Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

ποιητικό κενό




Σαν που ομοιώθηκες με Άγγελο
πρέπει και λόγο να αρθρώσεις.
Την αγγελία τη σωστή να φέρεις
σ’ αυτούς που πάνω σου  κάτι  θεόσταλτο είδανε.
Τους βλέπεις να σε καρτερούν
σκυμμένο το κεφάλι και απόγνωση στα μάτια.
Κρύψε το βλέμμα σου, κενό να μην το δουν.
Αυτό δεν το αντέχουν.
«Και τι να πω μέσα απ’ τα άδεια του μυαλού μου;»
«Τότε, να εφεύρεις, ποιητή μου, να εφεύρεις!»


Διώνη Δημητριάδου
(φωτογραφία της Noell S. Oszvald)

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Νέα κυκλοφορία

"Κωμικοτραγική"
διηγήματα της Αρετής Πάνου
εκδόσεις  CarpeLibrum



από το οπισθόφυλλο του βιβλίου




η Αρετή Πάνου συστήνει σε μας την "Κωμικοτραγική" της:

Η "Κωμικοτραγική" μου  ξέρω δεν θα ταράξει τα λογοτεχνικά πράγματα στη χώρα, αλλά για μένα είναι σημαντική. Θα μου πείτε ποιος να νοιαστεί για τη λογοτεχνία, όταν ολόκληρη η χώρα παραπαίει και θαλασσοδέρνεται και ποιος να συγκινηθεί απ' τη λογοτεχνία, όταν μας έχουν γίνει καθημερινές και οικείες οι εικόνες των βομβαρδισμένων πόλεων και των πνιγμένων παιδιών. Αλλά η ζωή συνεχίζεται και η λογοτεχνία είναι ένα κομμάτι αληθινής ζωής. Για να μην παρεξηγιόμαστε σπεύδω να δηλώσω ότι όλες οι ιστορίες της Κωμικοτραγικής είναι εντελώς φανταστικές. Κάθε ομοιότητα με την πραγματικότητα οφείλεται στην ελαττωματική φαντασία μου και μόνον. Αυτό όμως δεν τις κάνει λιγότερο αληθινές. Εξ άλλου η πραγματικότητα έχει μεγαλύτερη φαντασία από τον καθέναν από μας ξεχωριστά κι απ' όλους μας μαζί.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

«Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό»
του Colm Tóibín

σε μετάφραση και επίμετρο της Αθηνάς Δημητριάδου

από τις εκδόσεις Gutenberg (σειρά Aldina)




"σχέσεις βυθισμένες στο μαύρο νερό"


Συνειδητοποιούσε ότι για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια -μπορεί και δέκα- γινόταν ξανά μέλος αυτής της οικογένειας, που είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο ν’ αφήσει πίσω της. Για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια θα βρίσκονταν όλοι κάτω από την ίδια στέγη, σα να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα. Αντιλαμβανόταν επίσης ότι τα άρρητα μεταξύ τους συναισθήματα στη διάρκεια του ταξιδιού και η αίσθηση ότι για μιαν ακόμη φορά οι τρεις τους ήταν ομάδα, τώρα που υπήρχε κρίση, έδειχναν φυσικότατα, αληθινός καταλύτης. Επέστρεφε εκεί όπου είχε ελπίσει ότι δε θα ξαναγύριζε ποτέ, στην πατρική της οικογένεια, κι άθελά της ένιωθε ανακουφισμένη.

Όπως στη θεατρική σκηνή, ανοίγει η αυλαία και το ένα πρόσωπο μετά το άλλο παίρνουν τη θέση τους για να αρχίσει το έργο. Γιατί, για να στηθεί η παράσταση, πρέπει να μαζευτούν όλοι στον μικρό χώρο που θα διαδραματιστεί η πλοκή. Έτσι κι εδώ, στο μυθιστόρημα του Colm Tóibín, στο σπίτι της Ντόρα Ντέβερο θα έρθει η Λίλι και η Έλεν, κόρη και εγγονή αντίστοιχα, γιατί η σύναξη αυτή είναι απαραίτητη. Κι ας μην τη θέλει καμία από τις τρεις. Οι τρεις γυναίκες σε μια πολυετή απομάκρυνση (κι ας έχουν την πιο στενή σχέση αίματος), με απουσία ακόμη και των τυπικών σχέσεων που κρατούν έστω τα προσχήματα σε μια οικογένεια, θα κληθούν να συμβιώσουν, όπως το θέλει ο Ντέκλαν, ο αδελφός της Έλεν. Και ο κύκλος δημιουργείται γύρω από αυτό το τραγικό πρόσωπο, που ζώντας τη βεβαιότητα ενός τέλους που πλησιάζει επιθυμεί τη συμφιλίωση των γυναικών της οικογένειας.  Γύρω του θα σχηματιστεί από την αρχή η επώδυνη επικοινωνία, με τα πρόσωπα να μιλούν χωρίς προσχηματικό λόγο, ρίχνοντας κατευθείαν τα βέλη τους στον πιο ευάλωτο κάθε φορά αντίπαλο για να βεβαιωθεί η τρώση του εχθρού. Μόνο που σιγά σιγά ο ευθύς λόγος θα αρχίσει να λειτουργεί προς επούλωση των τραυμάτων και να οδηγεί ομαλά προς μια επικοινωνία αληθινή. Ο Ντέκλαν ως τραγικός καταλύτης εκών άκων θα δίνει διαρκώς επιμέρους λύσεις στις προστριβές που θα προκύπτουν. Ως το τέλος.

