Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Ερίνα Εσπιρίτου Τέσσερα ποιήματα και ένα πεζό μαζί με πέντε φωτογραφίες του Άγγελου Μπαράι


Ερίνα Εσπιρίτου

Τέσσερα ποιήματα και ένα πεζό

μαζί με πέντε φωτογραφίες του Άγγελου Μπαράι










Ο Έρωτας



Ο έρωτας δεν ρωτά

Δεν ζητά το λόγο ευγενικά

Δεν αναγνωρίζει απαγορευτικά

Δεν υπολογίζει λογικές

Ζει κάτω από χόρτα ξερά

Έτοιμα να προκαλέσουν πυρκαγιά

Μέρα μεσημέρι στο τελείωμα του Αυγούστου



Ο έρωτας έρχεται

Σκαρφαλώνει στα πόδια σου

Τρυπά το στέρνο σου και μπαίνει μέσα σου

Κατακτά τα φρούρια

Σπάει τις πανοπλίες

Σε γυμνώνει

Σε αποτελειώνει

Σε συνθλίβει

Σε αφήνει μόνο




Λευκή Σελίδα



Λευκές κόλλες χαρτιού

λόγια χιλιοειπωμένα

για την αγάπη, τον έρωτα, το πρώτο φιλί



τις σταγόνες και τον ήχο της βροχής

την αλμύρα της μάγισσας θάλασσας

του ποταμιού την αδιάκοπη ροή



το γυναικείο κορμί που διψά

το λάγνο βλέμμα που σε μεθά

το άρωμα στα τσαλακωμένα σεντόνια

κι ένα κενό μαξιλάρι

το τυχαίο άγγιγμα

την πείνα της σάρκας

τις μύχιες σκέψεις

τα υγρά μάτια

τις κομμένες ανάσες

την απουσία

την σκέψη που οργιάζει

τα αδάμαστα όνειρα

το νου που ταξιδεύει



το σημαδεμένο χαμόγελο που στάζει γλύκα

το παιδί, που ζει ακόμα μες τα χαλάσματα της τύχης του

την παλιά γειτονιά

τους άγνωστους περαστικούς που βουίζουν σα μελίσσι

τους αδικοχαμένους φίλους που προσμένουν το δάκρυ

τις χαμένες πατρίδες να στέκουν γυμνές

κάτω από αχόρταγα βλέμματα

τα ξεθωριασμένα ιδανικά

το άγνωστο μέλλον που τρέχει πάντα ένα βήμα

πιο γρήγορα από σένα

το προκαθορισμένο τέλος



πώς να γεμίσεις μια σελίδα με φως

πώς να γιατρέψεις μια πονεμένη ψυχή

πώς να δαμάσεις έναν ανήσυχο νου

πώς να χορτάσεις τις ορμές





Ένα ματσάκι άρωμα   



αν μπορούσα να νικήσω το χρόνο

θα το έκανα σήμερα για να σου φέρω ζεστό καφέ

και να σου πω από κοντά μια καλημέρα,

ύστερα θα περπατούσα στην πόλη σου

στους δρόμους σου

θα άγγιζα τις εικόνες των ματιών σου

και θα ’κλεβα από μια γλάστρα

ένα ματσάκι άρωμα

για να θυμάμαι στην επιστροφή

αν μπορούσα να νικήσω το χρόνο

θα ’μουν τώρα μια ανάσα από τα χείλη σου





Απώλεια Συχνότητας



Εσύ στρώνεις το κρεβάτι του πάθους

Και εγώ το καλό τραπεζομάντιλο

Απλώνεις τις επιθυμίες σου

Εγώ τα πιάτα από πορσελάνη

Είναι αγορασμένα με αγάπη

Θυμώνεις με τις αρνήσεις μου

Εγώ με τα θέλω σου

Βουτώ και βγάζω κοχύλια

Εσύ θησαυρούς

Φτιάχνω χαρταετούς

Πετάς με τα φτερά σου

Κι όταν κοιτώ τα άστρα

Έχεις στην αγκαλιά σου μια σελήνη

Ευτυχώς ακούμε μουσική

και ονειρευόμαστε σε διαφορετικές συχνότητες





Η ευτυχία ζει στο Life Central



Η Έλενα και ο Δημήτρης, συχνά προτιμούσαν να περνούν τις ελεύθερες ώρες τους κάτω από το αιωνόβιο πλατάνι, που δέσποζε στο κέντρο της πλατείας της γειτονιάς. Κυρίως τα ηλιόλουστα απογεύματα των Κυριακών, όταν δεν είχαν καμία άλλη υποχρέωση, αν και τους τελευταίους μήνες αυτό άρχισε να γίνεται όλο και πιο σπάνια, αφού οι ώρες εργασίας άλλαξαν και για τους δυο. Ήταν τότε που ακόμα «ζούσαν» τον έρωτά τους και έπρεπε να βρίσκουν μέρη και ώρες για να υπάρχουν.

Δίπλα από την πλατεία υπήρχε ένα τεράστιο πολυκατάστημα, το Life Central, το οποίο από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του, άλλαξε το τοπίο και τη ζωή των ανθρώπων της περιοχής. Στον τρίτο όροφο δούλευε εκείνη, τα τελευταία 6 χρόνια, σε αλυσίδα καταστήματος με γυναικεία ρούχα γνωστής φίρμας. Εκείνος εκτελούσε τα χρέη του υπεύθυνου της ασφάλειας του κτιρίου και έτσι δεν άργησαν οι καθημερινές συναντήσεις τους να εξελιχθούν σε ένα τρυφερό φλερτ και έπειτα σε μια σχέση «ζωής», όπως την αποκαλούσαν οι ίδιοι, οι φίλοι και οι συνάδελφοι.

