Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

Ονειρεύτηκα τη Σανγκάη Γιάννης Ξανθούλης εκδόσεις Διόπτρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Ονειρεύτηκα τη Σανγκάη

Γιάννης Ξανθούλης

εκδόσεις Διόπτρα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Γιάννης Ξανθούλης: «Ονειρεύτηκα τη Σανγκάη» (diastixo.gr)

 


Το κωμικό είναι η άλλη όψη του τραγικού. Αυτή η αλήθεια θα μπορούσε να περιγράφει εν συντομία το νέο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη Ονειρεύτηκα τη Σανγκάη. Ένας τρόπος να δεις τη ζωή από την άλλη όχθη, την πιο περιπαικτική, με τη ζωογόνο δύναμη που προσάπτει στα θνησιγενή πράγματα η χιουμοριστική τους εκδοχή. Άλλοτε με σάτιρα σαρκαστική και άλλοτε με αυτοσαρκαστική ανατομία του εαυτού συνιστά μια διαρκή ανατροπή των στερεοτύπων, των περίκλειστων χώρων που εγκλωβίζουν τη ζωή σε στεγανά τοπία. Ο Ξανθούλης καλά το γνωρίζει αυτό, έτσι οι ιστορίες του αφορούν ό,τι μπορεί να χαρακτηρισθεί δραματικό εμπεριέχοντας (κατά την αρχετυπική έννοια του δράματος) τόσο το τραγικό όσο και το κωμικό στοιχείο σε αντιστικτική σχέση.

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Πέτρος Μακκαβαίος, αλλά και ο χώρος που διαδραματίζονται τα γεγονότα, το χωρίο Πετρόκαμπος (χαμένο και άγνωστο κάπου ανάμεσα σε Στερεά, Ήπειρο και Θεσσαλία) συνιστούν ένα υλικό μυθοπλασίας σε πρώτη ματιά άγονο και χέρσο, που μόνο κάτω από την ευφυή έμπνευση και γραφή του Ξανθούλη μπορεί να πάρει ανάσα και ζωή, να βρει τον δρόμο για μια πλοκή τόσο πολύτροπη, πολύμορφη και ανατρεπτική· μια ιστορία πρωτότυπη στην αρχική της ιδέα, στους αφηγηματικούς της τρόπους, εν τέλει στη μοναδικότητά της. Να το πούμε κι αυτό, βέβαια, μια ιστορία τολμηρή, γι’ αυτό ξεχωριστή και ενδιαφέρουσα.

Αυτό το ξεχασμένο χωριό, που το ξεραίνει ο ανελέητος ήλος, χωρίς μια σκιά δέντρων, που μόνον οι άφθονοι σκορπιοί μοιάζει να το αγαπούν, θα έρθει ξαφνικά στην επικαιρότητα μέσα από μια απίστευτη συγκυρία. Ένα ξενιτεμένο τέκνο του χωριού, ο Λάκης Μπούγας, ο γιος της μαμής και αγνώστου πατρός, αφήνει στη διαθήκη του ένα μήνυμα στους συγχωριανούς του, που φθάνει στον Πετρόκαμπο μέσα σε μια επιστολή προς τον Πέτρο Μακκαβαίο, τον μακρινό συγγενή του. Την περιουσία του την αφήνει στο χωριό του. Και αυτό δεν θα ήταν ιδιαίτερης σημασίας, αν η περιουσία αυτή δεν ήταν αμύθητη. Όμως, θέτει και τους όρους του. Η επιθυμία του είναι να αναβαθμισθεί πολιτιστικά το χωριό του με την ίδρυση ευαγών ιδρυμάτων (π.χ. ένα σύγχρονο Ιατρικό Κέντρο) και κυρίως ένα Κέντρο Τεχνών/Μουσείο αφιερωμένο στον ίδιο και τη δράση του στο εξωτερικό. Γιατί αυτός που έφυγε μόλις δεκατεσσάρων χρονών για τη Γερμανία, κατόρθωσε να εξελιχθεί σε ένα σχεδόν μύθο του κινηματογράφου, με ειδίκευση (λόγω εξαιρετικών ειδικών σωματικών «προσόντων») στις πορνοταινίες, με το όνομα Φικιφίκας. Η φήμη του πέρασε γρήγορα τα σύνορα της Γερμανίας και έφθασε μέχρι την αγορά ταινιών σεξ της Κίνας, μάλιστα στη Σανγκάη η πρώτη του ταινία (Το τρίτο πόδι του Ρήνου) ξεπέρασε τα εννέα εκατομμύρια εισιτήρια! 

 

«Ναι, αγαπητοί συμπατριώτες, εγώ είμαι! Ο Απόστολος Μπούγας. Ο Λάκης…» ακούστηκε τρεμάμενη η φωνή του. «Έφυγα μακριά και πρόκοψα. Αλλά θέλησα, προτού τα τινάξω, να τιμήσω τη μάνα μου, τη μαμή, που ποτέ δεν αναγνωρίστηκε ο κόπος της. Δηλαδή να ξεγεννά τα μπάσταρδά σας. Χώρια πόσες εκτρώσεις έκανε στις κόρες και τις συμβίες σας. Μέχρι και παρθενορραφές κεντούσε, για να βοηθήσει τα κορίτσια σας να παντρευτούν. Αλλά… αλλά και οι άντρες κουβαλιούνταν στο σπίτι μας, κάτω στο Πουτανόρεμα, για να τους φτιάξει το καυλινάρι, όταν πάθαιναν αρρώστιες από τα ξενοπηδήματα. Κι όμως, μας είχατε του φτυσίματος. Από την άλλη, το αίμα νερό δεν γίνεται και είπα ότι μπορεί να  έφταιγαν οι πολλές πέτρες του Πετρόκαμπου και τα δαγκώματα των σκορπιών, που ρίχνανε φαρμάκι στο αίμα σας και ίσως να το πικραίνανε. Ή μπορεί και οι υπνοβασίες, που μας μπερδεύανε. Κι εσείς παιδιά υπνοβατών είστε. Κι ο δικός μου πατέρας υπνοβάτης ήταν. Γιατί όλοι οι υπνοβάτες κατέβαιναν στο Πουτανόρεμα. Όσοι άλλαζαν δρόμο και πήγαιναν κατά το Πετρολίβαδο, τους έπαιρνε ο διάβολος. Όμως τώρα πια όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία. (σ. 314-315).

 

Και ως εδώ, πάλι τα πράγματα θα ήταν κάπως απλά, αν δεν έθετε έναν ακόμη όρο: στο Μουσείο το αφιερωμένο σ’ αυτόν. Σε ειδική προθήκη έπρεπε να εκτεθεί το συντηρημένο σε φορμόλη όργανο του μακαρίτη, στις ειδικές διαστάσεις και ικανότητες του οποίου χρώσταγε τη φήμη του, την καριέρα του και φυσικά τα αμύθητα πλούτη του. Από το σημείο αυτό κι έπειτα η γραφή του Ξανθούλη θα απλωθεί σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα, συνιστώντας ένα από τα πιο σύνθετα έργα του ως τώρα – και λέω ως τώρα, γιατί κανείς δεν γνωρίζει πού ακόμη θα τον οδηγήσει η ανεξάντλητη έμπνευσή του, χρόνο με τον χρόνο ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, ανατρεπτική και πρωτότυπη.



