Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Η Κούλα Αδαλόγλου για το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου    «Ο βιωμένος χρόνος - Μικρές Ιστορίες»      εκδόσεις ΑΩ, 2017


Η Κούλα Αδαλόγλου

για το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου

   «Ο βιωμένος χρόνος - Μικρές Ιστορίες»

     εκδόσεις ΑΩ, 2017




Σύντομες ιστορίες και άλλες λίγο εκτενέστερες.

Με πυρήνα τους τον χρόνο, και με κέντρο κάποιο περιστατικό.

Με ζωντάνια, παραστατικότητα και στοχασμό – κάποια ολόκληρα καταγραφές στοχασμών. Η προσπάθεια να κρατηθεί η στιγμή, μέσα στον βιωμένο χρόνο, τον εξωτερικό αλλά, κυρίως, τον εσωτερικό χρόνο.

Γραφή με ποιητικές καταβολές αλλά και με στέρεη την υφή του πεζού λόγου, κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Ένα βιβλίο που μου κράτησε πολύ καλή συντροφιά.

Ένα μικρό δείγμα: 
Ο απόηχος

Υπάρχει το βάρος του τυπωμένου πόνου. Αυτό που το λέμε πένθος λογοτεχνική αδεία. Στριμώχνεται και ασφυκτιά μέσα στις σελίδες, φωνάζει κι αλυχτά, ίδιο με τη φωνή του πληγωμένου ζώου. Συχνά το λες με το όνομά του: το πάθος το αβίωτο. Δυνατά και σταθερά επανερχόμενο σε κάθε ανανέωση μιας σιωπηλής ανάγνωσης. Απόηχος όμως μόνο είναι του ξένου πόνου, που λάθρα τον αγγίζεις. Και όταν έρθει η ώρα, τότε μαζεύεις φύλλα και αποκόμματα και μια φωτιά ανάβεις. Γιατί μόνο τη θέρμη τους έχεις ανάγκη πια. Ο ήχος ο δικός σου ακούγεται, που τον απόηχο καταργεί.

(Διώνη Δημητριάδου, "Ο Βιωμένος Χρόνος - Μικρές Ιστορίες", εκδόσεις ΑΩ, 2017)

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

Πάρτι του Νίκου Βαρδάκα και μια φωτογραφία του Βασίλη Ταγκούλη


                                Πάρτι

του Νίκου Βαρδάκα
και μια φωτογραφία του Βασίλη Ταγκούλη





Κεριά  φωτίζουνε  το  δωμάτιο  αυτό  που

οι  ποιητές  ονομάζουνε  αύριο. Δυνατά

ακούγεται  η  μουσική, όσο  το  πιάνο  και  τα

βιολιά  ζευγαρώνουν  στην  ψυχή.

Φωνές  και  τραγούδια, κρασί  και  λουλούδια

ψέγουν  το  Είναι  μας  και  μαλώνουν  την  Πούλια.

Ως  το  πρωί, μέχρι  ο  ήλιος  να  φέξει  αυτό  το  πάρτι

πρέπει  να  αντέξει.

Να  ξεφύγουμε  απ’ το  σώμα  μας, να  καούμε  στο  χρώμα  μας.

Το  γκρίζο  να  γίνει  μαβί, να  αλλάξουμε  μορφή  που

περιφέρουμε  σαν  το  σκουλήκι  που  μεταμορφώνεται  σε

μεταξοσκώληκα.

Πιείτε, χορέψτε  η  χαρά  είναι  σύντομη, μονάχα  αγαπήστε

ξημερώνει  η  ντροπή.



Νίκος Βαρδάκας
(από τη συλλογή "Στην μνήμη", εκδόσεις 24 γράμματα)

Stefan George Ποιήματα και πεζά Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Γιώργος Βαρθαλίτης


Stefan George

Ποιήματα και πεζά

Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Γιώργος Βαρθαλίτης

Εκδόσεις Gutenberg
(η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/george-stefan-gutenberg-poiimata-kai-peza)






Τα ποιητικά αγάλματα του Στέφαν Γκεόργκε

Ο Γκεόργκε […] στα άψυχα και παγωμένα έργα της πλαστικής θα αντιτάξει τα δικά του ποιητικά αγάλματα[…] Τα αγάλματα αυτά δεν είναι στατικά αλλά δυναμικά: κινούνται, ζουν και πάλλονται από πάθος. Από την ερμογλυπτική προτίμησε την αγαλματουργία των λόγων.

(από την Εισαγωγή του Γιώργου Βαρθαλίτη)



Η ευσύνοπτη έκδοση/αναφορά στο έργο του σημαντικού Γερμανού ποιητή Στέφαν Γκεόργκε  (Γερμανία 1868 – Ελβετία 1933) παρουσιάζει επιλεγμένα (και σχολιασμένα) ποιήματα από επτά συλλογές του (1892-1913) και ένα πεζό Γράμματα του Βασιλιά Αλέξιου στον ποιητή Αρκάδιο. Μια κατατοπιστική Εισαγωγή για την προσωπικότητά του και τη συμβολή του στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια λογοτεχνία θεωρήθηκε απαραίτητη, καθόσον δεν υπάρχει στην ελληνική γλώσσα άλλη συστηματική αναφορά στο έργο του.  Στα Επιλεγόμενα θα δούμε μια εκτενή ανάλυση στη διαχρονική σχέση του Γκεόργκε με την αρχαιότητα, όπως αναδεικνύεται μέσα από την ποίησή του. Προκειμένου να τοποθετηθεί ο ποιητής μέσα στην εποχή του και να διαφανούν ομοιότητες και διαφορές από τους συγχρόνους του δημιουργούς, παρατίθενται δύο κείμενα για τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε και τον Ούγκο φον Χόφμανσταλ μαζί με ποιήματά τους. Και, τέλος, κάτι πρωτότυπο: δέκα αποσπάσματα ποιητικά του Γκεόργκε σε μετάφραση από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (δημοσιευμένα το 1937), στο πνεύμα προσέγγισης της ξένης λογοτεχνίας εκείνων των χρόνων, που απηχούν τις ποιητικές συμβάσεις της εποχής τους, όπως γράφει στο Σημείωμα για την έκδοση ο Γιώργος Βαρθαλίτης. Ένα Χρονολόγιο, ένα βιογραφικό σημείωμα και φωτογραφικό υλικό ολοκληρώνουν την έκδοση.