Από το πολυκατάστημα αγοράστηκαν και όλα τα έπιπλα του μικρού διαμερίσματος που νοίκιασαν όλο χαρά στην απέναντι παλιά πολυκατοικία. Της οποίας τα θεμέλια κάθε φορά που πέρναγε ο ηλεκτρικός έτριζαν σαν παλιά σκαλωσιά, σαν πλοίο σκουριασμένο και ακυβέρνητο σε τρικυμία. Θα ’λεγες πως ένιωθες ναυτία κάποιες φορές, τέτοια ήταν η αστάθειά της και όμως τόσες και τόσες οικογένειες ζούσαν εκεί και έκαναν και το σταυρό τους για την τύχη να βρίσκονται σε μια τόσο αναβαθμισμένη περιοχή εξαιτίας του εμπορικού κέντρου. Για εκείνους ήταν και η ερωτική τους φωλιά, οπότε ένας λόγος ακόμη και αυτό τα διόρθωνε όλα.

Στις τελευταίες εκπτώσεις η Έλενα επισκέφθηκε όλα τα καταστήματα, σε όλους τους ορόφους του Life Central, σίγουρη πως θα έβρισκε τις καλύτερες προσφορές και ευκαιρίες. Τέτοιες μέρες δεν είναι να χάσεις τις απίθανες εκπτώσεις που σου προσφέρουν αυτά τα τεράστια εμπορικά κέντρα, στα οποία στεγάζονται τόσα πολυκαταστήματα για κάθε γούστο και κάθε ανάγκη. Τις ώρες που δεν εργαζόταν έτρεχε να κάνει τα ψώνια της ξοδεύοντας με χαρά τον πενιχρό μισθό της. Αγόρασε καινούργια σεντόνια, 100% βαμβακερά, με λάστιχο για καλύτερη εφαρμογή, ένα σετ πορσελάνινα πιατελάκια του φρούτου σε καταπληκτική τιμή και πατάκια για το μπάνιο, τρία στην τιμή του ενός.

Η ζωή κυλούσε ομαλά, εντός και εκτός του Life Central. Στόλισαν τη φωλίτσα τους για τα Χριστούγεννα, με γιορτινά λαμπιόνια, αφού ήταν σε εξαιρετική προσφορά, με δώρο το πολύμπριζο, και έπειτα αποφάσισαν να δώσουν τέλος στην κοινή τους πορεία, μιας και ο Δημήτρης δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν έτοιμος να προχωρήσει στην επισημοποίηση της σχέσης τους. Τον φόβιζε το γεγονός να γίνει πατέρας, σε αντίθεση με εκείνη, που τελευταία μόνο αυτό σκεφτόταν, και ήταν ολοφάνερο κάθε φορά που στεκόταν με τις ώρες μπροστά από τη βιτρίνα του νέου καταστήματος με βρεφικά είδη του 5ου ορόφου. Συχνά μες στο καλάθι με τα ψώνια της υπήρχαν διαφημιστικά και ενημερωτικά φυλλάδια για τις μέλλουσες μαμάδες! 

Η Ελένη και ο Δημήτρης, δεν άντεξαν τις εσωτερικές τους ανάγκες που δεν έβρισκαν κατανόηση στα θέλω τους και έτσι μέσα σε μια εβδομάδα, άλλαξαν όροφο, έπιπλα, δικηγόρο και οπτικό πεδίο. Τώρα και οι δύο κοιτούν το υπεραιωνόβιο πλατάνι από διαφορετική γωνία και θαυμάζουν το εμπορικό κέντρο που λάμπει στολισμένο μέρα και νύχτα για τις γιορτές.

 Όλα έγιναν ξαφνικά και σε ελάχιστο χρόνο, χάρη στις ποικίλες λύσεις που τους πρόσφερε ο σύγχρονος τόπος εμπορίου, αποφεύγοντας να χρονοτριβούν μέσα στην κίνηση και την έλλειψη πολεοδομικού σχεδιασμού των σημερινών μητροπόλεων που μας έχουν κάνει να χάσουμε την αμεσότητά μας και τις προσωπικές επαφές.  Το Life Central, αφού πρώτα τους διακόσμησε τον κοινό βίο, έπειτα τους διευκόλυνε να δώσουν ένα τέλος γρήγορα και αποτελεσματικά, χωρίς να χρειαστεί καν να αλλάξουν οικοδομικό τετράγωνο.



Ερίνα Εσπιρίτου




Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Piano Forte του Βασίλη Μπαρούτη εκδόσεις Φίλντισι η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal fractalart.gr/piano-forte/


Piano Forte

του Βασίλη Μπαρούτη

εκδόσεις Φίλντισι

 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal fractalart.gr/piano-forte/




Οι ήχοι των αφηγήσεων



Γράψαμε τραγούδια που μιλούσαν για τη θλίψη 

των άρρωστων, δυσάρεστων, και μάταιων δεσμών. 

Παίξαμε με στίχους που γελούσαν με την πίστη 

των άτυχων, των άσχημων, των άδοξων θνητών.   



