεχίζοντας με Βάρναλη, Ρίτσο και τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της γενιάς του ’30. Επηρεάστηκα από την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, του Οδυσσέα Ελύτη, του Γιάννη Ρίτσου, του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Κώστα Καρυωτάκη. Αρκετοί φίλοι μού έχουν πει ότι μοιάζει η ποίησή μου περισσότερο με του Καρυωτάκη. Εγώ δεν έχω μιμηθεί κανέναν. Πιστεύω ότι έχω ένα προσωπικό καθαρά ύφος και ας το καθορίσουν οι άλλοι.

 

Αν έπρεπε να δώσετε το στίγμα της γραφής σας, πώς θα προσδιορίζατε τις αφορμές της, τους στόχους της (αν συμφωνείτε με τον όρο), τα βασικά της χαρακτηριστικά;

 

Η αγάπη για τον πατέρα μου που τον έχασα σε ηλικία πέντε χρονών. Ήξερα ότι αγαπούσε τη μουσική και τη λογοτεχνία και ήθελα κι εγώ να μη διαψεύσω την επιθυμία του αυτή. Οι ανεκπλήρωτοι έρωτες που με ανάγκαζαν να γράφω αυτό που αισθανόμουνα και μετά να το σκίζω. Τα συχνά ταξίδια μου στο νησί της Σαμοθράκης, στους ιερούς βράχους των οραμάτων, όπως το χαρακτήρισα στο πρώτο δημοσιευμένο μου ποίημα με τίτλο «Επιστροφή στα χαμένα οράματα». Αν και με χαρακτήρισαν «ποιητή της θάλασσας», γιατί συχνά αναφέρομαι σ’ αυτήν, ποτέ μου δεν έπαψα να προσβλέπω στα κοινωνικά μου οράματα για μια άλλη ζωή Δικαιοσύνης. Στα ποιήματά μου υπάρχει μια μουσικότητα καθαρά προσωπική, που βγαίνει μέσα από την ψυχή μου και στην οποία υπακούω. Δεν ακολουθώ αυστηρά τη ρίμα. Γράφω απλά και ξέρω πότε αγγίζω αυτή τη μουσική και πότε μου διαφεύγει.  

 

Μια που αναφερθήκατε στα κοινωνικά οράματα, αν και όχι συχνά υπάρχουν ωστόσο στα γραπτά σας κοινωνικές αναφορές, κυρίως όταν μιλάτε για τους «ηττημένους» της ζωής. Έχει η λογοτεχνία περιθώρια παρέμβασης στην πάσχουσα κοινωνία;

 

Πράγματι, το επισημαίνω συχνά, γιατί μπαίνουμε πλέον σ’ ένα επικίνδυνο σύστημα ζωής. Η ομορφιά εξαντλείται. Ο τόπος ερημώνεται. Τον πρώτο λόγο έχουν τώρα  οι  άσχετοι και οι καιροσκόποι. Τα παιδιά μας είναι παιδιά εξόριστα, λυπημένα και οι φωνές τους  χάνονται μέσα στη σιωπή. Στην εποχή αυτή, η ποίηση, έχει την υποχρέωση  να καταγγείλει τη χυδαιότητα, τη μιζέρια, την εξαθλίωση, το πολιτικό ψεύδος και την υποκρισία. Να μην παραμείνει παθητική και ουδέτερη. Να επαναστρέψει τη ζωή στην αληθινή της κοίτη, να σταματήσει το φαρμάκωμα των «καθαρών» νερών και την αδίστακτη υπονόμευση του πολιτισμού στην πατρίδα μας. Η ποίηση «δεν μπορεί να ανατρέψει την πραγματικότητα, ανατρέπει όμως τις λογικές που τη στηρίζουν», επειδή είναι η μόνη ανθρώπινη, δημιουργική πράξη που προσεγγίζει, σε βαθμό επικίνδυνο, τον κόσμο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Για τον λόγο αυτό είναι πολύ πιο κοντά στη σιωπή των ηττημένων ή στον Θεό, ομοούσια με την άρρητη δύναμη της Δημιουργίας.

 

Πόσο προσωπική είναι η γραφή σας; Γράφετε: Βρήκα τη δύναμη να φύγω/ γλιστρώντας σε ποταμούς / που κύλησαν δίπλα μου αμίλητοι. Το πρώτο πρόσωπο, που συχνά χρησιμοποιείτε, απηχεί τον εαυτό σας;

 

Οι στίχοι που συνήθως γράφω, είναι εξομολογητικοί. Δεν θα μπορούσα να αναφέρομαι  σε άλλο πρόσωπο.

