Δευτέρα 29 Μαΐου 2017


Ανθολογία σύγχρονης αραβικής ποίησης

έρευνα, επιλογή, πρόλογος, επιμέλεια και μετάφραση από τα αραβικά:

Πέρσα Κουμούτση

εκδόσεις ΑΩ








[…]είναι κοινός τόπος ότι η λογοτεχνία ανέκαθεν καθρέφτιζε την κοινωνία και την εποχή κατά την οποία γράφεται.

Η παραπάνω θέση διατυπώνεται από την Πέρσα Κουμούτση στον πρόλογο της ανθολογίας της σύγχρονης αραβικής ποίησης, έργο για το οποίο φέρει ακέραιη την ευθύνη από την αρχική έρευνα μέχρι την απόδοσή του σε ελληνική μετάφραση. Η εποχή δίνει πάντα το απαραίτητο πλαίσιο, για να έρθει η τέχνη (εν προκειμένω η λογοτεχνία) και να αποτελέσει το καθρέφτισμά της, καθώς ο λογοτέχνης ζώντας τους κραδασμούς της κοινωνίας μεταφέρει στο έργο του θέλοντας και μη αυτούσιες εικόνες των μεταβολών ή τον απόηχο αυτών. Άλλοτε οι αναφορές είναι εμφανείς και άλλοτε αποκαλύπτονται κάτω από φαινομενικά αλλότρια θέματα. Κανείς ποτέ δεν κατόρθωσε να φύγει έξω από την εποχή που τον γέννησε και την κοινωνία που τον διαμόρφωσε. Είναι αναμενόμενο αυτή τη σχέση να την  ανιχνεύουμε πιο εύκολα στην ποίηση, καθώς μέσα  στους στίχους αποτυπώνεται η εικόνα, το στιγμιότυπο, το κομμάτι του όλου, το γεγονός. Στο ευαίσθητο σε εξωτερικά ερεθίσματα περιβάλλον της ποίησης αντικατοπτρίζεται ο ευρύτερος κοινωνικός χώρος με όλες τις παραμέτρους του.
Στον μεταβαλλόμενο αραβικό κόσμο, στο ασταθές αυτό πολιτικό και κοινωνικό τοπίο, δεν θα μπορούσε η λογοτεχνία να μείνει πίσω. Με ιδιαίτερη ευκρίνεια αποδεικνύει την ορθότητα της παραπάνω θέσης. Ακολουθεί τους νέους ρυθμούς, τον προβληματισμό που ανακύπτει και μεταλλάσσεται σε αποκρυπτογράφο της εποχής. Έτσι, βλέπουμε στους σύγχρονους άραβες ποιητές μια περισσότερο ρεαλιστική αντιμετώπιση της ποίησης, απομακρυσμένη πλέον από έναν μάταιο και ανούσιο λυρισμό. Πιο μικρές φόρμες στα ποιήματα, ως επιρροή από τα δυτικά ποιητικά πρότυπα, στη θέση των μακροσκελών και φορτωμένων με ποικίλα κοσμήματα (θεωρούμενα πλέον περιττά), χρήση λέξεων με πολλαπλό νοηματικό φορτίο. Θα συναντήσουμε ακόμα και την αποδόμηση του ποιήματος, με μόνη τη λέξη/κλειδί να κυριαρχεί, γυμνή και συχνά επαναλαμβανόμενη προς σαφέστερη πρόσληψη από τον αναγνώστη. Όπως εδώ. Η λέξη στο κέντρο, και η επανάληψη να λειτουργεί ως μόνο δομικό στοιχείο του ποιήματος:

[…]Οι νεκροί που προκαλούν το κακό,
που θυμούνται το θάνατο
και έπειτα τον ξεχνούν.
Οι νεκροί που κάθονται στα καφενεία
 και συκοφαντούν τους άλλους.
Οι νεκροί που πέθαναν
και εντρύφησαν στο θάνατο.
Οι αληθινοί νεκροί
 οι νεκροί, οι νεκροί, οι νεκροί,
οι νεκροί, οι νεκροί,
οι νεκροί.

(Οι νεκροί, Άχμαντ Αμπντ ελ Γκαμπάρ, Αίγυπτος)

Η Πέρσα Κουμούτση ανθολογεί ποιητές από δέκα αραβικές χώρες, με έμφαση στην Αίγυπτο, ίσως λόγω καταγωγής και άρα καλύτερης γνώσης και επαφής με το αντικείμενο, ίσως ως αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα των αλλαγών που έγιναν στον αραβικό κόσμο. Σ’ αυτό το σύντομο οδοιπορικό, όπως η ίδια στον πρόλογό της αποκαλεί την εργασία της (πολύτιμη ωστόσο για μας), με τη χρονολογική σειρά που παραθέτει το υλικό της, μας κάνει κοινωνούς των αλλαγών στη σκέψη, στη θέαση του κόσμου, στην ποιητική σύλληψη του αξιόγραφου και αξιομνημόνευτου. Αλλαγές στο ύφος, στις τεχνικές γραφής, στη θεματολογία. Ανοίγει ένας κόσμος μπροστά μας που δεν φανταζόμαστε πως υπάρχει. Μέσα στις ανακατατάξεις, τις πολιτικές και θρησκευτικές διαμάχες, είχαμε ξεχάσει ότι αυτός ο κόσμος -τουλάχιστον το πιο ευαίσθητο κομμάτι του- μπορεί ακόμα να αγαπά, να ερωτεύεται, να κάνει όνειρα, να δημιουργεί, να σκέφτεται πάνω απ’ όλα και να αντιδρά μέσω της τέχνης.