 Φτιάξαμε τραγούδια που γλεντούσαν με τις τύψεις 

των άχρωμων, ασήμαντων, ανόητων εραστών. 

 Κλάψαμε με στίχους που γραφτήκαν για τις πτώσεις 

των όμορφων, ανέγγιχτων, απόμακρων ονείρων. 

Κι αυτό που μένει...   

(Διάφανα Κρίνα, στίχοι: Θ. Ανεστόπουλος)



Παράδοξο ίσως, αλλά διαβάζοντας τα διηγήματα που φτιάχνει ο Βασίλης Μπαρούτης έχεις την αίσθηση μιας μουσικής κλίμακας που σε κυριεύει και σε παρασύρει στον ρυθμό της. Όχι, δεν υπάρχουν ιδιαίτερες θεματικές αναφορές στη  μουσική μέσα στις σελίδες τους. Κι όμως, οι λέξεις τους μοιάζει να συντροφεύονται από  μια ηχητική υπόκρουση γνώριμη. Σαν να μπήκες σε κάποιο μπαράκι και να ελευθερώνεις τη σκέψη σου πίνοντας μία μία τις ιστορίες του βιβλίου. Ξεκινούν χαμηλόφωνα, σαν εντελώς προσωπικές στιγμές δικές σου, και στη συνέχεια απογειώνονται απρόβλεπτα και ξαφνικά. Όπως έτσι πρέπει να κάνουν οι καλές ιστορίες, αδιάφορο αν είναι με λέξεις ή με νότες γραμμένες. Κάποιες μέσα από υποβλητικές εικόνες να σε οδηγούν σε σκηνικά απίστευτα, λίγο ή πολύ πιο πέρα από τη λογική. Άλλες να σε βάζουν στο κέντρο μιας καθημερινότητας ακριβώς για να σου δείξουν τα όρια της αντοχής, του ήρωα αλλά και τα δικά σου. Και κάποιες άλλες να τα ξεπερνούν αυτά τα όρια ξαφνιάζοντας ακόμα και τους ίδιους τους ήρωές τους.

Ο Βασίλης Μπαρούτης μαζεύει κομμάτι κομμάτι τα υλικά του και αφηγείται τις ιστορίες του. Σαν να ήταν νότες που συνθέτουν μια μουσική φράση. Άλλωστε το παραμύθι και το τραγούδι δεν έχουν αυτό το κοινό σημείο συνάντησης; Ξεπηδούν από ένα φόντο λευκό, όπου τίποτε δεν είναι γραμμένο, και χτίζουν τους ήχους τους δίνοντας υπόσταση στο αθέατο κομμάτι του νου. Έτσι όπως ξεδιπλώνονται οι ιστορίες του, με τη συνοδεία των εύστοχα επιλεγμένων ποιητικών αποσπασμάτων, που ανοίγουν την είσοδο στην πλοκή τους, νιώθεις πως η καλή λογοτεχνία δεν γνωρίζει περιορισμούς· μπορεί να συνδιαλέγεται η μία φόρμα με την άλλη σε αγαστή αλληλοσυμπλήρωση. Η εξαιρετική Ρομφαία της Κατερίνας Λιάτζουρα, για παράδειγμα, δίνει τη νοηματική σκυτάλη στην ιστορία παραλόγου μέσα στο αστικό λεωφορείο, εκεί που ο Μεσολογγίτης κυρ-Ζαφείρης μεταλλάσσεται σε ακούσιο (;) δολοφόνο. Ένα εύστοχο, μεταφορικό  σχόλιο στο θέμα της ατομικής εξέγερσης, με την αφετηρία της να βρίσκεται στα πιο σκοτεινά αυλάκια του μυαλού, στις πιο απόκρυφες γωνίες της συνείδησης (Το αστικό λεωφορείο).



Ρομφαία

Η ενατένιση του κόσμου

δίχως προσδοκία μιας άλλης ζωής

γεννάει παιδιά του παραλόγου. Τσιράκια.

Το θέαμα της ιστορίας και των εγκλημάτων της

γεννά παιδιά εξεγερμένα.



Βούτηξα ξαφνικά στα ταραγμένα νερά του περιθωρίου

και του εφήμερου.

Βρήκα χοντροκοπιά, αν όχι ευτέλεια

στην υπόρρητη επίκληση της υπερβατικότητας.

Υπερβατική είναι μόνο η αυθεντία

που σύρθηκε εδώ

κομίζοντας ρομφαία.

Δαφνοστόλιστη.

(Κατερίνα Λιάτζουρα)



[…]



Του κυρ-Ζαφείρη, παραδομένου από ώρα στα δεσμά του, καλάγιαζε μέσα του το μίσος για την πρωτεύουσα και τους ανθρώπους της. Κοιτούσε τον άμοιρο στο πάτωμα και τον έπιανε μια απέραντη θλίψη, πηγάδι που ανάβλυζε την φρενήρη φυγή της ψυχής του στο ασφάλτινο σφαγείο, έξω από τα κλειστά τζάμια του λεωφορείου.



Το λεωφορείο, ένα ξέφρενο δοξάρι να σπάει μανιασμένο τις χορδές της πόλης και να σκορπίζει τον τρόμο, τρέχοντας σε λεωφόρους, σε πεζόδρομους, σε πλατείες. Χωρίς καμία πρωτοβουλία, καμία διάκριση, να κουμαντάρει στο δρόμο αυτά που είχε μέσα στα σωθικά του κλεισμένα. Τη φυλακή, το θάνατο, τη λύτρωση.