 


Μέσα στα γραπτά σας, ποιητικά και πεζά, ανιχνεύεται η μνήμη του πατρογονικού τόπου. Πώς σας διαμόρφωσε η προσφυγική μοίρα των γονιών σας;

 

Είμαι Πόντιος δεύτερης γενιάς και η αναπόληση αυτή παραμένει μέσα μου ζωντανή από άμεσες διηγήσεις. Διαμορφώνουν μέσα μου εκείνο το συναίσθημα που με βοηθά να πιστεύω ότι τα  αγαπημένα πρόσωπα, που έφυγαν από τη ζωή μου, θα εξακολουθούν να ζουν μαζί μου μόνον όταν τα ενθυμούμαι και αναφέρομαι σ’ αυτά. Άλλες φορές, η επιθυμία αυτή πραγματώνεται  με τη συγκίνηση που νιώθω ακούγοντας την τρίχορδη λύρα, που με φέρνει τόσο κοντά στα βασανισμένα πρόσωπα του πατέρα και της μάνας μου και μ’ αναγκάζει να θέλω να χορέψω, ν’  ανασηκώσω το βαρύ μου πέλμα και να το υψώσω στα ουράνια!

 

Φυσικά η Καβάλα έχει μεγάλο μερίδιο σε όσα γράφετε. Μιλήστε μας για την πόλη σας, όπως εσείς τη βλέπετε, όπως σας έχει επηρεάσει σε ό,τι κάνετε.

 

Ας μου επιτραπεί να μη μιλήσω, αλλά να καταθέσω στους αναγνώστες ένα ποίημα από τις Παράκτιες διαδρομές κι ένα μικρό πεζό από το Βόρεια ακρωτήρια, το  καινούργιο βιβλίο που ετοιμάζω. Είναι ο καλύτερος τρόπος για να εκφράσω αυτό που νιώθω για την πόλη μου.

 

Η δυσκολία να τη βλέπεις όλη

 

Είναι οι γιρλάντες από φώτα, που απλώνονται

από τη μια άκρη της στην άλλη.

Όπου κι αν σταθείς, δεν μπορείς να τη δεις όλη.

Είναι οι χερσόνησοι,

οι κάβοι που σ’ εμποδίζουν να βλέπεις.

Είναι η δυσκολία που σε κάνει να φαντάζεσαι

πως η άλλη μισή είναι πιο γοητευτική.

 

Δεν είναι ίδια

 

Φθάνοντας ψηλά, στην κορφή του Άγιου Σίλα, βλέπεις την πόλη να ξανοίγεται. Στο γαλάζιο να πνίγεται της θάλασσας και τ’ ουρανού. Μια πόλη που τόσα χρόνια μέσα σου κρατούσες. Όμως δεν είναι ίδια. Ποτέ δεν είναι η ίδια. Ποτέ δεν επιστρέφεις  σε ό,τι η παιδική σου μνήμη χάραξε.

 

Έχοντας επιλέξει, λοιπόν, να ζείτε και να δημιουργείτε στον γενέθλιο τόπο σας, ποια γνώμη έχετε διαμορφώσει για τη λογοτεχνική κίνηση στην περιφέρεια;

 


Είχε και έχει, ακόμα, σπουδαίους δημιουργούς και  μια ανταπόκριση από τους πολίτες αρκετά σημαντική. Ακόμη και σήμερα πιστεύουν στο πανελλήνιο  ότι η προσφορά της πόλης μας στον πολιτισμό υπήρξε μεγάλη και σοβαρή. Εκείνο που τους χαρακτηρίζει ιδιαίτερα είναι, δυστυχώς, η μοναχική πορεία τους. Μόνο με την αγάπη και την καλή συνεργασία όλων νομίζω ότι τα αποτελέσματα θα γίνουν ακόμη πιο θεαματικά.

 

Σας έχει αποδοθεί  ο τίτλος «ποιητής του καπνού» από επιστήμονες νεοελληνιστές, της πόλης σας. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό για εσάς;

 

Το όνομά μου δεν προστίθεται στα ονόματα των ποιητών, που στα ποιήματά τους το καπνικό ζήτημα της πόλης κυριαρχεί σε μεγάλο βαθμό. Αναφέρομαι με συμπληρωματικό τρόπο στο πεδίο της έρευνας πάνω στο ζήτημα αυτό. Η αναφορά, όμως, αυτή είναι για μένα ιδιαίτερα τιμητική. Αισθάνομαι μεγάλη συγκίνηση, όταν κάποιο ποίημα μου εγγράφεται στη μεγάλη και αγωνιστική ιστορία αυτής της πόλης.

 

Στο πιο πρόσφατο βιβλίο σας (Παράκτιες διαδρομές) μοιράζεστε ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία. Στα ποιήματά σας κυριαρχεί η λιτή μορφή, η μικρή έκταση, η αποφυγή λυρικών εκφράσεων. Στα πεζά σας, από την άλλη, διαφαίνεται η ποιητική επίδραση στην υπαινικτικότητα, τη συμπύκνωση του λόγου. Τελικά μία είναι η γραφή, ασχέτως της μορφής που παίρνει κάθε φορά;

 


Και στις δύο απόπειρες κυριαρχούν οι ίδιες αισθητικές μορφές, τις οποίες και δεν μπορώ να αποφύγω. Η ποίηση με ακολουθεί παντού. Το έχουν διαπιστώσει οι αναγνώστες μου και μου το υπενθυμίζουν κάθε τόσο.

