Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Ahlam Ahlam στα αραβικά σημαίνει όνειρα του Marc Trévidic μετάφραση: Αλέξης Εμμανουήλ εκδόσεις Utopia η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/9290-ahlam


Ahlam

Ahlam στα αραβικά σημαίνει όνειρα

του Marc Trévidic

μετάφραση: Αλέξης Εμμανουήλ

εκδόσεις Utopia
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/9290-ahlam





Η επιστροφή στον φονταμενταλισμό του Ισλάμ για να ξεφύγεις από τον παραλογισμό της πραγματικότητας. Μια απλουστευτική θέαση του κόσμου: ο Θεός ψηλά απάνω κι ο άνθρωπος φτιαγμένος να τον υπηρετεί.

Οι πιο ακραίες ιδεολογίες έχουν συχνά τις πιο απλοϊκές ερμηνείες, ένα ευτελές υπόβαθρο. Η παραπάνω άποψη του Marc Trévidic, στο βραβευμένο μυθιστόρημά του Ahlam (Prix Maison de la Presse 2016, Shortlist για το Prix des Lecteurs 2017),  συνοψίζει την ουσία της ιστορίας που αφηγείται. Η Αραβική Άνοιξη εισβάλλει στην Τυνησία, οι λαϊκές κινητοποιήσεις κάνουν επιτακτική την ανάγκη ανατροπής του καθεστώτος. Για τους ισλαμιστές, όμως, η εξέγερση αυτή ισοδυναμεί με αίρεση· τα συνθήματα στους δρόμους δεν έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα και κηρύσσουν την πίστη σε μια δημοκρατία με ισότητα και προσωπικές ελευθερίες.  Οπότε θα αναλάβουν δράση υπηρετώντας με τις πράξεις τους τη τζιχάντ· η ζωή των ηρώων του μυθιστορήματος μετατρέπεται σε αληθινό εφιάλτη. Βρισκόμαστε στο σημαδιακό 2010.

Όλα όμως είχαν ξεκινήσει, δέκα χρόνια πριν, τελείως διαφορετικά. Όταν έφθασε το 2000 στην Κερκενά, το ειδυλλιακό νησί της Τυνησίας, ο διάσημος ζωγράφος Πολ Αρέτζο, νόμιζε ότι τίποτα πλέον δεν θα μπορούσε να τον συγκινήσει. Έμοιαζε μάταια να αναζητά την έμπνευση που τον είχε εγκαταλείψει μαζί με τον έρωτα. Επειδή όμως αρκεί μια στιγμή, μια εικόνα αθέατη για τους πολλούς, για να τεθεί σε λειτουργία η δημιουργία, ο ζωγράφος θα απαθανατίσει σε σκίτσο το αρχέγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης: μια καμήλα που διασχίζει τη θάλασσα για να βρει τροφή. Ο ζωγράφος ανακαλύπτει ξανά τη χαρά της έμπνευσης και της δημιουργίας.

Το ζώο βυθιζόταν λίγο λίγο στο νερό ώσπου η θάλασσα έφτασε να γλείφει την κοιλιά του. Απτόητο, συνέχισε την πορεία του και αναδύθηκε στην επιφάνεια για να πατήσει επιτέλους στη στεριά.

Σ’ αυτή τη γωνιά της γης, τόσο  μακριά από το Παρίσι, η ζωή κυλά με άλλους ρυθμούς, και ο Πολ θα συγχρωτισθεί με τον ντόπιο ψαρά Φαρχάτ και την οικογένειά του, μοραία θα ερωτευθεί τη γυναίκα του Φαρχάτ, τη Νόρα, και θα γοητευθεί από τη δυνατότητα που του δίνεται να μυήσει στον μαγικό κόσμο της Μουσικής και της Ζωγραφικής τα δύο παιδιά, την Αχλάμ και τον Ισάμ. Μετά τον πρόωρο θάνατο της Νόρας θα αποφασίσει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κερκενά παίρνοντας υπό την προστασία του τα δύο παιδιά. Η δημιουργική του φαντασία συλλαμβάνει ένα όνειρο: οι διαφορετικές μορφές της Τέχνης μπορούν (αυτό είναι γνωστό) να συνομιλήσουν· πώς, όμως, θα δώσουν την ενιαία σύλληψη, πώς θα ενωθούν σε ταυτόχρονη αμφίδρομη και αμοιβαία δημιουργία; Δεν είναι, φυσικά, τυχαία η αναφορά στο μυστηριακό σονέτο του Ρεμπώ, το Voyelles (Φωνήεντα):

Α μαύρο, Ε άσπρο, Ι κόκκινο, Ο μπλαβό, Υ σμαράγδι

θα ειπώ πως ήρθατε κρυφά στον κόσμο μια φορά.