Ο Βαρθαλίτης επισημαίνει τα βασικά γνωρίσματα της ποίησης του Γκεόργκε και εξηγεί τις λεκτικές επιλογές του ποιητή αποκαλύπτοντας τις αισθητικές του αντιλήψεις. Οπαδός της θέσης Η Τέχνη για την Τέχνη ο Γκεόργκε απομακρύνθηκε από κάθε σκοπιμότητα θα μπορούσε να σκιάσει το ποιητικό αποτέλεσμα, υπερασπιζόμενος την καθαρότητα της του καλλιτεχνικού έργου στην υπηρεσία του αισθητικά Ωραίου. Οπαδός του Συμβολισμού, όπως τον γνώρισε κυρίως στη γαλλική του εκδοχή, και αρνητής μιας ρεαλιστικής απόδοσης του ποιητικού λόγου, προχώρησε σε μια δική του προσωπική λογοτεχνική ‘‘γλώσσα’’. Κατάφερε να συνδυάσει την αδρή συναρμογή (harte Fügung) με την αβρή συναρμογή (sanfte Fügung) επιμένοντας στην αυτονομία της κάθε λέξης ως οντότητας ποιητικής και προσδίδοντας έτσι στο έργο του την αίσθηση του στιβαρού λόγου και ταυτόχρονα τον ρυθμό μέσα από την ομοιοκαταληξία. Την ομοιοκαταληξία την είχε ως επιλογή στα περισσότερα έργα του και την εγκαταλείπει εν μέρει προς το τέλος, όταν διατυπώνει σε περισσότερο δωρικό ύφος και σε πιο ελεύθερο και στοχαστικό στίχο τον ποιητικό του λόγο. Η πορεία αυτή γίνεται εμφανής στην ανθολόγηση, η οποία παρακολουθεί χρονικά τις δημιουργικές διαφοροποιήσεις. Αξίζει εδώ να σημειωθεί η πιστότητα στη μεταφραστική απόδοση από τον Γιώργο Βαρθαλίτη, ο οποίος επιλέγει ομοίως να αποδώσει σε ομοιοκατάληκτο ή ανομοιοκατάληκτο στίχο αναλόγως την ποίηση του Γκεόργκε. Έτσι δεν χάνεται τίποτα από τη μουσικότητα των στίχων, όπως αυτοί γράφτηκαν στην πρωτότυπη γλώσσα.  

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον διαβάζουμε στην Εισαγωγή του Βαρθαλίτη τα σχετικά με την ιδεολογία του Γκεόργκε. Κατηγορήθηκε ότι με το έργο του προετοίμασε τον ερχομό του εθνικοσοσιαλισμού. Η προβολή της έννοιας του Ηγεμόνα καθώς και η μοιρολατρία θα μπορούσαν ίσως να θεωρηθούν ιδεολογικά συγγενή θέματα με τον Ναζισμό και αντίθετα με την έννοια του Ανθρωπισμού, πολύ δε περισσότερο με αυτήν της Δημοκρατίας. Αλλά έτσι  καταδικάζουμε (εκ του αποτελέσματος) μια πρώιμη (άρα όχι σκόπιμη) ιδεολογική μακρινή  συγγένεια. Και, οπωσδήποτε, μπορεί να ρίξουμε στην αφάνεια (χωρίς σαφείς αποδείξεις) ένα τόσο σημαντικό έργο. Ο Βαρθαλίτης καταλήγει:

Αντίθετα από τον Πάουντ και τον Ντ’ Ανούντσιο, κράτησε τα χαρτιά του ερμητικά κλειστά. Ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ με βεβαιότητα αν θα επιδοκίμαζε την επέλαση των  βαρβάρων.

Εδώ τρία αποσπάσματα του ποιητικού έργου του Γκεόργκε, το ένα από τον πρώιμο Ηλιογάβαλο (1892), δείγμα της λογοτεχνικής πρωτοπορίας της εποχής του όπως επισημαίνει ο μεταφραστής,  και τα άλλα δύο από  Το άστρο του δεσμού (1913):  

Στις μαύρες μέρες μου είπα: θέλω να σκοτώσω

Κάποιον στον όχλο, να τον κάνω να σπαράζει…

Κι όποιον χλευάζει στον σταυρό θα τον καρφώσω.

Είναι το μίσος τώρα μέσα μου που ουρλιάζει.



Με τους ΠΟΛΛΟΥΣ αυτούς εγώ δεν μοιάζω ο ΕΝΑΣ·

Πηγαίνω μόνο εκεί που η μοίρα μ’ οδηγεί

Κι αν τους φραγγέλωνα ώσπου το αίμα τους να βγει:

Έχουνε στάρι κι έχουν τέρψεις της αρένας.



Όταν στα ρούχα τους κι εμένα λησμονώντας

Μέσα στην τύρβη τους εισχώρησα κρυφά

-φοβάμαι- δεν τους μίσησα ποτέ βαθιά·

Σωστά την ίδια μου στυγνότητα μετρώντας.



Μακριά απ’ τον όχλο κλείστηκα στ’ ανάκτορά μου

Κι ηρέμησα άβουλος μονάχος κι ελαφρύς

Κι εκεί το πρόσωπο σχεδόν μιας αδερφής

Σ’ έναν καθρέφτη αντίκρισα μπροστά μου.



(από τον Ηλιογάβαλο, 1892)





Μη σκέφτεστε πολύ το που κανείς δεν ξέρει!

Το νόημα των μορφών της ζωής είναι μυστήριο:

Ο άγριος κύκνος που πλήγωσες και στην αυλή σου

Με το φτερό σπασμένο κράτησες για λίγο

Σου θύμισε -είπες- κάποιο πλάσμα μακρινό

Με εσένα συγγενές που σκότωσες σ’ εκείνον.

