Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2023

Σμύρνα Μάνα Εικοσιτεσσάρων Ιωάννης Αντιώτης εκδόσεις άνω τελεία η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Σμύρνα Μάνα Εικοσιτεσσάρων

Ιωάννης Αντιώτης

 εκδόσεις άνω τελεία

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Με τη ρίζα της ψυχής στη Σμύρνη • Fractal (fractalart.gr)

 


Με τη ρίζα της ψυχής στη  Σμύρνη

Ο Ιωάννης Αντιώτης, στο πρώτο του βιβλίο, επιχειρεί μια ιδιότυπη «επιστροφή ψυχής» στη Σμύρνη που συνιστά για όλους μας (ασχέτως καταγωγής) ένα κομμάτι τόσο της συλλογικής μας ιστορίας όσο και (κυρίως) του συλλογικού μας υποσυνειδήτου – στοιχεία που μας  καθιστούν όλους, πέρα από χρονικούς προσδιορισμούς,  μέλη μιας αδιάσπαστης ενότητας. Με εικοσιτέσσερις μικρές ιστορίες προσεγγίζει την καθημερινότητα των κατοίκων της, πριν η ζωή σταματήσει την ώρα της καταστροφής. Έτσι, παρουσιάζει την αγαπημένη πόλη-σύμβολο από την πλευρά των διαφορετικών πολιτισμικά κατοίκων της που, ωστόσο, είχαν βρει τον δρόμο για μια αγαστή συνύπαρξη. Μέχρι που η μοίρα τους έγινε παιχνίδι στα χέρια των ισχυρών και αποτέλεσε το τίμημα στα συμφέροντά τους.

Οι ιστορίες, όλες σύντομες, λειτουργούν σαν αποτυπώσεις μιας ζωής ενδιαφέρουσας και πολυεπίπεδης, με συγκλίσεις και αποκλίσεις, όπως καθορίζονταν από την ανάμειξη του μικρόκοσμου της καθημερινότητας με τη ροή των γεγονότων της μεγάλης ιστορίας, που συνήθως αδιαφορεί για την ανθρώπινη συνθήκη. Ο Αντιώτης ενδιαφέρεται να αποδώσει όλα τα κοινωνικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά  στρώματα της Σμύρνης, εισχωρώντας με τη δύναμη του νου στα ταπεινά σπίτια και στα αρχοντικά, Ρωμιών και Τούρκων, Χριστιανών και  Μουσουλμάνων, αλλά και αλλοδαπών, καθόσον πολυμορφικός ο χαρακτήρας της ξακουστής πόλης. Ομοίως, θα ασχοληθεί με μικρές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, όσο και με καθοριστικά, τραυματικά γεγονότα, δείχνοντας με τον τρόπο αυτό αφενός τη δύναμη της λογοτεχνίας να αναγάγει σε σπουδαία τα μικρά, αλλά αφετέρου και τον συμφυρμό όλων των εικόνων, όλων των αποτυπώσεων, σε μια πολυπρισματική εικόνα που ξεχειλίζει από λαχτάρα για ζωή.

Η γραφή του νεοπαρουσιαζόμενου στο αναγνωστικό κοινό συγγραφέα χαρακτηρίζεται από αίσθηση του μέτρου, καθώς αρκείται σε λίγες κάθε φορά σελίδες για να συμπεριλάβει όλη την εικόνα που η φαντασία του έχει επινοήσει – γεγονός που τον διακρίνει από άλλους πρωτοεμφανιζόμενους που πλατειάζουν χωρίς λόγο. Εδώ, η πληρότητα των στιγμών που αποτυπώνονται, η σοφή «φωτογραφική ματιά» που ξέρει πού αξίζει να στρέψει το ενδιαφέρον της, δείχνουν μια γνήσια αίσθηση για το λογοτεχνικά κάθε φορά σημαντικό. Οι λέξεις έχουν τέτοια δυναμική που είναι αρκετές (αν και λίγες) για να δώσουν τόσο την αρχική ιδέα όσο και τη νοηματική της  επεξεργασία.



Η γλώσσα, από την άλλη, πλούσια και εύστοχη, με τις αφηγηματικές τεχνικές (οπτική γωνία και εστίαση) να καθοδηγούν τους αφηγηματικούς τρόπους (περιγραφή, αφήγηση, διάλογο), συντελούν σε μια ενδιαφέρουσα πρώτη πεζογραφική εμφάνιση, που υπόσχεται μια ανάλογη συνέχεια.

Αξίζει να ειπωθεί εδώ πως ο Ιωάννης Αντιώτης (με καταγωγή από τη Νάξο)  μιλά για τη Σμύρνη με τόση αγάπη, σαν να έλκει από αυτήν τη ρίζα του. Γράφει προλογίζοντας τις ιστορίες του: «Η Σμύρνη συνεχίζει να υπάρχει στο ελληνικό συλλογικό υποσυνείδητο ως μια πόλη πανέμορφη, πλούσια, γοητευτική. Νιώθουμε όλο ότι είμαστε ένα κομμάτι της, ασχέτως εάν έχουμε ρίζες από εκεί ή όχι. Πονάμε όλοι με το φριχτό τέλος της ως μιας πολυπολιτισμικής πόλης το 1922. […] Κάποιου είδους μάνα ήταν η Σμύρνη για τους κατοίκους της, κι εγώ γονιός των πολύπαθων ηρώων της και των  βιωμάτων τους».

Κι ενώ όλες οι ιστορίες αφορούν τα χρόνια πριν την καταστροφή, έρχεται η τελευταία («Καψαλισμένα τριαντάφυλλα») να αντιστρέψει την εικόνα (γιατί και οι αντιθέσεις αποτελούν δείγμα μιας καλής γραφής),  παραπέμποντας στη διάλυση και την καταστροφή – μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στη ζωή που παλλόταν ξεχειλίζοντας από επιθυμία για το μέλλον και στο τέλος που διέγραψε μεμιάς τα πάντα. Παραθέτω εδώ την ακροτελεύτια παράγραφο του τελευταίου διηγήματος:

 

Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα δεν κατάλαβα τίποτα. Σκοτάδι απόλυτο. Το αμέσως επόμενο που θυμάμαι είναι να ’μαι σε μια αμμουδιά της Χίου, στην αγκαλιά της μάνας μου, κι εκείνη να κλαίει βλέποντας απέναντι τις τερατώδεις φλόγες να σβήνουν τη Σμύρνη μας απ’ τον χάρτη. Άνοιξα τη σφιγμένη από ώρες χούφτα μου και μέσα ήταν τα σκουλαρίκια που μου είχες χαρίσει. Βυσσινί και μπλε μενεξεδένια τριανταφυλλάκια, καψαλισμένα από τη φωτιά. Καψαλισμένα όπως η ψυχή μου… (σ. 168).

 

Μια γραφή «ψυχής», που αξίζει να προσεχθεί. Ίσως γιατί, πέρα από την αξία της αυτή καθεαυτή, δείχνει να γεννήθηκε από γνήσια αγάπη, με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα.