Α μαύρος χνουδωτός κορσές σ΄ έντομα αστραφτερά

που σ’ ανυπόφορες βρωμιές γυροβολούνε ομάδι,



ισκιεροί κόρφοι. Ε βαποριών, σκηνών ασπράδα τόση,

ρήγας λευκός, παγωτατζή δόρυ, ρίγη ανθών.

Ιώτα πορφύρες, αιμόφτυσμα, γέλιο ωραίων χειλιών

σ’ ώρα θυμού ή μάνητας που έχουμε μετανιώσει.



Υ, κύκλος, θεϊκοί παλμοί σε θάλασσα αγριεμένη,

αγρών σιγή με ζωντανά, ειρήνη τυπωμένη

αλχημικά, σε μέτωπα μεγάλα και σοφά.



Ο, σάλπιγγα που ξαπολνά στριγγές δαιμονισμένες,

Κόσμων κι Αγγέλων σιωπές μακροταξιδεμένες.

Ω μέγα, από τα μάτια Του ακτίνα βιολετιά.

(μετάφραση: Νίκος Στρατάκης)



Πίσω από τις αινιγματικές συνδέσεις του Ρεμπώ είδε τον συμβολισμό, τον ιμπρεσιονισμό, κατανόησε τον τρόπο που ο ποιητής επέβαλε τους χρωματισμούς των φωνηέντων. Ο Πολ, όμως, ήθελε να πάει πιο πέρα, να αφήσει τα χρώματα να εμφανιστούν από μόνα τους με τους ήχους της μουσικής. Ήθελε την πιο αυθεντική σύνδεση. Τα δύο χαρισματικά παιδιά, η Αχλάμ στο πιάνο και ο ακόμα πιο ευφυής Ισάμ με τα χρώματα παστέλ, θα απογειώσουν τη σύζευξη των δύο Τεχνών σε ενιαία δημιουργία και θα κάνουν το όνειρο του Πολ να φαντάζει πραγματοποιήσιμο. Ο ίδιος νιώθει τώρα πολύ κοντά στην ευτυχία.



Αν το μυθιστόρημα του  Trévidic εστίαζε σ’ αυτό το θέμα, της δημιουργίας, της φαντασίας και της Τέχνης, θα είχαμε άλλο ένα -καλογραμμένο οπωσδήποτε- μυθιστόρημα, ωστόσο μονοσήμαντο. Η σύλληψη του συγγραφέα ήταν διαφορετική, ευτυχώς. Σε έντονη αντίθεση με αυτό το κλίμα, που παραπέμπει στη δυτική σκέψη και κουλτούρα, θα αναδυθεί η άλλη όψη του κόσμου, η σκοταδιστική. Όσο η Αχλάμ θα μεγαλώνει και θα μεταμορφώνεται σε μια όμορφη και ερωτεύσιμη γυναίκα με προοδευτικές αντιλήψεις, ο αδελφός της ο Ισάμ θα βυθίζεται όλο και περισσότερο στον κόσμο της τυφλής πίστης, στον φονταμενταλισμό και στη βίαιη ανατροπή κάθε ίχνους διαφορετικής ιδεολογίας.
Ο Marc Trévidic, δικαστής ειδικευμένος στην αντιτρομοκρατία, γνωστός για τις μελέτες του στα ισλαμιστικά τρομοκρατικά δίκτυα, θα παρουσιάσει εδώ τον τρόπο που οι φονταμενταλιστές οργανώνονται, μυούν και εκπαιδεύουν νέα στελέχη, οργανώνουν τα χτυπήματά τους. Θα δείξει το βάθος του μίσους τους απέναντι σε κάθε τι που ιδεολογικά τίθεται εμπόδιο στη διάδοση   του δικού τους μοντέλου του κόσμου, θα δείξει παράλληλα πόσο εύκολα καταργούνται οι συγγενικοί και αδελφικοί δεσμοί μπροστά στο όραμα για το παντοδύναμο ισλαμικό τοπίο. Ο Ισάμ θα στραφεί ενάντια στον Πολ, αν και ως τότε πιστά τον ακολουθούσε θαυμάζοντάς τον, και θα αποκηρύξει κάθε σχέση με τη βλάσφημη Τέχνη. Σε μια ακόμη πιο εφιαλτική, όμως, εκδοχή του φανατισμού του, θα καταδικάσει την ίδια του την αδελφή για τις νεωτεριστικές της δυτικές συνήθειες. Η ζωή είναι έτσι κι αλλιώς γεμάτη αντιθέσεις, με τις οδυνηρές στιγμές να διαδέχονται τις μαγικές. Τώρα είναι η σειρά της οδύνης. Η ζωή της Αχλάμ απειλείται. Στο πρόσωπό της εκδηλώνεται όλο το μίσος προς κάθε τι το προοδευτικό που υπονομεύει τον κλειστό κόσμο του ισλάμ, ταυτόχρονα πάνω της θα δοκιμαστεί ο νεοφώτιστος Ισάμ για την πίστη του στις εντολές των καθοδηγητών του.