Είναι απίστευτη η ευκολία με την οποία ο Tóibín σε βάζει στην πλοκή της ιστορίας, χωρίς να χρησιμοποιεί κανένα από τα συνήθη εργαλεία της γραφής. Δεν υπάρχει δράση, δεν υπάρχουν ανατροπές, το τέλος είναι προοικονομημένο από τη φύση της ασθένειας του Ντέκλαν (από τα πρώτα θύματα του AIDS, τότε που η ίαση έδειχνε απίθανη), αμφίβολο αν τα όσα συμβαίνουν συνιστούν γεγονότα, κι όμως παρακολουθείς με αμείωτο ενδιαφέρον την ιστορία. Η δομή είναι θεατρική, προσέχεις τις συσπάσεις των προσώπων, έτσι όπως σου τις μεταφέρει ο συγγραφέας με την περιγραφή, δίνεις βάρος στην παραμικρή λέξη, ακόμα περισσότερο στις σκέψεις και στις σιωπές, γιατί μπορεί να διαταραχθεί η ισορροπία των σχέσεων. Δέχεσαι σαν απολύτως φυσιολογική την εισβολή στο σκηνικό των δύο φίλων του Ντέκλαν, του Λάρι και του Πολ, σε μια διαρκή παρουσία στο σπίτι, και ακούς τις αποκαλύψεις που θα πυροδοτήσουν αντιδράσεις -πώς να δεχθούν η αδελφή και η γιαγιά την πραγματικότητα της ομοφυλοφιλίας του Ντέκλαν;- αλλά και τις ιστορίες της προσωπικής τους ζωής.  Συνυπάρχουν σ’ αυτό το σπίτι διαφορετικές γενιές, γλώσσες, θρησκευτικές και πολιτικές αντιλήψεις, κοινωνικές προκαταλήψεις. Ωστόσο είναι απαραίτητη και μια κατάσταση ηρεμίας χάριν του ασθενούς. Όλες οι αντιθέσεις θα υπάρχουν αλλά θα χαμηλώνουν τους τόνους της αντιπαράθεσης, όταν χρειάζεται.
Διαβάζοντας ανακαλύπτεις πως το κεντρικό πρόσωπο μετακινείται προς τον κύκλο παραχωρώντας την προνομιούχο θέση του εναλλάξ σε κάθε μία από τις τρεις γυναίκες. Η γιαγιά  Ντόρα Ντέβερο μια μητριαρχική φιγούρα, δεσποτική και σίγουρη για τις επιλογές της, απρόσμενα ανεκτική στα όσα συμβαίνουν στο σπίτι της, Η μητέρα Λίλι μια δραστήρια γυναίκα που κρύβει τα αισθήματά της επιμελώς μέχρι σχεδόν το τέλος, η Έλεν που γυρνάει τη σκέψη της στο κοινό παρελθόν με τον αδελφό της ψάχνοντας τα στοιχεία εκείνα που της λείπουν για να ολοκληρώσει την εικόνα των διαταραγμένων σχέσεων.

[…]μια εμπόλεμη κατάσταση σε εξέλιξη, οι περίεργες απαιτήσεις και οι συμμαχίες

Κάθε φορά που μία απ’ αυτές θα πάρει τα ηνία της ιστορίας, οι προβολείς του συγγραφέα – σκηνοθέτη θα πέφτουν πάνω της και θα έχεις την αίσθηση ότι είναι η βασική ηρωίδα, που ίσως με τις άστοχες κινήσεις της στο παρελθόν οδήγησε τις σχέσεις σε αδιέξοδο. Έτσι κατανοείς το μερίδιο ευθύνης που αναλογεί στην κάθε μία.

«Ένα πράγμα που έχω παρατηρήσει στις γυναίκες της οικογένειάς σου», είπε ο Λάρι, «είναι πως μιλούν λες και διοικούν».

Ωστόσο σου μένει η εντύπωση ότι η Έλεν θα μπορούσε σε πρώτο πρόσωπο να αφηγηθεί την ιστορία, όχι μόνο γιατί βρίσκεται στα μισά της διαδρομής για να αποκαταστήσει τη σχέση με τη γιαγιά πρώτα και τη μητέρα μετά, ούτε τόσο γιατί είναι το πιο κοντινό στον αδελφό της πρόσωπο. Περισσότερο γιατί έχει την ευαισθησία να συλλαμβάνει τα μηνύματα που εκπέμπονται από κάθε κατεύθυνση προς κάθε κατεύθυνση, προσέχοντας να μην επαληθευθεί το κοινότοπο ότι στο τέλος η κάθε γενιά μοιάζει στην προηγούμενη. Άλλωστε είναι η μόνη που συνταιριάζει τη διάθεσή της με τον κύκλο που κάνει το φως που εκπέμπει το καραβοφάναρο του Blackwater, το μόνο που διασώζεται στην περιοχή και φωτίζει με τον δικό του ρυθμό το σκηνικό, σαν ένας παρατηρητής – σχολιαστής της ζωής των προσώπων. Ο φάρος που είναι από πάντα εκεί, που δίνει και τον τίτλο στο μυθιστόρημα. Ευφυώς η μεταφράστρια προτίμησε να αποδώσει στα ελληνικά και το τοπωνύμιο Blackwater ως μαύρο νερό, προσθέτοντας έτσι στην ατμόσφαιρα της αφήγησης ένα μυστηριακό τόνο, που πολύ ταιριάζει στα υπόρρητα συναισθήματα και στις σιωπές των προσώπων.