 

Ένα από τα χαρακτηριστικά σας είναι ο στοχασμός, που συμβαδίζει με την ποιητική και με την πεζογραφική εκδοχή σας ως δημιουργού. Θα λέγατε ότι ο στοχασμός αυτός εμπεριέχει και κάποιο διδακτισμό;

 

Οι στοχασμοί μου δεν έχουν επιστημονικό υπόβαθρο. Προβληματίζουν μόνο και είναι  βγαλμένοι μέσα από την εμπειρία της ζωής μου. Δεν εμπεριέχουν διδακτισμό ή κάποια άλλη  σωτήρια πίστη.

 

Και ο έρωτας; Πώς δένει με την υπόλοιπη θεματική των γραπτών σας;

 

Η νοσταλγία για κάποιον απραγματοποίητο έρωτα μπορεί ν’ αναδημιουργεί τα συναισθήματα, και να τα επαναφέρει στην  ένταση μιας πρώτης καταγραφής. Βοηθά τον ποιητή να «αγγίζει» την Τάξη των λέξεων που είναι μόνο μία και μοναδική, υπακούοντας μ’ αυτόν τον τρόπο  στο μυστήριο και τη μουσικότητα της δημιουργίας. Στα ποιήματά μου, πράγματι, υπάρχει ένας ερωτισμός που, όμως, απευθύνεται περισσότερο στον έρωτα παρά στο ερωτικό αντικείμενο.

 

Σ’ ένα ποίημά σας, «Θαλάσσιες γραμμές» από τη συλλογή Ένα ποτάμι φως γράφετε: […] ταξίδεψα με ποντοπόρα πλοία / στην ακατανίκητη γεωμετρία /οριζόντων και ωκεανών. /Διέσωσα όμως /το πρόσωπο της ψυχής μου! Πώς μπορεί κανείς να διασώσει την ψυχή του; Με τη φυγή των ταξιδιών ενδεχομένως; Με τη γραφή και την ποίηση;

 

Ισχύουν και οι δύο εκδοχές. Είναι τίμιοι και άδολοι άνθρωποι οι ναυτικοί, ιδίως εκείνοι που ταξιδεύουν με ποντοπόρα πλοία.  Στη στεριά νιώθουν άβολα, δεν μπορούν να αντέξουν τη μικροπρέπεια και τους ψυχρούς υπολογισμούς των στεριανών. Γι’ αυτό, κάθε τόσο ψάχνουν για νέα μπάρκα. Στη δεύτερη εκδοχή, οι ποιητές —και πάνω σ’ αυτό επιμένω— είναι από  τα πιο ευαίσθητα και απροστάτευτα άτομα στον λογοτεχνικό χώρο. Η τέχνη της γραφής λειτουργεί λυτρωτικά· διασώζει την ψυχή τους.

 

Ναι, γράφετε άλλωστε: Διευρύνοντας τα όριά μου/ ξέφυγα από τις γραμμές/ που με κλείνουν. Τι δρα δεσμευτικά και τι απελευθερωτικά για εσάς, εκτός από τη γραφή;

 


Δρα δεσμευτικά οτιδήποτε επαναλαμβάνω στη ζωή μου από εξαναγκασμό και άγονη συνήθεια. Νιώθω απελευθερωμένος μόνο όταν σπάω τους κανόνες της υποταγής και της δουλοπρέπειας,  και ας είναι το τίμημα βαρύ. Είναι αυτό που έλεγε ο μεγάλος μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης «το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας».

 

[Ο Χρήστος Κεραμίδης γεννήθηκε στην Καβάλα, στη χερσόνησο του συνοικισμού της Παναγίας, στην οποία συχνά «επιστρέφει» και αναφέρεται. Μεγάλωσε σ’ ένα από τα παλιά τούρκικα σπίτια των προσφύγων, τα ανταλλάξιμα. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τον Πόντο. Έχασε τον πατέρα του στην πολύ μικρή ηλικία των πέντε ετών, γεγονός που τον σημάδεψε στη μετέπειτα ζωή του. Τελείωσε την Αριστοτέλειο Σχολή Υπομηχανικών Θεσσαλονίκης (Μικρό Πολυτεχνείο). Από το 1975 ζει μόνιμα στην Καβάλα. Εργάστηκε στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα με την ιδιότητα του μελετητή και επιβλέποντα μηχανικού. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1995 με την ποιητική συλλογή Ταξιδευτές. Το 1996 εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή Στα πέλαγα του ονείρου. Απόσπασμα από το ποίημα «Το όνειρο», δημοσιεύτηκε, ως προμετωπίδα, σε περιοδικό προβολής της πόλης του, μεταφρασμένο σε τρεις γλώσσες. Το ποίημα «Αόρατοι στόχοι» (από τη συλλογή Δρόμοι της βροχής 1998) τιμήθηκε από τη Νέα Κίνηση Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (1999). Το ποίημα «Ερωτικό» (από τη συλλογή Ο Αύγουστος που περιμένω) ανθολογήθηκε στο Ποιητικό Ημερολόγιο 2018 των εκδόσεων Ιωλκός. Συμμετείχε στο συλλογικό έργο Παλίμψηστο Καβάλας 2009 (επιμέλεια και ανθολόγηση των Ευριπίδη Γαραντούδη και Μαίρης Μικέ) με το ποίημα «Χαμένες μουσικές», που γράφτηκε για τη μεγάλη πυρκαγιά που έκαψε το περιαστικό δάσος της πόλης, το 1985. Το ποίημα «Αναζήτηση» ανθολογήθηκε στο Καλλιτεχνικό Ημερολόγιο 2020. Έχει επιλεγεί, ιστορικά, από επιστήμονες νεοελληνιστές, ως ένας από τους «ποιητές του καπνού» της πόλης του (1ο Επιστημονικό Συνέδριο- Πρακτικά συνεδρίου, Καβάλα Δεκέμβριος 2018). Έχει γράψει κυρίως ποίηση. Ποιήματα αλλά και πεζά κείμενά του έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί σε εφημερίδες, περιοδικά και ανθολογίες.]