Είναι μια ιστορία για την αναπάντεχη τροπή που μπορεί να πάρει η ζωή των κατοίκων ενός ξεχασμένου (από τους ανθρώπους και από τον Θεό) τόπου; Ίσως το θέμα να επικεντρώνεται στις συνέπειες μιας τέτοιας σπουδαίας ανατροπής, που επιτρέπει να έρθουν στην επιφάνεια οι πραγματικές επιθυμίες, θαμμένες κι αυτές μέσα στον χρόνο, που τώρα βλέπουν την πιθανότητα εκπλήρωσης με τη βοήθεια του χρήματος που θα κατακλύσει τον τόπο; Αλλά ενδιαφέρουν και οι αληθινές συμπεριφορές των ανθρώπων, που τώρα πάλι βοηθούντος του χρήματος έρχονται στην επιφάνεια, με τις αντοχές να εξαντλούνται και τις ηθικές αντιστάσεις να παραπαίουν; Όλα αυτά βέβαια ισχύουν ως πιθανές αναγνώσεις του βιβλίου.

Ωστόσο, μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της ιστορίας του Πετρόκαμπου οδηγεί σε  μια (αλληγορική οπωσδήποτε) συσχέτιση αφενός με τη μοίρα του τόπου γενικότερα, και αφετέρου με την ιδιοσυγκρασία μας ως λαού.  Πόσες φορές η έρμη η χώρα μας δεν εναπόθεσε τις ελπίδες της σε ξένες επενδύσεις, σε «πακέτα» βοήθειας, με τις συνακόλουθες σκέψεις για δέσμευση στο άρμα μιας ξένης δύναμης, με υποχωρήσεις και συμβιβασμούς; Αλλά και πόσα από τα χαρακτηριστικά που ο συγγραφέας αποδίδει στους ήρωές του (στην ουσία ελαττώματα) δεν αντικατοπτρίζουν κάποια από τα βασικά μας γνωρίσματα ως ράτσας; Κάτω από αυτή την οπτική, όμως, ο Πετρόκαμπος της μυθοπλασίας είναι η μικρογραφία μιας Ελλάδας (παλαιότερης μα και σύγχρονης) και οι ήρωες που κυκλοφορούν στις σελίδες του βιβλίου είμαστε εμείς.

Άφησα για το τέλος το ανεξάντλητο χιούμορ που διατρέχει όλη την ιστορία (δείγμα οι σκηνές της υπνοβασίας κατά συρροή, που προκαλεί στους κατοίκους μια φλέβα νερού από το βουνό Μαρμαρόγκα , ή οι μορφές του παπά και του δασκάλου) τον ακραίο ρεαλισμό που συνεπικουρεί τον σαρκασμό αλλά και τον αυτοσαρκασμό του συγγραφέα, όπως και τη συμπάθεια (ή μήπως αγάπη περισσότερο από κατανόηση;) που αποκαλύπτει τον συγγραφέα πίσω από τις λέξεις. Πιστεύω ότι ο Ξανθούλης αγάπησε αυτό το χωριό και τους ανθρώπους του, και θέλησε μέσα από τις γελοίες καταστάσεις να δείξει τον τρόπο που προσεγγίζει την ανθρώπινη αδυναμία, τόσο σε επίπεδο ατομικό όσο (κυρίως) σε συλλογικό, και μάλιστα σε βαθμό ομαδικής παράκρουσης. Ναι, συμβαίνουν αυτά, όταν τραγικά γεγονότα αποκαλύπτουν, ακόμη και μέσα από μια επιφανειακή γελοιότητα, το κωμικό στοιχείο που φέρουν μέσα τους – υπόθεση  οπτικής βέβαια, του τρόπου δηλαδή που αντιμετωπίζεται η ζωή στο σύνολό της.  Καθόλου τυχαίο (να το πούμε κι αυτό) το γεγονός ότι από την περίφημη Ποιητική του Αριστοτέλη δεν σώθηκε από το μέρος της «Κωμωδίας» παρά μόνο η αρχική φράση, και επί της ουσίας τίποτα, λες και το ένστικτο των μεσαιωνικών αντιγραφέων τούς απέτρεψε από τη διάσωση του πολύτιμου κειμένου· το κωμικό στοιχείο θα πρέπει να εξοβελιστεί, γιατί η δόμηση της κοινωνίας είναι σοβαρή υπόθεση και δεν σηκώνει αστεϊσμούς και τα τοιαύτα, οπότε ας περιοριστεί μόνο στο θέατρο, εκεί που όλα «παριστάνονται» χωρίς να «είναι». 

Εικαστικά το βιβλίο έχει επίσης ενδιαφέρον. Με τέσσερις δικές του ζωγραφιές ο Ξανθούλης δείχνει πώς φαντάστηκε τον Πετρόκαμπο, το Μπούγειο κέντρο τεχνών, το περίφημο Πουτανόρεμα, τα φαντάσματα.  Αλλά και το ευφυές εξώφυλλο, ένα κολλάζ από αφίσες εποχής της πάλαι ποτέ πολιτιστικής επανάστασης του Μάο, σχόλιο για την πολιτιστική έκρηξη, ανάλογης αισθητικής αλλά και ανάλογου σαθρού ιδεολογικού περιεχομένου, που συνιστά τη θεματική της ιστορίας του. Απολαυστικό βιβλίο.

 

Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 7 Ιουνίου 2022

Ο Παύλος Πέζαρος γράφει για την ποιητική συλλογή «Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή» της Διώνης Δημητριάδου ΑΩ εκδόσεις

 

Ο Παύλος Πέζαρος γράφει

για την ποιητική συλλογή

«Παλίμψηστη του Λύκου μου μορφή»

της Διώνης Δημητριάδου

ΑΩ εκδόσεις

 



Ποιητικές Φωνές του καιρού μας

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ (Θεσσαλονίκη, 1956)

Η ακαταπόνητη Διώνη Δημητριάδου, ξεχωριστή ποιήτρια αλλά και δεινή δοκιμιογράφος/κριτικός λογοτεχνίας, με γερή φιλολογική σκευή, κατέθεσε πριν από ενάμιση έτος περίπου, την 3η προσωπική της συλλογή "Παλίμψηστη του λύκου μου μορφή", σε μια εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση των πάντα προσεκτικών εκδόσεων "ΑΩ", μια βαθιά ποιητική βουτιά στα εσώτερα του είναι μας, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από προσωπικά βιώματα και εμπειρίες ζωής.

Πρόκειται για μια κυριολεκτικά πυκνή σύνθεση 33 ποιημάτων, η διαδοχική παράθεση των οποίων διαθέτει μια θεματική αρχιτεκτονική, υποκείμενη  σε ενιαίο λογικό ειρμό, με άξονα έναν έντονο αρχετυπικό συμβολισμό, όπως αυτός του κακού λύκου του παραμυθιού.