 

 Διώνη Δημητριάδου

Θηρίο ή Θεός Νουβέλα Διώνη Δημητριάδου εκδόσεις ΑΩ Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

 

Θηρίο ή Θεός

Νουβέλα

Διώνη Δημητριάδου

εκδόσεις ΑΩ

 

 Γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

 

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

Εκείνα τα ερωτήματα που θα μείνουν για πάντα αναπάντητα! • Fractal (fractalart.gr)

 


Εκείνα τα ερωτήματα που θα μείνουν για πάντα αναπάντητα!

 

Ήδη από τις πρώτες σελίδες της νουβέλας ετούτης ένας άγνωστος   αφηγητής, μας ξεδιπλώνει και σκιαγραφεί κάποιες σκέψεις ή παρατηρήσεις του για τον κύριο χαρακτήρα, που πιθανόν ισχύει για όλους γενικώς τους ανθρώπους, ή περισσότερο της προκεχωρημένης ηλικίας, τις οίδε, αναφέροντας, «…από μια ηλικία και μετά, δεν λειτουργούν πια τα άλλοθι, δεν έχεις την πολυτέλεια των αλλαγών…», και συνεχίζει, «…αρχίζεις να σταθεροποιείσαι στα, ας πούμε, συμβατικά πλαίσια της ήδη δομημένης προσωπικότητας, καλής ή κακής, μέσα σε έναν κόσμο που τον αποδέχεσαι όπως ακριβώς είσαι, ίσως γιατί πλέον κατανοείς πως δεν μπορείς να τον αλλάξεις». Έτσι μας κάνει κοινωνούς του περιεχομένου ετούτης της εξαιρετικής νουβέλας της Διώνης Δημητριάδου, στην οποία εμφιλοχωρούν πολυποίκιλα υπαρξιακά ερωτήματα, στα περισσότερα από τα οποία η απάντηση είναι, κατά το μάλλον ή ήττον,  άκρως υποκειμενική, ή μερικώς αναπάντητη. Θα μπορούσαμε γρήγορα να την θεωρήσουμε ως συνέχεια όλων εκείνων των κειμένων με τις βαθυστόχαστες σκέψεις που μας χάρισε η συγκεκριμένη συγγραφέας στα προηγούμενα βιβλία της.

 

Ο κύριος χαρακτήρας της, ο Ευγένιος, στο εσωτερικό του ταξίδι, βρίσκεται αντιμέτωπος με σωρεία προβλημάτων, ερωτηματικών, σκέψεων, ενεργειών στις οποίες προβαίνει ή σχεδιάζει, από πεποίθηση ή αδυναμία, δίνοντας την εντύπωση του ‘αποσυνάγωγου’, μια λέξη που συναντήσαμε πρόσφατα ως τίτλο στο ογκώδες και εμβληματικό βιβλίο ‘Αποσυνάγωγοι’ του Τούρκου συγγραφέα  Oğuz Atay (Εκδόσεις Gutenberg, 2022). Ο Ευγένιος  πλέον πορεύεται κατά μόνας, έως ότου αρχίσει να συνομιλεί με  έναν φίλο του και να ανταλλάσσει απόψεις για το μεγάλο μυστήριο της ανθρώπινης ζωής.   Διαβάζοντας τις σελίδες της νουβέλας, και αν προστρέξουμε για λίγο στην επιστήμη της Ψυχιατρικής, ολοένα και συχνότερα θα διαπιστώσουμε ότι σε μερικές περιπτώσεις παρουσιάζει κάποια από τα συμπτώματα της κατάθλιψης των ηλικιωμένων, κάτι σύνηθες για ένα σεβαστό ποσοστό της ηλικίας αυτής των συνανθρώπων μας. Ίσως να μας περιγράφει καλύτερα την πορεία και εξέλιξη του χαρακτήρα του ο φίλος του, ο Γεράσιμος: «Άρχισες να αποφεύγεις τις πολλές παρέες, έπειτα όλο και περισσότερο κλείστηκες στο σπίτι, εγκατέλειψες αγαπημένους ανθρώπους, μας ξέχασες και σιγά σιγά κατάφερες να ξεχάσεις και τον εαυτό σου»! Η παρατήρηση, βεβαίως, ίσως να συμφωνεί με την προαναφερόμενη ιατρική διάγνωση, ίσως όμως και όχι, κι’ αυτό γατί η μεγάλη ηλικία στεφανώνει τους ανθρώπους με ιδιαίτερες απόψεις οι οποίες πόρω απέχουν από τις αντίστοιχες εκείνες των μικρότερων ηλικιών. Και τότε, ανάμεσα από τις συζητήσεις των δύο φίλων, αναδύεται στην επιφάνεια και έρχεται στο προσκήνιο ο όρος ‘ιδιότυπος ρατσισμός’, που πιθανότατα θα μπορούσαμε, επίσης, να τον προσθέσουμε στην πλούσια παλέτα της συμπτωματολογίας της  κατάθλιψης των ηλικιωμένων. Την έλλειψη ανοχής και συμπόρευσης, τουτέστιν, κάποιου ανθρώπου δίπλα μας, όταν αυτός ξεφεύγει από τα αποδεκτά στάνταρντ, τις προδιαγραφές και τις αξίες από μέρους της ηλικίας μας, περισσότερο, είτε αυτός είναι σύντροφος, είτε συγκάτοικος, φίλος, συνομιλητής, συνοδοιπόρος, κ.ο.κ.

 

Στην όλη πορεία του εσωτερικού του ταξιδιού, ο Ευγένιος αρχίζει να κρατά ένα προσωπικό ημερολόγιο, παρά τις πολλαπλές αντιρρήσεις που εξέφραζε κάποτε η μικρότερη ηλικία του! Στο πρώτο από αυτά που επιγράφεται ‘30 Απριλίου, εδώ που είμαι ακόμα’, αναρωτιέται έντρομος, πιθανώς, «Κόλαση είναι, τελικά, οι άλλοι ή μήπως κόλαση είναι η απουσία των άλλων;» αφού για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πάντα ήθελε να έχει κάποιες στιγμές αποκλειστικά δικές του και τις οποίες διαφύλασσε, όπως γράφει,  σαν ακριβό απόκτημα. Τα ημερολογιακά αυτά κείμενα είναι σε μεγάλο βαθμό ψυχαναλυτικά με πληθώρα ερωτημάτων και απόψεων πάνω σε αιώνια ζητήματα του κλάδου της φιλοσοφίας. Για ανθρώπους και αντικείμενα.

 

 Σταδιακά ξεδιπλώνονται πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία. Η σχέση ανάμεσα στον φωτογράφο και τον ηθοποιό, η απαθανάτιση μιας στιγμής από την τέχνη της φωτογραφίας, από τη μια μεριά, και η έντεχνη και επιθυμητή υποκρισία των ηθοποιών, από την άλλη. Οι ομοιότητες και οι διαφορές τους και πώς αυτές επιδρούν στην ανθρώπινη προσωπικότητα και συμπεριφορά. Κι ακόμα η ποίηση ως καταφύγιο και προστασία. Ο ρόλος της Μοίρας, η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, ο τρόπος και η ανάγκη  δημιουργία της και πώς αυτή  επιδρά σε εκείνον που για διάφορους λόγους επιθυμεί να ξεφύγει και να υπερβεί τα εσκαμμένα και συμφωνηθέντα, είτε αυτά αφορούν την θρησκευτική είτε την πολιτική παράμετρο. Κι εδώ έρχεται ενώπιον όλων με δραματικό τρόπο η ρήση του Ηρόδοτου, ότι δηλαδή οι θεοί αρέσκονται να ταπεινώνουν όσους υπερέχουν, ώστε να παραδειγματιστούν και οι άλλοι, οι υπόλοιποι, οι αποσυνάγωγοι!  Πολλούς αιώνες αργότερα, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, συμφώνησε με αυτόν και ο Αμερικανός ιστορικός Τσαρλς Μπερντ, όταν έγραφε ότι τα μαθήματα της ιστορίας θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν σε τέσσερις μόλις προτάσεις, μία από τις οποίες ήταν «όποιον οι θεοί ήθελαν να καταστρέψουν, του έδιναν δύναμη»!