Αυτός μαράζωσε χωρίς ευγνωμοσύνη

Για τη φροντίδα σου μα και χωρίς κακία…

Όταν το τέλος του όμως ήρθε η λοίσθια

Ματιά του σ’ έψεξε γιατί τον είχες βάλει

Σ’ έναν καινούργιο κύκλο των πραγμάτων.





Είμαι μονάχος κι είμαι δύο

Είμαι κι η μήτρα κι ο σπορέας

Είμαι η έννοια κι είμαι το σημείο

Είμαι το θύμα κι ο σφαγέας

Είμαι και ξίφος και θηκάρι

Είμαι κι η θέα κι η ματιά

Είμαι κι αλήθεια και σκοτάδι

Είμαι το ξύλο κι η φωτιά

Είμαι κι ο πλούσιος κι ο γυμνός

Είμαι κι ο στόχος και το βέλος

Είμαι ο ικέτης κι ο βωμός

Είμαι  μια αρχή κι είμαι ένα τέλος.



(από Το άστρο του δεσμού (1913)




Στα παραπάνω ποιητικά του Γκεόργκε διαφαίνεται η δωρική αυστηρότητα αλλά ταυτόχρονα δίνεται η αίσθηση μιας παράδοξα σύγχρονης ποίησης αν και σε τόση απόσταση χρονική από τη σημερινή γραφή. Μήπως, όμως, αυτό είναι γνώρισμα μιας πολύ ξεχωριστής ποιητικής παρουσίας; Άλλωστε ο Μπόρχες με την κρίση του μας καθοδηγεί: Ο Γκεόργκε είναι από τα πιο αινιγματικά φαινόμενα της ευρωπαϊκής πνευματικής ιστορίας.



Διώνη Δημητριάδου




Κριτικές 'αναγνώσεις' Ζαχαρίας Σώκος "Διπλή προσπέραση"


Διπλή προσπέραση

του Ζαχαρία Σώκου

εκδόσεις Μελάνι
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/diplh-prosperasi/)




η ορατή και η αθέατη όψη της ζωής



[…]

Τα πιο καλά ποιήματα

έτσι κι αλλιώς δεν γράφονται,

ανάπηρες οι λέξεις να τα πούνε,

η πέτρα είναι, η κίτρινη,

στα δόντια πεθαμένων

κέρματα για τα αντίπερα.

Κτερίσματα πολύτιμα,

τα βρίσκουνε του μέλλοντος οι ειδικοί

διαβάζουνε ποιήματα στα κόκαλα,

το βίο τους διαβάζουν

κι απορούνε.



Η φωνή του ποιητή καταθέτει την παραπάνω διαπίστωση εμπλουτίζοντας έτσι την αυτοαναφορική ποίηση. Για να πεις, όμως, την αλήθεια αυτή, θα πρέπει να έχεις εντρυφήσει στα ενδότερα και της ποίησης και της ζωής, και να έχεις διαπιστώσει (με το αναπόφευκτο κόστος, φυσικά) τη διττή πραγματικότητα. Η μία της πλευρά δείχνει την εγγενή αδυναμία του ποιητικού λόγου να μιλήσει για την ουσία των πραγμάτων, όντας μέσα στη ζωή και διακινδυνεύοντας κάθε μέρα με την καθαρότητα και την αξιοπιστία των λέξεων (κυρίως αποδεικνύοντας το αδύνατον της απόπειρας),  προκειμένου να φανεί η άλλη όψη της θνητής παρουσίας. Όσο για την άλλη πλευρά, αυτή (έτσι κι αλλιώς σε προνομιούχο και αθέατο χώρο δείχνοντας) απειλεί συχνά να εγκατοικήσει στον λόγο, προσδίδοντας έτσι ακόμα πιο κρυπτικό και σκοτεινό χαρακτήρα στην ποιητική κατάθεση.



Οι σκέψεις αυτές πηγάζουν από την ποίηση του Ζαχαρία Σώκου, καθώς διαβάζοντας συνειδητοποιώ πως πατάει ταυτόχρονα σε δύο κόσμους, ή να το πω αλλιώς, αντιλαμβάνεται ως σύνολο αδιάσπαστο τη διττή φύση του ενός κόσμου. Είναι άξιο παρατήρησης το γεγονός πως συχνά εισχωρεί σε τόπους αόρατους για να συναντήσει -εκεί στην περιοχή του μη αισθητού- τους προσφιλείς του απόντες, να τους μεταφέρει στην εδώ πλευρά της ζωής και με την αρωγή των στίχων (που όλα τα μπορούν) να δημιουργήσει μια ποίηση στην οποία η ζωή θάλλει σε αδιάσπαστη συνέχεια. Κάπως έτσι μπερδεύεται η ζωή και η μη ζωή μέσα στην ποιητική συνείδηση. Και κάπως έτσι καταργούνται αυτοστιγμεί τα σύνορα  ανάμεσά τους.



[…]

Έτσι κι αλλιώς

δεν έχει η γη πατήματα

κι ο ουρανός κρικέλια

κι ο Άρχοντας ο θάνατος

της μοίρας ορντινάτσα



Τότε, όμως, η ποίηση έχει έναν ακόμα λόγο ύπαρξης. Να δείξει το πώς γίνεται αυτή η σύμπλευση, αυτό το αντάμωμα. Ο Ζαχαρίας Σώκος, από την πρώτη συλλογή του, «Άλλα ρούχα», εκδόσεις Γαβριηλίδη, είχε δείξει ότι πατάει με άνεση σ’ αυτά τα θέματα, τα πιο σκοτεινά και ασαφή, και τους προσδίδει μια ανάσα ζωής αυθεντικής. Θυμάται, πολύ πίσω πηγαίνοντας, και με μνήμη καθαρή ενσωματώνει στον λόγο του τις παλαιές μορφές, τις ιστορικές ακόμα και τις μυθικές, όπως στην προηγούμενη ποιητική του πρόταση αναζητούσε τα πρόσωπα σ’ εκείνους τους ομηρικούς ήρωες, κυρίως τους ελάσσονες για να τους χαρίσει την ελάχιστη κι αυτός ποιητική αθανασία. Περισσότερο όμως φέρνει μέσα στον στίχο του τους πιο κοντινούς που έφυγαν, τις νέες αναχωρήσεις.