 

 

Επιμέλεια: Διώνη Δημητριάδου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έξοδα νοσηλείας Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης εκδόσεις Ενύπνιο η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

 

Έξοδα νοσηλείας

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης

εκδόσεις Ενύπνιο

 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

https://www.fractalart.gr/eksoda-nosileias/





η «δύσκολη» λογοτεχνία και τα δύο στοιχήματα της γραφής

 

Τα Έξοδα νοσηλείας είναι η πιο προσωπική ως τώρα γραφή του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη. Όχι επειδή είναι αυτοβιογραφική στα στοιχεία της – καθόλου απαραίτητη δεν πρέπει να θεωρείται μια τέτοια παράμετρος προκειμένου να δοθεί το προσωπικό στίγμα στη γραφή. Η εσωτερικότητα του λόγου, τα βιώματα που προδίδουν την ύπαρξή τους πίσω από τα γεγονότα που αφορούν τις λογοτεχνικές περσόνες του βιβλίου, αυτά είναι τα προαπαιτούμενα για να μιλήσουμε για μια γραφή που ξεπερνά τις θεωρητικές προδιαγραφές της αφήγησης, είτε πρόκειται για μικρή ιστορία είτε για τη μεγάλη αφήγηση με τη μορφή της νουβέλας ή του μυθιστορήματος, και χαρακτηρίζεται προσωπική κατάθεση. Και όσο ο συγγραφέας είναι διατεθειμένος να εισχωρήσει στην αφηγούμενη ιστορία του με περισσότερη ειλικρίνεια, τόσο και η γραφή του θα κατατίθεται γυμνή από περιττά κοσμήματα, αυθεντική και ατόφια στην αλήθεια της. Ωστόσο, τίποτα δεν χαρίζεται χωρίς το ανάλογο τίμημα· έτσι, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα, το καθένα με τη δική του βαρύτητα αλλά και με τη σύνδεση μεταξύ τους να αποβαίνει προκλητική: α. πώς ο αναγνώστης/αποδέκτης θα θεωρήσει δικό του, οικείο τόπο όσα γράφονται, ώστε να εισχωρήσει στον κόσμο του συγγραφέα (αληθινό και επινοημένο) για να κατανοήσει την ιστορία στο βάθος της αλλά ταυτόχρονα να δει  τον εαυτό του ως κομμάτι της σε μια ιδανική συνθήκη μέθεξης; β. πώς θα κατορθώσει ο συγγραφέας να εξέλθει από τη γραφή του αλώβητος, όχι λογοτεχνικά αλλά προσωπικά, αντιμέτωπος με το άχθος της ζωής, μια όψη της οποίας εγκιβώτισε στην ιστορία του;

Η ιστορία των δύο προσώπων στο μυθιστόρημα του Χατζημωυσιάδη δομείται σε διαδοχικά επίπεδα με αρχή την ασθένεια και συνακόλουθες αναπόφευκτες συνθήκες από τη μια τη μοναξιά και από την άλλη τη σκέψη του επικείμενου θανάτου, καθώς το σκηνικό είναι ένας θάλαμος νοσοκομείου. Τα δύο πρόσωπα θα έρθουν σε επαφή αρχικά αναγκαστική: ο ασθενής και ο νοσηλευτής-φροντιστής του. Εδώ εντοπίζεται και το αφετηριακό σημείο της αναγνωστικής συμμετοχής. Με την αναμφίβολα δυνατή γραφή (τα χαρακτηριστικά της οποίας έχουν επισημανθεί και σε προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα) μεταπλάθεται η προσωπική θεώρηση του δίπολου ζωή-θάνατος σε κοινό τόπο για την αναγνωστική πρόσληψη – η αδυναμία του σώματος μπροστά στην ασθένεια, ο δύσκολος ρόλος του «φροντιστή» (κατανοεί όποιος άγγιξε για λίγο ή για μακρό διάστημα τον ευαίσθητο αυτό χώρο με το βαρύ φορτίο του) η κατάρρευση, ο φόβος του θανάτου αποκτούν ευρύτερες διαστάσεις και οπωσδήποτε δεν αφορούν μόνο τους δύο ήρωες της ιστορίας. Φυσικά σε μια τέτοια διάσταση που προσλαμβάνει πλέον η μυθοπλασία δεν οδηγεί μόνον η θεματική· απαιτείται και η τέχνη της γραφής που δεν διστάζει να μιλήσει με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Ο αναγνώστης βρίσκεται ήδη μέσα στην ιστορία, το ένα στοίχημα έχει κερδηθεί.