 

Προς το τέλος της νουβέλας πληροφορούμαστε για την απώλεια της Ελένης, ένα σημαδιακό φαίνεται γεγονός που επηρέασε δυσμενώς τη ζωή του πρωταγωνιστή μας. Η τραγικότητα εκείνης της περίπτωσης, η οριστική απουσία της από τη ζωή του, το τελεσίδικο της υπόθεσης, μάλλον αποδείχτηκαν γι’ αυτόν αξεπέραστα εμπόδια. Πιθανόν να ευθύνονται σε κάποιο βαθμό και για τη δική του κοινωνική παραίτηση και απομάκρυνση. Η νουβέλα, συμπερασματικά,  κατακλύζεται από πληθώρα τέτοιων ερωτημάτων υπαρξιακού χαρακτήρα στα οποία ο αναγνώστης όχι μόνο δεν πρέπει να προσδοκά απαντήσεις, αλλά τουναντίον καλείται να τις δώσει μόνος του!

 

Ένα ξεχωριστό βιβλίο από την Διώνη Δημητριάδου, από τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς, κατά την γνώμη του γράφοντος, και από τις πάντοτε αξιόλογες εκδόσεις ΑΩ.

 

Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2023

Αλλοτεκοίτη Εκεί που χάθηκε η βλάστηση Νίκος Ξένιος Εκδόσεις Κριτική η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

 

Αλλοτεκοίτη

Εκεί που χάθηκε η βλάστηση

Νίκος Ξένιος

Εκδόσεις Κριτική

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Νίκος Ξένιος: «Αλλοτεκοίτη» (diastixo.gr)

 


Ένας από τους πιο πιστούς στη δυναμική της αφήγησης, ο Νίκος Ξένιος, επιχειρεί με το πρόσφατο βιβλίο του να συνδυάσει τον ρεαλισμό με το παραμύθι, παρουσιάζοντας μια δυστοπική ιστορία του κοντινού μέλλοντος, η οποία κατά τόπους θυμίζει τη σύγχρονη ζοφερή πραγματικότητα. Τρομάζει η επιλογή του να τοποθετήσει την  ιστορία του το 2050, μόνο λίγες δεκαετίες από τη σημερινή εποχή. Γιατί, αν αυτά που λογοτεχνικά προοιωνίζεται συμβούν (με δεδομένη την αλληγορική τους σημασία και, φυσικά, τη μυθοπλαστική σκόπιμη υπερβολή), τότε τα σημάδια τους ήδη από τώρα πρέπει να είναι εμφανή· τουλάχιστον σε όποιον δεν επαναπαύεται στις επιβεβαιώσεις των ιθυνόντων ότι όλα τελούν υπό έλεγχο. Έχει ενδιαφέρον ο υπότιτλος (Εκεί που χάθηκε η βλάστηση), καθώς υπογραμμίζει όχι το «πότε» (αυτό μπορεί να είναι πολύ κοντά μας) αλλά το «πού», στρέφοντας την προσοχή στον έρημο και κυρίως άνυδρο χώρο, το κατάλληλο πλαίσιο για την ιστορία. Όποιος κοιτάξει γύρω του με μάτια ανοιχτά, χωρίς παρωπίδες, θα δει ότι είμαστε ήδη μέσα σ’ αυτό το τοπίο. 



Μοιρασμένη σε διαφορετικές αφηγηματικές φωνές η ιστορία, παρουσιάζει στην ουσία δύο αντίθετες εκδοχές της πραγματικότητας – όπως άλλωστε συμβαίνει πάντοτε σε έναν κόσμο όπου η εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία αντιπαρατίθεται σε όσους αμφισβητούν την απόλυτη εξουσία της να διαπλάθει συνειδήσεις και να διαμορφώνει τις συνθήκες ζωής κατά το δοκούν. Εν προκειμένω, το φλέγον ζήτημα της κλιματικής κρίσης διαφορετικά εκλαμβάνεται, και ακολούθως αντιμετωπίζεται, από το καθεστώς (υπό την ηγεσία του κόμματος «Νέοι Δρόμοι για τον Λαό», τι ονομασία!) και διαφορετικά από την ηρωίδα, την Κυβέλη, που η δράση της θα την οδηγήσει στη σύλληψη και κατόπιν στον εγκλεισμό της σε ψυχιατρική μονάδα.

 

Η Κυβέλη αφηγούνταν τα μυθικά συμβάντα στα παιδιά κι εκείνα έμεναν με το στόμα ανοιχτό. Όχι γιατί βαριούνταν, όχι γιατί νύσταζαν, αλλά γιατί ένιωθαν ότι ο κίνδυνος ήταν κοντά, και μέσα τους ξυπνούσε το ολοζώντανο, ανθισμένο συναίσθημα της ευθύνης για έναν κόσμο που τους κληροδοτούμε εμείς με όλη μας την ανευθυνότητα – κι έχουμε την απαίτηση να τον δεχτούν.

Η Κυβέλη ποτέ δεν συμμερίστηκε αυτή την άποψη. Ήξερε πως είναι τόσο μικρή και αστραπιαία η λάμψη που λέγεται ανθρώπινη ζωή, που σαν σβήνει, πρέπει ν’ αφήνει πίσω το ίχνος της. σαν το σωματίδιο του Θεού κάτι. Τη συγκλόνιζε η υποψία πως πέρασε από τη γη ένας άνθρωπος με Άλφα κεφαλαίο και πως δεν πήγε χαμένη η κοσμική ενέργεια που τον έπλασε, παρά έγινε ασημόσκονη κι ανέβηκε ψηλά για να φωτίσει τη Γη και να τα αλλάξει, να τα διαμορφώσει, να τα μεταρρυθμίσει όλα. Να κάνει τον πλανήτη έναν τόπο που να μπορούν τα παιδιά να τον κατοικήσουν και  να κάνει τον κάμπο ένα πεδίο αντάξιο του σφρίγους και της ευθύτητάς τους. (σσ. 89-90).