Στον Υμηττό το έστρωσε

(μνήμη Τάσου Ρεϊζόπουλου)



Καλέ μου Τάσο

σήκω να πάμε στου Κωβαίου

κι ας με νικήσεις

δυο κορδόνια στο μπιλιάρδο



Του Σαββουλίδη

δεν πονάει το στομάχι

μπορεί στο μάθημα

να σε σηκώσει



Έλα,

νταλίκες δίκροκες

στρίβουν στη Μεσογείων,

της μνήμης φτυαρίζουνε

τα ίχνη σαν σβουνιές

και στην πλατφόρμα

τα φορτώνουν



Στον Υμηττό

το έστρωσε ως κάτω

νύφες, νιφάδες κρύβουνε

το πρόσωπό σου,

ξασπρίζουν οι φωτογραφίες σου,

παγώνουν

Τάσο, ξύπνα,

εκείνο τον πολίτικο

να παίξεις το ρυθμό

μπορεί κι ο θάνατος

νταλκάδες να ’χει



Κι ως τραγουδάς

ποτέ μη ξεχαστείς και σταματήσεις



Στην αρματωσιά της η γραφή του έχει, εκτός από τη ζωντανή μνήμη των προσωπικών βιωμάτων, την προφορική παράδοση του δημοτικού τραγουδιού, στη λιτή περιεκτικότητα του οποίου ο Σώκος συχνά καταφεύγει για να βρει το λεπτό νήμα που ενώνει τις λέξεις και τις καθιστά ικανές να αποδώσουν το νόημα, τη σκέψη, κυρίως την αίσθηση του ρυθμού στον λόγο. Έτσι δένουν μέσα στο ίδιο ποίημα τα πρόσωπα που τραγουδήθηκαν στόμα με στόμα από τον λαό, με τον σύγχρονο ποιητικό λόγο που στιχουργεί εδώ πάνω σε παλαιά δοκιμασμένα βήματα. Και ακούγεται σαν ένα αδιάσπαστο δημιούργημα πάνω από χρονικούς περιορισμούς και πέρα από συνδέσεις προσώπων. Η συνέχεια του ποιητικού λόγου. Μια ζωντανή φωνή, ικανή να συγκινεί σήμερα πατώντας σε παλαιούς δρόμους και προσθέτοντας σ’ αυτούς τη δική της πραγματικότητα.



Άσσος μπαστούνι



Μην πας κατά το Παλιοκκλήσι

έπεσε αντάρα στη στροφή

στου Πάνου θα βρεθούνε



Λένε πως στον Αβράδιαγο

βγαίνουν νεράιδες δύστροπες,

νεράιδες κακιασμένες,

σκύβεις νεράκι για να πιείς

και σε τραβάνε μέσα



Μην πας κατά το Παλιοκκλήσι

ξυπνάει για όρθρο η παπαδιά

κι η αντάρα όλο ζυγώνει,

έχεις ρηγάδες στο χαρτί

μα ο άσσος σου μπαστούνι



Αχνίζω στο παράθυρο

κάπνα παραμερίζω,

διπλώνει η μαύρη μπέρτα του

έχει άσσους από χέρι



Μην πας, μην πας,

πικρίζουν τα γλυκόχορτα

και σκώρος στις βελέντζες



Αυτός ο εσωτερικός ρυθμός, που χαρακτηρίζει την ποίηση του Σώκου, συνέχει μεταξύ τους όλα του τα ποιήματα, είτε αναφέρεται σε προσωπικές του απώλειες, φίλους που γκριζάρουν τώρα σε φωτογραφίες, είτε αναμετρά το μπόι του με την ιστορία του τόπου του, με την ευρύτερη έννοια του χώρου της ιστορίας και της μυθολογίας ή με τη στενότερη του τόπου καταγωγής του, την Αιτωλία. Τόποι και ονόματα, μια πληθώρα ονομάτων μέσα στα ποιήματά του λειτουργούν σαν οδόσημα για να βρίσκει τον δρόμο του και να καθοδηγεί κι εμάς. Είναι, άραγε, μια ποίηση με κοινωνική χροιά, που ξεπερνά το προσωπικό βίωμα και ανοίγεται στον άλλο που ακούει, να τον διδάξει και, αν το κατορθώσει, να του δείξει μια πορεία σωστική; Δεν θα διακινδύνευα να προσδώσω χαρακτήρα πολιτικό στην ποίηση του Σώκου, εκτός φυσικά αν δεχθούμε πως όλα μα όλα έχουν μερίδιο στην πολιτική σκέψη. Αλλά ούτε θα έλεγα πως πρόκειται για μια ποίηση του κλειστού χώρου, μια σκιαγράφηση μόνον της προσωπικής του ζωής με αποδέκτη τον ίδιο. Εδώ όλα μοιάζει να συνομιλούν με τον αναγνώστη. Ακόμα και το δεύτερο ενικό πρόσωπο, που συχνά χρησιμοποιείται από τον ποιητή, ανοίγει σιωπηλό διάλογο, ρωτά και αποκρίνεται, ζητάει συμμετοχή στους κοινούς τόπους μνήμης, στην αναφορά στα πρόσωπα, σε ένα από κοινού κατακτημένο φορτίο ζωής. Ίσως είναι η μοίρα του ποιητή  να βάζει μέσα στο ποίημα αυτό που αλλιώς δεν αντέχεται κι έτσι να πορεύεται μαζί του. Μαζί και οι συνοδοιπόροι, παρόντες και απόντες, Παπαδιαμάντης, Καρυωτάκης, Κωστής Παπαγιώργης, κι άλλοι πολλοί, αλλά και ο Μάρκος Μέσκος, δάσκαλος να τον καθοδηγεί στο πώς γράφονται όλα αυτά. Ο μίτος της Αριάδνης εκεί μπροστά του.