Η Αχλάμ ένιωθε να την πλακώνει όλο το βάρος της Τυνησίας, αυτής της δίχως μέλλον χώρας, που από τη μια μεριά είχε ένα απαίσιο καθεστώς κι απ’ την άλλη κάμποσους τρελούς φανατικούς που κυνηγούσαν χίμαιρες.

[…]

Μα πώς είχαν μπορέσει οι Τυνήσιοι να εμπιστευθούν τη σύνταξη ενός καινούργιου Συντάγματος σε ισλαμιστές που θεωρούσαν τις γυναίκες κατώτερα ανθρώπινα πλάσματα κι έβλεπαν τη Δημοκρατία σαν εφαλτήριο για να εγκαθιδρύσουν τη σαρία;

Η εξέλιξη θα είναι απρόσμενη. Η βία και ο τυφλός φανατισμός αποδεικνύονται ισχυρότεροι από κάθε λογική και ευαισθησία. Ο Marc Trévidic έδωσε με τον τρόπο που έχτισε την ιστορία του την εφιαλτική εικόνα, έδειξε τους δύο κόσμους που αντιπαλεύουν, με αδιόρατη την απόληξη ακόμα. Τα γεγονότα που αφηγείται αποτελούν μια εκδοχή της διαμάχης. Η πραγματικότητα αποδεικνύεται συνήθως πιο δυνατή στα σημεία της από τη λογοτεχνική μυθοπλασία. Κι ας έχει αυτή η τελευταία την αφορμή της σε όσα διαδραματίζονται γύρω μας. Το μυθιστόρημα του Trévidic δείχνει μια πιθανή εξέλιξη των γεγονότων μέσα σ’ έναν κόσμο αντιθέσεων, που ψάχνει να βρει τον δρόμο του χωρίς να καταφέρνει ως τώρα να συμβιβάσει τις πιο απλές απ’ αυτές. Για τις πιο σύνθετες, αυτές που αγγίζουν τις θρησκευτικές προκαταλήψεις, που έλκουν την αρχή τους στα πιο σκοτεινά μέρη του θυμικού των ανθρώπων, αυτός ο κόσμος αδυνατεί ακόμα να βρει τα αρχικά πατήματα μιας ασφαλούς πορείας. Ωστόσο, εδώ στη λογοτεχνία ίσως είναι ορατή και μια πιο αισιόδοξη εκδοχή του μέλλοντος.

Στη βεράντα, ένα αγοράκι δυο χρονών, το στερνό αριστούργημα του μεγάλου ζωγράφου, έβγαζε με περισσή προσοχή τα παιχνίδια του από ένα μεγάλο πλαστικό κουτί κάτω απ’ το βλέμμα της Αχλάμ και της Φατίμα. Πήρε τρία κραγιόνια παστέλ, τα έσφιξε στην παλάμη του, στάθηκε όρθιο στα δύο στρουμπουλά ποδαράκια του και προχώρησε προς τη μητέρα του. Όταν έφτασε  μπροστά της, άνοιξε τη χούφτα του κι η Αχλάμ είδε τα κραγιόνια.

«Ο μπαμπάς», είπε.

Άλλωστε, όπως μας πληροφορεί και ο υπότιτλος του βιβλίου, Ahlam στα αραβικά σημαίνει όνειρα.