 

Η μυϊκή του ακαμψία επιδεινώνεται. Όταν πρωτόρθα ήταν σε θέση να κάνει κάποια βηματάκια στον θάλαμο, τώρα δεν μπορεί να σταθεί όρθιος ακόμη και αν κρατιέται απ’ το κρεβάτι και το κομοδίνο. Μέρα με τη μέρα χάνει τη μάχη του σώματός του, χέρια, πόδια, αυχένας, πλάτη, σπονδυλική στήλη αυτονομούνται από το νευρικό του σύστημα. Μου θυμίζει μεγάλο πλατάνι, που ’χει προσβληθεί από μύκητες και ξηραίνεται πρώτα στα φύλλα, μετά ξηραίνεται στα κλαδιά, ύστερα ξηραίνεται στον κορμό και στο τέλος ξηραίνεται στις ρίζες. Αλλά τουλάχιστον το πλατάνι δεν έχει επίγνωση του ανεπίστρεπτου, ο ασθενής μου διατηρεί την διαύγειά του. Δεν ξέρω αν αυτό είναι ευλογία ή κατάρα. (σ.28-29)

 

Ένας προφορικός μονόλογος και μια γραπτή μαρτυρία-απολογισμός ζωής θα αποτελέσουν το ικανό πλαίσιο, μέσα στο οποίο η ψυχρή επαφή των δύο προσώπων θα μεταλλαχθεί σταδιακά σε ουσιαστική επικοινωνία· πολλά θα ειπωθούν, δύο κόσμοι θα σμίξουν, θα φανεί το βάθος χρόνου στο οποίο απλώνεται η επινοημένη πλοκή και  το οποίο αρκεί για να κατηγοριοποιηθεί η ιστορία στο είδος του μυθιστορήματος. Στην ουσία ακούμε δύο διαφορετικές ζωές να εκτυλίσσουν τα δεδομένα τους και να επιζητούν το σημείο σύνδεσης. Συνομήλικοι οι δύο, καθώς θα ωθούν προς τα πίσω τον χρόνο (είδος άμυνας ίσως μπροστά στο αβέβαιο μέλλον) θα δώσουν στον συγγραφέα τη δυνατότητα να ανοίξει το τοπίο της μυθοπλασίας ενσωματώνοντας  στη γραφή του την ιστορία του τόπου από την εποχή της μεταπολίτευσης ως τη σύγχρονη πολύπλευρη κρίση. Είναι στην πραγματικότητα η ζωή όπως την εννόησε ο ίδιος ο συγγραφέας (σχεδόν ανάλογης ηλικίας με τους ήρωές του) μέσα σε μια συγκεχυμένη εποχή που δεν κατόρθωσε ποτέ να λάβει ένα όνομα της προκοπής (ανούσιος όρος στην ουσία: μεταπολίτευση) προσδίδοντας στην ομώνυμη γενιά μια απροσδιοριστία και μια σύγχυση μέσα στο συνονθύλευμα ιδεολογιών μα και ιδεολογημάτων εσωτερικής κατανάλωσης.

 

Με λίγα λόγια, βλέπω να εγγράφεται πάνω μου σαν ενοχλητική φάρσα η επανάληψη της τρέχουσας ιστορίας του τόπου, που υποφέρει πάνω στη χειρουργική κλίνη των συνταγματαρχών, παρακολουθεί αμήχανος την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τραγουδάει επαναστατικά άσματα σε συναυλίες, κουνάει μια πλαστική σημαία στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, μεγαληγορεί επικαλούμενος τους αρχαίους προγόνους, προσδοκά να γίνει περιφερειακή δύναμη στα Βαλκάνια, σπαράζει μπροστά στους κόκκινους δείχτες του χρηματιστηρίου, ανεβαίνει με φαρμακευτική υποστήριξη στο ολυμπιακό βάθρο, για να καταλήξει ξανά σε μια νοσοκομειακή κλίνη υπό την επίβλεψη οικονομολόγων και πολιτικών. (σ.113-114)

 

[…]

 