Στην όλη σύνθεση, ωστόσο, εμφιλοχωρούν, εκτός του συμβολισμού, και άλλα ποιητικά ρεύματα: μεταφορές, παρομοιώσεις, αλληγορίες, μετωνυμίες, συνεκδοχές κλπ. τρόποι που εξυπηρετούν τον κύριο στόχο στόχο της ποιήτριας, να καταγράψει ακριβώς το παλίμψηστο του δικού της προσωπικού λύκου.

Όμως, εκτός από την αγριότητα της μορφής του όταν αναζητά τροφή, την ανυπότακτη φύση του, την δυναμη και την πονηριά του, ο λύκος της Δημητριάδου είναι μαζί και δαίμονας. ΄Ετσι γίνεται ένα από τα προσωπικά της φαντάσματα. Γιατί ο δικός της λύκος είναι άγριος αλλά και τρωτός. Φοβάται και σπαράζει από τη μεγαλύτερη αγριότητα που βλέπει και αισθάνεται γύρω του: του κόσμου, της κοινωνίας, ακόμηκαι μορφών του σημερινού πολιτισμού. Είναι ένας λύκος που στοχάζεται, γι΄αυτό και οι μορφές που παίρνει διαδοχικά συνιστούν ένα παλίμψηστο διαφορετικών αντιδράσεων κάθε φορά.

Στο βαθμό που ο λύκος συμβολίζει τη συνείδησή της, η Δημητριάδου, ως ένα σημείο, ταυτίζεται μαζί του ή, απλά τον οικειοποιείται.

Από αυτή την πλευρά, ο συμβολισμός θα μπορούσε να επεκτείνεται και σε πιο σύγχρονες εμφανίσεις του "λύκου" όπως, λόγου χάρη, η ομώνυμη ασθένεια/ φλεγμονή με αυτιστικά χαρακτηριστικά, που πλήττει συχνά ανθρώπους, της εποχής μας κυρίως, και της οποίας τα συμπτώματα ομοιάζουν με τις ερυθρές δερματικές βλάβες που προκαλεί μια δαγκωματιά του λύκου-ζώου, όπως λένε οι ειδικοί.

Όπως κι αν είναι, η ποιητική αυτή συλλογή της Δημητριάδου, αφήνει ένα σπουδαίο στίγμα στη σύγχρονη ποιητική μας παραγωγή.

Δείγμα γραφής:

"ΜΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ ΑΣΥΝΤΡΟΦΕΥΤΗ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ

Τη ζεστασιά του Λύκου μου

του άγριου τη φοβέρα

σκιά στο πρόσωπο παντοτινή

πρέπει να βγάλεις στρώματα πολλά να ανοίξει το τοπίο

κι ύστερα πες μου αν μπορείς για μένα να μιλήσεις.

Κι ο Λύκος πάντα εκεί επίμονα να με ρωτά

τα όρια της φυγής μου

πορεία ασυντρόφευτη, μοναχική και στείρα

του απαντώ και περιμένω

μη και θαρρέψει να μου αποκριθεί την άγρια

μη και ζητήσει συντροφιά να μοιραστεί

μια καθημερινή θυσία μου ζητάς

του λέω εγώ

δεν είμαι μαθημένη.

Αποσυνάγωγος ο Λύκος μου γυρνά μέσα στο σπίτι

καρφώνει πάνω μου το κόκκινό του βλέμμα

ζητάει δυνατό καφέ κι ύστερα

καθώς με βρίσκει μπόσικη μου λέει

ρίχνε τις λέξεις σου και ξέρω εγώ καλά να τις αλλάζω.

Αφήνομαι στην πλάνη του

και τότε αυτός κατασπαράσσει όλες τις λέξεις

καμιά ακέραιη μη μου μείνει

πολτός να γίνουνε στα κοφτερά του δόντια

να μη θυμίζουν λόγο ποιητή

μ' απομεινάρια ναυαγίων σε έρημη ακτή.

Δες πώς ταυτίζονται οι μορφές

δες πόσο αρμονικά γίνονται οι δύο μία

και το θηρίο

με αγκαλιάζει στοργικά

δεν είναι πια τρομακτικό

το γκρίζο του το βλέμμα γαληνεύει

στο απόσωσμα κοντά του λόγου

η χαρακιά με βρήκε:

εγώ κι ο Λύκος ένα

πρόσωπο εκ γενετής

μια μοναξιά ασυντρόφευτη.

...." (σ. 44-45)΄


Παύλος Πέζαρος



Δευτέρα 6 Ιουνίου 2022

Αγάπη παράνομη διήγημα Κωνσταντίνος Θεοτόκης εκδόσεις Καστανιώτη η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Αγάπη παράνομη

διήγημα

Κωνσταντίνος Θεοτόκης

εκδόσεις Καστανιώτη

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Αγάπη παράνομη» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (bookpress.gr)

 

 

 


 

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης είναι ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς εκπροσώπους της ηθογραφίας, της τάσης δηλαδή που επηρέασε την πεζογραφία από το 1880 ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα επικεντρώνοντας στην πιστή αναπαράσταση του τρόπου ζωής στην ελληνική ύπαιθρο (κυρίαρχη εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας, αφού ακόμη ήταν νωρίς για την ανάπτυξη αστικών κέντρων, άρα και τη στροφή της πεζογραφίας σε μια ανάλογη θεματική) και αποτυπώνοντας έθιμα, χαρακτήρες και συμπεριφορές. Το ενδιαφέρον στην περίπτωση του Θεοτόκη είναι ότι προτίμησε από τα δύο είδη της ηθογραφίας, την ειδυλλιακή και τη ρεαλιστική, τη δεύτερη, καθώς απηχούσε τόσο το γενικότερο ρεύμα του ρεαλισμού/νατουραλισμού, που επικρατούσε στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, όσο και την ιδεολογία του, φίλα προσκείμενη στον σοσιαλισμό. Έτσι, δεν θα του ήταν αρκετή μια (έστω πιστή) αναφορά στον εθιμικό τρόπο ζωής, αν δεν κατάφερνε να εισχωρήσει πιο βαθιά κάτω από την επιφάνεια των συμπεριφορών για να βρει και να αποτυπώσει τις αιτίες που δικαιολογούν τόσο τους προσωπικούς και μεμονωμένους χαρακτήρες όσο και τις συλλογικότητες, και να δείξει τη διαλεκτική τους σχέση.

Με ρεαλιστική γραφή που φθάνει ως τον νατουραλισμό, ο Θεοτόκης γράφει το διήγημα «Αγάπη παράνομη» μεταφέροντας την πλοκή στο χωριό Δαφνύλα της Κέρκυρας και στην οικογένεια του Στάθη και της Διαμάντως Θεριανού. Ένας γάμος (του Γιώργη, γιου της οικογένειας, με τη Χρυσαυγή, την πιο όμορφη κοπέλα του χωριού) θα είναι η αφορμή για να αποτυπωθεί ένα σκοτεινό τοπίο από ανομολόγητα πάθη. Η σφοδρή ερωτική επιθυμία του Στάθη προς τη Χρυσαυγή θα πυροδοτήσει τις εξελίξεις, και μια παράνομη σχέση (που θα ξεκινήσει από βιασμό αλλά θα εξελιχθεί σε συναίνεση και αποδοχή του απευκταίου) θα προσπαθήσει να μείνει κρυφή, γιατί απειλεί να γκρεμίσει συθέμελα όχι  μόνο τις δύο οικογένειες αλλά τις ηθικές αρχές της κλειστής κοινωνίας του χωριού. Μια κοινωνία που ακόμη ακολουθεί τις πατριαρχικές δομές, ωστόσο η προοδευτική σκέψη του Θεοτόκη αφήνει να φανεί η δυναμική παρουσία της γυναικείας φυσιογνωμίας.