Τώρα πια το έβλεπε καθαρά, θαρρείς κι όλη τούτη η εβδομάδα προς αυτή την κατεύθυνση την ωθούσε, να συνειδητοποιήσει πως οι άνθρωποι δεν ήταν απαραίτητοι, ότι δεν είχε σημασία αν υπήρχαν ή όχι. Ο κόσμος θα συνέχιζε την  πορεία του. Ο ιός που αφάνιζε τον Ντέκλαν, που τον έκανε να φωνάζει απελπισμένος μέσα στο ξημέρωμα, οι αναμνήσεις και οι απόηχοι που την έζωναν μέσα στο σπίτι της γιαγιάς της, η αγάπη της για την οικογένεια της που τώρα δα είχε τόση δυσκολία να ανακαλέσει, όλ’ αυτά δεν ήταν τίποτα, και τώρα, έτσι όπως στεκόταν στην άκρη του βράχου, έμοιαζαν μ’ ένα τίποτα.

Όσο ο Ντέκλαν θα βαδίζει προς το τέλος, τα άλλα πρόσωπα της ιστορίας θα αποκαθιστούν τις διαταραγμένες σχέσεις τους, όσο το σώμα του θα αρνείται πλέον να του δώσει το στήριγμα της ζωής, τόσο θα ανοίγουν οι συναισθηματικοί κόσμοι των άλλων γύρω του, λες και αυτός ως φυσική παρουσία ήταν το εμπόδιο τόσα χρόνια για μια επικοινωνία. Σαν να προσφέρει τη σωματική του φθίνουσα υπόσταση εν είδει γέφυρας πάνω από ταραγμένα νερά.

Ο Colm Tóibín δίνει με αυτό το μυθιστόρημα μια ψυχογραφία των σχέσεων μέσα στην οικογένεια. Ποτέ δεν είναι αυτονόητες ως σχέσεις αίματος, ποτέ δεν είναι δεδομένη η αγάπη, η συμπαράσταση, η κατανόηση. Κερδίζονται με κόπο και προσωπικό κόστος. Και καταργούνται ή μπαίνουν σε κατάσταση ύπνωσης, όταν η υποχώρηση δεν συγκαταλέγεται στις ενέργειες που πρέπει να επιστρατευθούν  μπροστά σε μια διαφωνία. Ένας ισχυρός χαρακτήρας μπορεί να ταράξει τα νερά μιας ήσυχης λίμνης και να δημιουργήσει γύρω του ομόκεντρους κύκλους που φθίνουν όσο απομακρύνονται από το σημείο στο οποίο εκείνος δεσπόζει. Και ένας ασθενής κρίκος της οικογενειακής αλυσίδας μπορεί να αποκαταστήσει τις σχέσεις των υπολοίπων μόνο με την παρουσία του ή, όπως εδώ, με την απουσία του ως άμεση τραγική προοπτική.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μεταφράζεται στα ελληνικά μυθιστόρημα του Colm Tóibín. Ούτε η πρώτη φορά που σχολιάζεται τόσο θετικά η καλή του πένα, που κατορθώνει να συνεγείρει τον αναγνώστη, αλλά και  η συνειδητή τοποθέτησή του πάνω σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα, που τον καταξιώνει ως μια σοβαρή λογοτεχνική πρόταση. Με το «Καραβοφάναρο στο Μαύρο Νερό»  νιώθεις κάτι παραπάνω. Ότι η υπόθεση σε αφορά πιο άμεσα, ότι είσαι σε μια γωνιά αυτού του σπιτιού και παρακολουθείς τη σταδιακή μετάλλαξη των προσωπικών σχέσεων. Αυτή η ιδιότυπη συμμετοχή δεν είναι μικρό πράγμα. Όταν η λογοτεχνία το κατορθώνει, και μάλιστα με το ελάχιστο της δράσης, τότε έχουμε μπροστά μας ένα σπουδαίο συγγραφέα.