έλα να πούμε

νέα ρητά με ρήματα αρχαία




Ο Ζαχαρίας Σώκος γράφει ιστορώντας και ιστορεί γράφοντας. Όσα διασώζει η μνήμη του και όσα φέρει μέσα του ως ιστορική κοινή μνήμη, συνιστούν το σύμπαν της γραφής του. Μια παλλόμενη από ζωή γραφή, με την ταυτόχρονη επίγνωση της θνητότητας, της άφευκτης τελείωσης μιας θνήσκουσας ζωής. Αυτό το συνταίριασμα είναι που ξεχωρίζει τη γραφή του μέσα στις τόσες σύγχρονές της. Και τόσο εύστοχα το δίνει στο (καλύτερο ίσως ποίημα της συλλογής) Απογεύματα του Απρίλη στη Θεσσαλονίκη:



Στους δρόμους της Θεσσαλονίκης

τα απογεύματα,

βαδίζει σε ρυθμούς Ανατολής,

βαλκανική ενίοτε,

ρωμέικη,

ξέχειλη, επαρχιώτικη, ακατέργαστη,

πληθυντική, σπαταλημένη,

η ίδια καλλίστη αρμονία

[…]

Κι ο θάνατος, ο χαμερπής,

εκεί σιμά, εκεί κοντά,

εκεί και παραπέρα,

σελώνει πράσινο φαρί

και μαύρο καλιγώνει,

αυτός ο παλιοπούστης.



Η ζωή, στην πιο ερεθιστική της σαγήνη και προκλητικότητα, αυτή την πρωτόγονη αλλά και καλλιεργημένη ταυτόχρονα, τη γηγενή αλλά και τη φερμένη από άλλους τόπους (τι εύστοχη αναφορά στα πολλά πρόσωπα της Σαλονίκης), αντάμα με τον χάροντα που ορμά να τη συντρίψει σαν ήρωας ενός δημοτικού τραγουδιού καβάλα στ’ άλογο του. Μια εικόνα που όλα τα εμπεριέχει και όλα τα αναβαπτίζει ποιητικά για να τους δώσει νέα ζωή. Μα, και βέβαια η ποίηση μπορεί να το κάνει αυτό το σύζευγμα να φαίνεται όμορφο κι ελκυστικό. Και τότε ίσως να πρέπει να παραδεχθούμε πως οι λέξεις μπορεί να μην είναι τόσο ανάπηρες, όπως σε αφοπλιστική ειλικρίνεια και βαθιά γνώση των μεγεθών, μας λέει ο ποιητής.



Διώνη Δημητριάδου


Ιστορίες φαντασμάτων από την Ιαπωνία του Lafkadio Hearn εκδόσεις Ars Nocturna


Ιστορίες φαντασμάτων από την Ιαπωνία

του Lafkadio Hearn

εκδόσεις Ars Nocturna
(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/istories-fantasmatwn-apo-tin-iapwnia/)




η ιαπωνική εκδοχή της λογοτεχνίας του φανταστικού



«Τις ήσυχες νύχτες χαμηλώναμε το φιτίλι της λάμπας και άρχιζα να του διηγούμαι απόκοσμες ιστορίες. Ο Χερν μού έκανε ερωτήσεις με κομμένη την ανάσα και άκουγε τις ιστορίες μου με τρομαγμένο ύφος. Όπως ήταν φυσικό, έδινα έμφαση στα συναρπαστικά σημεία, όταν τον έβλεπα τόσο συνεπαρμένο. Εκείνες τις στιγμές το σπίτι μας έμοιαζε στοιχειωμένο».



Η παραπάνω αφήγηση ανήκει στη σύζυγο του Χερν, τη Σέτσου, από την οποία προέρχονται κάποιες από τις ιστορίες φαντασμάτων. Γιατί τις ιστορίες αυτού του βιβλίου δεν τις γέννησε η φαντασία του συγγραφέα. Άλλες τις άκουσε από τη Σέτσου, άλλες τις διάβασε σε ιαπωνικά βιβλία που αναζήτησε σε παλαιοπωλεία. Ο ίδιος τις διασκεύασε και τις αφηγήθηκε με τον δικό του τρόπο. Αξιοσημείωτη εδώ η συμβολή της Σέτσου, η οποία, αφού πρώτα διάβαζε τις ιστορίες και τις αφομοίωνε, μετά προφορικά τις απέδιδε με τις δικές της λέξεις και φράσεις. Έτσι ο Χερν κέρδιζε την προφορικότητα, που του ήταν απαραίτητη για να αποδώσει μετά εκείνος με τη σειρά του τις μυστηριώδεις ιστορίες στο χαρτί. Με δυο λόγια ενσωμάτωνε στη γραφή του τον τρόμο που η κάθε ιστορία είχε μέσα της, διέσωζε την παράδοση από στόμα σε στόμα, εγκλώβιζε στη γραφή του την αντίδραση του ακροατή. Η συγγραφική του τέχνη διαμόρφωνε το κλίμα της κάθε ιστορίας διατηρώντας όλη την αυθεντικότητα μιας πρώτης αφήγησης.

Οι ιστορίες του φανταστικού έχουν φυσικά το κοινό τους, ευτυχώς καθόλου ευκαταφρόνητο σε μέγεθος. Ως δυτική κοινωνία που είμαστε η προτίμηση φυσικά κλίνει προς τις ιστορίες γοτθικού τύπου, που περισσότερο ταιριάζουν με τη δική μας ιδιοσυγκρασία, ή μιλώντας για την ελληνική περίπτωση η προφορική δική μας παράδοση έχει να δείξει τα δικά της ξωτικά και τις επιστροφές νεκρών, προκειμένου να υλοποιήσουν υποσχέσεις που δόθηκαν εν ζωή.  Εδώ, όμως, ερχόμαστε σε επαφή με τη μυστηριακή ατμόσφαιρα ενός άλλου κόσμου, που μας προσκαλεί να νιώσουμε τη μετάλλαξη του ρεαλιστικού τοπίου σε φανταστικό, μέσα από την κουλτούρα της Άπω Ανατολής. Μια εντελώς άλλη αίσθηση του μυστηρίου, ένας κόσμος όπου οι αόρατες (ή εν μέρει και επιλεκτικά ορατές) οντότητες κυκλοφορούν ανάμεσα στα ορατά και γήινα όντα. Οπτασίες, δαιμονικές θεότητες, όρκοι και δεσμεύσεις, ενσαρκώσεις πολλαπλές, πνεύματα της φύσης, όλα να πολιορκούν τον άνθρωπο. Και ένα ερώτημα να ανακύπτει κάθε τόσο: ποιος είναι όμως ο αληθινός κόσμος;

Καθώς ούρλιαζε, η φωνή της λέπταινε, σαν το ουρλιαχτό του ανέμου – και η ίδια έλιωσε σε μια φωτεινή λευκή ομίχλη που ανέβηκε σπειροειδώς στα δοκάρια της στέγης και εξαφανίστηκε μέσα από την καπνοδόχο…

Ποτέ δεν την είδε κανείς ξανά.