Η  μικρή φόρμα που επιλέγει ο Μπαρούτης ως μορφή συνιστά το απόλυτο στοίχημα της γραφής: πώς θα γίνει να πεις όσα πρέπει με όσο γίνεται λιγότερες λέξεις. Η αίσθηση του περιττού κυρίαρχη. Με τα πιο λιτά μέσα, με μια γραφή χωρίς στολίδια και διακοσμητικές ωραιοποιήσεις, προσεγγίζει αυτό το δύσκολο (όσο και πολύπαθο) είδος, το διήγημα. Και κατορθώνει να δώσει μια πλήρη εικόνα, με νόημα, με εξέλιξη, με ξάφνιασμα, με ανατροπή (με απαλούς και δυνατούς εναλλασσόμενους τόνους, που παραπέμπουν στον τίτλο του βιβλίου) με ήρωα σκιαγραφημένο στις βασικές και απαραίτητες γραμμές του, με τα υπόλοιπα πρόσωπα γύρω του να συμπληρώνουν την εικόνα, όσο μπορεί το καθένα με το βάρος που του αναλογεί για να μη σκιάσει το κεντρικό πρόσωπο. Και όλο αυτό να έχει τη δύναμη να φτάσει στον αποδέκτη και να προλάβει σ’ αυτόν τον ελάχιστο χρόνο της ανάγνωσης να συνομιλήσει μαζί του. Με δυο λόγια, η τέχνη της γραφής.

Η μνήμη λειτουργεί ως συνεκτικός ιστός στις ιστορίες του βιβλίου. Και μας πάει πίσω στη γνήσια αίσθηση της παιδικής ηλικίας - απόλυτη γενεσιουργό δύναμη και της ζωής και της γραφής. Οι ήρωες του Μπαρούτη θυμούνται και, όπως θυμούνται, ζουν τη σημερινή ζωή τους άλλοτε όρθιοι και άλλοτε σερνάμενοι. Στο Επίμετρο θα δοθεί η εξήγηση, η μοναδική ερμηνεία που αρκεί για να ολοκληρωθεί το νόημα.

[…]

Θυμάστε που όταν είμαστε παιδιά νιώθαμε τη ζέστη και κρυβόμαστε μέσα στο φως το κατακαλόκαιρο; Μέχρι που μελαγχολούσαμε, όταν μας έβαζαν για ύπνο με το ζόρι το μεσημέρι.

Μετά που μεγαλώσαμε, γιατί άδειασαν τα μάτια μας από τους ήλιους; Μόνο κάποιες σταγόνες μνήμης λαμπιρίζουν στο μέτωπο μετά την αποκαθήλωση της λήθης.



Οδυνηρή η πραγματικότητα υπενθυμίζει διαρκώς το πέρασμα του χρόνου. Οι εικόνες ξεθωριάζουν, όμως οι αισθήσεις ακόμα ζωντανές κινούν την ύπαρξη. Τέλος έρχονται οι ήχοι, αδιόρατοι, όμως υπαρκτοί, να δένουν τις σκηνές μεταξύ τους, άλλοτε σαν μια υπόκρουση μνήμης (του συγγραφέα ή του αναγνώστη) κι άλλοτε σαν απόλυτο συμπλήρωμα των λέξεων, για να ειπωθεί καλύτερα η ουσία τους.

Δανείζομαι τα λόγια του:

Στο φεύγα μου, την ώρα που πατούσα έξω, αν δεν ήταν η πνοή του αέρα, σίγουρα άκουσα μια παραφωνία στη μελωδική δέηση. Ένα ανεπαίσθητο βακχικό τρέμουλο, σαν μικρού πουλιού φτερούγισμα, έναν αναστεναγμό.

(από το εξαιρετικό Ολονύχτια δέηση)



Πώς μια ψαλμωδία μεταλλάσσεται σε βακχικό ήχο; Και πώς αφήνεται ελεύθερη να υπερίπταται σε μια κατανυκτική σύναξη η ερωτική επιθυμία ασπαίρουσα με όλο το σώμα της; Μια εναλλαγή των χαμηλών τόνων με τους πιο ηχηρούς, όπως άλλωστε συμβαίνει στη ζωή την ίδια. Ποιος θα μπορούσε άραγε να αγαπήσει μια ολόισια ζωή, χωρίς τις απότομες στροφές της; Μα κι αν το μπορούσε, δεν θα ήταν ήρωας αυτών των διηγημάτων.



Διώνη Δημητριάδου




"Οι Φλεβάρηδες" του Τάσου Σ. Μάντζιου και μια φωτογραφία του Στρατή Παντερμαλή


"Οι Φλεβάρηδες" 

του Τάσου Σ. Μάντζιου
και μια φωτογραφία του Στρατή Παντερμαλή





Πάψτε να υποτιμάτε τους Φλεβάρηδες

μ’ αυτές τις κούφιες υποσχέσεις.

Είν’ η οργή τους ξέχειλη

απ’ την κατεστημένη αδικία.

Στους δρόμους κάποτε

θα βγουν,

πίσω να πάρουν

τις κλεμμένες μέρες.