Διώνη Δημητριάδου

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

"Δια μέσου της τέχνης" του Δημήτρη Α. Δημητριάδη μαζί με δύο έργα της Ρούλας Πριοβόλου, Ρέουσες μορφές




"Δια μέσου της τέχνης"

του Δημήτρη Α. Δημητριάδη


μαζί με δύο έργα της Ρούλας Πριοβόλου, Ρέουσες μορφές






Κάθε πολιτισμός τείνει στη δημιουργία ενός κλίματος συγκίνησης, πρόσφορης στην αναζήτηση και την πραγματοποίηση του ωραίου σε όλους τους τομείς της ζωής και ειδικότερα στην τέχνη. Δεν μπορεί να εξηγηθεί ο πολιτισμός από εξωτερικά προς τον άνθρωπο γνωρίσματα, αλλά από τους ανθρώπους αυτούς καθ’ εαυτούς, από την υπόστασή τους, την πνευματική τους καλλιέργεια, την αέναη τάση τους για την απόκτηση νέων γνώσεων και ιδιαίτερα από την κλίση τους προς την τέχνη και όλες τις εκδηλώσεις της. Η αδιάκοπη αυτή κίνηση, η πνευματική ανησυχία, η έφεση για την πρόοδο, είναι τα σημεία εκείνα που αποδεικνύουν ότι ένας πολιτισμός αποφεύγει τη στασιμότητα.

Κι ενώ όλα αυτά αποτελούν μια κατάσταση, είναι ταυτόχρονα και δημιουργία, ένα διαρκές «γίγνεσθαι», όπου συνυπάρχουν αρμονικά η διάνοια και το συναίσθημα. Η αισθητική αξία που πραγματοποιείται μεταμορφώνει το συναίσθημα σε πνευματική χαρά. Η πρώτη παράσταση που σχηματίζεται στη συνείδηση μετατρέπεται σε μια συγκίνηση ανώτερη, την αισθητική συγκίνηση, η οποία, πλέον, εξαγνίζει το συναίσθημα και το πνευματοποιεί.


Αλλά η τέχνη δεν περιορίζεται να εκφράσει μόνον τις πνευματικές εκδηλώσεις ενός ατόμου ή μιας εποχής ή τις μεγάλες μορφές της συναισθηματικότητας. Επίσης, δεν εξηγεί μόνο το ιδιαίτερο κλίμα που περιβάλλει μια κοινωνία σε ορισμένες στιγμές υψηλού πολιτισμού της. Πέρα από αυτά, η τέχνη είναι μια αυτόνομη ενέργεια που ανυψώνει τον άνθρωπο στη δημιουργία. Ο καλλιτέχνης μεταπλάθει την πραγματικότητα, τη φύση, τη ζωή.

Γίνεται δημιουργός. Κατασκευάζει από την άμορφη ύλη έναν καινούριο κόσμο από ιδέες, μορφές και σχήματα και με τη δημιουργική δράση του, θέτει σε λειτουργία όχι μέρος των δυνάμεων της ψυχής του, αλλά την ψυχή του ολόκληρη.

Με τον τρόπο αυτό, διαμέσου της τέχνης, επιτυγχάνεται η εναρμόνιση του συναισθήματος, η ενεργητική, δηλαδή, πληρότητα του ανθρώπου.

Και ενώ το καλλιτέχνημα υποδηλώνει την πληρότητα του δημιουργού του, αποκτά συγχρόνως μια οργανική αυτοτέλεια που παρέχει την αξία επιτεύγματος μοναδικού και ανεπανάληπτου. Περικλείει την αισθητή ωραιότητα συνυφασμένη με τη ζωή του πνεύματος, περιέχει το άπειρο στο περατωμένο και η αισθητική θέαση αποκαλύπτει την αξία του.

Έτσι, η δημιουργική δύναμη της συνείδησης έχει πραγματοποιηθεί με την τέχνη, χάρη στην οποία οδηγείται ο άνθρωπος στη σφαίρα του πνεύματος. Στη σφαίρα των αξιών και του πολιτισμού.



Δημήτρης Α. Δημητριάδης
(οι πίνακες είναι της Ρούλα Πριοβόλου, Ρέουσες μορφές)


Ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης γεννήθηκε το 1955 στο Τέμενος Παρανεστίου Δράμας και ζει στη Θεσσαλονίκη. Συνεργάζεται με πολλά περιοδικά κι εφημερίδες («Μανδραγόρας», «Ένεκεν», «Δίοδος», «3η χιλιετία» κ.α.) και έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Γαλλικά, Ιταλικά και Πολωνικά.

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Γιώτα Τριανταφυλλοπούλου-Κόμη "Με τη μέθοδο του υλοτόμου" μικρές εκδόσεις




Γιώτα Τριανταφυλλοπούλου-Κόμη

Με τη Μέθοδο του Υλοτόμου

ποιητική συλλογή

από τις μικρές εκδόσεις





Ο υλοτόμος:

Τον χρειάζεται το δάσος για να αναπνεύσει. Ρίχνεται στους κινδύνους των δυνατών ανέμων και παλεύει σε αντίξοες συνθήκες, εκτεθειμένος στην ύπαιθρο και στην απομόνωση. Αντιτάσσει δεξιότητες, μηχανικά μέσα, προσοχή και ψυχραιμία. Έχουν ανάγκη το τσεκούρι του οι συνάνθρωποί του.