[…]Συγχώρεσέ με για την επανάληψη
του θανάτου σου
πάνω στο κρεβάτι μου.
Συγχώρεσε τη λησμονιά,
παρότι η μυρουδιά του ιδρώτα σου
έχει ποτίσει τα σεντόνια.
Μόνο εσύ ήσουν η αγαπημένη μου
αλλά ήμουν από εκείνους
που δεν είχαν καμία ελπίδα.

(Ο τρίτος κανόνας της ξενιτιάς, Άσραφ Φαγιάντ, Παλαιστίνη)

Η λιτότητα των εκφραστικών μέσων στους παραπάνω στίχους μαζί με τη ρεαλιστική εικόνα αποδεικνύονται για τον νεαρό ποιητή από την Παλαιστίνη πολύ πιο αποτελεσματικά μέσα για να μιλήσει για την οδύνη του, από όσα περίτεχνα και λυρικά θα επιστράτευε κάποιους αιώνες πίσω ένας αλλοτινός ποιητής. Και πόση αντίθεση ανάμεσα στον σύγχρονο λιτό ποιητικό λόγο και στο αραβούργημα που κοσμεί το εξώφυλλο (διακοσμητικό σχέδιο από τον τάφο του ποιητή Χαφέζ, στην πόλη Σιράζ του Ιράν, από τον 14ο αιώνα). Σαν δύο κόσμοι εντελώς διαφορετικοί. Αλλάζει, όμως, η εποχή, συμπαρασύρει και την αισθητική θεώρηση του κόσμου. Πώς αυτή η διαφοροποίηση να μην εκδηλώνεται στην τέχνη;
Στο παρακάτω ποίημα (Το ολοκληρωμένο έργο, Σάουκι Μπζία, Λίβανος) διαβάζουμε τη διαχρονική αλήθεια που βρίσκουμε πίσω από κάθε ποιητική δημιουργία: ο πόνος είναι που βάζει τις λέξεις στο χαρτί. Ακόμα και ο επινοημένος, ο βασανιστικός που απομακρύνει από τη ζωή και προσφέρεται σαν καταφύγιο, σαν φυγή από την πραγματικότητα, χάριν της δημιουργίας. Μια πικρή και οδυνηρή αλήθεια που οι ποιητές (όπου γης) γνωρίζουν. Ο τρόπος που ο Λιβανέζος ποιητής διάλεξε για να το πει αυτό μας θυμίζει τη δυτική γραφή. Θα το συγκαταλέγαμε με βεβαιότητα στα σύγχρονα ευρωπαϊκά και ελληνικά δείγματα μοντερνισμού, αν δεν κρατάγαμε στα χέρια μας αυτό το βιβλίο, που μας προσγειώνει στην αραβική ταυτότητά του:

Για να απαθανατίσει το ποτάμι (στην ποίησή του)
έπρεπε να χάσει το ποτάμι.
Για να αναστήσει την αγάπη,
έπρεπε να θυσιάσει τη γλυκιά αγαπημένη.
Για να κρατήσει για πάντα την τρυφερότητα
έπρεπε να στερήσει το σπίτι του από τα παιδιά.
Για να διασωθούν οι έννοιες στην ποίησή του
αποφάσισε να σκοτώσει ό,τι έχει νόημα γι’ αυτόν.
Έτσι άρχισε να μετρά
τους σταθμούς της ζωής του
και να τους προδίδει έναν έναν.
Ώσπου η ζωή του έγινε ένας τάφος γεμάτος λέξεις
φανερώθηκε σε εκείνον
στη μορφή ενός ολοκληρωμένου έργου.


Πολλά τέτοια δυτικότροπα δείγματα διαβάζουμε στην εξαιρετική αυτή ανθολογία, που μπορεί η δημιουργός της να τη θεωρεί απλώς μία πρώτη ύλη για ένα πληρέστερο βιβλίο αναφοράς και μελέτης, ωστόσο είναι πολύτιμη για την είσοδό μας στην (άγνωστη σε μας) σύγχρονη αραβική ποίηση, και σε μια καλύτερη συνολική θέα στο πολύμορφο τοπίο της σκέψης και των εκδηλώσεων του αραβικού κόσμου. Θα μας κατατοπίσει προλογικά για την ιδιαιτερότητα του εγχειρήματος,  θα μας γνωρίσει τριάντα τρεις ποιητές ανθολογώντας από τις δημιουργίες τους, και θα μας δώσει βιογραφικές πληροφορίες γι’ αυτούς. Ένα εγχειρίδιο ιδιαίτερα ενδιαφέρον σε μια έκδοση άψογης αισθητικής από τις εκδόσεις ΑΩ. Ένα βιβλίο που το απολαμβάνεις και αισθητικά και νοητικά.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στην Bookress https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/anthologia-ao-anthologia-sugchronis-arabikis-poiisis)






Κυριακή 28 Μαΐου 2017






Για την ποιητική  συλλογή  «Μέμνησο»

του Τάσου Γαλάτη

από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη






[…]
έστω για μια στιγμή κι αυτό δεν είναι λίγο,
γίνεται ξάφνου δυνατή η αθανασία.