Πρόκειται για μια ηθογραφία δομημένη πάνω σε αντιθέσεις: το πάθος του Θεριανού απέναντι στην ισχυρή θέληση της γυναίκας του να αφήσει αλώβητη από την ανομία την οικογένειά της, η επιθυμία της Χρυσαυγής να μη θέσει σε κίνδυνο τον γάμο της απέναντι στη δική της βαθιά ερωτική φύση, η καθόλα ευτυχισμένη εικόνα που παρουσιάζει προς τα έξω η οικογένεια Θεριανού απέναντι στα σκοτεινά μυστικά που την ταλανίζουν, η συνειδητή συμπεριφορά των ηρώων απέναντι στις ενοχές τους και τις ψυχοφθόρες τύψεις της συνείδησής τους. Εν τέλει ένας περίκλειστος οικογενειακός κόσμος μέσα σε μια επίσης περίκλειστη μικρή κοινωνία, που παραπαίει ανάμεσα σε ό,τι πρέπει να μείνει κρυφό για να διατηρηθεί συμπαγής η κοινωνική συμβίωση και σε ό,τι κραυγάζει πως όλα τείνουν σε μια θεαματική ανατροπή. Αρχές του 20ού αιώνα, η ελληνική ύπαιθρος μοιάζει να συντηρείται από τις στερεοτυπικές, παραδοσιακές της αρχές, ενώ γύρω της όλα αλλάζουν. Η σκληρή εδώ ηθογραφία του Θεοτόκη προκαλεί με τη θεματική της αποδεικνύοντας ότι το είδος που πιστά υπηρέτησε (παράλληλα με τις άλλες ενασχολήσεις του περί τη γραφή) είναι αυτό που τον ανέδειξε σε σημαντικό εκπρόσωπο της ρεαλιστικής/νατουραλιστικής ηθογραφίας. Μπορεί η «Αγάπη παράνομη» να μη φτάνει τις νουβέλες «Κατάδικος» και «Η τιμή και το χρήμα», ή το μυθιστόρημα «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους», σε πληρότητα θεματική (εκεί άλλωστε  υπήρχε η δυνατότητα, λόγω είδους, μιας ευρύτερης ανάπτυξης και ανάλυσης χαρακτήρων), ωστόσο είναι ενδεικτική της ικανότητας του Θεοτόκη να αποδίδει σε μικρή έκταση το ήθος της εποχής του όσο και ό,τι υποφώσκει μέσα του ως ανανέωσή του ή ως ανατροπή του, κυρίως όμως να αποσείει από αυτό την όποια ωραιοποίηση και εξιδανίκευση. Αν οι λογοτεχνικές περσόνες του Στάθη  και της Διαμάντως είναι αντιπροσωπευτικές και όχι ακραίες (η ηθογραφία επιμένει να αποτυπώνει χαρακτηριστικούς τύπους ανθρώπων), τότε αφενός αποκαλύπτεται η ενδοοικογενειακή σεξουαλική βία ως  μια παράμετρος της κατά τα άλλα ηθικής κοινωνίας της υπαίθρου, και αφετέρου αμφισβητείται μέσα από συγκεκριμένες συμπεριφορές η απόλυτη κυριαρχία του αρσενικού στην πατριαρχική κατά τα άλλα οικογένεια.  


Η «Αγάπη παράνομη», γραμμένη το 1906, αν και ανήκε στις Κορφιάτικες ιστορίες όμως δεν συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του 1935. Έτσι, η πρώτη  έκδοση του διηγήματος έγινε 71 χρόνια μετά τη γραφή του, το 1977, με την επιμέλεια του Φίλιππου Βλάχου, ο οποίος μάλιστα φρόντισε να αποκαταστήσει κατά το δυνατόν το κατεστραμμένο σε μερικά σημεία κείμενο. Τώρα, από τις εκδόσεις Καστανιώτη το έχουμε σε δεύτερη έκδοση, συμπληρωμένη, με το σημείωμα του επιμελητή, το γλωσσάρι και την εργοβιογραφία του Θεοτόκη (αυτή από τον Βασίλη Καλαμαρά). Έχει ενδιαφέρον μια εκ νέου γνωριμία με μια γραφή από τις κλασικές του είδους.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Αποσπάσματα

 

Τούτος ήταν τώρα σοβαρός, σα να μην επρόσεχε σ’ ό,τι εσυνέβαινε γύρου του· έριχνε λοξές ματιές στη νύφη, και ταραγμένος εκαταλάβαινε τη χάρη τη νιότης της, την  ομορφιά του προσώπου της και του κορμιού της, κ’ έλεγε στον εαφτό του πως έπρεπε να ’ναι περήφανος για τη νύφη που έμπαζε σπίτι του, την καλύτερη κοπέλα του χωριού. Μα για τούτο η καρδιά του δεν ήθελε να χαρεί. (σ. 20).

 

Η Διαμάντω εδεήθηκε με συντριβή και δεν άκουε μήτε τις ψαλμουδιές, μήτε του παπά το διάβασμα, μήτε τις κουβέντες των άλλων γυναικών, που την ετήραζαν με περιέργεια πασκίζοντας να καταλάβουν το μυστικό της πάθος, και δεν έβλεπε ούτε τον κόσμο, ούτε τα φωτερά ούτε τες άγιες εικόνες, παρά αποζητούσε μ’ όλη τη δύναμή της, Εκεινού που κυβερνούσε την οικουμένη και κάθε πράξη του ανθρώπου, φώτιση. Και η τίμια συνείδησή της τής έδειξε το δρόμο τον ίσιο: δεν έπρεπε να ρεζιλεφτεί το σπίτι της· ο θεός που είχε αφήσει τον Πειρασμό να νικήσει θα της έκανε τη χάρη να βαστάξει κρουφή τη ντροπή τους, και να μην τιμωρήσει τα αθώα πλάσματα, τα παιδιά της και αφτήν την ίδια· ας έπεφτε η οργή του απάνου στους ένοχους, ας εγενόνταν ό,τι τους ήταν γραφτό οι παράνομοι θεομάχοι, ας επλέρωναν εκείνοι το κρίμα. (σ.82-83).

 

 

 

Κυριακή 5 Ιουνίου 2022

Ο Σίμος Ανδρονίδης γράφει για την ποιητική συλλογή της Άννας Ιωαννίδου Αποτυπώματα (εκδόσεις Αρμίδα)

 

Ο Σίμος Ανδρονίδης 

γράφει για την ποιητική συλλογή 

της Άννας Ιωαννίδου 

Αποτυπώματα (εκδόσεις Αρμίδα)




Από τις εκδόσεις Αρμίδα κυκλοφορεί η πρώτη ατομική ποιητική συλλογή της Άννας Ιωαννίδου, που φέρει τον τίτλο Αποτυπώματα.