Μας μέμφονται

για νοητικές ακροβασίες,

γιατί συχνά ο χρόνος μας

είναι πηγή αγωνίας

κι αποζητούμε να ραντιστούμε

με τη δροσιά της λήθης.

Θανατώνουμε τα κλαδιά του πόνου

περιχαράσσοντας τον θεριεμένο κορμό του

για να διακόψουμε την τροφοδοσία του.

Οι ελπίδες μας δεν καίγονται.

Ανοίγουμε, βλέπεις, ζώνες πυρασφάλειας

στο δάσος του μυαλού μας,

πλήθος ηλιαχτίδες χωρίς διαβατήριο

φτάνουν στις ρίζες μας.

Τις βαφτίζουμε «μηχανισμούς απώθησης».

Ανασαίνουμε!

Ποίηση από όλον τον κόσμο τρεις ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις βακχικόν


Ποίηση από όλον τον κόσμο

τρεις ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις βακχικόν







Γκιουργκέντς Κορκμάζελ


Η τελευταία μέρα του Αρθούρου Ρεμπώ στη νησί

μετάφραση-επίμετρο: Αγγελική Δημουλή

εισαγωγή: Λευτέρης Παπαλεοντίου





Σρέτσκο Κοσοβέλ

Κονς και άλλα ποιήματα

μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου

                     Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

εισαγωγή: Dr. Marko Yuvan





Ράμι Σαάρι


Ο προσκυνητής του Βυζαντίου

μετάφραση: Θοδωρής Σκλαβούνος











Γκιουργκέντς Κορκμάζελ

Ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ (Gürgenç Korkmazel) γεννήθηκε το 1969 στο χωριό Σταυροκόννου της Πάφου. Μετά το 1974 και τη διαίρεση της Κύπρου, το χωριό εκκενώθηκε και ο Γκιουργκέντς μαζί με την οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στην κωμόπολη Λύση, στην πεδιάδα της Μεσαορίας, στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.
Φοίτησε σε δύο πανεπιστήμια αλλά δεν αποφοίτησε από κανένα. Το 1992 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή Η ιδιότητα του μισού (Yarımlık). Αργότερα, έφυγε από την Κύπρο για να ζήσει στην Τουρκία, στη Φετίγιε (Fethiye). Το 1996 μετακόμισε στην Αγγλία (Λονδίνο και Μάντσεστερ). Το 2003 επιστρέφει στην Κύπρο και επί του παρόντος ζει στο Μπογάζι, ανάμεσα στην Κερύνεια και τη Λευκωσία, και εργάζεται ως συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων. Έχει μεταφράσει τον Τανέρ Μπαϊμπάρς και τον Τζον Κλαρ στα τουρκικά. Επιπλέον έχει επιμεληθεί τις Σύντομες Ιστορίες Τουρκοκυπριακής Λογοτεχνίας και την Ανθολογία Ελληνοκυπριακής Ποίησης. Έχει απαγγείλει ποιήματά του σε πολλές χώρες. Ποιήματα και πεζά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Δανικά και Λιθουανικά. Είναι μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.



[…] ο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ είναι μια αυθεντική φωνή της Κύπρου. Αφουγκράζεται τον παλμό της πληγωμένης πατρίδας του αλλά και πανανθρώπινα θέματα και προβλήματα , γεφυρώνοντας στο έργο του στοιχεία εντοπιότητας και οικουμενικότητας. Πάνω απ’ όλα, προσεγγίζει τα θέματά του με καθαρό βλέμμα, απροκατάληπτα, χωρίς να εγκλωβίζεται σ εθνικά ή άλλα στερεότυπα.

(από την εισαγωγή του Λευτέρη Παπαλεοντίου)



[…] Η ποίηση του Κορκμάζελ δεν φοβάται να δείξει την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια του ποιητή για τον κόσμο, μια αβεβαιότητα που δημιουργείται αναπόφευκτα από την περιπλοκότητα των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων και που καλούν το υποκείμενο-ποιητή να βρει στηρίγματα  στα μικρά και καθημερινά όπως για παράδειγμα σε μια βόλτα ή στη σεξουαλική εμπειρία, χωρίς ωστόσο να κατορθώνει να βρει την ευτυχία ή την  πληρότητα.