Αυτό το ελάχιστο μέγεθος μιας επιθυμίας, αυτή η επώδυνη συμφιλίωση με την αλήθεια της φυσικής κατάληξης, ίσως είναι ένα ισχυρό έναυσμα που ωθεί στη δημιουργία. Και κατόπιν, το έργο απέναντι στον αποδέκτη του, ο οποίος συχνά προσπερνά αλλά ενίοτε χαρίζει το βλέμμα του στην αποτύπωση του βιαστικού περάσματος πάνω σε άφθαρτα υλικά. Και τότε αρχινά η επικοινωνία, τόσο ποθητή στον δημιουργό.
Το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα του Τάσου Γαλάτη Στο κάστρο της Παροικιάς, συγκαταλέγεται στην πρόσφατη συλλογή του «Μέμνησο», την πιο προσωπική του νομίζω. Ο ποιητής σε μια απολογιστική κατάθεση της ζωής του (ψήγματα ή προσχεδιάσματα της οποίας συναντήσαμε σε όλες σχεδόν τις  προηγούμενες συλλογές του) με κατανόηση απέναντι στον εαυτό του (Ένας Ρωμιός), με σκεπτικισμό απέναντι στην ιστορία (Άμα τω ήρι) αλλά και τη θρησκεία (Ουκ επάξεται), αναζητώντας για μια ακόμα φορά τη διάσωση μέσα στην ποίηση (Οι ποιητές), τέλος με την επίγνωση μιας ουσιαστικής άγνοιας απέναντι στο διαρκές μυστήριο της ύπαρξης (Ουκ έχω ειδέναι). Πέντε επιμέρους τμήματα της συλλογής, ή αλλιώς ένα ποίημα σε πέντε εκδοχές του.
Αγαπώ την επιλογή των ποιητών να μιλούν στο πρώτο πρόσωπο, σε μια διάθεση να απευθύνουν ειλικρινή λόγο προς τον αναγνώστη τους, χωρίς κάποιο άλλοθι που θα τους έδινε το δεύτερο πρόσωπο της καλυμμένης διαλογικής μορφής ή το ουδέτερου χρωματισμού τρίτο πρόσωπο, αλλά και μακριά από το καταγγελτικό εκείνο εσείς, που απομακρύνει τον ποιητή από το πάθος των ανθρώπων οδηγώντας τον σε χώρο στεγανό και ασφαλή. Ο Γαλάτης προτιμά να δείχνει τα δικά του τραύματα σε έναν ευθύβολο λόγο που αγγίζει τον αποδέκτη της ποίησής του. Επιλογή πλέον του αναγνώστη, αν θα συμπορευτεί με τον ποιητή στη δύσκολη αυτή πορεία. Γνωστό, άλλωστε, αυτό. Η ανάγνωση της ποίησης είναι επίσης δύσκολη και επίπονη.

Γέροντας τώρα πια κι εγώ
τετίγγεσιν εοικώς σαν τους παλιούς εκείνους Τρωαδίτες
δεν σταματώ να φλυαρώ παρόμοιος με τζιτζίκι
μιλώντας για την ομορφιά όπου τη συναντήσω
στους δρόμους στα λεωφορεία
στις διαβάσεις περιμένοντας το πράσινο
όταν αμόλευτη από το νέφος
άτρωτη από την τρομοκρατία
με προσπερνάει κάποια Ελένη βιαστική
τρέχοντας να σωθεί
από το κόκκινο του σηματοδότη

Στην ποίηση του Γαλάτη η σημερινή εικόνα της πόλης, με την ασχήμια και την αδιαφορία ως κυρίαρχα χαρακτηριστικά, μπερδεύεται με τις παραστάσεις που ο ποιητής έχει αποκομίσει από τη μακρά θητεία του στην ελληνική γραμματεία, μια ενασχόληση που καταλήγει να είναι ένα κομμάτι της σκέψης του και της κοσμοθεωρίας του. Όλα τα αρχαία θραύσματα διεισδύουν μέσα στην πραγματικότητα, ως αντίλογος στην επιμονή της να αποκόπτει τους δεσμούς της με το παρελθόν ή ακόμα χειρότερα να το παρερμηνεύει. Και επιζούν μέσω του ποιητικού λόγου, που όλα τα θεωρεί και τα εκλαμβάνει ως ένα αδιάσπαστο σύνολο. Στο πρώτο μέρος της συλλογής, Ένας Ρωμιός, δεν μπορείς εύκολα να διακρίνεις αν η εικόνα που διαγράφεται αφορά μόνον τον ποιητή,  που ανιχνεύει τα κομμάτια του μέσα από την προσωπική του πορεία, ή αν με ευθύβολη γλώσσα δίνει το πολυδαίδαλο σχήμα του Νεοέλληνα.  Αυτοβιογραφικός ο λόγος  σε πολλά σημεία (ήμουν δεν ήμουν εφτά χρονών/όταν αφανίστηκε η Χιροσίμα/κι είχα αρχίσει να γερνάω/όταν σωριάστηκαν οι πύργοι του Μανχάταν), αγγίζει αλλού ευρύτερους χώρους (και άθεος και άπατρις/και Χριστιανός Ορθόδοξος και Έλλην/ένας Ρωμιός).
Με σκεπτικισμό θα αντιμετωπίσει στο δεύτερο μέρος (Άμα τω ήρι) το πέρασμα της ιστορίας, που αδυσώπητα γράφει μέσα του και πάνω του ως χρόνος, αλλά που παράλληλα τον προβληματίζει ως ήθος και στάση των ανθρώπων. Από τη μια προσωπικός ο χρόνος, από την άλλη πανανθρώπινα τα ιστορικά του χνάρια.
[…]
Κάποιοι αλλόφυλοι με προσπερνούν αδιάφοροι
όμως εγώ στέκω ακοίμητος φρουρός,
δεν θα σπιλώσουν Βάνδαλοι το Βυζαντινό μου το
γεφύρι
αν και καλά το ξέρω
όποιο δρόμο κι αν πάρω
πάντα θα φράζει τη στράτα μου μια Κερκόπορτα
στίφη ανίερα πνίγουν την οικουμένη,
άλλην απαντοχή δεν έχω
συνεχίζω ψιθυριστά τις απελπισμένες ικεσίες
την αιώνια δέηση της Ρωμιοσύνης
Σώσον, Κύριε τον λαόν σου…
Κύριε, βόητι και ίλεως γενού,

την αιώνια δέηση της Ρωμιοσύνης
σ’ αυτά τα κακορίζικα τα χρόνια
εν έτει 2015 μ. Χ., τη ενάτη μηνός Ιουνίου.