Στις ιστορίες του Χερν συναντάται ο τρόμος για το άγνωστο και ασαφές με τον λυρισμό των περιγραφών, τη λεπτότητα των αισθημάτων, τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων μέχρι τον ενδότερο κόσμο τους, δημιουργώντας έτσι μια μοναδική ατμόσφαιρα δέους και ταυτόχρονα ένα σκεπτικισμό για τη θνητότητα και τη μοίρα που την ορίζει. Οι  μορφές που συνδιαλέγονται με τους ανθρώπους των ιστοριών είναι φτιαγμένες από θνητή ύλη κι αυτές ή μήπως σ’ αυτόν τον κόσμο που οι θεότητες συμβιώνουν με τους θνητούς δεν ξέρεις ποτέ ποιος είναι δίπλα σου και για ποιον σκοπό;

Η λευκή γυναίκα έγειρε προς το μέρος του, όλο και χαμηλότερα μέχρι που το πρόσωπό της σχεδόν τον άγγιξε και τότε ανακάλυψε πως ήταν όμορφη - παρ' όλο που τα μάτια της τον τρόμαζαν. Για λίγο συνέχισε να τον κοιτάζει  - τότε χαμογέλασε και ψιθύρισε. «Σκόπευα να σου κάνω ό,τι και στον άλλο άντρα. Αλλά δεν μπορώ να μην νιώσω οίκτο για σένα - είσαι τόσο νέος... Είσαι όμορφο παλικάρι, Μινόκιτσι, και τώρα δε θα σε βλάψω. Αλλά αν ποτέ πεις -ακόμα και στην ίδια σου τη μάνα- τι είδες απόψε, θα το μάθω· και τότε θα σε σκοτώσω... »



Σ’ αυτούς τους παμπάλαιους θρύλους της Άπω Ανατολής, που ζει με τους δικούς της ρυθμούς και τη δική της κοσμοθεωρία, δεν συγχωρούνται τα λάθη και η μη τήρηση των όρκων, δεν αποκόπτονται οι δεσμοί με το παρελθόν, η μνήμη των συνειδήσεων αναδεικνύεται παντοδύναμη. Και ο θνητός άνθρωπος πρέπει να τηρεί τα πατροπαράδοτα έθιμα και να μην αμφισβητεί ποτέ την ύπαρξη της άλλης πλευράς, της άλλης όψης των υλικών πραγμάτων. Μια ανάμειξη των κόσμων, του ορατού και του αόρατου ή αδιόρατου. Μια διαρκής υπενθύμιση για τη σχετική φθαρτότητα της ύλης και την αφθαρσία της ψυχής. Φαντάσματα και οπτασίες είναι εκεί για να μην το λησμονήσουμε.

Διαβάζοντας νιώθεις αυτό που σαγήνευσε τον Χερν και τον έκανε να ενσωματωθεί στη ζωή και την κουλτούρα μιας τόσο διαφορετικής πολιτισμικής εκδοχής. Αυτό που τον οδήγησε να απαρνηθεί τον δυτικό κόσμο στον οποίο ανήκε και να θεωρηθεί πλέον Ιάπωνας σε συνήθειες και σε ταυτότητα. Έτσι, όμως, όπως ο Λευκάδιος Χερν δραπετεύει από τον δυτικό πολιτισμό και εισέρχεται στον κόσμο της αγαπημένης του ιαπωνικής θαλπωρής,  δείχνει και σε μας τον δρόμο για να γνωρίσουμε -με χαλαρωμένες τις αισθήσεις όπως απαιτείται- την Ιαπωνία των θρύλων. Ο Λευκάδιος Χερν, αυτός ο μισός Έλληνας μισός Ιρλανδός που ευδοκίμησε όμως σ’ αυτήν που αποκαλούσε αληθινή του πατρίδα, την Ιαπωνία. Και που παραμένει εν πολλοίς άγνωστος στην Ελλάδα. Εδώ οι εκδόσεις Ars Nocturna μας δίνουν την ευκαιρία να εντρυφήσουμε στον αγαπημένο του μυστηριακό χώρο του φανταστικού, σε μια επαφή με παραδόσεις προφορικές παλαιότατες. Να γνωρίσουμε μιαν άλλη εκδοχή, πολύ ενδιαφέρουσα, της λογοτεχνίας των ιστοριών τρόμου. Η έκδοση περιλαμβάνει είκοσι έξι ιστορίες από τρεις συλλογές του Χερν (με διαφορετική ποιότητα στην υπόσταση των φανταστικών μορφών η κάθε μία), ικανό αριθμό ώστε να πάρουμε μια ιδέα της ιαπωνικής ιστορίας του φανταστικού. Συμπληρώνεται από μια κατατοπιστική Εισαγωγή της Αριστέας Λέκκα για τα είδη των μορφών αυτών και τις ιδιότητές τους καθώς και τους τρόπους που αυτές γίνονται αισθητές στους θνητούς, και ένα Επίμετρο σχετικό με την παρουσία της γυναίκας στο έργο του Χερν, πολύ κατατοπιστικό και για τις γυναικείες μορφές στις ιστορίες του αλλά και για τον ρόλο της μητέρας και της συζύγου του στη ζωή του και στο έργο του. Ένα Χρονολόγιο ολοκληρώνει την πολύτιμη αυτή έκδοση, για την προσέγγιση της τόσο ξεχωριστής φυσιογνωμία του Λευκάδιου Χερν. Επίμετρο και Χρονολόγιο από την Τέτη Σώλου.