Μια ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην έκδοση. Πρόκειται για το δεύτερο βιβλίο της νέας σειράς των εκδόσεων Gutenberg, τη σειρά ALDINA. Την εμπνεύστηκε και την οργάνωσε ο εκλιπών σπουδαίος ποιητής και φιλόλογος Δημήτρης Αρμάος, προς τιμή του λόγιου ανθρωπιστή, τυπογράφου και εκδότη της Αναγέννησης, του ελληνιστή Άλδο Μανούτιο. Κάθε βιβλίο, κάθε aldina που έβγαινε από το τυπογραφείο του με αυστηρή επιμέλεια και κάτω από τον δικό του προσωπικό σχεδιασμό, είχε ως λογότυπο ένα δελφίνι τυλιγμένο γύρω από μια άγκυρα (πηγή έμπνευσης στάθηκε ένα ρωμαϊκό νόμισμα του 80 μ.Χ, όπου το συγκεκριμένο σήμα συνοδευόταν από το ρητό «σπεῦδε βραδέως» - λατ. «festina lente»). Το ίδιο λογότυπο κοσμεί και τη νέα σειρά των εκδόσεων Gutenberg, που περιλαμβάνει στο πρόγραμμά της πολλά σημαντικά, σύγχρονα και παλαιότερα, λογοτεχνικά έργα, εκδόσεις με υψηλές προδιαγραφές.
Θα το καταλάβει ο αναγνώστης, όταν πιάσει αυτά τα βιβλία στα χέρια του. Όλο το μεράκι, όλη η φροντίδα που παλαιότερα συναντούσαμε πιο συχνά και που σήμερα από κάποιους θεωρούνται περιττά «στολίδια». Δεν είναι όμως περιττά καθόλου, ίσα ίσα χαρακτηρίζουν την αληθινή αγάπη για το βιβλίο, που ξεκινά από την εκδοτική ομάδα και φθάνει να  αγγίξει τον πραγματικό φίλο των βιβλίων και της ανάγνωσης. Στο σύνολο μια εξαιρετική έκδοση, με το εξώφυλλο να κοσμείται από την «Αυτοπροσωπογραφία του Α. Κ, 1942», έργο του Γ.Χατζημιχάλη.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/karavofanaro-sto-mauro-nero/)

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Νέα κυκλοφορία

3η ομαδική ποιητική συλλογή
εκδόσεις Διάνυσμα





67 διαφορετικές ποιητικές φωνές συναντώνται σε μια καλαίσθητη έκδοση παρουσιάζοντας μια ενδιαφέρουσα εικόνα του ποιητικού τοπίου. Για τρίτη χρονιά από τις εκδόσεις Διάνυσμα. 

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Νέα κυκλοφορία



"ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΑΡΑΒΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ"
σε μετάφραση-ανθολόγηση και γενική επιμέλεια της ΠΕΡΣΑΣ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ
από τις εκδόσεις ΑΩ

Διαβάστε 2 ποιήματα, και κείμενο της μεταφράστριας: Σοχέρ αλ Μοσάντφα, Αίγυπτος



Χωρίς ίχνος αστεϊσμού
Το χρυσοποίκιλτο ξιφίδιο
με τα πράσινα στολίδια
την καρδιά ενός μικρού κοριτσιού
μοιάζει να πλησιάζει περιπαιχτικά.
Το κυκλώνουν μύγες,
ενώ ένα φωτοστέφανο
τυλίγει το ταραγμένο στήθος της.
Το ξιφίδιο φαίνεται ότι δεν κάνει πλάκα
και πως στο πρόσωπο της δολοφονημένης
δεν υπάρχει ίχνος αστεϊσμού.

Ελχάμ Μοσταγάνεμι, Αλγερία
Με σκότωσαν δυο φορές
εκεί στο υπόγειο δωμάτιο
γιατί αρνήθηκα να πεθαίνω κάθε μέρα
παγιδευμένη εσαεί στον ιστό της αράχνης.

Τι διαφοροποιεί την Αραβική ποίηση από την ποίηση των Δυτικών; Πόσο έχει εξελιχθεί τον τελευταίο καιρό; Έχει άραγε απεκδυθεί την εξωτική ένδυση του παρελθόντος, και σε ποιον βαθμό; Η κατ’ ευφημισμόν «Αραβική Άνοιξη» έχει συντείνει στη μετεξέλιξη της Αραβικής ποίησης − στην επιλογή των θεμάτων, της τεχνικής και του ύφους; Πολλά ερωτηματικά, όπως αυτά που έχουν ήδη διατυπωθεί, απαιτούν απάντηση και είναι κυρίως έργο των μελετητών να την κατατάξουν και να την αξιολογήσουν. Ωστόσο, αυτό που επιχειρείται στην ανθολογία που έχετε στα χέρια σας, είναι μια σύντομη αλλά πιστή «αναπαράσταση» της προοδευτικής διαφοροποίησης και της εξέλιξής της τα τελευταία χρόνια μέσα από αντιπροσωπευτικά δείγματα ποιημάτων που επέλεξα από ένα μεγάλο φάσμα του αραβικού κόσμου. Τα ποιήματα επιλέχτηκαν με γνώμονα τον Έλληνα αναγνώστη, ενώ εκείνα που ανήκουν στην νεότερη γενιά ποιητών, απηχούν και ανιχνεύονται σ’ αυτά οι σημαντικότερες αλλαγές που διενεργήθηκαν τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά τις εξεγέρσεις για τον εκδημοκρατισμό και την ελευθερία της έκφρασης.

Πέρσα Κουμούτση

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016

Στο ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" 
σε προδημοσίευση 
πέντε ποιήματα 
από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή 
της Ελευθερίας Σταυράκη 
"Ιθαγένεια"
 εκδόσεις Απόπειρα

Σχολιασμός των ποιημάτων: Διώνη Δημητριάδου 




Η Ελευθερία Σταυράκη δίνει την ανθρώπινη παρουσία διαγραφόμενη με σαφήνεια ιδιαίτερη, προσφέροντας μια πλήρη εικόνα, έτσι όπως με προνομιακή θέα την προσφέρει η ποίησή της. Πότε με πιο ποιητική και πότε με πιο πεζή εκφορά του λόγου της επικοινωνεί με τον αναγνώστη της κατά πρόσωπο, όπως κάθε γνήσια φωνή. 