Το μερτικό του στην ανυπαρξία, όπως λέει, θα αναζητήσει μέσα στον συνωστισμό στις ουράνιες μονές, στο τρίτο και σπαρακτικό μέρος (Ουκ επάξεται), αφού πρόσωπο με πρόσωπο με τους ασαφείς θρησκευτικούς γρίφους θα ρωτήσει τα αυτονόητα, για να απομείνει μόνο με τις δικές του  απαντήσεις, ατελέσφορες ωστόσο και αυτές.
[…]
Όλα καλά ως εδώ
Τι γίνεται όμως με τον δικό μας, τον αναπόφευκτο
τον αδιάψευστο, τον προσωπικό μας θάνατο
τι θα συμβεί, όταν οι Μαρίες πλησιάσουν στον
τάφο μας
και κάποιος νεκροθάφτης τις πληροφορήσει
ότι ουκ εισίν ώδε, τους σήκωσαν, τους πήραν
τα κόκκαλά τους βρίσκονται σ’ ένα κασελάκι στο
οστεοφυλάκιο
[…]

Είναι στο τέταρτο μέρος (Οι ποιητές)  που θα προστρέξει στον κοινό και προσφιλή τόπο για να αναζητήσει το ιαματικό της ποίησης, έστω για λίγο κατά την καβαφική ρήση (Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,/ που κάμνουνε -για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή, «Μελαγχολία Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή˙ 595 μ.Χ.»). Όμως η γνώση και εδώ είναι σκληρή. Η μοίρα των θνητών αμείλικτη και η ομορφιά, αυτή η προνομιούχος θέα του κόσμου που δίνει η τέχνη η αληθινή,  δεν φθάνει για να νικήσει το κακό. Η ποίηση απομένει απλώς μια λυρική ανατροπή της συμφοράς. Θεωρητική όμως.
[…]
Κι όμως του Αχιλλέα η οργή, ο νόστος του Οδυσσέα
δεν παύουν να τρέφουν τις αυταπάτες τους
έτσι που κάποτε φτάνω να πιστέψω πως το
κατορθώνουν
όσες φορές στ’ αυτιά μου αντηχούν από τα μακρινά
τείχη της Τροίας
οι φλυαρίες των γερόντων
όταν τετίγγεσιν εοικότες εξυμνούν το κάλλος της Ελένης
κι έστω για μερικές στιγμές
σβήνουν από τα μάτια τους οι σφαγές
κι ο κόκκινος από το αίμα Σκάμανδρος.

Έτσι, στο πέμπτο και τελευταίο μέρος (Ουκ έχω ειδέναι) θα ομολογήσει το ανθρωπίνως αναμενόμενο. Σαν ένας νέος απολογισμός, ακροτελεύτιος αυτός του ελάχιστου εναπομείναντος. Τα αινίγματα του κόσμου δεν έχουν  έτοιμες απαντήσεις, άρα το ερωτώμενον σύμπαν σιωπά. Και αυτή η σιωπή έρχεται εκκωφαντική στην τραγικότητά της να υπογραμμίσει τη μοναξιά του υποκειμένου, που δεν σταμάτησε ποτέ να ερευνά για μια αποστομωτική ερμηνεία. Ο ποιητής εδώ απέναντι στα συλλογικά αναπάντητα θα πει:
[…]
Γιατί και πώς το αόρατο εισβάλλει ακατανόητο
στο φωτεινό βασίλειο των ορατών
γιατί και πώς το φως δε γίνεται να λάμπει δίχως
το σκοτάδι
γιατί και πώς οι μέρες και οι νύχτες μου
το ίδιο αίνιγμα κρύβουν και φωτίζουν.

Και επανερχόμενος στη σκληρή καθημερινότητα θα αντιληφθεί το ασύμβατο της δικής του παρουσίας
[…]σ’ αυτόν τον τόπο που τον διεκδικούν μονάχα τα σκουπίδια

Ως έσχατο, λοιπόν, λόγο θα συλλαβίσει έστω χαμηλόφωνα
Γραικός θε να πεθάνω
κι ας έχει όλος ο κόσμος αλλαξοπιστήσει πια.


Μέμνησο, θα πει ο ποιητής. Και αυτή η προστακτική θα απευθύνεται διαρκώς πρώτα στον εαυτό του, που ολοένα θα γυρνά σε όσα τον κράτησαν γερά στον κόσμο ετούτο -εμμονικές συχνά υπενθυμίσεις των γενέθλιων τόπων του και των παιδικών του χρόνων αλλά και γραμμένες βαθιά μέσα του παρακαταθήκες από όσα εκλεκτά διαβάσματα συνάντησε. Με τη δύναμη, ωστόσο, που εμπεριέχει η ειλικρινής γραφή θα απευθύνεται και στον αναγνώστη του, κυρίως αυτόν που τον ακολουθεί τόσα χρόνια μέσα από τους στίχους του. Αυτή η ιδιότυπη εισχώρηση/συμμετοχή του αναγνώστη στο ποίημα έχει τη δυναμική ενός μοιράσματος, μιας αμοιβαίας ανταλλαγής της προνομιακής εικόνας που η ποίηση δίνει στον αποδέκτη της αλλά και παίρνει πίσω με τη σειρά της ως μυστική συγκατάνευση στα κοινώς αποδεκτά. Διαβάζω ξανά το αρχικό απόσπασμα και κατανοώ πληρέστερα τώρα. Η ελάχιστη αυτή (υποψία έστω) αθανασίας μπορεί και να είναι δυνατή. Και οπωσδήποτε αυτό δεν θεωρείται μικρό πράγμα.

Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Παρέμβαση, τεύχος 183, Άνοιξη 2017)

Σχολιάζοντας τρία ποιήματα από την ποιητική συλλογή Κάδρο ζωής της Μαριάνας Λυμπέρη


Σχολιάζοντας τρία ποιήματα

από την ποιητική συλλογή

Κάδρο ζωής

της Μαριάνας Λυμπέρη

εκδόσεις Γαβριηλίδη







Μια ενδιαφέρουσα πρώτη ποιητική κατάθεση από τη Μαριάνα Λυμπέρη

Στην προμετωπίδα της συλλογής τρεις στίχοι που καθοδηγούν την ανάγνωσή μας. Η βίωση του χρόνου με τις ανθρώπινες διαστάσεις σε αναμέτρηση με το άχρονο της φύσης. Ο αγώνας άνισος. Ωστόσο η ποιήτρια θα δείξει ότι προτίθεται να δοκιμάσει τη δύναμή της.

Στα άχρονα βουνά,
στις ραγισμένες πέτρες,
μετρώ τη δύναμή μου

Στο ποίημα Η κολυμπήθρα κυριαρχεί η συνειδητοποίηση μιας πορείας προς το σκοτάδι. Εύστοχα η ποιήτρια χειρίζεται τον χαρακτηρισμό της αδηφάγου πραγματικότητας που, έτσι, γειτνιάζει με το απευκταίο, δίνοντας αναπόφευκτα την απάντηση στα ερωτήματα που θέτει.

Κολυμπήθρα

Πότε θα έρθει η στιγμή
που η κλεψύδρα θα γυρίσει;
Ανεξίτηλο σημάδι στο μυαλό
και στην ψυχή η κολυμπήθρα.
Μήπως αγιοποιήθηκε η ύπαρξή μας;
Είναι μακριά η ωραία πύλη
του παραδείσου.
Τα βήματα μας σαν να βρίσκονται
πιο κοντά στα σκαλοπάτια του Άδη.
Αδηφάγος η πραγματικότητα.

Ένα γύρισμα πίσω στον χρόνο επιχειρεί η ποιήτρια στο ποίημα Κάτω απ’ τη σκάλα. Ξέρει όμως πως τα παιδικά ενθυμήματα στοιχειώνουν τη σημερινή πορεία της. Μέσα από τους φόβους και τα φαντάσματα του νου, εκτιμά ξανά τη διαδρομή της και αποτιμά θετικά τη βιωμένη εμπειρία. Από τα λίγα ποιήματα που καταλήγουν με μια δόση αισιοδοξίας μέσα από αυτό το γύρισμα του χρόνου.

Κάτω απ’ τη σκάλα

Κάτω απ’ τη σκάλα έκρυψα
τα παλιά μου παπούτσια.
Τι φόβους περπατήσαμε μαζί!
Μικρό παιδί με οδήγησαν
μες στης ζωής το δρόμο,
με όνειρα και πόνο βγήκαμε ζωντανοί.

Κάτω απ’ τη σκάλα έκρυψα
τα παλιά μου φαντάσματα.
Ποιας μοίρας τα περάσματα
διαβήκαμε μαζί!
Σβήσαν φωτιές, κάναμε ευχές,
μα βρήκαμε τον τρόπο
να βγούμε πάλι στη ζωή,
που γίνεται ζωή!


Τετάρτη 24 Μαΐου 2017

Παρουσίαση
του βιβλίου της Τίνας Κουτσουμπού
"Του καιρού γυρίσματα και επτά ακόμη διηγήματα"
στο Αίτιον (22-5-17)

Γιώργος Δελιόπουλος
Διώνη Δημητριάδου
Θανάσης Πετρούλας (κιθάρα)













Θωμάς Κοροβίνης

Σκίρτημα ερωτικόν

Ο Κ. Π. Καβάφης εις την Πόλιν

εκδόσεις Άγρα








ο επινοημένος, αληθινός Καβάφης

Σαν γράφει ο Κωνσταντίνος Καβάφης το θεωρούμενο απολύτως βιωματικό (λες και τα υπόλοιπα δικά του δεν αποτυπώνουν τη ζωή και τα σώψυχά του) Ο Δεκέμβρης του 1903, είναι ξεκάθαρο πως από τα μνημονικά κατάλοιπα ξεχωρίζει κάποιο:

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω –
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες  λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν·
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.



Ποιο άραγε να είναι αυτό το πρόσωπο που ολόκληρο -χείλη, μαλλιά και μάτια- αχνοφέγγει πίσω από κάθε στίχο του ποιητή; Η φαντασία μας μπορεί να το πλάσει, να το δει. Να το αγγίξει όμως; Κι έρχεται η λογοτεχνία με τη θρασύτητά της (ευτυχώς!) να γεμίσει τα κενά που λείπουν. Να δώσει υπόσταση, σώμα στο ερώμενο πρόσωπο. Κι έτσι περίοπτο και ανάγλυφο να το βάλουμε κι αυτό δίπλα στα γραμμένα από τον ποιητή. Γιατί, η αλήθεια είναι ότι έτσι όπως γράφει ο Θωμάς Κοροβίνης παίρνοντας το προσωπείο του νεαρού -δεκαεννιάχρονου- Καβάφη, λίγο απέχουμε από το να θεωρήσουμε και τούτο το κείμενο καβαφικό.