Τάσος Σ. Μάντζιος

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Τη μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω διηγήματα του Σπύρου Γιανναρά εκδόσεις Άγρα η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/giannaras-spuros-agra-ti-mera-pou-tha-sikonomoun-na-chorepso-dimitriadou


Τη μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω

διηγήματα

του Σπύρου Γιανναρά

εκδόσεις Άγρα
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/giannaras-spuros-agra-ti-mera-pou-tha-sikonomoun-na-chorepso-dimitriadou





ένας χορός μνησιπήμων και παυσίλυπος

Μια συλλογή με έντεκα διηγήματα -ομόκεντρα τα ονομάζει ο υπότιτλος στη μέσα σελίδα- που διαβάζονται με την αυτονόητη αυτονομία τους το καθένα. Σε μιαν άλλη εκδοχή, που περισσότερο απαιτεί από τις συστεγαζόμενες κάτω από τον έναν τίτλο πεζογραφικές εκδοχές της γραφής μια συνάφεια μεταξύ τους, διαβάζονται μέσα από την οπτική του ενός διηγήματος που τιτλοφορεί τη συλλογή. Προσεγγίζοντας το νέο βιβλίο του Σπύρου Γιανναρά με μια κλίση προς τη δεύτερη εκδοχή ανάγνωσης, διαπίστωσα πως πράγματι αυτός ο παρ’ ολίγον χορός, που εκφράζει την ανεκπλήρωτη επιθυμία του ήρωα στο προτελευταίο διήγημα, συμπυκνώνει κατά περίεργο τρόπο (έμμεσο και όχι άμεσο, άρα όχι αμέσως αντιληπτό) το νόημα των υπολοίπων δέκα διηγημάτων. Με κέντρο αυτή την ιστορία οι υπόλοιπες ανοίγουν γύρω της κυκλωτικό χορό. Βοηθά σ’ αυτήν την αίσθηση συνοχής το ύφος (αναγνωρίσιμο πλέον) του συγγραφέα αλλά και η γλώσσα, άριστα δουλεμένη και προσεκτική στην επιλογή των λέξεων για μια ακόμη φορά. Ωστόσο, το κύριο συνεκτικό στοιχείο βρίσκεται στην εσωτερική τους συσχέτιση, όμοια με τη σύνδεση των χορευτών μεταξύ τους· όλοι μαζί από κοινού, όμως ο καθένας με τη μοναχική του εκδοχή συμμετοχής.

Στην προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του (Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει, εκδόσεις Άγρα) ο Σπύρος Γιανναράς είχε καταθέσει την προσωπική του θεωρία για τη  μικρή φόρμα του διηγήματος στο ευφυές «αντί προλόγου: επίλογος». Ευχόταν, λοιπόν, εκεί να κατορθώσει «το ακραία υπαινικτικό και βαθιά υπαρξιακό διήγημα που ενίοτε φλερτάρει με τον ποιητικό λόγο, το διήγημα εκείνο που κυνηγάει μια κορύφωση, ένα ζενίθ - ενίοτε σε μια μονάχα φράση ή λέξη - όπου απόδοση γραφής και νοήματος αγγίζουν τη μέγιστη τιμή τους εκλύοντας όπως στη διάσπαση του ατόμου (μέσω αυτής της ένωσης αυτή τη φορά) απερινόητη ποσότητα ενέργειας, κινητοποιώντας νου και συναίσθημα». Σκέφτομαι μήπως με το διήγημα Τη μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω αγγίζει αυτόν τον συγγραφικό στόχο· κι αν ίσως όχι απολύτως, τουλάχιστον δείχνει τον δρόμο σε πολλούς ομότεχνους για το πώς συνταιριάζει το ελάχιστο της γραφής με το μέγιστο του περιεχομένου κινητοποιώντας και τη σκέψη και την ψυχή.