 

Το γεγονός πως ισορροπούν οι δύο αφηγηματικές εκδοχές, χωρίς να «παρεμβαίνει» συγγραφικά ο παντογνώστης δημιουργός τους, επιτρέπει στην εκάστοτε αναγνωστική πρόσληψη να επιλέξει την αλήθεια που ικανοποιεί τον «συμμέτοχο» κατά κάποιον τρόπο αποδέκτη της ιστορίας. Ωστόσο, η επιλογή της συγκεκριμένης θεματικής, από μόνη της  αφήνει να διαφανεί η συγγραφική θέση· άλλωστε, η μυθοπλασία πάντα με τον τρόπο της υποκρύπτει τη ιδεολογική κατεύθυνση του δημιουργού της. Έτσι, μπορούμε να δούμε, πίσω από την επιφανειακά ίση αντιμετώπιση των δύο εκδοχών, πόσο βαθιά πολιτικό είναι το υπόβαθρο του βιβλίου, με άξονα την αφύπνιση και κινητοποίηση του αναγνώστη απέναντι σε ένα από τα πλέον μείζονα προβλήματα του κόσμου μας, την αποστασιοποίηση του ανθρώπου από το φυσικό του περίβλημα, την εχθρική του στάση απέναντι σε ό,τι του χαρίζει ζωή.  

Στην ιστορία της Αλλοτεκοίτης η βλάστηση είναι πλέον ένα μακρινό παρελθόν, η απομάκρυνση του ανθρώπου από το φυσικό περιβάλλον αποτελεί κανονικότητα, όποιος αναζητά τη φυσική ζωή είναι εχθρός του καθεστώτος, άρα αυτοδίκαια διώκεται και η φωνή του καταργείται· αυτό θα συμβεί και με την Κυβέλη αλλά και με τον Μάρκο, τον σύντροφό της. Την τύχη τους θα αναζητήσει η δημοσιογράφος Στέλλα Μπεράτη ακολουθώντας τα ίχνη τους στο έρημο τοπίο, προσθέτοντας τη δική της αφηγηματική φωνή.  

 

Η αλήθεια είναι πως συνήθως δεν με ελκύει η λογοτεχνία που προσανατολίζεται σε ένα δυστοπικό κοντινό ή απώτερο μέλλον. Ωστόσο, ο Νίκος Ξένιος κατάφερε με τη γραφή του να ισορροπήσει δύο αντινομικές συνθήκες. Από τη μια τοποθετεί τους ήρωές του και την πλοκή της ιστορίας του σε ένα ξερό, ολόστεγνο τοπίο χωρίς ίχνος φυσικής ζωής (πώς άλλωστε θα λειτουργούσε η δυστοπία;) και από την άλλη με μια ολοζώντανη αφηγηματική γλώσσα (ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γραφής του) προτείνει ως μόνη αλήθεια, ως μόνο σημείο ζωντανής παρουσίας την αξία του λόγου.

 

Πετάχτηκες τότε μέσ’ από το σκοτάδι κι ένα τόσο δα βλασταράκι ξεφύτρωσε απ’ το χώμα. Στράφηκα και είδα το βλαστάρι να ασημίζει και να πρασινίζει. Κι όταν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου τρύπησαν τη σκοτεινή υγρασία της νύχτας, είδα τον βράχο να ροδίζει. (σ. 164).

 

Κάτω από αυτό το πρίσμα, η Αλλοτεκοίτη του μπορεί να διαβαστεί ως μια απόπειρα καταξίωσης της αφηγηματικής ικανότητας, της δημιουργίας ιστοριών, κι ας είναι πολλές, όσες και οι εκδοχές της έννοιας του πραγματικού που ο καθένας προσλαμβάνει με την ιδεολογία του, την πείρα ζωής που φέρει μέσα του, εν τέλει με τον κόσμο του όπως τον έχει φτιάξει στη συνείδησή του. Ο αναγνώστης μπορεί να αφεθεί  στη γοητεία του αφηγηματικού λόγου, να δεχθεί τον παραμυθητικό του χαρακτήρα, κι αν θέλει (και αντέχει) να δει πίσω από τη μυθοπλασία μια σύγχρονη, εφιαλτική   εγγύτητα στο σκοτεινό τοπίο.

 

Διώνη Δημητριάδου


Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2023

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στη Λέσχη μας!

 

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στη Λέσχη μας!




Μια συναντηση που τη χαρήκαμε όλοι πολύ!

Την Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2023 υποδεχθήκαμε στη Λέσχη Ανάγνωσης Ενηλίκων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη και συζητήσαμε μαζί του το πρόσφατο βιβλίο του "Η νοσταλγία της απώλειας - διηγήσεις" (εκδόσεις Πατάκη ). Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από το βιβλίο, με διαφορετικές προσεγγίσεις και πολλές προεκτάσεις.











Η επόμενη συνάντηση της Λέσχης μας ορίζεται για την 14η Δεκεμβρίου, ημέρα Πέμπτη, στις 6 το απόγευμα. Θα υποδεχθούμε τη μεταφράστρια Ρίτα Κολαΐτη και θα συζητήσουμε μαζί της το βιβλίο της Annie Ernaux «Το γεγονός» (εκδόσεις Μεταίχμιο).




Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2023

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ Διήγημα της Αρετής Πάνου

 

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ

Διήγημα της Αρετής Πάνου

 


Ο Γ και η Ε, είκοσι χρονών, φοιτητές της Φυσικομαθηματικής, βγήκαν από το αμφιθέατρο του παλιού Χημείου και κοντοστάθηκαν στα σκαλιά του κοιτάζοντας κατά τον ουρανό. Κανένα σύννεφο. Αν και προχωρημένο φθινόπωρο ο καιρός προμηνυόταν καλός. Θα ήταν κρίμα να κλειστούν πάλι μέσα για μάθημα, αντί να πάνε μια βόλτα. Στη Σόλωνος ακούστηκαν φωνές. Ορμητική και φουριόζα κατέβαινε μια ομάδα νέων -από τους νέους που τους έλεγαν αλήτες ή και προβοκάτορες- κραυγάζοντας συνθήματα, «φτάνει πια», «θάνατος στο φασισμό». Στο τέλος της πορείας, με δυσκολία προσπαθώντας να τους προλάβει, βάδιζε με το ιδιόρρυθμο δικό του βήμα ο Κ, ο συμφοιτητής τους που κούτσαινε. Ο Γ και η Ε κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και χωρίς να πουν λέξη κατέβηκαν τα σκαλιά που τους χώριζαν από το οδόστρωμα της Σόλωνος και μπήκαν στην πορεία πίσω από τον συμφοιτητή που κούτσαινε. Τα επόμενα τρία μερόνυχτα τα πέρασαν μαζί, άγρυπνοι, και ήταν τα πρώτα από τα πολλά μερόνυχτα που θα περνούσαν μαζί στη συνέχεια της ζωής τους.