Δύο τελευταίες παρατηρήσεις, νομίζω σημαντικές. Η πρώτη αφορά τη μετάφραση του βιβλίου, που είναι αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς. Τα ονόματα των μεταφραστών: Μαρία Γιακανίκη, Κώστας Κώτσιας, Πέρη Κώτσια, Ειρήνη Μαντά, Ανδρέας Μιχαηλίδης. Η ευκαιρία να δούμε διαφορετικές προσεγγίσεις απόδοσης  στα ελληνικά μιας ξένης γλώσσας, και να διαπιστώσουμε πως όλες μεταφέρουν την ατμόσφαιρα των ιστοριών διατηρώντας στο ακέραιο τη μαγεία της. Η δεύτερη αφορά το εξαιρετικό εικαστικό του εξωφύλλου  του Όθωνα Νικολαΐδη, που μας εισάγει με την αισθητική του στον κόσμο της ιαπωνικής κουλτούρας. Μια συνολική πρόταση γνωριμίας με την Ιαπωνία του Χερν σε μια έκδοση πλήρη και  ενδιαφέρουσα.



Διώνη Δημητριάδου

Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017

Νερά γελούνε του Βασίλη Ζηλάκου εκδόσεις  Σαιξπηρικόν (πρώτη δημοσίευση στο frear.gr http://frear.gr/?p=19921)


Νερά γελούνε

του Βασίλη Ζηλάκου

εκδόσεις  Σαιξπηρικόν
(πρώτη δημοσίευση στο frear.gr http://frear.gr/?p=19921)





Ένα Ποίημα Πνοή

Θέλω να ονομάσω έτσι, Ποίημα πνοή, τη νέα ποιητική κατάθεση του Βασίλη Ζηλάκου, γιατί τα ολιγόστιχα χαϊ-κού που τη συναποτελούν είναι όλα ένα ποίημα, μια πνοή ζωής. Πορεία στην Χαρά μου, γράφει ο ποιητής κάτω από τον τίτλο στο εσώφυλλο, εκεί που σωστά βρίσκεται η θέση του υπότιτλου, όπως οι παλαιότεροι ασχολούμενοι περί τις εκδόσεις και τα βιβλία γνωρίζουν. Έχει, λοιπόν, μέσα της αυτή η ποιητική συλλογή κάτι από τη στόφα του παλαιού, και δεν μιλώ μόνο για τα εξωτερικά γνωρίσματα, τη μορφή της έκδοσης. Επιλέγει να υποκρύψει παλαιά σημάδια πίσω από τις σύγχρονες λέξεις, πάντα ένα σίγουρο καταφύγιο για όποιον ψάχνει να βρει τις θεμελιακές ερωτήσεις (έτσι κι αλλιώς οι απαντήσεις δεν υπάρχουν) στις θρησκευτικές σταθερές, στα κοινά σημεία που οι μεγάλες θρησκείες συναντώνται κατά παράδοξο (μαγικό) τρόπο.  Όπως εδώ λειτουργεί η αρίθμηση, που αποδίδει τη σημασία του αριθμού ως αρχής του παντός ή, σε μια άλλη εκδοχή, την προσπάθεια του έλλογου όντος να ορίσει/κατανοήσει τον κόσμο που το περιβάλλει θέτοντας τα αριθμητικά σύμβολα ως περιοριστικά σημεία. Στην προκειμένη περίπτωση τα 99 ονόματα – σώματα, με τα οποία θα μας ανοίξει τον κόσμο των ποιημάτων ο ποιητής κατά καθοδήγηση του αετού, δείχνουν και τον δρόμο της ανάγνωσης.

[…] Ο αετός έπεσε στα πόδια του, κι έτσι σκυμμένος έγινε σιγή στο χώμα, αφού πρώτα δώρισε στον ποιητή την καρδιά του!... Τότε διάβασα τα 99 ονόματα με τον δικό μου τρόπο.

Κι έρχεται τώρα έξαφνα ο συνειρμός, και η λογοτεχνία που έχει τους δικούς της διασταυρούμενους δρόμους δείχνει εδώ τον Μπόρχες, που κάποτε έψαξε κι ο ίδιος αυτόν τον αριθμό τον περιττό (99 και όχι 100) στα δικά του γραπτά:

 […] H παράδοση καταγράφει ενενήντα εννέα ονόματα του θεού· οι εβραϊστές αποδίδουν αυτόν τον ατελή αριθμό στον μαγικό τρόμο για τα άρτια ψηφία· οι Χασιντίμ υποστηρίζουν πως αυτό το χάσμα μαρτυρεί ένα εκατοστό όνομα - το Απόλυτο Όνομα.

(O Θάνατος και η Πυξίδα, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ. 190)

Κι έχουμε έτσι από τη μια τον τρόμο για τον άρτιο αριθμό (κοινό σε δεισιδαίμονες λαούς), αλλά και την αναζήτηση του Απόλυτου Ονόματος, της αιώνιας οντότητας, μαζί με τη συχνά απέλπιδα αναζήτηση του ανθρώπου για την απάντηση στα ερωτήματα του σύμπαντος αλλά και της δικής του ταπεινής ζωής. Υπάρχει απάντηση στο ερώτημα της αιωνιότητας;

Μένω έτσι στη φράση του ποιητή: διάβασα τα 99 ονόματα με τον δικό μου τρόπο. Σε αναζήτηση της άκρης του νήματος τα ποιήματα ξεδιπλώνουν το νόημά τους συνιστώντας τον τρόπο του ποιητή, την ατομική του συνεισφορά στην αέναη προσπάθεια να τιθασευτεί το άγνωστο τοπίο για να γίνει (έστω και λίγο) διαβατό. Τα πλείστα εξ αυτών σε μορφή χαϊ-κού, πιστά στη μετρική της ιαπωνικής παράδοσης και θεματικά κινούμενα ανάμεσα στις φυσικές οντότητες και στον φιλοσοφικό στοχασμό – πιο καλά θα έλεγα στην αγωνία του ποιητή. Διαδοχικά ζεύγη σωμάτων, συνδυασμός λέξεων θεραπευτικός, όχι μόνον ανιχνευτικός. Και, φυσικά, με την οδηγία: Διάβασέ τα φωναχτά, με τον δικό σου τρόπο. Η φωνή θα πρέπει να ακουστεί για να γίνει απολύτως συνειδητή ως κραυγή και όχι ψέλλισμα, και σαν τέτοια να βρει συνοδοιπόρους.