 Εν αρχή, μπορούμε να πούμε πως ο τίτλος της ποιητικής συλλογής παραπέμπει άμεσα στο ιστολόγιο ποίησης και λογοτεχνίας το οποίο επιμελείται η Άννα Ιωαννίδου και ονομάζεται «Αποτυπώματα». Άρα, ο ποιητικός λόγος δεν προκύπτει εν κενώ ή αλλιώς, μεταφυσικώ τω τρόπω, καθότι θεωρούμε πως συνιστά το ιδιαίτερο αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης που έχει αναπτύξει η ποιήτρια όλα αυτά τα χρόνια με την ποίηση και με τον ποιητικό λόγο.

 Ναι μεν όμως η ποιητική συλλογή Αποτυπώματα καθίσταται το αποτέλεσμα αυτής της χρονίζουσας[1] αλληλεπίδρασης με το εν ευρεία εννοία ποιητικό συγκείμενο, από την άλλη όμως, αυτή η αλληλεπίδραση δεν αποτελεί τον μοναδικό λόγο που έχει συμβάλει στην παραγωγή ποιητικού λόγου, καθότι, είναι μία γκάμα αντιλήψεων, στάσεων, προσεγγίσεων, και ακόμη, συναισθημάτων, που από κοινού, συν-διαμορφώνουν την ποιητική συλλογή που ακούει στο όνομα Αποτυπώματα.

Τα ποιήματα της ποιητικής συλλογής, μορφολογικά, είναι μικρού μεγέθους, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα, από τη μία πλευρά την  άμεση και λειτουργική μετάβαση από το ένα ποίημα στο άλλο, και, από την άλλη, τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για την συγκρότηση μίας ποιητικής αυτοτέλειας.

Με αυτόν τον τρόπο, κάθε ποίημα είναι ένας αυτοτελής «κόσμος» (ίσως ο όρος αυτοτελές γίγνεσθαι να καθίσταται περισσότερο δόκιμος), που διέπεται από τους δικούς του κανόνες, παρέχοντας έτσι την ευκαιρία στην Άννα Ιωαννίδου να προβάλλει ανάγλυφα, μέσω της επιτελεστικότητας που μπορεί να αποκτήσει το ποίημα, τη δική της κοσμοθεωρία.

Και χρήζει επισήμανσης το γεγονός πως, πλην κάποιων περιπτώσεων, οι συμβολισμοί και οι μεταφορές δεν διαδραματίζουν ιδιαίτερο ρόλο στην ανάπτυξη του ποιητικού λόγου, ακριβώς διότι στρατηγικά επιλέγονται (ας το κρατήσουμε αυτό), η αμεσότητα και η ευθύτητα προς τον αναγνώστη,[2] ως απαραίτητες προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση συνθηκών εμπιστοσύνης με τον αποδέκτη του ποιητικού λόγου και των προεκτάσεων του, που είναι ο αναγνώστης.

Τον οποίο όμως δεν εξιδανικεύει, παρουσιάζοντας τον ως τον τελικό ή υπέρτατο κριτή του ποιητικού σας λόγου, λόγω του ότι αυτό στο οποίο επενδύει είναι η διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος γλωσσικής και νοηματικής επικοινωνίας.[3]

 Τα Αποτυπώματα διαπνέονται και από ένα παροντικό πνεύμα (χωρίς όμως η Άννα Ιωαννίδου να εγκλωβίζεται στο παρόν ή στην περιγραφή του παρόντος), στοιχείο ευδιάκριτο στο ποίημα «Περιοριστικά μέτρα», με τον ποιητικό λόγο να αναμετράται με την περίοδο της πανδημικής κρίσης, τέμνοντας παράλληλα τις συνθήκες εγκλεισμού (καραντίνα) που διαμορφώθηκαν με διακύβευμα την αντιμετώπιση του κορωνοϊού.

Και είναι ενδεικτικό πως οι διακυβεύσεις της περιόδου τίθενται μέσω της απεύθυνσης στον Θεό, αν και το ποίημα δεν φέρει χαρακτηριστικά θρησκευτικής προσευχής, ώστε ο τελευταίος να παραδεχθεί πως η πανδημική συνθήκη καθίσταται κατά βάση συνθήκη μίας βιωμένης απώλειας: Της ενσώματης επαφής και αλληλεπίδρασης, της φυσικής παρουσίας στο δημόσιο χώρο, της γνώσης που μπορεί να προκύψει από το άγγιγμα.

«Τι κόσμος κι αυτός, θεέ μου; Σε επίσημη καραντίνα. Σε απόσταση ασφαλείας από ό,τι αγαπάμε πιο πολύ. Αν αγαπάς, δεν αγγίζεις, ειδικά αν αγαπάς, δεν ακουμπάς. Και προς θεού, ούτε φιλί, ούτε αγκαλιά. Από μακριά κι αγαπημένοι. Γιατί, κι οι σταγόνες αγάπης ενδέχεται να είναι μολυσμένες και δεν κάνει! Τι εξωφρενικά καταντήσαμε να συντηρούμε, θεέ μου; Σε τι ανήθικο κανόνα επιβίωσης πέσαμε θύματα; Ας ξεκινήσουμε σιωπηλά και λερωμένα να ετοιμάζουμε την αγόρευση, γιατί τους βλέπω να εντείνουν για πολύ αυτή τη χειρουργική αποστείρωση». Λοιπόν, για πες, θα μπεις εσύ τουλάχιστον μάρτυρας υπεράσπισης;».[4]

Εν αντιθέσει με την προσδοκία που αφήνουν να διαρρεύσει στον ποιητικό τους λόγοι οι Βαγγέλης Χρόνης και Κωνσταντίνος Μπούρας (βλέπε την υποσημείωση νούμερο 3), ο ποιητικός λόγος της Άννας Ιωαννίδου, σταδιακά και δίχως άλματα, προσδιορίζει την απόσταση, και συνακόλουθα, το ψυχο-συναισθηματικό κενό που μπορεί να προκύψει, ως μία εκ των σημαντικότερων συνεπειών των lockdown που επιβλήθηκαν σε διάφορες χώρες για την αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το να σταθούμε στο σύντομο αλλά περιεκτικό ως προς το περιεχόμενο του, ποίημα «Στη γενιά των meetings», ακριβώς διότι, δίχως στοιχεία διδακτισμού ή από καθέδρας αγόρευσης, η Άννα Ιωαννίδου επαναπροσδιορίζει και δεν αποδομεί,  ποιητικά όσο και αξιακά, τη διαλεκτική αντίθεση και όμως (και αυτό δεν φαντάζει παράδοξο), συνύπαρξη μεταξύ της εικονικής-ψηφιακής πραγματικότητας έτσι όπως αυτή συγκροτείται μέσω των meetings και των likes, των emoticons, η χρήση των οποίων, εν τω μέσω ενός διαλόγου, δεν δύναται να αναπληρώσει την αίσθηση που μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα του φυσικού αντικρίζειν και συν-αντικρίζειν, και της ενσώματης επαφής, τα νοήματα της οποίας αλλοιώνονται αισθητά μέσα σε έναν αστερισμό emoticons: «Τόσες χειραψίες μα δε ζέστανε καμιά παλάμη. Τόσα «χάρηκα» κι ακόμη λυπημένες οι καρδιές».[5]