Το κακομαθημένο

Το κοριτσάκι ακολουθούσε τη γυναίκα παρά τη θέλησή του — σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τη σταματήσει είχε αφεθεί να κρέμεται με όλο το βάρος του από το μπράτσο της. Και έτσι εκείνη αναγκαζόταν πια να το σέρνει δαπανώντας όλα τα ψυχικά και σωματικά της αποθέματα στο δρόμο για το σπίτι.
Τα παιδικά μάτια μάτωναν από τη στεναχώρια. Πνίγονταν οι ανάσες μέσα σε λυγμούς, παραμορφωμένες από το παράπονο λιγοστές λέξεις κατάφερναν να υψώσουν το ανάστημά τους ανάμεσα σε άγριες φωνές και ξεσπάσματα κάθε είδους.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η γυναίκα αγωνιζόταν να παραμένει ψύχραιμη. «Πρέπει να λογικευτείς» συμβούλευε το κοριτσάκι «δεν μπορείς να κάνεις πάντα το δικό σου, κι εγώ κουράστηκα να τρέχω πίσω απ’ τις επιθυμίες σου. Και μην αλλάζεις συνέχεια γνώμη. Με τρελαίνεις».
Το κοριτσάκι αδυνατούσε να καταλάβει τη σκληρή συμπεριφορά, βασανιζόταν από αναπάντητες απορίες και ανεκπλήρωτους πόθους. Βέβαια, πού και πού, όταν η γυναίκα δεν άντεχε τις κλάψες του το ξεγελούσε με κάποιο μικρό δώρο. Ωστόσο φρόντιζε πάντα να διαλέγει ό,τι έκρινε εκείνη πως το παιδί είχε ανάγκη, χωρίς να υποχωρεί στις παράλογες απαιτήσεις που τόσο την άγχωναν.
Κάποτε η γυναίκα μεγάλωσε μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο. Το κοριτσάκι δε μεγάλωσε ποτέ. Όταν η γυναίκα ρώτησε το κοριτσάκι αν τώρα πια, που την έβλεπε γριά και ανήμπορη, σκόπευε επιτέλους να σταματήσει να κλαίει, εκείνο έκλαψε πιο γοερά παρά ποτέ.

(Το δισυπόστατο της ανθρώπινης φύσης αργούμε να το συνειδητοποιήσουμε. Ο χρόνος γράφει πάνω μας ανελέητος, ωστόσο το παιδί που έχουμε μέσα μας παραμένει εκεί, να μας συνοδεύει κακομαθημένο και ανυπάκουο ως το τέλος. Με μόνο το κλάμα του να υπογραμμίζει δια βίου τις αναπότρεπτες αλλαγές που παρατηρεί χωρίς να το θέλει. Κι εμείς διαρκώς να το αντιμαχόμαστε ακολουθώντας τις συμβάσεις που επιλέγουμε, χωρίς να κατανοούμε ότι απλώς θα μπορούσαμε να οδηγούμαστε από το κλάμα του. Τυφλοί και ανώριμοι. Κι εκείνο σοφό μέσα στην αθωότητά του.)  