 

Όταν στην Πατησίων εμφανίστηκε μια ομάδα αντρών που κράταγε το πανό «εργάτες  αγρότες φοιτητές» το πλήθος τους άνοιξε δρόμο για να περάσουν και να μπουν στον περίβολο. Κάποιοι νέοι ήθελαν να τους σηκώσουν στα χέρια. Η εικόνα είχε κάτι το θεατρικό, το συμβολικό. Η φτιαξιά τους, τα πρόσωπα και τα ρούχα που φορούσαν  ήταν τέτοια που δεν άφηναν καμιά αμφιβολία ότι ήταν αυτό που έλεγε το πανό τους, εργάτες και αγρότες που έρχονταν να ενωθούν με τους φοιτητές σε έναν κοινό αγώνα. Πολλά μάτια δάκρυσαν από συγκίνηση και χαρά και μια αίσθηση ενότητας και αρμονίας. Ενότητα απτή, καθαρή σαν καινούριο σπίτι και ζεστή σαν φρέσκο ψωμί που δεν είχε καμία σχέση με τις κουβέντες που κάποιοι άνοιγαν κιόλας στα πηγαδάκια για κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον έναν ή τον άλλο γηραιό πολιτικό.  Αίσθηση ενότητας και αρμονίας που έμοιαζε με έκσταση και μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τη στιγμή που μπήκε ο Ξυλούρης στον περίβολο και όλοι μαζί τραγούδησαν το «πότε  θα κάνει ξαστεριά». Γιατί μπορεί να ήταν άοπλοι και ανίσχυροι μπροστά στους αστακούς αντιπάλους τους, αλλά ήταν μαζί και είχαν ένα δυνατό όπλο ολοδικό τους, την ανθρώπινη φωνή και τι φωνή! Και το τραγούδι.

 

Ο Π, εξηνταπέντε χρονών, πρώην εαμίτης και πρώην μακρονησιώτης δηλωσίας πάντα ορμήνευε τα παιδιά του να προσέχουν, να κοιτάνε τη δουλειά τους και τις σπουδές τους, να μην μπλέξουν με τα πολιτικά γιατί μόνο προβλήματα και δυστυχία θα τους φέρουν στη ζωή τους, φτάνει να έπαιρναν παράδειγμα από τα δικά του βάσανα. Πολύ περισσότερο τώρα που οι καιροί είναι πονηροί, γεμάτοι φασίστες  και χαφιέδες αδίστακτους. Όταν άκουσε τον ραδιοφωνικό σταθμό και κατάλαβε πού ήταν και τι έκαναν τα παιδιά του που είχαν να φανούν ολόκληρα μερόνυχτα και ούτε φωνή ούτε ακρόαση, έφυγε αμίλητος από το σπίτι και κατέβηκε στο κέντρο. Γύριζε γύρω γύρω από τον περίβολο σαν θηρίο που προστατεύει τα μικρά του. Τα παιδιά του δεν τα είδε, ποιος ξέρει πού να ήταν χωμένα. Είδε όμως άλλα παιδιά, άλλων,  και τους μίλησε και τα ρώτησε αν χρειάζονται κάτι και τι μπορεί να κάνει αυτός και τους πήγε σάντουιτς  και πορτοκαλάδες. Κάθισε εκεί για ώρες, άκουσε σειρήνες και πυροβολισμούς, είδε πληγωμένους και μόνο όταν απαγορεύτηκε η κυκλοφορία και επιτράπηκε μόνο για τις ερπύστριες, πήρε το δρόμο για το σπίτι. Ανήσυχος και με σφιγμένη την καρδιά. Το είχε όμως αποδεχτεί και το είχε πάρει απόφαση μέσα του. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια για να τους προστατεύσει, να τους προφυλάξει. Αυτή ήταν η δική τους ώρα.

 

Ο  Χ, 19 χρονών, που ορφάνεψε μικρός από μητέρα, ήταν φοιτητής της φιλοσοφικής, μελετηρός και μοναχικός. Όταν έφεραν στον περίβολο, εκεί δίπλα του, τον πρώτο πληγωμένο και είδε τα αίματα, έπαθε σοκ. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να σηκώσει ένα όπλο, να σημαδέψει έναν άλλο για να τον σκοτώσει. Αυτά τα πράγματα δεν συνέβαιναν στ’ αλήθεια, μόνο στα μυθιστορήματα και στο σινεμά. Τώρα έβλεπε τη σφαίρα να έρχεται κατά πάνω του, άνοιγε μια τρύπα στο δικό του σώμα, έτρεχε αίμα, το δικό του αίμα. Το πρόσωπο του θανάτου δεν ήταν μια απουσία που ξεθώριαζε σιγά σιγά, αλλά η μάσκα ενός διεστραμμένου παρανοϊκού δολοφόνου από το πιο τρομακτικό κόμικς που όλο τον πλησίαζε. Ένας εφιάλτης από τον οποίο έπρεπε να ξυπνήσει.  Έχασε το χρώμα του, κρύος ιδρώτας τον έλουσε, άρχισε να τρέμει και να χτυπιέται, να κλαίει και να φωνάζει. Δολοφόνοι.  Ένα κορίτσι τον έπιασε από το χέρι. Ένα αγόρι τον έπιασε από τους ώμους και τον έσφιξε δυνατά. Κάποιος άλλος έφερε λίγο νερό. Έπλυνε το πρόσωπό του και ήπιε. Συνήρθε κι έμεινε εκεί. Ήταν αργά για να φύγει. Πού να πάει; Όποιος ξεμύτιζε κινδύνευε να φάει καμιά αδέσποτη. Ήταν παγιδευμένος, ποντίκι πιασμένο  σε θανατηφόρα φάκα.  Αλλά ήταν και κάτι άλλο, πιο δυνατό από τον πανικό του. Για πρώτη φορά στη ζωή του ίσως, αισθανόταν ότι κάπου ανήκε, ότι ήταν εκεί που έπρεπε να είναι.

 

Η Ν, 22 χρονών, απόφοιτος του μαθηματικού, ήταν από μικρή προκομμένη και γρήγορη. Έτσι τελείωσε τη σχολή πρώτη σχεδόν απ’ όλους τους φίλους και τους συμφοιτητές της. Περνούσε τα μαθήματα από έτος σε έτος με μεγάλη ευκολία και καλούς βαθμούς, χωρίς να φαίνεται ότι στερείται και τις συνηθισμένες διασκεδάσεις των νιάτων, λίγες παρέες με μουσική και χορό πότε πότε, μικρές εκδρομές και ατελείωτες κουβέντες μέσα σε φοιτητικά δωμάτια γεμάτα καπνό και  τις νότες μιας κιθάρας. Ήταν τόσο γρήγορη που λίγες μέρες πριν, μαζί με τα αποτελέσματα του τελευταίου μαθήματος που τη χώριζε από το πτυχίο, πήρε και τα αποτελέσματα του τεστ εγκυμοσύνης. Και τα δύο θετικά. Έτρεξε να βρει τους φίλους της να τους πει ότι πάει, εκείνη τελείωσε τη σχολή, γύριζε σελίδα στη ζωή της. Έπρεπε να σκεφτεί και το γάμο. Για την εγκυμοσύνη δεν ήξερε τι να τους πει, αισθανόταν κάπως χαμένη και αβέβαιη η ίδια. Έμεινε μαζί τους μέχρι το τέλος σαν σε μια τριήμερη τελετουργία θυσίας και αποχαιρετισμού αυτού που ήταν μέχρι τότε η ζωή της. Εκεί προς το τέλος, που ο φόβος την έπνιγε στον λαιμό και δεν την άφηνε να ανασάνει, έπιανε την κοιλιά της και προσευχόταν μια δική της προσευχή γι αυτό και σ’ αυτό που ζούσε μέσα της.  Μετά, όταν οι δικοί της, ακόμα και ο πατέρας του παιδιού της, την κατηγορούσαν γι αυτό που έκανε, δεν την κατηγορούσαν απλώς τη σκυλόβριζαν για πολύ καιρό, ότι ήταν μεγάλη ανοησία, άγνοια κινδύνου, αν όχι καθαρή τρέλα, έπιανε την κοιλιά της, τους κοίταζε στα μάτια και τους έλεγε, «μα δεν μπορούσα να αφήσω τα παιδιά μόνα τους».