Φορές φορές σκέφτομαι ότι θα μπορούσαν να είναι οι καλύτερες δεκαετίες της ζωής μας. Λέω για όσους είχαμε την τύχη ή την ατυχία να συνδέσουμε τη νιότη μας με το ’80, το ’90 και το 2000, όταν αφήνοντας πίσω πολέμους, εμφυλίους, μετεμφυλιακές διώξεις, ξενιτιές, χούντες και στερήσεις, νιώθαμε όλους τους ούριους ανέμους της οικουμένης να γεμίζουν με ελπίδες τα πανιά μας. Δεν ξέρω πού ακριβώς έγινε το λάθος. Ίσως να λατρέψαμε λάθος θεούς, ίσως να αφηγηθήκαμε λάθος ιστορίες, ίσως να φωνάξαμε λάθος συνθήματα, ίσως να μπαρκάραμε με λάθος πλοία αλλά πολύ πριν μας βρει η κρίση του ’10 είχαμε ήδη χάσει τη γη κάτω απ’ τα πόδια μας ή ακριβέστερα είχαμε ήδη χάσει τον εαυτό μας μέσα στους εαυτούς μας. Τώρα τσαλαβουτάμε στα ελώδη νερά της σύγχυσης και του αυτοοικτιρμού. Πίνουμε, τραγουδάμε, κάνουμε απολογισμούς, γράφουμε ποιήματα, διαβάζουμε βιβλία, συμπληρώνουμε παζλ γυρεύοντας μια χέρσα γη για να θάψουμε το πτώμα μας. (σ.134)

 

 


Ο ήρωας του βιβλίου πασχίζει να ολοκληρώσει ένα παζλ με θέμα τον πίνακα του Βαν Γκογκ  «Σιταροχώραφο με κοράκια» (καθόλου τυχαία η επιλογή, καθόσον πιθανόν πρόκειται για το τελευταίο έργο του ζωγράφου) και να εντάξει στο απειλητικό συννεφιασμένο σκηνικό του τον εαυτό του ως οδοιπόρο σε ένα μονοπάτι τυφλό που μοιάζει να μην οδηγεί πουθενά. Τον ακούμε να λέει:

 

Να σταθώ πάνω από το τραπεζάκι του σαλονιού. Να πάρω από το χέρι τον εγκλωβισμένο οδοιπόρο του μονοπατιού. Να τον βγάλω έξω από το παζλ. Εγώ θα γυρίσω στον θάλαμό μου για να ολοκληρώσω τις χημειοθεραπείες μου και να παλέψω με νύχια και με δόντια για τη ζωή μου. Ο οδοιπόρος θα κατέβει στο πάτωμα, θα ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματος, θα βγει έξω, θα επιβιβαστεί σε αστικό λεωφορείο, θα πάει μέχρι την τεχνητή λιμνούλα, θα συνάξει τις πάπιες και τις χήνες του, θα ξαναβρεί τη μαμά του, θα πεταχτούν παρέα μέχρι το χωριό, θα χορέψουν παραδοσιακούς χορούς του Πάσχα, θα αφαιρέσει απ’ τα χέρια του πατέρα του το δρεπάνι, θα βγει έξω βόλτα με τη Λίλα, θα κατευθυνθεί στα σιταροχώραφα του χωριού, θα περπατήσει σε κείνο το μονοπάτι με τις αγριάδες και θα κοιτάξει γύρω του. (σ.170-171)

 

Φανταζόμαστε όχι μόνον τον ήρωα αλλά και τον δημιουργό που τον επινόησε να βγαίνει από το κάδρο πατώντας πάνω σε διαλυμένες ψηφίδες, να διώχνει τα κοράκια που πετούν πάνω από το κεφάλι του. Σ’ αυτό το σημείο στέκεται ο συγγραφέας αντιμέτωπος με την ίδια τη γραφή του. Ποιο το τίμημα, αλήθεια, αυτής της προσωπικής κατάθεσης, που χρειάστηκε τη μυθοπλασία με δύο  αφηγήσεις και μια εγκιβωτισμένη ιστορία (τα «Έξοδα νοσηλείας») για να γράψει το πλέον βιωματικό του βιβλίο; Πιστεύω κερδισμένο να είναι και αυτό το στοίχημα (το προσωπικό του συγγραφέα), μια που η λογοτεχνία (η «δύσκολη», όπως την ονόμασα στον τίτλο αυτού του σημειώματος) μπορεί να λειτουργήσει σαν καθρέφτης (καθόλου παραμορφωτικός) και να δώσει, μέσα από τη σωστή μέτρηση των μεγεθών, απλόχερα το θεραπευτικό της ίαμα.

 

Διώνη Δημητριάδου

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020

Η Ανθούλα Δανιήλ γράφει για τα «Αιρετικά παραμύθια» της Άι Ογκάουα (μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος και Διώνη Δημητριάδου), εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Περί ου"

 

Η Ανθούλα Δανιήλ γράφει 

για τα «Αιρετικά παραμύθια» της Άι Ογκάουα

(μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος και Διώνη Δημητριάδου), εκδόσεις Βακχικόν

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Περί ου"

http://www.periou.gr/%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b1-%ce%b4%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ae%ce%bb-%ce%ac%ce%b9-%ce%bf%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%bf%cf%85%ce%b1-%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac/

 


Μια φωνή από μακριά

  Ίσως,  θα έπρεπε να προσδιοριστεί ότι το «μακριά» δεν έχει να κάνει τόσο με τον τόπο ή με τον χρόνο αλλά με το είδος. Και αυτό προκύπτει από την εισαγωγική ενότητα του βιβλίου

«Ο κόσμος της Άι Ογκάουα (μια σκληρή ζωή πίσω από τους μύθους)»

 

Πατάω δυνατά το γκάζι.