Αυτόπτης μάρτυρας

Την ιστορία τους μου αφηγήθηκαν τα ίδια τα πουλιά — αρκετά χρόνια μετά το συμβάν. Γέρικα πια και με περίεργες συνήθειες, βυθισμένα σε μια ιδιόμορφη μοναξιά — ίσως λόγω της ψυχοσύνθεσης που διαμορφώνουν ζωικά είδη προορισμένα για μαζική κατανάλωση. Γαλοπούλες! Ποτέ μου δεν είχα σ’ εκτίμηση το κρέας τους. Τα Χριστούγεννα στο σπίτι τρώμε συνήθως κοτόπουλο με κουκουνάρια και κάστανα ή χοιρινό στο φούρνο. Έσπευσα να το διευκρινίσω εγκαίρως — προς αποφυγήν παρεξηγήσεως — αποσιωπώντας ωστόσο τα σνίτσελ και τα φιλέτα γαλοπούλας σε περιόδους δίαιτας. Φάνηκαν να ικανοποιούνται και να χαλαρώνουν λίγο.
Εκείνη τη μέρα, θυμήθηκαν, όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει οριστικά. Ο μεγάλος αρσενικός κρεμασμένος ανάποδα, με τα πόδια σφιχτοδεμένα, ανέπνεε τις τελευταίες σταγόνες της εξοχής ιδρωμένης από την πρωινή ζέστη — ή έτσι νόμιζε, αν υποθέσουμε ότι οι οσμές αυτές δύσκολα θα μπορούσαν να διαπεράσουν την πηχτή ξινίλα τού σκοτωμένου αίματος και να φτάσουν εγκαίρως μέχρι τη γραμμή παραγωγής. Λίγα μέτρα πιο πέρα μπορούσε να διακρίνει ήδη τα κορμιά σφαγμένα των δικών του, της γυναίκας και των παιδιών του — είχαν πολλά, τους άρεσε να γεννοβολούν. Εκείνη τη στιγμή τα μάτια του τρεμόπαιξαν, το λεπίδι που πλησίαζε σταμάτησε ακριβώς δίπλα στο λαιμό του, το μαρτύριο έπαιρνε παράταση: πάνω που σφράγιζε τα βλέφαρα με προοπτική αιωνιότητας, ένιωσε να επιστρέφει σφοδρότερη η ζαλάδα του επικείμενου πόνου. Το κορμί του σφίχτηκε μια γροθιά απόγνωσης, τότε ήταν που συνάντησε το βλέμμα τού γιου του, ένας απόμενε, τον έβλεπε καθαρά απέναντι, στην παράλληλη γραμμή παραγωγής, κρεμόταν ολοζώντανος ανάποδα — πλάι του σταματημένο το λεπίδι.
Θα πέθαιναν μαζί λοιπόν μόλις ερχόταν το ρεύμα. Οι μηχανές ακούστηκαν πάλι βραχνιασμένες, η δουλειά ξεκινούσε, αυτό ήταν, τα δυο πουλιά κρατήθηκαν για τελευταία φορά από τα βλέμματά τους. Το ρεύμα κόπηκε ξανά. Κάτι σοβαρό συνέβαινε, οι άνθρωποι πηγαινοέρχονταν και φώναζαν. Ένας ανάμεσά τους, παχουλός με μαύρο λιπαρό κεφάλι, σκούπισε τα αίματα από τα χέρια στην ποδιά του, εσείς οι δυο, είπε μέσ’ από τα δόντια, κάποια δύναμη θέλει να ζήσετε. Κι έκοψε τα σχοινιά. Πρώτα ο ένας, μετά ο άλλος έβλεπαν ξανά τον κόσμο απ’ την καλή.
Ο άνθρωπος μετέφερε στην αυλή του τα πουλιά. Εκείνα τα Χριστούγεννα προτίμησε να φάει ψάρι — και ήταν ήσυχος με τη συνείδησή του γιατί, όπως υποστήριζε, κάτι διέκρινε αλλιώτικο στο βλέμμα τους, ολοένα καθαρότερα κοιτάζανε σαν άνθρωποι που επέζησαν από μια συμφορά μεγάλη, ένα ολοκαύτωμα, ενώ η σωτηρία τους αποδείκνυε τη στέρεη δύναμη των καλών προθέσεων της τύχης.
Γιατί δευτερόλεπτα μετά το συμβάν η γραμμή παραγωγής συνέχισε απτόητη το ταξίδι της για μήνες, χρόνια, μέχρι σήμερα που μιλάμε. Όσο για τα δυο πουλιά, δεν έβγαλαν έκτοτε ποτέ τον ήχο αυτόν τον τόσο χαρακτηριστικό του είδους τους. Άσε που δεν παύουν να κοιτάζονται ακόμη και όταν τρώνε, ίσως και όταν κοιμούνται. Λες και ανά πάσα στιγμή μπορεί ν’ απειλήσει το λαιμό τους μια αόρατη λεπίδα στο μη μετρήσιμο χρόνο μιας μεταφυσικής γραμμής παραγωγής. Τα ίδια πάντως ισχυρίζονται πως δε φοβούνται πια το θάνατο αλλά τη μοναξιά, αν τύχαινε ετούτη τη φορά σ’ αυτή τη γραμμή παραγωγής η τύχη να πάρει πρώτα το κεφάλι τού ενός και έπειτα του άλλου.

 (Η φύση, μια άλλη απομόνωση από τα ανθρώπινα, δίνει συχνά το μέτρο του ορθού. Μόνο που απαιτεί εκείνη την ιδιαίτερη ευαισθησία στην όραση και την ακοή, προκειμένου να πιάσει τα μηνύματα ο άνθρωπος, αυτός ο αυτόπτης μάρτυρας. Και εδώ η αρωγή της ποίησης μεγάλη, όπως έρχεται ο στίχος να παραλληλίσει τις απώλειες, τη συντροφικότητα που χάνεται, το αναπότρεπτο τέλος ακόμη, και να συνταιριάξει τα απλά ανθρώπινα με τα μεγαλειώδη του φυσικού κόσμου. Ένα βλέμμα τα λέει όλα και η επίγνωση της κοινής μοίρας σε συντροφεύει ως το τέλος.)


Δελτίο καιρού

Πυκνές νεφώσεις,
διψασμένα μάτια θα γευτούν
την αγωνία της ζωής κρυμμένης
από τα σύννεφα
Κατά τ’ άλλα,
η μέρα αναμένεται χλωμή, κάπως αδύναμη
σαϊτιά στα σπλάχνα τ’ ουρανού
που αστόχησε — και δεν αλλάζει τίποτα
παραπατάει το ξύλινο τόξο
θα πέσει στα κεφάλια μας
ξερνώντας χρώματα της ίριδας
πολύχρωμη η σκιά του θα συρθεί
στα λασπωμένα σύννεφα
θ’ αναζητήσει να τραφεί
βαθιά στης νύχτας τον παράλογο πυρήνα
η αλήθεια της
θα επιβληθεί
με δύναμη χρησμού