 

Η Μ, δεκαπέντε χρονών μαθήτρια λυκείου ήρθε πιασμένη χέρι χέρι με το αγόρι της τον Λ, πρωτοετή φοιτητή των πολιτικών μηχανικών. Εκείνος έφυγε, αυτή έμεινε. Πρώτη φορά διανυκτέρευε έξω από το σπίτι της, χωρίς να πάρει την άδεια των γονιών της, ούτε καν να τους ενημερώσει. Όταν μετά αναρωτιόταν γιατί το έκανε δεν μπορούσε να βρει μια λογική απάντηση, μόνο της ερχόταν στο μυαλό μια φθινοπωρινή εικόνα.  Ήταν ο αέρας, παράσερνε τα φύλλα, τα στροβίλιζε και τα απόθετε απαλά στο δρόμο και στο πεζοδρόμιο. Κάτι στον αέρα την έσπρωξε και κείνη. Τα λόγια, τα βλέμματα, οι κινήσεις.

 

Ο Β, τριανταπέντε χρονών, ιδιωτικός υπάλληλος, κατηφής και κουμπωμένος, μετά τη δουλειά γύριζε στο σπίτι του περπατώντας, γιατί η συγκοινωνία είχε σταματήσει λόγω των φοιτητικών. Έμενε με τη μάνα του. Σκεφτόταν το φαί του που θα κρύωνε στο τραπέζι της κουζίνας και το ζεστό κρεβάτι που περίμενε το σώμα του να ξεκουραστεί, να ανακλαδιστεί και να ισιώσει μετά από τόσες ώρες σκύψιμο πάνω από δυσανάγνωστα λογιστικά βιβλία. Να κλείσει τα μάτια του και να πάψουν οι αριθμοί να τον βασανίζουν, να του στραγγαλίζουν και να του στραγγίζουν το μυαλό και τη ζωή. Να ονειρευτεί κάτι άλλο, ένα ματσάκι στην αλάνα που έπαιζε παιδί, μια βουτιά στη θάλασσα,  ένα ταξίδι. Κοντεύει σαράντα χρονών, τον πήραν τα χρόνια κι ακόμα δεν την χάρηκε τη ζωή του. Αλλά τι να καταλάβουν από τις δικές του τις ανησυχίες και τους φόβους οι φοιτητές, ανόητοι εικοσάρηδες. Ονειροπαρμένοι. Αργόσχολοι. Ακόμα παιδιαρίζουν στις αλάνες. Σε λίγο θα καταλάβουν τι σημαίνει ψωμί και πόσο δύσκολα βγαίνει, όσο για παιδεία και ελευθερία, ας γελάσει. Τώρα ούτε δουλειά, ούτε σκοτούρες, ούτε αρρώστιες, ούτε γέρους γονείς, μπορούν να παίζουν και να τραγουδάνε ακόμα. Δεν τον φτάνει η κούραση της δουλειάς, έχει και τον ποδαρόδρομο, εξαιτίας τους. Κοντοστάθηκε να πάρει μιαν ανάσα. Κοίταζε τις ομάδες των νεαρών που πηγαινοέρχονταν στη λεωφόρο φωνάζοντας  και μπαινόβγαιναν στο προαύλιο, τα πανό με τα συνθήματα, τις σημαίες που ανέμιζαν. Το βλέμμα του στάθηκε σε μια κοπέλα που στεκόταν μόνη της μπροστά στα κάγκελα με ύφος χαμένο, ονειροπαρμένο. Τα μαλλιά της ανέμιζαν. Έμοιαζε λίγο με μια γειτόνισσά του που την έβλεπε καμιά φορά στον ύπνο του. Μα όλο αυτό έμοιαζε με όνειρο, με ματσάκι στην αλάνα, βουτιά στη θάλασσα και ταξίδι μαζί. Ήχοι πυροβολισμών τον ξύπνησαν, τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Ξαναπήρε το δρόμο του, σκυφτός και βιαστικός. «Μήπως όμως έπρεπε να πάω κοντά της, να της μιλήσω», αναρωτήθηκε. Αυτή ήταν η τελευταία του σκέψη, πριν φάει την αδέσποτη στο μέρος της καρδιάς που τον ξύπνησε σ’ έναν άλλο κόσμο. 

 

Πενήντα χρόνια μετά. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που μπορεί να σκοτώθηκαν ή να επέζησαν από τότε, που στο μεταξύ έζησαν ή πέθαναν πολύ διαφορετικές ζωές και πολύ διαφορετικούς θανάτους, που κέρδισαν ή έχασαν, που ευτύχησαν ή δυστύχησαν,  που πρόδωσαν ή προδόθηκαν, που συντροφεύτηκαν ή έμειναν μόνοι, που χώρισαν και χωρίστηκαν ο ένας από τον άλλο, από δικούς και φίλους και συντρόφους, που μπορεί να είναι εδώ ή κάπου αλλού πολύ μακριά ή και στον άλλο κόσμο, όλοι αυτοί  κάθε τέτοιες μέρες, στο τέλος του φθινοπώρου, συναντιούνται σε μια νοερή σύναξη, σαν συνεννοημένοι μεταξύ τους, μυστικά. Δεν ομονοούν πάντα, πολλές φορές οι καυγάδες τους ακούγονται μέχρις εδώ.  Ακούγονται και οι φωνές, τα γέλια και τα τραγούδια τους. Και όλοι συμφωνούν ότι εκείνες οι ημέρες, εκείνες οι ώρες, είναι ένα φωτεινό κέντρο στη ζωή τους, ένα άστρο που γύρω του περιστρέφονται τα πριν και τα μετά σαν ετερόφωτα ουράνια σώματα. Ακόμα κι αυτοί που διακτινίζονται στη φθινοπωρινή σύναξη από τον άλλο κόσμο. Σαν τον Ξυλούρη που τραγουδάει πάντα στο τέλος της το «πότε θα κάνει ξαστεριά», με κείνη την υπέροχη φωνή του, που περίεργο πράμα, δεν έχει αλλάξει καθόλου.