(από το Επίμετρο της Αγγελικής Δημουλή)



[…] δεν βλέπω τη δουλειά μου ως κομμάτι της Τουρκικής λογοτεχνίας, είμαι Κύπριος και η δουλειά μου είναι κομμάτι της τέχνης της Κύπρου […] τα ελληνικά είναι μια από τις γλώσσες μου και η παράδοση της Ελληνοκυπριακής ποίησης είναι κομμάτι της δικής μου παράδοσης επίσης.

(από συνέντευξη του ποιητή στην Κωνσταντία Σωτηρίου)




Κορεσμένος, σχεδόν τύφλα από πικρό βουνίσιο κρασί, στάθηκε δίπλα

σ’ έναν κέδρο μεγάλο σαν τον ουρανό και κατέβασε το φερμουάρ του.

Κατέλαβε το ύψος και την απόσταση!

Από την καλοπληρωμένη του θέση ατένισε τις ασήμαντες κοιλάδες, τα

δάση που δεν είδαν ποτέ τη θάλασσα και τις γεμάτες βαρεμάρα πεδιάδες.

Δεν έχει τίποτα καινούριο να γράψει!

Με τη βαριεστημένη μελωδία συνοδεία αρχαίου μουσικού οργάνου,

κατούρησε κάτω στο «χάος των χιονισμένων βουνών», πάνω από την

εκκολαπτόμενη δημοκρατία μιας αγέννητης γενιάς…



(Η τελευταία μέρα του Αρθούρου Ρεμπώ στο νησί, μετ. Αγγελική Δημουλή)




Ο άνεμος που κουβαλάει αποστάσεις

με το φύσημά του

σώματα νέα θα φέρει

όχι ακόμα παγωμένα ολοσχερώς

με τα μαλλιά να συνεχίζουν να μακραίνουν

θα ξαπλωθούν στον δρόμο  μου·

με το σχήμα της του θανάτου στιγμής

και την εντύπωση στο πρόσωπό τους

θα πουν πως είναι ενημερωμένοι για τον χαμό τους



Το πιο δύσκολο πράγμα είναι

να προσπαθώ να προχωρήσω χωρίς να περάσω από πάνω τους·

να προχωρήσω κατευθείαν προς τη ζωή

και να με αναγκάσω να φαίνομαι τόσο λυπημένος



(Οι νεκροί, μετ. Αγγελική Δημουλή)




Ένας σκουριασμένος ιστός χωρίς σημαία

είναι η σημαία μας που χωλοί ρινόκεροι

έρχονται για να ξεκουραστούν

Ίσιος δεν είναι ούτε μπορεί να υψωθεί

αν δεν τον αγγίξεις



Για μας είναι αρκετός ένας μεγάλος χώρος σαν πετσέτα για να ξαπλωθείς

Με ή δίχως καπνό μαστουρώνουμε με κάθε τρόπο

και μαζί μ’ αυτόν τον παλιό πνευματικό δρόμο

ρουφάμε και φτύνουμε το δηλητήριο του εθνικισμού

μέσα από σγουρούς αφαλούς

πρόσφατα χωρισμένων γυναικών



(Χωρίς σημαία, μετ. Αγγελική Δημουλή)





Σρέτσκο Κοσοβέλ

Ο Σρέτσκο Κοσοβέλ –ο «Ρεμπώ» του σλαβόφωνου κόσμου– γεννήθηκε στην πόλη Σεζάνα της Σλοβενίας, το 1904. Σπουδάζει Ρωμανική και Σλαβική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνας.
Το 1922, ιδρύει το λογοτεχνικό περιοδικό Lepa Vida. Η συντακτική επιτροπή του εντύπου αποτελείται από Σλοβένους φοιτητές που αντιδρούν στην κατοχή της πατρίδας τους από τα ιταλικά στρατεύματα. Το 1923, εκδίδει την εφημερίδα Novi Kres και το 1925 το πρωτοποριακό περιοδικό Mladina, το οποίο ο Κοσοβέλ φιλοδοξεί να ανάγει σε πανεθνική, αριστερή έκδοση που θα φιλοξενεί όλους τους μοντερνιστές και αβανγκάρντ καλλιτέχνες της ευρύτερης γιουγκοσλαβικής επικράτειας. Πεθαίνει από μηνιγγίτιδα στις 26 Μαίου του 1926, μόλις σε ηλικία 22 ετών. Ο Κοσοβέλ, εν ζωή, δημοσίευσε ποιήματά του μόνο σε λογοτεχνικά περιοδικά.