Στην ποιητική συλλογή εναλλάσσονται η οικογενειακή και η ιστορική μνήμη (βλέπε το ποίημα «Οδόφραγμα Λήδρας»), μνήμη σχετική με την πρόσφατη ιστορία της Κύπρου, το βίωμα[6] και η καθημερινότητα που δεν παύει να εκπλήσσει και να αιφνιδιάζει (η ποιήτρια δεν καθίσταται θιασώτης μίας εύτακτης καθημερινότητας), η αίσθηση της ευθύνης απέναντι στον άλλο και ο εποικισμός του φαντασιακού με όνειρα, και, τελευταίο άλλο όχι έσχατο, η πραγμάτωση που μπορεί να ενσκήψει χαμηλόφωνα, σιωπηλά, εν-σώματα και όμως, το ίδιο ανατρεπτικά: «Τίποτα. Έκλεισα τα μάτια και σε βρήκα εκεί. Η αγκαλιά αυτή που ξέρει πάντα να μας κάνει να είμαστε».[7]

Η υπαρξιακή αλλά μη εσωστρεφής και αυτο-αναφορική ποιητική αφήγηση, που είναι χαμηλόφωνη και συνάμα δυναμική, έχει δομηθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να αφήνει χώρο στην καθαρότητα: Της λέξης, του συναισθήματος, του βλέμματος, κάτι που μας ωθεί στο να αποκαλέσουμε αυτή την ποιητική αφήγηση ως οπτικο-κεντρική. «Ακόμη και τα παιδιά πια ακόμη κι εκείνα λεν τα κάλαντα τόσο βιαστικά. Συντονίστηκαν, αφομοιώθηκαν με τους ρυθμούς της εποχής. Τι να κάνουν κι αυτά; Κι ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά…».[8] Η Άννα Ιωαννίδου ομνύει σε μία ποιητική λειτουργία που επιθυμεί να είναι, πρωταρχικά, επιδραστική, καθοδηγούμενη από οτιδήποτε μπορεί να καταστεί (και όχι να μεταμφιεσθεί σε) αληθινό.

Σίμος Ανδρονίδης



[1] Σαφώς, αυτή η αλληλεπίδραση καθίσταται δημιουργική, βοηθώντας την Άννα Ιωαννίδου να προσδώσει ένα ποικίλο περιεχόμενο στον ποιητικό της λόγο. Θεωρητικοποιώντας όσο χρειάζεται την ανάλυση μας, θα στραφούμε στην ενδιαφέρουσα διδακτορική διατριβή του Βασίλη Αργύρη και ιδίως σε εκείνο το σημείο όπου ο συγγραφέας της συγκροτεί το πλαίσιο μίας «γλωσσικής μονομαχίας», η οποία επιτελείται με βασικό άξονα την ύπαρξη ενός «παίκτη», που είναι αυτός που «έχει κάθε φορά τον λόγο», και ενός «δέκτη» ή «αποδέκτη», εκεί όπου ο τελευταίος, λαμβάνοντας το γλωσσικό ερέθισμα από τον παίκτη που απευθύνθηκε σε αυτόν, καλείται να απαντήσει. Έτσι λοιπόν, επενδύοντας πόρους στον όρο ‘Αποτυπώματα’ (όνομα ιστολογίου και επίσης, όνομα ποιητικής συλλογής), θα πούμε πως η Άννα Ιωαννίδου ισορροπεί ή ορθότερα, εναλλάσσει ρόλους, καθιστάμενη τόσο αποδέκτης γραπτού λόγου, είτε ποιητικού είτε δοκιμιακού που βαίνει προς δημοσίευση στο ιστολόγιο, όσο και ποιητικός παίκτης, ήτοι, άμεσος δημιουργός του δικού της ποιητικού λόγου, που βρίσκει χώρο στην συλλογή ‘Αποτυπώματα.’ Βλέπε σχετικά, Αργύρης, Βασίλης., ‘Το γλωσσικό παιχνίδι ως ψηφιακή διεπίδραση: ελληνόφωνα και αγγλόφωνα παιχνίδια στο διαδίκτυο,’ Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 2018, σελ. 135, Διαθέσιμη στο: freader.ekt.gr/eadd/index.php?doc=43549&lang=el#p=155

[2] Η αμεσότητα και η ευθύτητα συνοδεύονται, σε ένα γλωσσικό επίπεδο, από την ανάλογη εκφραστική σαφήνεια και καθαρότητα, στο εγκάρσιο σημείο όπου το ποίημα ως έχει, που μπορεί να αποτελεί άθροισμα πολλών παραγόντων, δεν διστάζει να αποκαλύψει ‘τον εαυτό του.’ Ένα ποίημα στο οποίο χρησιμοποιείται, με παιγνιώδεις όρους ο συμβολισμός, προκειμένου να αναδειχθεί η προτίμηση της ποιήτριας σε μία γλώσσα λιτή και όχι επιτηδευμένη, σε μία γλώσσα που παραμένει σημασιολογικά πυκνή, αποδίδοντας έμφαση στο να ονομάσει (γλωσσική ονοματοδοσία) αυτό που περιγράφει: «Δε χρειάζονται οι λέξεις χρώματα κι αρώματα για να τις καταπιεί ευκολότερα ένα λαρύγγι και τα αγκάθια των λουλουδιών, ας μην μπερδεύονται μ’ εκείνο το κεντρί των φωνηέντων. Ας μείνει, κάθε ανθός στον κήπο του και κάθε στίχος στον δικό μας». Βλέπε σχετικά, Ιωαννίδου, Άννα., ‘Περί λόγου,’ Ποιητική συλλογή ‘Αποτυπώματα,’ Εκδόσεις Αρμίδα, Λευκωσία, Κύπρος, 2022, σελ. 14. Θα ήταν παράλειψη το να μην αναφέρουμε πως η ποιητική συλλογή χωρίζεται σε δύο επιμέρους ενότητες: Στην ενότητα ‘από τον νου’ και στην ενότητα ‘έως την καρδιά’ που είναι λίγο μεγαλύτερη ως προς τον αριθμό των ποιημάτων που περιλαμβάνει. Εκτιμούμε πως η επιλογή των τίτλων δεν είναι τυχαία, αλλά αντιθέτως, αρκούντως συνειδητή. Και αυτό γιατί εκφράζει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν για την εξέλιξη της όλης ποιητικής αφήγησης, και η συμπερίληψη του στοχασμού που ενσκήπτει ως απόρροια της διαρκούς παρατήρησης των πραγμάτων, μικρών και μεγάλων, προσδίδοντας στην αφήγηση ένα (μη ειρωνικό) πνεύμα, και επίσης, η έμφαση που δίδεται στο μη υπολογισμένο, στο αυθόρμητο, στο ανοίκειο, το οποίο δεν λαμβάνει υπόψιν του τα μέτρα και τα σταθμά των άλλων: ‘έως την καρδιά.’