Όλο κι όλο το σκηνικό μέσα σε ένα μαγέρικο στο κέντρο της Αθήνας, στέκι όμως όπως φαίνεται Ηπειρωτών και εξελληνισμένων ως προς τις συνήθειες Αλβανών, που με τα κοινά ακούσματα αναπολούν πατρίδες κοντινές ή μακρινές, αραιά πολύ επισκέψιμες ή και καθόλου. Οι ηλικίες ανάμεικτες, όπως και διαφορετικοί οι λόγοι που κάνουν τον καθένα τους να τραγουδάει τους σκοπούς, να τους χορεύει ή να κλαίει στη δική του τη γωνιά, τον στενό  μικρόκοσμό του, μέσα από τους ήχους και τους στίχους που κινητοποιούν τις δικές του αποθηκευμένες αφορμές του πόνου. Έχει άλλωστε ο προσωπικός πόνος πολλά μονοπάτια για να ξεχυθεί. Έχει, όμως, και το τελετουργικό του. Πρώτα οι άνδρες θα σηκωθούν να χορέψουν τον παραδοσιακό σε όλα τα ηπειρώτικα μαζώματα, τον πωγωνίσιο συρτό στα δύο· από αυτούς τους χορούς που, όπως έλεγε και η μητέρα του ήρωα, τα βήματά τους δεν τα θυμάσαι, τα θυμάται ο χορός και στα μαθαίνει όπως σε σέρνει μαζί με τους άλλους – όποιος βρέθηκε σε ηπειρώτικο πανηγύρι συμφωνεί. Μετά οι γυναίκες οι μεγάλες, πάνω στα αργά βήματα μεταμορφωμένες σε Καρυάτιδες, που τολμούν να σύρουν μπροστά το πόδι ξεφεύγοντας από την ακινησία αιώνων. Ύστερα σειρά θα πάρουν τα τραπέζια, ήγουν οι παρέες, που δίνουν τις παραγγελιές τους και κανονίζουν εκείνες τον κορυφαίο τους που θα σύρει τον χορό και που με το νόημα στους μουζικάντες θα γυρίσει τον σκοπό κατά τα δικά του γούστα, συρτό στα τρία, κοφτό και πάει λέγοντας. Εδώ είναι και η ώρα για τα μοναχικά μονοπάτια του χορού, τα πιο εσωτερικά, εκείνα που ο χορευτής συνομιλεί άλλοτε με τον εαυτό του άλλοτε με απόντα πρόσωπα, ή που συχνά ακινητεί τα βήματά του κι αφήνεται μόνο στο άκουσμα των ήχων. Αλλά είναι και η ώρα για τα κορίτσια, που λικνιζόμενα στους αργούς σκοπούς θα διεγείρουν τους υπόλοιπους. Κρυφές ηδονές του πόθου του απλησίαστου. Έρχεται στο μυαλό εκείνος ο υπέροχος στίχος του Μιχάλη Γκανά, που κατόρθωσε να δώσει με τις λέξεις τη στιγμή που ο χορευτής υψώνεται πάνω από το έδαφος εγκαταλείποντας το υλικό περίβλημα, η σπάνια, η μαγική ώρα:

Βήμα κι άλλο βήμα, βήματα παλιά,

ο χορός ανοίγει σαν την αγκαλιά.



Κοίτα με στα μάτια, πάτα όπου πατώ,

κράτα με καλά απόψε, μην αναληφθώ.



Μέσα σε όλη αυτή την πολυποίκιλη ανθρωποσύναξη ο ήρωας. Ένας κανονικά παρείσακτος και μόνο από σύμπτωση τοποθετημένος ανάμεσα στους ανθρώπους αυτούς.  Έψαχνε  καταφύγιο από τη βροχή και βρέθηκε σ’ ένα καταφύγιο ψυχών. Μαζί και η δική του η ψυχή, σιγά σιγά να βρίσκει τον βηματισμό της, να ακολουθεί τον ρυθμό. Πρώτα παρατηρώντας κι έπειτα συμμετέχοντας, με τον ιδιότυπο τρόπο του. Με τη σκέψη πηγαίνει κι εκείνος στον δικό του τόπο, διατηρώντας  την απόστασή του από τον χορό – τόσο κοντά και όμως τόσο μακριά. Και τότε είναι η δική του ώρα:

Ο νεοφερμένος ανασηκώθηκε αθόρυβα από τη θέση του, σπρώχνοντας ελαφρά την καρέκλα με το σώμα προς τα πίσω, και πήρε να βγάζει αργά τη σκούρα καμπαρντίνα. Το ρούχο γλίστρησε απαλά από τους ώμους μέχρι τους λυγισμένους αγκώνες.

Από δω και πέρα όλα είναι ανοιχτά. Προβλέψιμο τίποτα. Είναι το βήμα που θα τον φέρει στο προσκήνιο, σε πλήρη συμμετοχή πλέον, είναι ίσως το  βήμα προς τα πίσω, σαν να παρακολουθούμε το αντίστροφο γύρισμα μιας ταινίας, το rewind. Αλλά κι εδώ βρίσκεται όλη η μαγεία της γραφής. Αν το όλον έχει ειπωθεί, υπαινικτικά, συμβολικά, ολιγόλογα κυρίως, τι θα εξυπηρετούσε η εκτενής συνέχιση της ιστορίας αυτής; Γιατί, να το πούμε κι αυτό, για ιστορία πρόκειται. Ο προσωπικός τρόπος να γραφεί ένα διήγημα, που ανατρέπει ίσως τα καθιερωμένα χαρακτηριστικά του είδους (ο ήρωας, το γεγονός, η πλοκή, ο τόπος και ο χρόνος), διατηρώντας ωστόσο την ταυτότητα του διηγήματος. Έτσι όπως θα θέλαμε να γράφονται  τα καλά του είδους, να περικλείουν μέσα τους όλα τα γνωρίσματα με τη μετάλλαξή τους σε νέες προτάσεις γραφής. Εδώ, λοιπόν, θα ολοκληρώσει την ιστορία ο συγγραφέας με αυτή την εκδοχή της εξέλιξης, σύντομα και απλά:

Έμεινε για λίγο έτσι παρατηρώντας το χορό κι ύστερα ξαναμάζεψε με μια απότομη κίνηση το πανωφόρι και κάθισε βιαστικά στη θέση του, σέρνοντας με θόρυβο την ψάθινη καρέκλα κοντά στο τραπέζι.

Κοιτάζω το εξώφυλλο και πολύ μου αρέσει τώρα ο συνειρμός. Η ζωγραφιά (Lucian Freud, Rabbit on a chair) που υπογραμμίζει τη φυσική κίνηση του ωκύποδος ζώου με τη χαλαρή επιλογή ακινησίας.