Θα επιστρέψω στο σπίτι, στη βρόμικη αυλή, στον βόθρο,

σ’ εσένα, που σκάβεις εκεί πέρα ένα πηγάδι

θα μπορούσες να το γεμίσεις με τον ιδρώτα σου

αν και δεν υπάρχει κανένας λόγος για να το θέλω

………………………………

Αυτό που θέλω πάνω από όλα είναι σκληρό,

χτυπάει πάνω στα δόντια μου

πάει πάλι πίσω και με δαγκώνει

(Σκληρότητα»)

 

  Η γνωστή λογοτέχνις Διώνη Δημητριάδου μας βάζει στον κόσμο της ποιήτριας την οποία έχει μεταφράσει και ανθολογήσει, μαζί με τον Βαγγέλη Αλεξόπουλο. Στην πολύ καλή εισαγωγή της –μελέτη- μας δίνει λεπτομερώς τον κόσμο της ποιήτριας, τις σκέψεις, τις ιδέες και τον τρόπο.

Μας δίνει και μας δείχνει «το σκληρό σώμα της ποίησης» της Ογκάουα, και μας κάνει συμμέτοχους του πάθους τη ποιήτριας και συνοδοιπόρους στον «ιδιόμορφο και δυστοπικό» κόσμο της.

Η Δημητριάδου χαρακτηρίζει τη φωνή της Ογκάουα δραματικό μονόλογο και όχι εξομολόγση, τη βλέπει σαν ηθοποιό στη σκηνή που «εκτίθεται», τους χαρακτήρες της σαν περσόνες ή πρόσωπα αληθινά που μεταφέρει αλλοιωμένα, και οπωσδήποτε μας προειδοποιεί να μην ταυτίσουμε την ποιήτρια με το ποιητικό υποκείμενο.

 Στα «Είκοσι χρόνια γάμου» η σκηνή στο φορτηγό με τα σπασμένα τζάμια και το κρύο στήνει ένα τελείως αντιερωτικό ντεκόρ, το οποίο όμως υποβάλλει την αίσθηση μιας τελευταίας καταφυγής,  σε μια σχέση που δεν υπάρχει πια ή δείχνει ότι οι συμμετέχοντες απλώς δεν έχουν πεθάνει ακόμα:

 

Μ’ έχεις να περιμένω σ’ ένα φορτηγό…

Βιάσου. Τίποτα δεν φοράω κάτω από τη φούστα μου απόψε.

……………………………..

Έλα μωρό μου ρίξε με ανάσκελα

Κάνε πως τίποτα δεν μου χρωστάς

Κι ίσως να ξεφύγουμε από δω,

ν’αφήσουμε το παρελθόν έναν σωρό πίσω μαςˑ

παλιές εφημερίδες που δεν θα διαβαστούν ξανά.

 

Θα κατέτασσα στα πιο συνταρακτικά το ποίημα «Έκτρωση», επειδή «οι φτωχοί δεν έχουν παιδιά», το θέμα του οποίου μοιάζει να συνεχίζεται στο επόμενο ποίημα «Κλαίω προσεύχομαι για την ψυχή του, / χύνω γάλα στον τάφο του/ και το κάνω γιατί κάποτε σ’ αγάπησα».

Ισχύει αυτό που υποστηρίζει η Δημητριάδου: «Οι ήρωες εντάσσονται ομαλά στο περιβάλλον που η ποιήτρια φροντίζει να φτιάξει γι’ αυτούς»  και ακόμα εντυπωσιακό είναι το ότι «οι προσωπικές σχέσεις κρύβουν … μια βαναυσότητα, έναν διεστραμμένο αυθορμητισμό που ξαφνιάζει».

Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε εδώ να προσθέσουμε την πληροφορία ότι η ποιήτρια προέρχεται από Ιάπωνα πατέρα και Αφρικανίδα μητέρα, έζησε στο Τέξας και αν όλα αυτά, ως διαφορετικές καταβολές  μετρούν στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα και κυρίως στον τρόπο που τα εκφράζει. Η Δημητριάδου σχολιάζει τη θεατρικότητα των ποιημάτων, τα οποία βλέπει  μικρές πεζές αφηγήσεις, ότι το αισθητικό περιβάλλον δείχνει την ιδεολογία της και το ήθος της.


Στο ποίημα «Πεντηκοστή» με την ένδειξη «για Μένα», σαν να λέμε μου το αφιερώνω, o πρώτoς στίχος είναι «Rosebud Morales, φίλε μου». Η πρώτη λέξη όμως είναι φορτισμένη από την ταινία του Όρσον Ουέλλς Πολίτης Καίην, όταν στο τέλος της ταινίας ο Καίην λέει την τελευταία του λέξη: Rosebud. Το τι εννοούσε με αυτήν έμεινε διαρκής απορία. Ήταν το χαμένο όνειρο, ήταν τόπος, ουτοπία, χρόνος, αθωότητα;;;

Πιστεύω πως η Ογκάουα σκόπιμα έδωσε έμφαση στο όνομα του Morales, φίλου του Emiliano Zapata, και χάρη  σ’ αυτή την ευτυχή συγκυρία, της συνάντησης μιας εμβληματικής λέξης με ένα  όνομα κι έναν επαναστάτη, εξέφρασε προσωπικές θέσεις πάνω στον άνθρωπο και στην εκμετάλλευση και πάνω στο θέμα της δίκαιης εξέγερσης:

 

Αγόρια πάρτε τη γη, πάρτε τη, είναι δική σας

Αν υποφέρεις μέσα στον τάφο

και από κεί μπορείς να σκοτώσεις.