Γελωτοποιός

Τα κουδουνάκια με ειδοποιούσαν πάντα πως ερχόταν
Δυο δυο σε κάθε του μανίκι
Κι ακόμη ένα μεγαλύτερο — στην άκρη στο καπέλο
Αμίλητη φασαρία πολύχρωμη
κόκκινο κίτρινο και μαύρο
πορτοκαλί με πράσινο. Και λίγο μαύρο
Πάντα υπήρχε λίγο μαύρο:
όσο δοκίμαζε τις πόζες του
άνοιγε τα σαγόνια
κατάπινε τους ώμους, τα πόδια, το καπέλο
τα χρώματα που έλιωναν στο στόμα
τέλος το λευκασμένο πρόσωπο
με το ζωγραφιστό χαμόγελο
Δεν ήθελα να τον κοιτάζω πια
να σπάσω μόνο ήθελα το επίμονο χαμόγελο
Ας σπάραζε
Θα ήταν πιο παρήγορο
Θα σήμαινε τουλάχιστον
Πως κάποτε οι ματιές μας
Πιασμένες χέρι χέρι
Μίλησαν για τον πόνο
Τα κουδουνάκια απομακρύνονταν πάντα τελευταία
Μες στο μυαλό μου τα ακούω να ηχούν ακόμη
σαν απειλή
Δεν ξέρω αν είναι από φόβο
ή από μια συνήθεια απλή
Ακόμα τον περιμένω

 (Τα δύο αυτά ποιήματα, αν και φαινομενικά παραπέμπουν σε άλλο θεματικό χώρο το καθένα, στη δική μου τουλάχιστον πρόσληψη είναι συμπληρωματικά το ένα του άλλου. Γιατί αν μπορεί αυτός ο παράλογος πυρήνας να καθορίζει τη ζωή, αν μια σαϊτιά στα σπλάχνα τ’ ουρανού που αστόχησε βρίσκει κατάστηθα τη μοναξιά την ανθρώπινη και την εκφράζει με τον απόλυτο τρόπο που οι σαϊτιές γνωρίζουν, τότε ίσως την τραγικότητα να την αφηγείται καλύτερα ένας  γελωτοποιός. Με την αμίλητη φασαρία του και τις μαύρες πόζες του ίσως να αποδίδει καλύτερα μια γελοία ελπίδα στην αναμονή του ανέφικτου. Με τη βαθύτατη γνώση πως όλα αυτά μπορεί να μην είναι μόνο καμώματα  δικά του και πως η ίδια η ζωή είναι μια ψεύτικη απεικόνιση αισθημάτων και επιθυμιών.)


Δεσμοί αίματος

Κάθε πρωί

Αξημέρωτα σηκωνόταν από το κρεβάτι. Πριν οτιδήποτε άλλο ετοίμαζε ένα ζεστό τσάι στη σκοτεινή ακόμη κουζίνα. Το μετέφερε προσεκτικά στο μεγάλο τραπέζι. Τραβούσε μία καρέκλα — πάντοτε την ίδια — στη γωνία που του εξασφάλιζε πανοραμική θέα στο δωμάτιο.
Υπό την επήρεια της γοητείας του ύπνου έπιανε να μουτζουρώνει, να ζωγραφίζει, να σημειώνει λευκά χαρτιά μπροστά του χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να διακόπτει για κανένα λόγο την εργασία του, ήρεμος και συγκεντρωμένος. Μέχρι που το φως της μέρας τραβούσε τη σκανδάλη και σκότωνε τη μαγεία.
Τότε έπινε μια τελευταία γουλιά από το κρύο τσάι και τυλιγμένος στην πιο βαθιά ανάσα του χανόταν στο δρόμο για τη δουλειά.

Κάθε απόγευμα

Επέστρεφε στο σπίτι θολωμένος. Μετά το γεύμα — συνήθως σύντομο και λιτό — ξάπλωνε στον καναπέ, για λίγο. Ακόμη ζαλισμένος αναζητούσε τις πρωινές μουντζούρες. Ανάμεσα σε πλήθος ασυναρτησίες και παραμορφώσεις διέκρινε τις μορφές τους. Άλλοτε γνώριμες άλλοτε άγνωστες παντελώς. Με τη μαλακή μύτη του μολυβιού ιχνηλατούσε προσεκτικά αναζητώντας να συμπληρώσει τα περιγράμματα — στο άγγιγμά του οι φιγούρες ριγούσαν, ζωντάνευαν λες και τις κούρδιζε. Ήταν όμορφα ν’ ακούει τις ιστορίες τους. Κάθε βράδυ, ως αργά. Μέχρι που έπεφτε για ύπνο.

Ποτέ

Δεν αισθάνθηκε ιδιόρρυθμος. Γιατί γνώριζε πως έτσι μπορεί να συμβαίνει στον καθένα. Με τη διαφορά ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, όπως και ο ίδιος πολλά χρόνια πριν, προτιμούν να θυσιάζουν στο κρεβάτι το διάστημα από την αποσύνθεση του ύπνου ως την ανάδυση πλήρως της συνείδησης. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουν τις αμήχανες συναντήσεις με παράξενα πλάσματα, περίεργες σκέψεις και βέβαια τις παραμορφωμένες χάρτινες φιγούρες — που στη δική του περίπτωση αποτελούσαν ένα είδος οικογένειας.