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, που τόσο γλαφυρά παρουσίασε ο Γιανναράς, θα μπορούσαν να χωρέσουν όλοι οι άλλοι ήρωές του, που πάνω τους έγραψε τις υπόλοιπες ιστορίες, και να συνταιριάσουν τη διαφορετική τους προέλευση ο καθένας με τους κανόνες αυτής της τελετουργίας της διασκέδασης. Άλλωστε στην αρχή του διηγήματος δήλωσε πως ο ήρωάς του σαν ένας άλλος Κόμης Αλέξις Ντε Τοκβίλ έμαθε, κάπου εκεί σε μια πάροδο της οδού Αθηνάς,

[…] πώς συμβιβάζεται η δημοκρατία με την αριστοκρατία.



Θα ήταν θαμώνες σ’ αυτό το χαμηλοτάβανο υπόγειο όλοι: το παιδί που θα προσπαθήσει να βουτήξει στη θάλασσα για να σώσει μια γυναίκα, η άστεγη μεταφράστρια που κοινωνεί σοφίες, ο μαθητής που ζωγραφίζει γκράφιτι, ο φύλακας της πολυτελούς βίλας στα Κύθηρα, ο πελάτης του παράδοξου κουρείου που θα αναγκαστεί να προσποιηθεί την απαραίτητη ακινησία του νεκρού, η γυναίκα που θα αρνηθεί μια εορταστική ντροπιαστική στέψη, αυτοί και άλλοι, όλοι εκεί θα ήταν. Ανθρώπινες φιγούρες επί ξυρού ακμής, όπως γράφει στο οπισθόφυλλο, στη σημαδιακή στιγμή που ή θα πάνε μπρος ή θα κατακρημνισθούν, αδύναμοι να ελέγξουν τη ζωή τους. Όλοι εκεί σε μια εκδοχή της αρχετυπικής τελετουργίας σε αναζήτηση των παυσίλυπων τρόπων. 
Η γραφή του Σπύρου Γιανναρά εστιάζει στις ανθρώπινες μορφές που πάσχουν, όχι μόνο επειδή διαβιούν μέσα στον καταρρέοντα κοινωνικό ιστό εν μέσω κρίσης πολύπλευρης. Όλοι μέσα τους έχουν ήδη το καταστροφικό μικρόβιο που τους εξαντλεί λίγη λίγη τη δύναμή τους. Και μπορεί ως φιγούρες και αποσπασματικές εικόνες μιας διαλυμένης τοιχογραφίας να έχουν το λογοτεχνικό ενδιαφέρον μιας αποτύπωσης της κρίσης (γνωστό ότι αυτόν τον σχολιασμό των επιμέρους εικόνων μπορεί να τον υπηρετήσει η μικρή φόρμα), ωστόσο ενδιαφέρουν και από την ψυχολογική του υπόσταση αυτές οι μορφές. Με τη μνήμη να λειτουργεί διαρκώς και να ανακόπτει τη χρονική φυσική σειρά των γεγονότων, ανατέμνεται η ζωή ως προσωπική σύνδεση στιγμών των ηρώων αλλά και ως έννοια συνολική·  ως τέτοια όμως μας αφορά όλους.  Αναζητάμε κάτι από τη δική μας προσωπογραφία στην παραδοξότητα που ανατρέπει μια απλή ιστορία και την απογειώνει σε εξαιρετική και μοναδική αφήγηση – χαρακτηριστικό της γραφής του Γιανναρά. Όλοι οι ήρωές του  θα μπορούσαν να βρεθούν σ’ αυτό το υπόγειο ταβερνείο της παρακμασμένης Αθήνας. Και κάποιοι απ’ αυτούς θα ένωναν τα βήματά τους στον κυκλωτικό χορό αναζητώντας τον παυσίλυπο παλαιό τρόπο. Αυτόν που αναζητά και ο ίδιος ο συγγραφέας -πότε με το περίβλημα του ήρωα και  πότε του αφηγητή- στα Κύθηρα, που υπάρχουν ως ορατός ή αόρατος τόπος σχεδόν σε όλα τα διηγήματα.  Ο τόπος που τον καθαίρει αυτοκαθαιρούμενος, ο τόπος της μνήμης, που βασανιστικά μνησιπήμων έρχεται αλλά και θαυματουργικά παυσίλυπος αποδεικνύεται.



Διώνη Δημητριάδου






Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

"οι Δευτέρες των καθαρμών" (Διώνη Δημητριάδου "Ο Βιωμένος χρόνος - μικρές ιστορίες" εκδόσεις Αω)


"οι Δευτέρες των καθαρμών"

(Διώνη Δημητριάδου 

"Ο Βιωμένος χρόνος - μικρές ιστορίες" 
εκδόσεις Αω)


Κάποιες μέρες είναι φορτωμένες με πολλές ποικιλόχρωμες εικόνες. Σαν εκείνη που κατηφορίζεις από την Κυψέλη προς την Πατησίων των μεγάλων ανθρώπων και του αδιόρατου φόβου. Μόνο που σήμερα δεν φοβάσαι, γιατί κρατάς σφιχτά το χέρι του πατέρα σου και νιώθεις ότι παίρνεις κάτι από τη δική του δύναμη. Κι ύστερα, στο μεγάλο μαγαζί με τα μεγάλα ράφια τα φορτωμένα με λογής λογής άγνωστα σε σένα πράγματα, όπως εκείνα τα αγαπημένα του πατέρα, τα κόκκινα στρογγυλά. Εσένα δεν σου αρέσουν γιατί μυρίζουν ψάρι. Κι εκείνος γελάει «αφού είναι αυγά ψαριού!», σου λέει, αλλά εσύ δεν καταλαβαίνεις. Γεννούν αυγά τα ψάρια;


