Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Τρία ποιήματα της Ξανθίππης Ζαχοπούλου από τη συλλογή Μάρερμα σε σχέδια του Ιωάννη Μητράκα


Τρία ποιήματα
της Ξανθίππης Ζαχοπούλου
από την ποιητική της συλλογή Μάρερμα
εκδόσεις Πηγή
με σχέδια του Ιωάννη Μητράκα




Γραμμική Β

Ζήτησες να σου μάθω τον χειμώνα

μα εγώ προτίμησα την άνοιξη

Σε μικρά απριλιάτικα πέταλα

χάραξα τη μορφή σου

σε Γραμμική Β

Ώσπου ξύπνησαν μέσα μου

οι Κούροι στιβαρά

και με κυνηγούν στα όνειρά μου

Όποιος ανεβαίνει τα όνειρά του

πλεγμένα σε βοστρύχους

δε γνωρίζει ποτέ τον θάνατο

Γιατί οι νύχτες του δε σπάνε

σε ανεκδιήγητους εφιάλτες

μόνο ενώνουν τις γραμμές τους

στο Άπειρο



Σκουριασμένα λεωφορεία

Τα χέρια μου βασανίζουν οι εικόνες της χειρολαβής

σε σκουριασμένα λεωφορεία παγωμένης ασφάλτου



Την εκατοστή φορά που μέτρησα τα δέντρα

από τα τζάμια

ήταν για να μοιράσω τη ζωή μου

σε στοιχίες από Σεπτέμβρη και Απρίλη



Την τελευταία φορά που μέτρησα βιτρίνες

ήταν για να δω αν η ζωή μας

χωράει σε μπλε και πράσινους λαμπτήρες



Τα χέρια μου βασανίζουν εικόνες

από ρόζους κουρασμένου τιμονιού

σε σκουριασμένα λεωφορεία παγωμένης ασφάλτου



Την εκατοστή φορά που βγήκα από τον δρόμο

ήταν για να δω αν  η ζωή μας

αντέχει στην ολισθηρότητα της πέτρας



Την τελευταία φορά που γύρισα τιμόνι

ήταν για να δω αν η ζωή μας

μετριάζεται στη δύναμη της πέτρας




Μνήμη Αυγούστου

Είχες ένα σπίτι ασβεστωμένο μπροστά στο πέλαγος

ένα μικρό ξωκλήσι που ακουμπούσες τα γόνατα

Όμοιο η αγάπη σου γονατιστή στα πόδια ταπεινού Αυγούστου

μπροστά κύματα, μπουνάτσα, καταιγίδες

και τον μαΐστρο που ξυπνά τη μνήμη

Όμοιος με το φτερούγισμα της μνήμης σε ηλιοστάσια θερινά

εκεί που η μέρα άγγιζε τους αιώνες

Κι ύστερα κυλούσε να ξανάβρει το σκοτάδι



Είχες ένα σπίτι με γλάστρες τενεκέδες ασβεστωμένους

ένα ξωκλήσι με αγιογραφίες μεσαιωνικές

Επιστρώσεις ασβέστη από τα χάσματα των εποχών

από τα χάσματα της μνήμης

Άνθισε η αγάπη μου στα ασβεστωμένα σπίτια

ανάμεσα στο πέλαγο και τις αγιογραφίες μεσαιωνικές

Άσπρισε η αγάπη μου στους ασβεστωμένους τοίχους

και τις αγιογραφίες μεσαιωνικές



Είχες ένα σπίτι μ’ ένα δέντρο ασβεστωμένο στην αυλή

ένα ξωκλήσι μ’ ένα δέντρο στη σκεπή του

Ρίζωσε η αγάπη μου στη γλυκιά νοσταλγία των πελάγων

Ρίζωσε η αγάπη μου στη γλυκιά μνήμη Αυγούστου



Ξανθίππη Ζαχοπούλου




Η Ξανθίππη Ζαχοπούλου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε παιδαγωγικά και εργάζεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα έχει σπουδάσει μουσική (μονωδία) ενώ φοιτά στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. Η Μάρερμα είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή που εκδίδεται.


Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2017


Σκέψεις για τον Νίτσε

της Ελένης Αράπη





Ο Νίτσε λένε είναι μισάνθρωπος, μισογύνης, σκοτεινός, τρελός…
Αρκετά!
Ο Νίτσε ΕΙΝΑΙ… σκέτο, χωρίς κατηγορούμενο.

Συνδετικός ιστός, δεσμός που συνέχει το χτες με το αύριο, το καλό με το κακό, τη γήινο με το υπερουράνιο, τον υπάνθρωπο με τον υπεράνθρωπο.

Τα ποδάρια του ορθώνονται και βαδίζουν στις πιο ψηλές κορφές, βαθιές και τρυπάνε επώδυνα τα σωθικά μας.
Ο δρόμος που μας ξανοίγει είναι αιμάτινος, μοναχικός, ερημικός μα απόλυτα φυσικός δρόμος, για όποιον λαχταρά της ποίησης τα ύψη.
Με στομάχι αετού μας καλεί κατατρώγοντας τις σάρκες μας να εισβάλουμε στην ουσία της ύπαρξης, να απαλλαχτούμε από τα ανούσια κύτταρα, από τη βαρύτητα του πνεύματος, που αιώνες τώρα μας καθιστά ανάπηρους.
Με χέρια τρελού μας προτρέπει να γράφουμε, με το αίμα που βράζει στις φλέβες μας στο χάραγμα του μεσημεριού.
Να κατακτήσουμε τα ύψη χορεύοντας, τραγουδώντας, σκαρφαλώνοντας, σιωπώντας.
Δεν μπορούμε να μάθουμε να πετάμε, πετώντας!
Πρέπει να αφεθούμε, να συρθούμε, να παρασυρθούμε, ρίζες να βγάλουμε στα ποδάρια, σκληρές, οδυνηρές να αντέχουν στα βράχια της ποίησης, για να μπορέσουμε να θέλουμε τις κορφές να ορίζουμε.
Να γκρεμίσουμε όλα τα παραδεδομένα, ακόμα και τον ίδιο τον εαυτό μας. Να μας αγαπάμε με μια αγάπη μεγάλη, να μας αγαπάμε με μια μεγάλη περιφρόνηση.
Να γκρεμίσουμε όλους τους δασκάλους, ακόμα και εσένα Νίτσε, για να μπορέσουμε ως ανορθωμένα δέντρα να σταθούμε, ως σύν-τροφοι, συν-δημιουργοί, γκρεμιστές και ποιητές της ζωής.
Αποσκοπώντας με τις πύρινες γλώσσες μας να προετοιμάσουμε το ξημέρωμα της Ποίησης, την παλίρροια του Μεσημεριού.


Ελένη Αράπη

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017





μέσα στο μαύρο του παλτό

επάνω στο κατάστρωμα,

με το γυαλί, κασκέτο ναυτικό,

με το ανιχνευτικό του γερακιού το βλέμμα

που κάτι ζουμερό ψυχανεμίστηκε,

θέμα εξαίσιο και ξεσηκωτικό πολύ

σαν χάπι διεγερτικό αισθήσεων

που καταλήγει με ασπαίρουσα τη διάθεση

ορεκτική σκηνή παλλόμενων σωμάτων

μες στις σελίδες του  Ανατολικού του


Διώνη Δημητριάδου

Γιατί κρύβεσαι, Κύριε;

π. Σταύρου Τρικαλιώτη

 




Στήν ἀγκαλιά τῆς γαλήνιας θάλασσας

σβήσαμε τίς σκέψεις

πού μᾶς βασάνιζαν.

Μακριά ἀπό κόντρες ψυχοφθόρες

μεθύσαμε μέ τό τρελό τραγούδι τοῦ τζίτζικα.





Ὅπως βυθίζει ὁ ἡλιοκαμμένος ψαρᾶς

τή βάρκα του στή θάλασσα

κι ἐμεῖς ξανοίξαμε

τή βάρκα τῆς ζωῆς μας

σέ ἄγνωστο ταξίδι.