 

Αρετή Πάνου

Από τη Σύγκριση στη Σύγκλιση Η καταγωγική σχέση των Ωδών του Ανδρέα Κάλβου με τον Επιτάφιο Λόγο του Περικλή Ευσταθία Δήμου εκδόσεις Κουκκίδα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ Μ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Από τη Σύγκριση στη Σύγκλιση

Η καταγωγική σχέση των Ωδών του Ανδρέα Κάλβου με τον Επιτάφιο Λόγο του Περικλή

Ευσταθία Δήμου

 εκδόσεις Κουκκίδα

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ Μ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ένα τολμηρό, ενδιαφέρον εγχείρημα • Fractal (fractalart.gr)

 


Ένα τολμηρό, ενδιαφέρον εγχείρημα

Τολμηρό το εγχείρημα της σύγκρισης ανάμεσα σε δύο τόσο διαφορετικά έργα ως προς την προέλευση των δημιουργών τους, το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, το ύφος του καθενός επηρεασμένο από προσωπικές επιλογές αλλά και από τις χωροχρονικές συνθήκες, τη σκοποθεσία, ακόμη και το θεματικό περιεχόμενο, τουλάχιστον στα βασικά του, πιθανόν επιφανειακά, σημεία. Η Ευσταθία Δήμου, ικανή δοκιμιογράφος με κριτικό πνεύμα, το τόλμησε. Έτσι, έχουμε ένα ενδιαφέρον φιλολογικό μελέτημα που ξεκινά από τη σύγκριση των Ωδών του Κάλβου με την απόδοση, κατά τον Θουκυδίδη, του εμβληματικού Επιτάφιου Λόγου του Περικλή, για να καταλήξει σε μια εμπνευσμένη σύγκλιση των δύο έργων. Πέρα, φυσικά, από την προσωπική εικόνα σύγκλισης των δύο έργων στη σκέψη της δοκιμιογράφου (αναγκαία για την εκκίνηση του εγχειρήματος, καθώς δηλώνει πως ξεκίνησε ως δοκιμή αναμέτρησης με τον διαχρονικά επίκαιρο λόγο του Κάλβου και προχώρησε στη συγγένεια με τον Επιτάφιο), περισσότερο αναγκαία κρίνεται η εύρεση μιας αντικειμενικής, κατά το δυνατόν, κοινής βάσης, ενός «κοινού τόπου», στον οποίο να εδράζεται η ανάλυση.

Εύστοχα επιλέχθηκε:

Πρώτον, ο πολιτικός χαρακτήρας των δύο κειμένων, καθώς αφενός η πολιτική βάση της σκέψης του Κάλβου δεν αμφισβητείται (ένθερμος υποστηρικτής επαναστατικών ιδεών και έμπρακτα υλοποιητής τους) αφετέρου οι συνθήκες της εποχής επηρέασαν τον ρήτορα (για την περίσταση) Περικλή να εστιάσει στην έννοια της Πόλης και του Πολίτη, πάντα με δεδομένη την ιδιαίτερη σημασία που αποκτούσε για τον Αθηναίο πολίτη η έννοια της πατρίδας, ως άξιας να την υπερασπισθεί κανείς όχι για να πεθάνει αλλά ίσα ίσα για να ζήσει και να απολαύσει τα προσφερόμενα αγαθά του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Κατά δεύτερον, η έννοια της Ελευθερίας συνδυασμένη με τη Ευψυχία και την Ευδαιμονία, κατά τον Περικλή, μπορεί να σταθεί δίπλα στον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο Κάλβος (κάτω από εντελώς διαφορετικές, φυσικά, συνθήκες) το ελεύθερο πνεύμα ως αρχική συνθήκη, προκειμένου να ακολουθήσει και η διεκδίκηση μιας ζωής στηριγμένης στη δικαιοσύνη και την ισότητα.

Αλλά, και η έννοια της Αρετής, όπως εκλαμβάνεται από Κάλβο και Θουκυδίδη/Περικλή (συχνά δύσκολη η διάκριση) εμπεριέχει τόσο την τόλμη και την ανδρεία, περισσότερο εμφανή στο πεδίο της μάχης, μιλώντας εκ του αποτελέσματος για τους επιφανείς νεκρούς προς τιμήν των οποίων εκφωνείται ο «επί του τάφου των» λόγος, όσο και ως προϋπόθεση για τον όποιο αγώνα, την επαναστατική ρήξη με τις καταπιεστικές συνθήκες, κατά την καλβική εκδοχή της.


Η Δήμου προχωρά έτι περαιτέρω στην ανάλυση/σύγκριση των δύο έργων, εντοπίζοντας το πνεύμα του Διαφωτισμού που ετεροχρονισμένα, δικαιολογημένα όμως, αποδίδεται στην εποχή του Επιταφίου, εκφράζει ωστόσο επαρκώς την εποχή στην οποία δημιουργήθηκαν οι Ωδές. Κοινός τόπος και εδώ η στροφή στις ανθρωπιστικές αξίες, ξεκάθαρες στις καλβικές Ωδές πιστές στο πνεύμα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, εν μέρει πάντως αμφιλεγόμενες στα πλαίσια της αθηναϊκής δημοκρατίας, τουλάχιστον ως προς το θέμα της ισότητας. Ομοίως συνεξετάζεται η αγάπη για την πατρίδα (Ζάκυνθο στον Κάλβο, Αθήνα στον Περικλή) ως έρωτας περισσότερο, γεγονός που συνιστά μεν κοινό σημείο, από τα πλέον όμως αδύναμα για να οδηγήσουν στη σύγκλιση, συγκρινόμενο με τα πλέον ισχυρά νοηματικά που προηγήθηκαν.

Έτσι, με την ανίχνευση των κοινών σημείων κυρίως στο περιεχόμενο, στην εκκινούσα έμπνευση και στις έννοιες που κυριαρχούν, επιτεύχθηκε η ενδιαφέρουσα μελέτη/σύγκριση (και ακολούθως σύγκλιση) των δύο εξεταζόμενων έργων, με έμφαση παράλληλα στην εποχή που τα γέννησε αλλά και στον σκοπό που το καθένα κλήθηκε να υπηρετήσει· στο σημείο αυτό, αναπόφευκτα διακρίνεται η διαφοροποίηση των δύο προσωπικοτήτων, χωρίς ωστόσο ούτε κατ’ ελάχιστο να μειώνεται η αξία της ανάλυσης. Άλλωστε το ύφος αλλά και η γλώσσα ως κώδικας επικοινωνίας έχουν επηρεαστεί καταλυτικά από το είδος του έργου· άλλοι οι κώδικες της ποίησης και άλλες του ρητορικού λόγου.

Διαβάζουμε στον Πρόλογο:

«Ούτως ή άλλως, τόσο ο Επιτάφιος όσο και οι καλβικές Ωδές είναι έργα που συνυφαίνουν στο εσωτερικό τους τόσο πολλά στοιχεία, τόσο διαφορετικούς προσανατολισμούς και κατευθύνσεις, ώστε να επιτρέπουν ή ακόμα και να επιβάλλουν τον πειραματισμό και τη δοκιμασία σε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές και αποτιμήσεις». (σ. 10).

Θεωρώ πως άριστα η Δήμου έκανε πράξη αυτή την πειραματική «δοκιμασία», την «ελεύθερη», όπως γράφει, «ανάγνωση», ώστε να αποτελεί πλέον η πρωτότυπη αυτή (κυρίως ως προς τον τρόπο διερεύνησης) τεκμηριωμένη μελέτη της έναυσμα για άλλους μελετητές των εμβληματικών αυτών έργων, αντικείμενο για μια περαιτέρω ανάλυση. Αυτή άλλωστε είναι κατ’ ουσίαν και η αξία των δοκιμιακών μελετών, να προκαλούν δηλαδή την έρευνα, τη συνέχιση της αρχικής σκέψης ή και την αμφισβήτηση ακόμη, η οποία πρέπει και αυτή να θεωρείται πλούτος του λόγου.