[…]Ο εβενόχρους νεαρός, ο αναλαβών να εκτελέση χρέη αχθοφόρου, εζώσθη αυτομάτως μετά προθυμίας τας αποσκευάς[…]Εγώ ηκολούθουν εις απόστασιν δύο έως τριών μέτρων με βήμα αργόν άμα δε ευσταθές, σαγηνευθείς υπό του σφριγηλού φυσικού κάλλους και της αφοπλιστικής απλότητος του ευρώστου συνομηλίκου μου.


Για να εκτελέσει ένα χατίρι του παππού του, Γιωργάκη, ο νεαρός Κωνσταντίνος θα συνοδεύσει ως μικρός αφέντης τον Χασάν, συνομήλικό του γιο του επιστάτη, για να παραλάβουν μια εμπορική παραγγελία. Όμως η απογευματινή ατμόσφαιρα, ζεστή και υπέρ το δέον ερωτική, θα αποσπάσει την προσοχή από τη γύρω θάλλουσα φύση και θα την επικεντρώσει στο φυσικό κάλλος του προπορευόμενου νεαρού. Και δεν είναι η πρώτη φορά που τον έχει παρατηρήσει. Όπως εξομολογείται στον εαυτό του, άρα και σε μας που ήδη μας έχει βάλει ακάλεστους στην ατμόσφαιρα μιας ερωτικής φαντασίωσης, είχε ήδη προ ημερών θαυμάσει ως λαθροθεατής τον νεαρό Χασάν στα δημόσια λουτρά, χωρίς να τολμήσει τότε να τον πλησιάσει. Αυτή, ωστόσο, η επίσκεψη στο χαμάμ ήταν σημαδιακή, αφού τότε ήταν να συμβεί η πρώτη του ερωτική περίπτυξη λάθρα εις μίαν κώχην, σύντομη και ηδονιστική μεθ’ ενός ευειδούς νέου, έχοντος παράστημα υψηλόν και καρατομήν κλασικού κούρου.  Η ολιγόλεπτη αυτή επαφή με τον άγνωστο περιστασιακό σύντροφο, εγγράφεται μέσα του, όμως,  σαν μια φαντασίωση επαφής με τον ποθητό νεαρό Χασάν:

[…]Ίσως εξ αιτίας της συνοπτικής εκείνης κραιπάλης ο πόθος μου δι’ αυτόν να είχε πολλαπλασιασθεί. Τώρα πλέον ο μυχίως υπ’ εμού ποθούμενος Ανατολίτης, άνευ ίχνους εκ μέρους του εσκεμμένης προθέσεως σκανδαλισμού μου, επέπρωτο να με εκμαυλίζη όμως τα μάλα εν τη παρουσία αλλά και εν τη απουσία του, διότι είχεν εγκατασταθεί εις την ψυχήν  μου ως ίνδαλμα ερωτικόν και τον εγύρευα διαρκώς παντού.

Και τώρα αυτό το ερωτικό ίνδαλμα, ο Χασάν, βρίσκεται προπορευόμενος, να σκανδαλίζει εν αγνοία του προφανώς, τον νεαρό Κωνσταντίνο, ο οποίος επαιτεί τα ευτελή ψιχία του ενδιαφέροντός του επί ματαίω και προσπαθεί αθέλητα τάχα να τον αγγίξει. Δεν γνωρίζει ακόμα ότι αυτή η ερωτική παθογένεια της μονόπλευρης έλξης αλλά και της κρυφής απόλαυσης (λόγω του αυστηρού περίγυρου που αυτά είτε δεν τα εννοεί είτε τα εννοεί αλλά τα αποστρέφεται) θα κυριεύσει τη ζωή του αλλά και θα αποτελέσει ως ηδονισμός και λαγνοθηρία τη βαθύτερη ουσία του ποιητικού του λόγου ολάκερου, με όποιο παραπλανητικό μανδύα θα ήθελε να την ενδύσει.

Θα αναφωνήσει έμπλεως απόγνωσης:

[…]Ω, κατηραμένοι οι ηθικολόγοι! Αρχαιόθεν είθισται επί τας κεφαλάς ημών των ηδονιστών να πίπτη η σφοδρά και εξημμένη οργή των ανεράστων.

Αλήθεια πόσοι, ακόμα και σύγχρονοι μελετητές του Καβάφη, αποστεγνώνουν την ποίησή του από τον ίμερο τον ξεχωριστό, που βρίσκεται κάτω από κάθε λέξη του; Πόσοι αρνούνται να δουν τον κρυφό ερωτισμό, ωστόσο πεισματικά θάλλοντα, μέσα στα ποιήματά του; Αποδίδουν σε μας έτσι έναν στεγνό από χυμούς λόγο, με μόνον τον φιλοσοφικό στοχασμό, που κι εκείνον δεν θα τον είχε ο ποιητής, αν δεν αφηνόταν (λάθρα έστω) στον βαθύ καημό που τον ταλάνιζε. Ας είναι. Υπάρχουν ευτυχώς τολμηροί γραφιάδες (πόσο τιμητική ακούγεται αυτή η ιδιότητα), που  όχι μόνον αναδύουν μέσα από τον στοχασμό του ποιητή την αισθαντική παρουσία του σιωπηλού έρωτα, αλλά και βάζουν με την άδεια τη λογοτεχνική τις απούσες ψηφίδες στην εικόνα του αληθινού Καβάφη.