Πόσα ὄμορφα καλοκαίρια

θά μᾶς χαρίζεις ἀκόμα,

Κύριε;





Δέν ἀντέχω πιά,

Θεέ μου

Τόση ὀμορφιά

Μόνος!

Θέλω νά τή μοιραστῶ

μέ τούς κουρασμένους τῆς ζωῆς

πού ἔχασαν στό δρόμο

τό ὄραμα τῆς βασιλείας σου…





Ἀναμένοντας

«τὴν ἐπὶ τοῦ ἡλίου δύσιν»

ἕνα ἁπαλό ἀεράκι

μοῦ σπόγγισε τόν ματωμένο ἱδρώτα

τῆς ἀγωνίας μου.







Γιατί κρύβεσαι,

Κύριε

Πίσω ἀπό τήν τόση σου ὀμορφιά;

Γιατί μᾶς ἀφήνεις

νά σέ ἀναζητοῦμε

πληγωμένοι

στά καταγάλανα βάθη

τῆς μυστικῆς ἀγάπης σου;



π.  Σταύρος Τρικαλιώτης



Βόρειος Εὔβοια

Αὔγουστος 2017
(φωτογραφία: Σπύρος Ιατρόπουλος, η βάρκα)




"καλοκαιρινό"





δυο τελευταίες λέξεις στην πλάτη του καλοκαιριού

και κλείνει αυτή η σελίδα,

γιατί κουράστηκαν οι μέρες να γυρίζουν

επαναλαμβανόμενη εικόνα

στο σώμα το ζεστό και το ιδρωμένο μέτωπο

στην αντηλιά που ρίζωσε κάτω από το πουκάμισο

και στο μαντίλι το βρεγμένο για το ξεδίψασμα του νου



πόσα τσιγάρα δρόμος από την άλλη χώρα

με γόπα δαγκωμένη με λύσσα προσμονής

μα αυτό το καλοκαίρι το μικρό το γέμισαν με λόγια

κι απόκαμε τις ώρες να μετρά



μακριά πολύ στα βορινά περάσματα

ο ήλιος καίει λιγότερο

και μέσα από τα σύρματα τετράγωνες εικόνες

στο δίκιο των άλλων ζυγισμένες



τώρα όλοι οι ανέμελοι μπορείτε να επιστρέψετε

όλα όπως τα αφήσατε

ξανά κάθε μικρότητα να σας απασχολεί

βέβαιοι πως η δική σας η γωνιά, η ευλογημένη

δεν έχασε τη δύσκολα αποκτημένη θαλπωρή

Διώνη Δημητριάδου
(φωτογραφία: Hengki Koentjioro)




Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

Όσα βιβλία κι αν έχεις γράψει, πάντα είναι μια πρώτη φορά συνέντευξη της Διώνης Δημητριάδου στον Αντρέα Πολυκάρπου (αναδημοσίευση από το ενημερωτικό site Offsite.com και τη στήλη Βιβλιογωνιά)


Όσα βιβλία κι αν έχεις γράψει, πάντα είναι μια πρώτη φορά

συνέντευξη της Διώνης Δημητριάδου στον Αντρέα Πολυκάρπου

(αναδημοσίευση από το ενημερωτικό site Offsite.com και τη στήλη Βιβλιογωνιά)

Η συγγραφέας και ποιήτρια Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1956 αλλά ζει εδώ και πολλά χρόνια στην Αθήνα. Αξιοποίησε τις σπουδές της σε Ιστορία και Αρχαιολογία διδάσκοντας σε δημόσια λύκεια. Γράφει ποιήματα αλλά και πεζά (λογοτεχνικά και δοκιμιακά) και ασχολείται με τα γραπτά των άλλων κάνοντας επιμέλειες εκδόσεων και δημοσιεύοντας άρθρα κριτικής λογοτεχνίας.