[3] Το στοιχείο της ποιητικής δια-κειμενικότητας ενυπάρχει στο ποίημα ‘Μ’ αρέσει όταν βρέχει,’ εκεί όπου η Άννα Ιωαννίδου συνομιλεί με τον ποιητικό λόγο του Τάσου Λειβαδίτη και με τις προεκτάσεις αυτού του λόγου. Βλέπε σχετικά, Ιωαννίδου, Άννα., ‘Μ’ αρέσει όταν βρέχει…ό.π., σελ. 46. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης έχει τη δυνατότητα της έκθεσης και στην απαγγελία του ποιήματος από την ίδια την ποιήτρια, όχι για να προβεί σε κάποιου είδους σύγκριση, αλλά, αντιθέτως, για να στοχασθεί πάνω στο πως το η απαγγελία προσδίδει στο ποίημα φυσικότητα και ρυθμό, ο οποίος ακολουθεί τον ρυθμό με τον οποίο πέφτουν οι ψιχάλες της βροχής. Για την απαγγελία, η οποία μετατοπίζει το ποίημα και το περιεχόμενο του στη δημόσια σφαίρα, καθιστώντας το κάτι οικείο όσο η ίδια η βροχή, βλέπε και, ‘Όταν βρέχει,’ Στίχοι-Φωνή: Άννα Ιωαννίδου,’ 26/11/2021, www.youtube.com/watch?v=9TiYYs9GeOM

[4] Βλέπε σχετικά, Ιωαννίδου, Άννα., ‘Περιοριστικά μέτρα…ό.π., σελ. 37. Με την μετάβαση στην πανδημική εποχή καταπιάνονται στον ποιητικό τους διάλογο οι Βαγγέλης Χρόνης και Κωνσταντίνος Μπούρας, επανεπινοώντας ποιητικά τους τρόπους με τους οποίους η πανδημία (και τα συναισθήματα που αυτή γεννά), και η καραντίνα εισχωρούν στο πεδίο  της καθημερινής ζωής επηρεάζοντας το. Αυτός ο ποιητικός διάλογος εγγράφει τις συνδηλώσεις ενός ημερολογιακού χρονικού, που ξεκινά από τον Μάρτιο του 2020 (μήνας έναρξης της καραντίνας εν Ελλάδι) και καταλήγει στις αρχές Μαϊου, όπου και έλαβε χώρα η  άρση των περιοριστικών μέτρων, ένα χρονικό διάστημα από το οποίο οι δύο ποιητές, και αυτό είναι κάτι που το εισπράττει ο αναγνώστης, δεν βγαίνουν αλώβητοι. Βλέπε σχετικά, Χρόνης, Βαγγέλης., & Μπούρας, Κωνσταντίνος., ‘Μελλοντική Ελευθερία,΄ Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 2020. Στον τίτλο εμπεριέχεται η προσδοκία για την μετάβαση σε μία μετα-πανδημική κατάσταση.

[5] Βλέπε σχετικά, Ιωαννίδου, Άννα, ‘Στη γενιά των meetings…ό.π., σελ. 21. Η ποιητική αφήγηση όπως αυτή αρθρώνεται, εν σχέσει με το γίγνεσθαι που δομείται στις διάφορες ψηφιακές πλατφόρμες (το ποίημα εγγράφει διαστάσεις παραδοχής περισσότερο των αλλαγών που έχουν συντελεσθεί και συντελούνται, και όχι έκφρασης νοσταλγίας για έναν ‘απωλεσθέν παράδεισο’), μας παρέχει την ευκαιρία να επιχειρήσουμε μία βαθύτερη ανάλυση, ορμώμενοι και από τον τίτλο του. Το ποίημα, απευθύνεται άμεσα ‘στη γενιά των meetings,’ στη γενιά των ποικίλων ψηφιακών ανταλλαγών, της διαμόρφωσης ενός ψηφιακού προφίλ που σπεύδει να συμπληρώσει ό,τι ενίοτε εκλείπει στην πραγματική ζωή, στο λεπτό όσο και σύνθετο σημείο όπου, η ποιήτρια δεν απευθύνεται σε κάθε έναν μεμονωμένο αναγνώστη, αλλά, ευρύτερα, σε αυτούς που ο Goffman ορίζει ως «ωτακουστές», που μπορεί να μην επέχουν θέση αναγνώστη και άμεσου αποδέκτη του ποιητικού λόγου, αλλά, διαβούν, δημιουργούν, διεπιδρούν μέσα σε ψηφιακές φούσκες ή κοινότητες, όντας ‘η γενιά των meetings,’ παροτρύνοντας τους, εμμέσως πλην σαφώς, στο να επιλέξουν το αυθόρμητο. Βλέπε σχετικά, Goffman, E.,. ‘Forms of talk,’ Oxford, Blackwell, 1981.

[6] Το ποίημα ‘Κτηνωδίες επί πατριαρχικής τραπέζης’ ενυπάρχει και στον ποιητικό τόμο ‘Οι νεότεροι: κύπριοι ποιητές & ποιήτριες 1980-2001,’ πάλι των εκδόσεων Αρμίδα, με την επανάληψη του ποιήματος (ποιητική επαναληπτικότητα), να πιστοποιεί την ισότιμη θέση που καταλαμβάνει το ποίημα και εντός της ποιητικής συλλογής, και εντός του εν ευρεία εννοία, ποιητικού ‘αρχείου’ της Άννας Ιωαννίδου. Βλέπε σχετικά, Ιωαννίδου, Άννα., ‘Κτηνωδίες επί πατριαρχικής τραπέζης…ό.π., σελ. 36.

[7] Βλέπε σχετικά, Ιωαννίδου, Άννα., ‘Safe place technique…ό.π., σελ. 51. Η μνήμη, εν είδει ανάμνησης, συγκρατεί το οικείο, το καθοδηγητικό, το επιδραστικό, ό,τι με άλλα λόγια συνέβαλλε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας: «Θυμάμαι αμυδρά σκηνές από το πρώτο μας σπίτι. Το κόκκινο ποδήλατο του αδερφού, τον μεγάλο καφέ καναπέ στο σαλόνι, το πράσινο παγούρι στην κουζίνα το κρεβάτι που δε χωρούσε πια τα πόδια μου στο δωμάτιο των γονιών και τη μονίμως ανοικτή εξώπορτα να κοιτά στο απέναντι διαμέρισμα που με περίμενε πάντα ζεστό. Χθες βράδυ είδα εκείνη τη φωτογραφία∙ καθόμασταν στην κουζίνα κι οι τρεις σφικτά- και τα θυμήθηκα όλα. (σ.σ: η σειρά των γραμμάτων υπερτονίζει την αξία της ανά-μνησης ως επιτελεστικής πράξης) -Τι οχυρό μου κτίσανε τα χέρια σας εκείνη τη νύχτα; Τα έχω ακόμα γύρω από την καρδιά έτσι καθώς κτυπά και με καθησυχάζει πως, η μόνη μνήμη που δε μας προδίδει ποτέ είναι η ανάμνηση». ‘Μ’ αγκαλιάζει ακόμα…ό.π., σελ. 49.