Μία ώρα διαρκεί αυτός ο απογευματινός περίπατος από τα τελωνεία του Καράκιοϊ μέχρι την παραλία του Εμίνονου μέσω της γέφυρας του Γαλατά. Και ο νεαρός Καβάφης, μέσα από την πένα και τη φαντασία του Θωμά Κοροβίνη, θα φέρει στον νου εικόνες της παρελθούσης ιστορίας, Καίσαρες και Πατριάρχες, Αυτοκράτορες και Παδισάχ και άλλους πολλούς που έθεσαν το προσωπικό τους στίγμα πάνω στο πολύπαθο σώμα της Βασιλεύουσας. Έτσι γίνεται, όταν αγαπάς πολύ μια πόλη, πολύ περισσότερο όταν αυτή είναι η Πόλη και σου έρχονται στο μυαλό νοσταλγικές αναμνήσεις. Και δένει απολύτως η σκέψη στα παλαιά ιστορούμενα με το ερωτικό σκίρτημα, σαν αυτό να γύρευε το πλαίσιο για να ακουμπήσει, το έδαφος για να σταθεί.




Σ’ αυτό το μικρό αφήγημα, το επινοημένο καβαφικό απομνημόνευμα, αρκούν οι λίγες σελίδες για να περάσει μπροστά από τα μάτια μας ο Κωνσταντίνος  Καβάφης, έτσι όπως θα έπρεπε να είναι αληθινά. Στην ατμόσφαιρα μέσα της αγαπημένης Πόλης, με όλα όσα τον καθόρισαν κατόπιν και τον διαμόρφωσαν σαν τον πιο χαμηλόφωνο ερωτικό ποιητή. Σιωπές, υγρά μάτια που επινοούν εικόνες ποθητές, αγγίγματα φευγαλέα και ανεπαίσθητα, ικανά να πυροδοτήσουν τις αισθήσεις, κι ας είναι μάταιη η προσπάθεια της επαφής. Ο ποιητής που αγαπάμε.

Και η γλώσσα, η καθαρεύουσα των πεζών καβαφικών κειμένων, σαν μια άσκηση γραφής του ποιητή, που περιγράφει εδώ το ερωτικό του σκίρτημα επιλέγοντας αυτήν ακριβώς την αποδιωγμένη σήμερα μορφή της ελληνικής. Και καταφέρνει έτσι να δείξει ο επινοητής αυτού του αναγνώσματος ότι η γλώσσα ακολουθεί τη μέσα αίσθηση, μεταμορφώνοντάς την σε λέξεις γεμάτες από πάθος, ασπαίρουσες από ένταση. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού, τώρα του Καβάφη. Μια τριάδα αγίων μορφών και  αγιασμένων λέξεων της λογοτεχνίας μας, έτσι όπως ο Θωμάς Κοροβίνης με τα τρία σύντομα επινοημένα  αφηγήματά του (εδώ το τρίτο αναφερόμενο στον Καβάφη μετά από τα προηγηθέντα για τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό) μας σύστησε ξανά. Όπως δεν τους ξέραμε, όπως τους ήθελε η φαντασία μας, όπως μάλλον αληθινά θα ήταν.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/skirtima-erwtikon/)

Μαρία Λάτσαρη


Εν δυνάμει πραγματικότητα

εκδόσεις Μανδραγόρας







μια νοητή πραγματικότητα

Στην προμετωπίδα του βιβλίου μια φράση του C.S. Sherrington:
[…]ο νους σπάνια, ή μάλλον ποτέ, δεν αντιλαμβάνεται κάτι με απόλυτη αδιαφορία, δηλαδή χωρίς «συγκίνηση». Όλα συνδέονται με τα συναισθήματα.

Θα μπορούσε η ποίηση να ξεκινά με αυτή τη διαπίστωση. Ο νους, η λογική, ο κόσμος του συνειδητού. Και κάτω από την επιφάνεια η κινητήρια δύναμη, ο κόσμος των συναισθημάτων, απρόβλεπτος και αφανής όσο το τεράστιο σώμα ενός παγόβουνου που απειλεί να διαλύσει τα πάντα με ένα του άγγιγμα. Το υποσυνείδητο που αποβαίνει κυρίαρχος του παιχνιδιού. Η ποίηση, η σιωπηλή κραυγή, ένας κόσμος υπαινιγμών και ενδείξεων, που αφήνει να υπονοήσουμε το απύθμενο βάθος, από όπου κινούν όλα για να φτάσουν στον λόγο. Ήδη η ποιήτρια έχει δώσει το στίγμα του δικού της λόγου. Και μας προκαλεί να εισχωρήσουμε σ’ αυτόν.
Χωρισμένη σε τρία μέρη η ποιητική συλλογή, με το πρώτο να φέρει τον τίτλο Συγγένειες. Συνδέσεις ανθρώπων, κάποιες φυσικές, κάποιες διαψευσμένες ακριβώς σ’ αυτό το αυτονόητο της φυσικής τους σχέσης, κάποιες άλλες πολύτιμες, ίσως γιατί δεν φέρουν φυσικούς δεσμούς, δεν ακουμπούν σε στέρεο έδαφος αλλά σε ένα τοπίο διαρκώς μεταλλασσόμενο. Δείγματα λόγου:

Ρωτώ την ποίηση / για το σχήμα της λύπης / την ιτιά μού δείχνει
σε μια φυσική σχέση εδώ το ποίημα με τη φύση, να μορφοποιεί το σχήμα του κατά τη δική της οπτική.