Διώνη Δημητριάδου

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

fractalίζων ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΩΤΗ Κώστας Θ. Ριζάκης εκδόσεις ΑΩ η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ Μ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

 

fractalίζων

ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΩΤΗ

Κώστας Θ. Ριζάκης

 εκδόσεις ΑΩ

 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ Μ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Η δυναμική ενός λόγου χωρίς σύνορα • Fractal (fractalart.gr)

 


Η δυναμική ενός λόγου χωρίς σύνορα

 

Πώς επικοινωνεί ένα ηλεκτρονικό περιοδικό με την παραδοσιακή έντυπη μορφή γραπτού λόγου;  Σπανίως (και αν) θα συναντήσουμε παρόμοιο επίτευγμα, όπως αυτό που επεχείρησε το περιοδικό Fractal σε αγαστή συνεργασία (στην ουσία μια απολύτως αγαπητική σχέση) με τον ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη. Δημοσιευμένα στο ηλεκτρονικό περιοδικό κάθε Τετάρτη ποιήματα/μικρά αριστουργήματα εσωτερικού ρυθμού και πλούσιας όσο και εύστοχης επεξεργασίας της γλώσσας, ήταν το προγραμματισμένο ραντεβού των αναγνωστών με ένα είδος ποίησης μοναδικής (στην πραγματικότητα μια κατηγορία από μόνη της), καθώς δύσκολα κατατάσσεται στα δόκιμα είδη. Πρόκειται για μια αντιστοιχία ανάμεσα στον ιδιόρρυθμο  ποιητή και στην εσώκλειστη ζωή του, όπως αυτή αποτυπωνόταν σε μια ανοιχτή επικοινωνία με το ευρύ κοινό – άλλωστε γνωστό αυτό, το Fractal είναι από τα πλέον αγαπητά και προσιτά στον αναγνώστη και στον δημιουργό, περιοδικά του διαδικτύου, επίτευγμα επίπονης και επίμονης δουλειάς των δημιουργών του. Επιλεγμένα ποιήματα από τον ίδιο τον ποιητή τώρα σε έντυπη μορφή, σε ένα ιδιαίτερης (όπως πάντα) αισθητικής από τις ΑΩ εκδόσεις του Πέτρου Μιχάλη. Άρα, η καλύτερη μορφή επικοινωνίας του ηλεκτρονικού και του έντυπου λόγου επετεύχθη!

Συγκινητικά στο Επίμετρο η Ελένη Γκίκα εξηγεί επαρκώς πού οφείλεται η άψογη συνεργασία. Στον τρόπο που οι δύο δημιουργοί ήρθαν σε επαφή, πέρα από ποιητικές αναφορές και κοινοτοπίες, με το αόρατο νήμα που συνδέει την αληθινή ανθρώπινη σχέση, την αλληλοκατανόηση χωρίς περιττά λόγια, το νοιάξιμο του ενός για τον άλλο. Πώς, λοιπόν, να μην προκύψει ένα τέτοιο αποτέλεσμα; Προλογίζοντας με τη σειρά της η Χριστίνα Καραντώνη, δίνει τα χαρακτηριστικά όχι μόνον της απρόσμενης αυτής συνύπαρξης αλλά και της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας της ποίησης του Κώστα Ριζάκη, επισημαίνοντας τον πλουραλισμό, τον πλούσιο λεκτικό κώδικα, τον ρυθμό, το προσεγμένο μέτρο που οδηγεί σε μια απίστευτη μουσικότητα, εν τέλει την ανάγκη επικοινωνίας με τον έτερο άλλο, τον μακριά ευρισκόμενο λόγω της εκούσιας απομόνωσης του ποιητή από τον φλύαρο κόσμο των συνοδοιπόρων.



Με παιχνιδισμούς της γλώσσας, σαρκασμό όσο και αυτοσαρκασμό, ειρωνεία όπου δει, αλλά και ένα ανεπαίσθητο κλείσιμο του ματιού στον προσεκτικό αναγνώστη του, ο Κώστας Ριζάκης  μοιάζει να ανοίγει  έναν δρόμο επικοινωνίας που φαινόταν κλειστός. Αρκεί να εισχωρήσεις στην ποίησή του χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς περιχαρακώσεις, για να αφεθείς στη μοναδικότητά της. Αίφνης εδώ στην «επανεκκίνηση», δείτε τον τρόπο που το ποίημα βρίσκεται πάντα εκεί να ορίσει τη συνέχιση σε μια ανηφόρα που φαινόταν απροσπέλαστη· αρκεί να έχεις την ετοιμότητα να πεταχτείς μέχρι τη σωστική του λέμβο:

 

τ’ αφορισμένον τι έπαθε τι στα μισά τον

βρήκε; – μονολογώντας γρύλισεν στα

δόντια κι όπως έδειξεν την τερηδόνα του

ψυχήν κατράμι να κοχλάζει – παρκάρων έ-

τι διακριτικά μαζί με δυο τρεις ρέστους τού

εξηγώ ναν σπρώξουμε έι οπ και με την μία

 

πετάχτηκα ώς το ποίημα γυρνών απλώς τη

μίζα

 

Αλλά και εδώ, με το ελάχιστο των λέξεων (πόσο σοφή επιλογή!) όλη η ματαιότητα ενός αγώνα (ζωής όσο και δημιουργίας)· εν τέλει το ευτελές χώμα.

 

πάλιν αποδεχόμενοι το δείνα προ-

φανές σημαίνει ότι επιστρέφουμε

σ’ αφετηρίας φρικώδες παρεπόμενον

ή στο απλώς καλούμενον σημείον τρι-

βής μηδέν όθεν συμβιβαζόμενοι βουνά

κατεδαφίζουμε μ’ αντάλλαγμα ταπέτα ‒

 

(τι υποτελώς σφουγγίζουμε λάσπες της εξουσίας)

 

(«χώμα»)

 

Θαρρώ πως το πλέον αισιόδοξο μήνυμα του βιβλίου εντοπίζεται στον υπότιτλο του  εξωφύλλου: Επιλογή πρώτη, άρα σε αναμονή για μια συνέχεια. Και μια κι έγινε η μνεία του εξωφύλλου, φιλοτεχνημένο αυτό από τη ζωγράφο Γλύκα Διονυσοπούλου, αποδίδει με τις συστροφές της ζωγραφιάς πόσο τελικά όλα ανήκουν σε μια ενιαία εικόνα, μια «τοιχογραφία» που βρίσκεται διαρκώς σε εξέλιξη, σε κίνηση, ανανεούμενη και αποδεχόμενη μέσα της κάθε διαφορετικότητα. Η συνάντηση του πιστού στον έντυπο λόγο ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη με το ηλεκτρονικό περιοδικό το αποδεικνύει. Από κει και πέρα, η έκδοση έρχεται να πιστοποιήσει, με τη σειρά της, πόσο όλα μπερδεύονται γλυκά. Κρατώ τη φράση της Ελένης Γκίκα, ακροτελεύτια στο δικό της επίμετρο: «Διότι η ποίηση ανήκει σε όποιον την έχει ανάγκη». Να προσθέσω: με όποιο δυνατό τρόπο, χωρίς σύνορα. Άλλωστε ο λόγος, σε όποια μορφή, έχει τη δική του δυναμική να διαλύσει κάθε διαχωριστική γραμμή.

 

Διώνη Δημητριάδου