[8] Βλέπε σχετικά, Ιωαννίδου, Άννα., ‘Εορταστικό…ό.π., σελ. 17. Η άσκηση μίας ανοιχτής κοινωνικής κριτικής, διαφαίνεται στο ποίημα "Προς πρόσφυγες κι αστέγους".

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2022

Όλα στο μαύρο Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου εκδόσεις Ρώμη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Όλα στο μαύρο

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου

 εκδόσεις Ρώμη

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Το μαύρο ποιητικό τοπίο • Fractal (fractalart.gr)

 

 




Το μαύρο ποιητικό τοπίο

 

Κι είδα

την άβυσσο στης Καλυψώς το Φρέαρ,

της Στύγας τα νερά.

 

Ολόμαυρο το τοπίο, στο νέο ποιητικό του Παπαστεργίου, από το εξώφυλλο (Gamayun, έργο του Viktor Mikhailovich Vasnetsov) με το προφητικό πουλί, ως τον τελευταίο στίχο. Όχι πως το μαύρο δεν είναι, έτσι κι αλλιώς, το χρώμα της ποίησης για όποιον την εννοεί στη βαθύτερη ουσία της από τις αφορμές της ως το τελικό αποτέλεσμα, όμως εδώ έρχεται σαν το αναγκαίο σκηνικό φόντο σε μια ποίηση κραυγής, απόγνωσης, αναζήτησης· στοιχεία που χαρακτηρίζουν για μια ακόμη φορά τον καλό ποιητή, που τραβάει  από την τράπουλα Ταρώ πότε τον Τρελό και πότε τον Θάνατο – λες και οι υπόλοιπες επιλογές έχουν καταργηθεί.  

Ο ποιητής έχει την άνεση να εισχωρεί στα πιο βαθιά της ύπαρξης (είτε την πούμε βίωση του έρωτα και της συνακόλουθης απώλειας, είτε δημιουργία ή ό,τι άλλο ακόμη) μέσα από τα πιο καθημερινά πράγματα (ο καθρέφτης σου/ κι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί), ή τις πιο ατόφιες σε αυθεντικότητα μνήμες, όπως είναι οι παιδικές (Η μοναξιά μου είναι/ ένα παιδάκι προς του σχολείου το κυλικείο./ Καθώς πλησιάζει,/ η επιστάτισσα κλείνει […] Η απόγνωσή του/ τενεκεδάκι στο άδειο προαύλιο). Έτσι, μπορεί να αποδώσει καλύτερα το αίσθημα της βιωμένης ήττας και της καταβύθισης, όσο ταυτόχρονα και την εναγώνια αναζήτηση μιας ανάστασης/ανάτασης.

Αυτή η ποίηση, ενώ μιλά για τον έρωτα με όλη του τη σάρκινη υπόσταση, έχεις την αίσθηση ότι μεταπηδά (θαρρείς αυτονόητα) στην αυτοαναφορικότητα ενός ποιητικού και μόνον χώρου, όπου το ζητούμενο δεν είναι πλέον τίποτε άλλο παρά η δημιουργία πάλι (Καταραμένος είναι ο ποιητής/ που στο πρόσωπό του/ όλοι (εκτός/ από τους έρωτές του)// συνηθισμένον βλέπουνε με πάθη, έναν άντρα,/ οι έρωτές του τον ποιητή,/ αντί του εραστή,/ και η μούσα του, τον άνακτα, στον θρόνο της μιζέριας)· ο ποιητής ανησυχεί για την ποιητική ιδέα που ούτε πάει ούτε έρχεται (για να θυμηθούμε, αντιθετικά όμως, τον καβαφικό «Δαρείο») και πρέπει να φθάσει ως το  πιο βαθύ και επώδυνο σημείο για να την ανακαλύψει πάλι – στο συγκλονιστικό άψογου ρυθμού άτιτλο ποίημα (της σελ. 36) γράφει: Εδώ είναι όλα όσα ζητάς,/ σκάλισε με το νύχι· κι όλα νεκρά από καιρό,/ αίμα πια δεν υπάρχει,/ μόνο παλιές στεγνές πληγές […] Εδώ τα ίχνη της λαφίνας,/ η δαγκωνιά από του έρωτα τον δράκοντα,/ του Άψινθου το έγκαυμα, του δαίμονα η σουβλιά·// κι αν ξύσεις κι άλλο την πληγή/ εδώ κι η σκόνη απ’ τη σουβλιά του έρωτά  της.//Χορτάρι ήμουν, μ’ έτρωγε/ νερό και ξεδιψούσε. Θα χρειαστεί να επιστρατεύσει όσα μέσα διαθέτει, εν είδει σύγχρονου αλχημιστή να αναμείξει τα υλικά του (διάσπαρτα στις σελίδες τα σύμβολα της αλχημείας ως επιλογή εικονογράφησης)· τίποτα δεν βρίσκεται τυχαία στην ποιητική σύνθεση του Παπαστεργίου, και όλα συγκλίνουν σε ένα τοπίο σκοτεινό.


Ταυτόχρονα τα ισχυρά σύμβολα καθοδηγούν την ποίησή του διευρύνοντας την αναγνωστική πρόσληψη. Όπως η Άψινθος σε μια σύγχρονη εποχή που όλα μοιάζει να καταρρέουν, έρχεται στη μοναξιά του ποιητή να πάρει τη διάσταση μιας προσωπικής καταστροφής. Ή, ακόμη, η μυστηριακή μορφή του Γκαμαγιούν, σημαδιακή παρουσία του μυστηρίου που αγκαλιάζει τον κόσμο και της ανθρώπινης αδυναμίας να αγγίξει τον πυρήνα της γνώσης.  Αλλά και τα νερά της Στύγας, ο Άνουβις, η δαιμονική μορφή τη Μόρας, όλα να λειτουργούν σχεδόν εικαστικά βάφοντας με μαύρο χρώμα τις λέξεις – γιατί η ποίηση χρειάζεται τις εικόνες που κάνουν το λεκτικό της σώμα περίοπτο και σχεδόν απτό στην αφή. Το νιώθεις το κακό,/ τις ώρες/ που αργά σε κατακλύζει […] απ’ την Εδέμ σ’ εξόρισα// διότι/ο Παράδεισος/ που μέσα του μεγάλωνες// άρχισε να με πνίγει.

Σταδιακά ο ποιητής (στα τρία μέρη της συλλογής (από τον Κατάδεσμο του όχι ως Το εγκόλπιο του καταραμένου ποιητή, με ενδιάμεσο το Τρεις φορές το δεκατρία) διάβηκε όλο τον δρόμο, μαύρο στο χρώμα του, από την προσωπική οδύνη ως την ποιητική απουσία, κι έφθασε στο τέλος να ολοκληρώσει μια από τις σημαντικότερες ποιητικές συλλογές – ο ποιητής σε συνεχή ανοδική ποιητική πορεία αποδεικνύει πως η ποίηση δεν γράφεται μέσα από βεβαιότητες αλλά όταν αμφιβάλλεις, όταν ζητάς διαρκώς την ικανή αφορμή (συχνά χωρίς να γνωρίζεις ότι ήδη την κατέχεις), που θα σε οδηγήσει στο ποθητό αποτέλεσμα.

Διώνη Δημητριάδου