Και εδώ τα εξαιρετικά  Κλειστά παραθυρόφυλλα (το παραθέτω ολόκληρο):

Τράβηξε τον σιδερένιο γάντζο
που κρατούσε τα παντζούρια στον τοίχο
και τα έκλεισε
σα να κλείνει ντουλάπι
σα να κλείνει φέρετρο
σα να θάβει γονείς
στο μικρό δωμάτιο
χωρίς τύψεις
πατέρας μητέρα
θαμμένοι
ο κόσμος
απέραντος και ζωντανός
περιμένει
τον καλεί
να ζήσει
Μπαίνοντας
άκουσε τον πατέρα
«τόση ώρα
για δυο παραθυρόφυλλα»

Στο ποίημα αυτό πόσο εύκολα καταργούνται οι στενοί δεσμοί, πώς ξεκλειδώνει η πόρτα που φυλάγει το υποσυνείδητο, πώς αναδεικνύεται ο ποιητικός λόγος σε οπτική που ανατέμνει βαθιά τη ζωή!

Γιατί ξεκάθαρα η ποιήτρια θα δηλώσει:

Βυθίζομαι
σαν φίδι που κουβαλάει στη ράχη του
όλα τα αλλαγμένα πουκάμισα
μοτίβο ψαροκοκόκαλο

Τα πάντα γράφουν πάνω μας και μέσα μας, χωρίς να αποκόπτεται κανένα κομμάτι - τουλάχιστον οικειοθελώς.

Και οι εκλεκτές συγγένειες συναντώνται άραγε στα όνειρα, αυτά τα δηλωτικά του υποσυνειδήτου; Στο Ντιβάνι  θα ξαπλώσει ο Φρόυντ και θα σκεφθεί τη θεωρία των ονείρων. Ας μην έχουμε λοιπόν αυταπάτες:

Γέννημα δικό μας, εύρημα της προϊστορίας μας τα όνειρα, συνθέτουν σ’ ένα πρόσωπο τον αειθαλή και φυλλοβόλο εαυτό μας. Δεν υπάρχουν ομοενύπνιοι, μόνο επισκέπτες σε ξένα όνειρα.

Το δεύτερο μέρος της συλλογής, με τον τίτλο Πρόσωπα του έρωτα, μας δίνει τις εκδοχές (οδυνηρές με κάποιο τρόπο όλες) ενός έρωτα άλλοτε αποδομημένου:

όσο πλησιάζω
δεν είσαι συ
αποδομείσαι
κηλίδες κόκκινες και μπλε
φιγούρα από πίνακα πουαντιγισμού

άλλοτε ματαιωμένος παρά τους όρκους:
λες κι ο πόνος
είναι ζήτημα αλήθειας

έτοιμος να ξαναμπεί στην αναζήτηση ενός

ξενιστή
να την αντέχει την αγάπη

Αναπόφευκτα το τρίτο μέρος δεν μπορεί παρά για Αποχωρισμούς να μιλάει, τραγικά απότοκα του έρωτα, όπως τον όρισαν η Καμίγ Κλοντέλ και η Μαρί Τερέζ, μνημονευόμενες και σε δύο ποιήματα (αλήθεια, πώς εξαγοράζει ο έρωτας το πάθος του;) ή αλλού όπως ακόμα αναπνέει

Πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου.

Αν αυτό βέβαια θεωρείται ζωή και αναπνοή. Η ποιήτρια πάλι με απόλυτη φυσικότητα θα πει:

Η αναζήτηση του άλλου μισού
του Έρωτα
Μάταιη

Τονίζοντας έτσι με το κεφαλαίο γράμμα την τραγική ματαιότητα της αναζήτησης. Η φυγή είναι πρόσκαιρη; Υπάρχει επιστροφή;
Σε κάποιο στίχο αυτό μοιάζει αδύνατο:

τώρα
στους τοίχους
κρέμονται γυμνά του Μοντιλιάνι
κι οι καθρέφτες δεμένοι με σκοινιά
πάνω σε φορτηγά
Φεύγουν

Πάλι με τονισμένο το φευγιό για να μη μείνουν αυταπάτες.
Ακόμα όμως κι όταν ο έρωτας απομακρύνεται, μπορείς να κρατήσεις κάτι δικό σου. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, άρα και των Αποχωρισμών, προτάσσεται ευφυώς αυτό του Δάντη:

Κοίτα τον Πάρη, τον Τριστάνο,
είναι ο έρωτας που τους έκανε να
αναχωρήσουν από τον κόσμο αυτόν

Αναχώρησαν. Όμως τους διέσωσε η τέχνη. Αυτούς και το ερωτικό τους σκίρτημα, όσο κι αν η ζωή το ματαίωσε. Έτσι, στο κλείσιμο της συλλογής η ποιήτρια θα πει:

Χιόνι πέφτει απαλά
άσπιλο άχρονο
βάναυσα λευκό
σβήνει τις γραμμές
των κορμιών
ούτε ήχος ούτε φως
γλιστρά ανάμεσά μας
Τώρα για πάντα δική σου

Το ποίημα αποφάσισε να κρατήσει την αίσθηση, το άγγιγμα. Ίσως αυτό να είναι και το σημαντικό, έτσι όπως οι στίχοι πλέοντας με τη δική τους δυναμική πολλαπλασιάζουν την εικόνα, την κρατημένη μέσα τους, σε όλες τις πιθανές αναγνώσεις. Η δύναμη της λογοτεχνίας. Άλλωστε, από τον τίτλο της συλλογής το έχει δηλώσει η ποιήτρια. Η εν δυνάμει πραγματικότητα. Αυτό που θα μπορούσε να είναι. Και ας μην είναι.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/en-dynamei-pragmatikotita-maria-latsari/)