Ενδεδυμένος την προσωπική του μοναξιά ο ποιητής θα βγει στον δρόμο να παρατηρήσει γύρω του τη φύση, τα όντα, τους ανθρώπους, τα πράγματα. Όλα αποκτούν ένα νέο νόημα καθώς ανιχνεύεται η αληθινή τους ουσία και σιγά σιγά αποκαλύπτεται η συνάφεια όλων. Είναι άραγε αυτή η όντως πραγματικότητα; Είναι το χαμένο νήμα; Και η προσωπική «ανάγνωση» είναι ικανή, δηλαδή αρκετή; Ο ποιητής θα ρωτήσει:

Κανείς στο δέντρο;

ή

 Ακούει κανείς;

ή

Πότε το όνειρο;

Γιατί η μοναξιά είναι αφόρητη.  Μόνος μονάζει μέσα στο μαύρο του παλτό.

Σταχυολογώ σε μια φυσική συνέχεια τη διάλυση της πάχνης που ως τώρα δεν άφηνε το σώμα να δει και το τοπίο να δώσει όλη τη λάμψη του:

Γεροτζίτζικα,

το τραγούδι δεν ξεχνάς,

που ’πες σαν παιδί;



Το πρόσωπό μου

σπουδαίοι νεκροί φυσούν.

Αυγής αγιάζι.



Βραδυνός γρύλος·

η περασμένη μέρα

ζει… Ζει και πάλι!



Νερά γελούνε.

Πάνω απ’ το δικό  μου

παιδιού κεφάλι!




Οι παιδικές μνήμες, οι νεκροί εκεί δίπλα πάντοτε, η φύση. Η ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου μοιάζει σ’ αυτή την πρόσφατη συλλογή να βρίσκει το νήμα, όχι για να οδηγηθεί σε μια ερμηνεία του κόσμου – αυτή μόνο σαν χάρισμα θα μπορούσε να δοθεί, γιατί δεν έχει ίχνη να ακολουθήσεις – αλλά για να βρει το στενό πέρασμα που βγάζει στη Χαρά, άρα και στην Αγάπη. Αυτό κατακτήθηκε σταδιακά. Στα ποιήματα υπό τον τίτλο Η κούπα του τσαγιού (αποσπάσματα από τα τετράδια ενός τραυλού Ερημίτη), 2010, Οδός Πανός διαβάζω: Το όνομά μας κουβαλούμε όλοι, ώσπου ένα σημείο σκοτεινό/Ένα σημείο ανάμεσα στ’ άλλα, που δεν ανήκει πουθενά/Τη θλίψη των ημερών αποκρυπτογραφεί. Και στη συλλογή Ξύλο ξανθό π’ αφράτεψε στο στόμα (αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου), 2012, Οδός Πανός διαβάζω: Πέτα τα δίχτυα σου και πιάσε τον Οδυσσέα:/ξεστράτισε πίσω απ’ τον μαύρο και τον άσπρο/χρόνο των ανθρώπων. Και στη συλλογή Το Κελαηδιστό Πουκάμισο, 2015, Κουκούτσι διαβάζω: Πες λουλούδι, ουρανός, θάλασσα/και σκέψου τις λέξεις, όχι το τοπίο. Στη δική μου ανάγνωση οι στίχοι αυτοί σαν να ιχνηλατούν μια πορεία από την καταξίωση της δημιουργικής ατομικότητας που δηλώνεται με το όνομα της ανθρώπινης παρουσίας, με ενδιάμεσο σταθμό τη διακριτή περσόνα του περιπλανώμενου και κατάληξη τις λέξεις, τον κώδικα που αντιστοιχεί στις έννοιες. Το ζητούμενο κι εκεί κι εδώ το ίδιο: ο δρόμος, το πέρασμα, η στενή δίοδος που χαρίζεται στους ερευνώντες. Ο άνθρωπος, η φύση, το σύμπαν, και ένας λόγος που ακροβατεί ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θεϊκό για να κερδίσει την παρτίδα αυτή ο άνθρωπος. Αυτή μπορεί να είναι όμως και η καλύτερη οδός συνάντησης με το θείο στοιχείο.

Ήλιους να γεννάμε, Όμηρε

Σιωπηλά το Φως να βαίνει.



Φθάνοντας στο τέλος της διαδρομής ο ποιητής, και έχοντας μιλήσει με τη γλώσσα του αετού φωνάζοντας και τα 99 ονόματα – σώματα, μπορεί πλέον να αντικρίσει τον σκοπό του, το τέλος. Νιώθει τη φυσική του συνέχεια στον απόγονο, που πια θα βρει τα ίχνη για να πατήσει τα αβέβαια ακόμα βήματά του. Και θα πει:

Διαβάζοντας αίφνης με τον δικό μου τρόπο τα 99 ονόματα (σώματα) του αετού, από εκείνο το βράδυ βλέπω το κεφάλι του περήφανου πουλιού να αναπηδά μέσα στον δίσκο του ανατέλλοντος Ηλίου.

Η Χαρά κερδήθηκε, ο δρόμος ανοιχτός για την Αγάπη, όπως ο αετός είχε πει στην αρχή της πορείας:

Το βάρος αυτό είναι η Χαρά, που θα σου επιτρέψει μιαν ημέρα να εκπνεύσεις την Αγάπη[…]



[Το παραπάνω κείμενο δεν αποτελεί παρά μόνο μια απόπειρα εισόδου στο ποιητικό αυτό βιβλίο, και διατηρεί τον χαρακτήρα μιας αναγνωστικής αυθαιρεσίας, καθόλα φυσικά νόμιμης στα πλαίσια της πολλαπλής (δυνάμει) ερμηνείας της Ποίησης.]

Διώνη Δημητριάδου