 

Συγκλονιστικά τα ποιήματα «Ο Καλός ποιμήν», «Σαλώμη», «Η ιστορία της μητέρας» για τα τραγικά σημαινόμενά τους, το αγόρι που σπρώχνει με το πόδι στο χαντάκι ο πρώτος, το κομμένο γαρύφαλλο σαν κεφάλι του βαπτιστή η δεύτερη, τη μητέρα που πρέπει να είναι πάντα έγκυος με παιδί ή με γνώση η μητέρα.

Κι η φρίκη/ δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/ γιατί είναι αμίλητη και προχωράει, λέει ο Σεφέρης σε άλλα συμφραζόμενα, χρόνο και τόπο, αλλά πάντα και παντού επίκαιρα.

Η Άι Ογκάουα, εκτός από τον Ιάπωνα πατέρα και την Αφρικανίδα μητέρα,  έχει ρίζες στους ιθαγενείς Ινδιάνους, στους Ιρλανδούς και στους Ολλανδούς, γράφει ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος στο λεπτομερές βιογραφικό σημείωμ που παραθέτει στο βιβλίο. Η ποιήτρια σπούδασε ιαπωνική γλώσσα και μελέτησε τον Βουδισμό, έκανε πάρα πολλά πράγματα στη ζωή, είδε και γνώρισε. Επέλεξε η ίδια το όνομά της «Ai», επειδή το Α είναι το ένα και το i είναι το δέκα. Και δυο μαζί κάνουν έντεκα που σημαίνει πνευματική δύναμη. Το i είναι το απρόσωπο εγώ του σύμπαντος και το γράφει και ως αιγυπτιακό ιερογλυφικό. Η Άι λοιπόν, όπως επιθυμεί να είναι γνωστή, έχει ένα πλούσιο πολυπολιτισμικό υπέδαφος, εκ γενετής ή επίκτητο, είναι το αποτέλεσμα μιας συγχώνευση ποικίλων καταβολών, σκοτεινών και ανοίκειων στον Ευρωπαίο αναγνώστη διαθέσεων και επιθυμιών, κάτι σαν τα μάγια των μάγων και άλλα των ιθαγενών συνήθεια, τα οποία ταράζουν τον αναγνώστη, εξάπτουν τη φαντασία, διεγείρουν το επιθήλιο της επιθυμίας να δουν και να μάθουν έναν άλλο κόσμο, έξω κόσμο, πίσω από το λούστρο του πολιτισμού, όπως τον ξέρουμε ή όπως εθελοτυφλώντας  νομίζουμε ότι τον ξέρουμε. Η Άι μας προσφέρει με ωμότητα τον ρεαλισμό της, ξεγυμνώνει από κάθε επίφαση την αλήθειά της  ή την εμπλουτίζει με το ψέμα της.

Υπερβολή, αποκάλυψη, ηθική και ανηθικότητα, σκληρότητα και ωμότητα, ελεύθερη από φόβο και ντροπή, είναι μία σπουδαία ποιήτρια, προβεβλημένη και βραβευμένη για το έργο της.

Τελευταίο ποίημα του βιβλίου είναι το «Χρονικό του καρκίνου» σε τέσσερα στάδια,  όπου καταγράφει την προσωπική της περιπέτεια:

 

Δεν μπορούσε να είναι βέβαιη…

Μήπως ήταν ένα καρούμπαλο; …

Προσευχές στην Παρθένο Μαρία…

…………………………

Ήξερε ότι έπρεπε να δει γιατρό….

Ο γάτος ο Μπου-μου κάθισε και την κοίταζε…

Ο Μπου-μου αρρώστησε…

πέθανε από λευχαιμία των αιλουροειδών…

ήταν ακόμα ζωντανή,

Αν  και είχε αποφασίσει να πέθαινε τον Δεκέμβριο …

Δεν μπορούσε να πιει από το ποτήρι…

Τώρα στη διάπλατα ανοιχτή πόρτα του θανάτου,

Περπάτησε διασχίζοντας το κατώφλι …

Σε έναν τελευταίο σπασμό

Ο κατακλυσμός  της σταμάτησε .

 

Έτσι προέβλεψε και κατέγραψε την τελευταία της μέρα.

 

Το βιβλίο με τα σημειώματα και τις διευκρινίσεις των δύο ανθολόγων –μεταφραστών είναι μία περιπέτεια ψυχής και πνεύματος μιας φωνής που έρχεται από μακριά, για να μας γνωστοποιήσει κάτι διαφορετικό, δυνατό αλλιώτικο και αληθινό.


 

   Ανθούλα Δανιήλ