Κι αλλού μετά, με τα δικά σου βήματα, απόγευμα σε επαρχιακό δρόμο, κάπου πάνω από τα Γιάννενα, κουρασμένη από το ώτο στοπ, αλλά κι από τη  συνήθειά σου να γνωρίζεις άγνωστους ανθρώπους για λίγο, και μετά πάλι στον δρόμο να διασχίζεις τον χάρτη σημειώνοντας καινούργιες εμπειρίες. Στη στάση του λεωφορείου. Λίγο πριν συνειδητοποίησες πως όλη μέρα είσαι με μια λαγάνα και ένα κουτάκι ταραμοσαλάτα, εκείνη τη βαμμένη κόκκινη, την ψεύτικη, και θυμάσαι τα κόκκινα αυγά του ψαριού του πατέρα, τότε παλιά. Ψεύτικα κι εκείνα άραγε; Σαν αυτό το κόκκινο που άλλοτε είναι αίμα κι άλλοτε χαμένα όνειρα. Κι εκεί στη στάση δίπλα σου καθισμένος καταγής κάποιος της παλαιότερης γενιάς, που πολλά είδε κι έμαθε. Κι έξαφνα το απόγευμα παίρνει άλλη όψη, μόλις αρχίζει να τραγουδά εκείνο το πολυφωνικό το βορειοηπειρώτικο, μόνο που κάνει όλες τις φωνές με τη δική του τη μια φωνή «αλησμονώ και χαίρομαι, άχου, όι όι»  και όλο αυτό θαρρείς και λέει περισσότερα από όσα νομίζεις πως καταλαβαίνεις, γιατί είναι ξαφνικά όλα ένα και αδιαίρετο.
Κι αλλού μετά, σ’ εκείνα τα συντροφικά μαζώματα, μέρα που είναι, με ρεφενέ λαγάνες και τουρσιά και τα ελεεινά καλαμαράκια τα στοιβαγμένα στο κουτί. Αλλά δεν πειράζει καθόλου, μια που όλα φαντάζουν ανοιχτά μπροστά σε θεωρίες και άσματα ξεσηκωτικά. Κι όταν κάποιος αρχινά τον χορό, όλοι μια σειρά ακολουθούν και είναι όλα αληθινά. Μετά πολύ ξεφτίσαν μαζί με τις ιδεολογίες κι αυτά τα πανηγύρια. Τότε ακόμα δεν το ξέρεις αυτό.

Του καθαρμού Δευτέρες, με μια κάθαρση που πια δεν έρχεται. Γιατί την κάθαρση της τραγωδίας την ξέρουμε. Της κωμωδίας άραγε την έχει πει κανείς; Είναι κι εκείνο το παλιό του Αριστοτέλη, το χαμένο στους αιώνες των αιώνων (κι ας λέει το παραμύθι του ο Έκο, για το πώς χάθηκε και χάσαμε κι εμείς τον μπούσουλα). Θα είχε μήπως και για την κωμωδία μια κάθαρση φυλάξει στην Ποιητική του;
Τραγικά και κωμικά αντάμα. Όχι μόνο για τις απόκριες. Και η Δευτέρα καθαρή για πάντα. Τουλάχιστον στις μνήμες της.

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Μην έρχεσαι τα βράδια (ποίημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη) και μια φωτογραφία της Αρετής Γκούμα


Μην έρχεσαι τα βράδια

(ποίημα π. Σταύρου Τρικαλιώτη)
και μια φωτογραφία της Αρετής Γκούμα








Δίπλα σου
σπασμένα μάρμαρα
ραγισμένα κόκκαλα
και φωτογραφίες
προσώπων αγαπημένων
ποτισμένες με δάκρυα πικρά
και αλλοιωμένες
από του ήλιου
το σφυροκόπημα.


Συγχώρα με που
δεν άντεξα
κοντά σου νά ᾽ρθω
ν᾽αντικρύσω
σάρκες λιωμένες
και μάτια φαγωμένα.


Λυσασμένα αυτοκίνητα
διέσχιζαν την οδό
Αναπαύσεως
και μαύρα πουλιά
τραγουδούσαν τραγούδια
αλλόκοτα
που μου χαράκωναν την ψυχή.

Το απομεσήμερο
όταν οι εργάτες είχαν φύγει
ήρθα κοντά σου
μέ λάδι και κρασί
να απαλύνω κάπως
τις πληγές σου.

Ξέρω πως
έχεις συγχωρέσει
το δειλό σου παιδί
και θα μου χαμογελάσεις
όπως τότε
που τραγουδούσες
την Παλόμα
τα όμορφα βράδια
του Καλοκαιριού.

Μόνο σε παρακαλώ,
Μητέρα,
μην έρχεσαι τα βράδια
του χειμώνα
γιατί σε περνάω
για ζωντανή
και βουρκώνω.

Κοιμήσου
τον ύπνο των δικαίων
αναπαύσου εκ των μόχθων
της ταλαιπώρου σου
ζωής...



π. Σταύρος Τρικαλιώτης

Αγία Παρασκευή 16 / 02 / 2018