[…] Ο Κοσοβέλ έχτισε την ποιητική του ταυτότητα λιγότερο επιτηδευμένα, αλλά με εξίσου μεγάλο βαθμό δράματος. Μετακινήθηκε από τον έναν ποιητικό λόγο στον άλλο, αλλά, κυρίως, συνύφανε τους διάφορους ποιητικούς λόγους σε υβρίδια. Έτσι, ο Κοσοβέλ έγινε ένας από τους πρώτους που σφράγισαν τη Σλοβενική λογοτεχνία με την χαρακτηριστική σφραγίδα της νεωτερικότητας.

(από την Εισαγωγή του Dr. Marko Yuvan)



Ο «Σλοβένος Ρεμπώ». Και όμως, δεν πρόκειται για διαφημιστικό  υπερθεματισμό. Η ποιητική διάνοια των Κοσοβέλ και Ρεμπώ -κυρίως στο Μεθυσμένο καράβι του δεύτερου- συλλαμβάνει μια γερασμένη , ετοιμοθάνατη Ευρώπη […] Ο Ευρωπαίος άνθρωπος […] δεν παύει να οραματίζεται τη γέννηση μιας Νέας Ηπείρου, θεμελιωμένης σε ανθρωπιστικά ιδεώδη – γιατί η Ευρώπη είναι η αμετάκλητη μοίρα του.

(από το Επίμετρο του μεταφραστή)




Η Ευρώπη πεθαίνει.

Ψέματα η Κοινωνία των Εθνών

και η φαρμακευτική.

Στρατιωτικές επεμβάσεις! Επαναστάσεις!

Να ’μια, στον γκρίζο δρόμο.

Πέφτουν καστανά τα φύλλα από τα δέντρα,

και φοβάμαι μοναχά  το εξής:

μόλις αυτά τα δέντρα μαυρίσουν και ξεραθούν

και τα χωράφια γίνουν γκρίζα

και τα σπίτια μικρά

κι εγώ ουρλιάζω

τότε όλα, όλα τριγύρω,

θα  βουβαθούν.



(Η Ευρώπη πεθαίνει, μετ. Λαμπριάνα Οικονόμου)




Είδα να μεγαλώνουν τα πεύκα

ως τον ουρανό. Ήσυχα, στωικά

μέσα από τον ήλιο που έκαιγε.

Είδα να τα λαμπαδιάζει η φωτιά.



Σαν γέροι, οι λόφοι

έγειραν τα κεφάλια τους

σε άσπρα μαξιλάρια και έμειναν βουβοί.

Τα πεύκα ψιθυρίζουν.

(Σε ποιον να μιλάνε;)



Είδα τα πεύκα να κινούνται

-φλεγόμενοι στύλοι-

Στον ουρανό.



Το σώμα μου έγινε στάχτες.



(Είδα να μεγαλώνουν τα πεύκα, μετ. Λαμπριάνα Οικονόμου)




Δεν πα’ στο διάβολο, φώναξε κάποιος,

και παρήγγειλε άλλη μια καράφα κρασί.

Στις τέσσερις το πρωί δεν έσβησε

για πάντα η καρδιά του ποιητή;

Στον κούφιο ήχο της καμπάνας

Γνωρίζω ένα ποίημα κενό.

Αυτό κάθομαι εδώ και τραγουδώ, αγαπημένε:

ένα ρέκβιεμ ανέστιο,

δίχως θυμό.

Έζησα πολύ καιρό το μίσος

και τη χλεύη και το μένος των ανθρώπων·

ο πόνος ήταν τυφλή παρηγοριά μου.

Όμως, ακόμη γελώ

με τα ολοστρόγγυλα πρόσωπα των ηλίθιων θνητών.

Ναι, εσάς εννοώ. Δείτε:

είμαι ακόμη ζωντανός.



(Δε πα’ στο διάβολο, φώναξε κάποιος, μετ. Μιχάλης  

Παπαντωνόπουλος)



Ράμι Σαάρι

O Rάμι Σαάρι γεννήθηκε το 1963 στην Πέταχ Τικβά του Ισραήλ και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Αργεντινή και στην πατρίδα του. Σπούδασε και δίδαξε γλωσσολογία, σημιτικές και φιννο-ουγγρικές γλώσσες στη Φινλανδία, την Ουγγαρία και το Ισραήλ.
Το 2003 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Δόκτορος Εργάζεται ως μεταφραστής για διάφορους εκδοτικούς οίκους. Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής δέκα ποιητικές συλλογές: To 1996 και το 2003 του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης του Ισραήλ και το 2006 το Βραβείο Τσερνιχόβσκυ για τις  μεταφράσεις του. Έχει μεταφράσει στα εβραϊκά παραπάνω από τριάντα πέντε βιβλία από τα ελληνικά, τα αλβανικά, τα ισπανικά, τα εσθονικά, τα πορτογαλικά, τα ουγγρικά, και τα φινλανδικά.