(Καταφύγιο η γραφή, δένει τον δημιουργό με δεσμούς αίματος ακατάλυτους, δυνάμει οικογενειακούς. Η ποίηση εδώ -ακολουθώντας τα βήματα του Jacques Prévert- θα δώσει με τον πιο απλό τρόπο την αίσθηση της επανάληψης κινήσεων και σκέψεων που, αν και συνιστά μια καθημερινή ρουτίνα, εμπεριέχει  ανέλπιστα τη θαλπωρή της επιστροφής σε οικείο τόπο.)

για τον  σχολιασμό των ποιημάτων: Διώνη Δημητριάδου 



Η Ελευθερία Σταυράκη γεννήθηκε στο Βόλο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως φιλόλογος σε σχολεία της Δυτικής Αττικής. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής και ποίησης χαϊκού.
Επίσης έχει επιμορφωθεί σε θέματα ιστορίας της τέχνηςκαι εικαστικής θεραπείας.
Η καταγωγή της από τη Ρεντίνα Καρδίτσας την ώθησε στη μελέτη της τοπικής ιστορίας της περιοχής.
Έχει εκδώσει το βιβλίο "Ο ιστορικός Δήμος Ρεντίνας-Οδοιπορικό στο
χρόνο" (των Ελ.Σταυράκη -Φ. Κρικζώνη).
Η "Ιθαγένεια " αποτελεί την πρώτη ποιητική συλλογή της.


 Η ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Σταυράκη "Ιθαγένεια" θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Απόπειρα.


Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Μια μικρή υποκειμενική υπέρβαση

(φθινοπωρινές σκέψεις)

της Ευγενίας Δημητριάδη




Τέλη Αυγούστου, επιστροφή στην καθημερινότητα. Πρωτοσέλιδα εφημερίδων, με τα έντονα γράμματα να υπνωτίζουν το ήδη νυσταλέο της βλέμμα. Μια συνήθεια χρόνων με την πρώτη γουλιά καφέ, μια περιήγηση στο διαδίκτυο. Πατούσε μηχανικά το μαύρο πλήκτρο και αδιάφορο το βλέμμα της προσπερνούσε εικόνες και κείμενα. Στάθηκε λίγα δευτερόλεπτα στην εικόνα με νεαρές στριμωγμένες πλάτες εμπρός στο λευκό τοίχο. Τα αποτελέσματα που χιλιάδες νέοι αγωνιούσαν. Βάσεις που ανεβοκατεβαίνουν, χιλιάδες μόρια να χτίζουν ένα μέλλον, να γκρεμίζουν ένα όνειρο.
Δύο χτυπήματα μετά συνάντησε πλάτες σκονισμένες,  κυρτές μπροστά σε τοίχους γκρεμισμένους, να ψάχνουν στα χαλάσματα τους αγαπημένους τους, να ψάχνουν το παρελθόν τους. Σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα. Το φώτισε ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο απέναντι, γυάλισε το δάκρυ που δεν βγήκε. Οι ζωές που χάθηκαν στο σεισμό της Κεντρικής Ιταλίας, ξύπνησε μνήμες, έξυσε πληγές.
 Έψαξε στο μυαλό της τη νοητή ζυγαριά που θα μπορούσε να ισορροπήσει τις δύο ειδήσεις. Είναι βέβαιο πως η ανθρώπινη ζωή  ούτε αποτιμάται, ούτε συγκρίνεται. Αυτό που καθορίζει εντούτοις τη βαρύτητα όσων συμβαίνουν γύρω μας φιλτράρεται από ένα καθοριστικό παράγοντα. Την υποκειμενικότητα! Ό,τι συμβαίνει σε εμάς προσωπικά έχει προτεραιότητα και πρωταρχική σημασία. Ενδεχομένως είναι ένας μηχανισμός  επιβίωσης που λειτουργεί ασυνείδητα από τη γέννηση του ανθρώπινου είδους.
 Όσο και να έλπιζε σε μεγαλύτερη συμπόνια και συναίσθηση του Έλληνα έφηβου για το τραγικό συμβάν στη γειτονική Ιταλία δεν μπορούσε να μην του δικαιολογήσει την εγωκεντρική του συμπεριφορά . Είναι μια συστηματική εκπαίδευση από την παιδική ηλικία, επικεντρωμένη στο γιγάντιο  ανταγωνιστικό ΕΓΩ. Μια εκπαίδευση έντεχνης απομόνωσης σε ένα προσωπικό μικρόκοσμο, παγιδεύει τον άνθρωπο στην προσπάθεια να χτίσει ένα μέλλον ομορφότερο όχι μόνο για τον ίδιο. Κάπου εκεί κρύβεται η παγίδα. Η υπέρβαση για τον καθένα να ξεπεράσει το προσωπικό του εγώ, να τιθασεύει τα ανταγωνιστικά του ένστικτα, για να φανεί πιο ξεκάθαρο το εμείς, για πιο ανθρώπινη και ισότιμη  κοινωνία που όλοι ονειρεύονται. Μια λάθος διαδρομή εξ αρχής οδηγεί σε λάθος αποτελέσματα, κάτι που η εξέλιξη του πλανήτη αποδεικνύει περίτρανα. Αλλά πάλι ποιος κρίνει το λάθος; Παραμένει μια υποκειμενική υπόθεση!
(Οκτώβρης 2016)


Ευγενία Δημητριάδη