[…]

Ο Ράμι Σαάρι ζει σε μια ρευστή εποχή. Στοχαστής; Φιλόσοφος; Ποιητής; Μοναχικός περιπλανώμενος; Πολίτης; Όλα τα παραπάνω; Στο ζενίθ της κοινωνικοπολιτικής αστάθειας, της μεταβολής και του σταθερά αβέβαιου ψάχνει να ορίσει τη δική του διαδρομή. Σε μια εποχή που όλα είναι δυνατά, καλείται να επιλέξει τι είναι και έτσι αναζητώντας το ποιητικό «είναι» καταλήγει να γνωρίζει άριστα το ποιητικό «δεν είναι»:

δεν είναι ένας λυρικός στο απόγειο του καπιταλισμού,

δεν είναι συμβολιστής

ούτε μετασυμβολιστής,

δεν είναι υπερρεαλιστής·

σίγουρα ο Σαάρι δεν είναι στρατευμένος

γιατί δεν αναγνωρίζει «πλευρές» για να ταχθεί.



Η ποίησή του δανείζεται δια-κειμενικά κείμενα απ' τους προκατόχους του, ξεκινώντας από τα θρησκευτικά κείμενα, ωστόσο δεν αναγνωρίζει κάποιον ως ιδανικό εμπνευστή γιατί η μετανεωτερικότητα εγκαταλείπει το υποκείμενο στην αυτονομία του και η διαχείριση της ευθύνης αυτής αποτελεί και την αιτία της μοναξιάς του. Μιας μοναξιάς κοινής αλλά όχι κοινοποιημένης στην οποία οι λέξεις και η σειρά τους έχουν βρει τη θέση τους. Βέβαια, αυτό θα μας το αποκαλύψει ο Ράμι Σαάρι στη Μεταμοναχική Εποχή.

(από την Εισαγωγή της Αγγελικής Δημουλή)




Μόνο κοχύλια στην ακτή,

Οι πάσσαλοι κοντά στα πόδια

κι οστέινα απομεινάρια απολιθωμάτων

διάσπαρτα στη μεγάλη αποχέτευση της ερήμου.

Σχεδόν τίποτα δεν έμεινε απ’ το περασμένο Πάθος,

μια βροχή μόνο λούζει την άνυδρη καρδιά,

βροχή σιγανή, αθόρυβη, όλο στερεύει,

σώμα που μοιάζει με πτώμα.

Μα η αγάπη βρίσκεται πέρα μακριά,

σε χώρο περίκλειστο.

Εκεί γεννιούνται οι λέξεις.



(Η αποχέτευση της ερήμου, μετ. Θοδωρής Σκλαβούνος)




Για να δώσεις στην αχαλίνωτη ανατολίτικη φαντασία σου

αυτό που της ανήκει, αναγκαστικά κρυφοκοιτάζεις πουλιά

ή ερωτοτροπείς με φαντάσματα. Υποχρεώνεσαι

να υπερβείς πολιτικά τα εσκαμμένα

αφήνοντας πίσω τις πρώτες σου ιδέες

και στο βάθος του συρταριού να καταχωνιάσεις

τα γράμματα που χρόνια σού τα άνοιγαν

χωρίς να σε ρωτήσουν. Διευρύνοντας

τα όρια του ανύπαρκτου και το οπτικό πεδίο

σε μια εποχή τόσο ανήθικη

επινοείς την παραληρηματική σου τάξη

και εν τέλι κατακτά ένα μυστικό κατάδικό σου.



(Διευρύνοντας τα όρια του νόμου, μετ. Θοδωρής Σκλαβούνος)






Μνημόνευσέ με στις προσευχές σου

κι όταν χτυπάς ξύλο να εύχεσαι για μένα.

Κι ας δώσει ο Πολυέλεος θεραπεία τέλεια και τέλος νηπενθές,

Κι ας διώξει κάθε πεισιθάνατη σκέψη

εμψυχώνοντάς μας για μακροημέρευση.



Ζήτα για μένα ευλογία,

κάνε να ρίξει κατακλυσμό.

Το σώμα μου κολλάει στο χώμα.

Ψυχή μου, ακόμα ξεψυχάς στους δρόμους.



(Το φυλακτό της θλίψης, μετ. Θοδωρής Σκλαβούνος)





Επιμέλεια: Διώνη Δημητριάδου

Φωτογραφίες: Johnny W.N.L.