Έργα της: «Εγχειρίδιο για την παραγωγή λόγου», «Το ύφος και το ήθος» (δοκίμια), «Το ατελιέ» (διηγήματα), «Ο χώρος ανάμεσα» (νουβέλα), «Τα κοινά και τα ιδιωτικά» (διηγήματα), «Σύμη, με τα μάτια της ψυχής» (συλλογικό έργο), «Λέξεις απόκρημνες» (ποιήματα σε δίγλωσση έκδοση).

Εντός των ημερών αναμένεται να κυκλοφορήσει το νέο βιβλίο της: «Ο βιωμένος χρόνος» (μικρές ιστορίες), από τις εκδόσεις ΑΩ.


 Αξίζει να αναφερθεί ότι ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις («Ετερότητα» και άλλες ανθολογίες), και έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Διατηρεί στο διαδίκτυο το λογοτεχνικό ιστολόγιο (blog) «Με ανοιχτά βιβλία» ενώ παράλληλα, συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής.

-Πόσα  χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη σας επαφή με την τέχνη της γραφής; Τι άλλαξε και  τι επαναπροσδιορίστηκε μέσα σας;

Νομίζω πως δύσκολα προσδιορίζεται αυτή η πρώτη επαφή, καθώς συχνά χάνεται μέσα στον χρόνο.  Αν, όμως, εννοούμε μια πιο σοβαρή αντιμετώπιση της ευθύνης (γιατί για ευθύνη πρόκειται) που νιώθει όποιος καταγίνεται με τη γραφή, τότε κατ’ ανάγκη θα πρέπει να προσδιοριστεί στα πιο ώριμα χρόνια. Η γραπτή κατάθεση έχει απαιτήσεις. Μεγαλώνοντας διαμορφώνεται και ο τρόπος που βλέπεις τα πράγματα, η αισθητική σου, εμπλουτίζεται ο ιδεολογικός σου κόσμος. Έτσι, θα έλεγα, ότι όλα επαναπροσδιορίζονται σε κάθε νέα γραφή. Για παράδειγμα, σε μένα έχει αλλάξει ο βαθμός ανοχής μου απέναντι σε μια πραγματικότητα που διαψεύδει τις προσδοκίες μου, ή ακόμα έχει αυξηθεί η τόλμη μου να λέω κάποια πράγματα με το ακριβές όνομά τους.                                                                

-Νιώθετε ακόμη την αγωνία του ανθρώπου των γραμμάτων ή του καλλιτέχνη όταν αυτός βγαίνει στο φως;

Ναι, όσο γι’ αυτό, αναμφισβήτητα το νιώθω. Πρόκειται για μια έκθεση, μια προβολή με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Και δεν εννοώ μόνο τις πιθανές διαφορετικές «αναγνώσεις» του έργου σου -αυτό είναι θεμιτό και ίσως ενδιαφέρον- περισσότερο αναφέρομαι στην πιθανότητα αυτό που έγραψες να μην κατορθώσει να αγγίξει τον αναγνώστη. Αυτό το συναίσθημα δεν αλλάζει όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσα βιβλία κι αν έχεις γράψει. Πάντα είναι μια πρώτη φορά.

-Ποιο είναι το νήμα της τελευταίας σας ποιητικής συλλογής; Πως χαρτογραφείτε με άλλα λόγια το ίδιο το βιβλίο σας;

Ο τίτλος της συλλογής είναι «Λέξεις απόκρημνες», και με τη λέξη αυτή δηλώνεται η στάση απέναντι στην ποίηση. Δεν αγαπώ τα στολίδια. Ο αληθινός λόγος δεν τα χρειάζεται. Η κάθε λέξη πρέπει να εμπεριέχει το νόημά της, σκληρό και λιτό. Είναι, λοιπόν, η κατάληξη μιας πορείας από τα περισσότερα λόγια στα σαφώς λιγότερα. Ελπίζω και στα πιο ουσιαστικά. Πολλά από τα ποιήματα της συλλογής αυτής αναφέρονται στην ίδια την ποίηση, επομένως πρόκειται για μια θέση/άποψη για τα ποιητικά πράγματα.



-Πώς βλέπετε την παραγωγή βιβλίων ποίησης (από τη στιγμή που ασχολείστε με την κριτική βιβλίων) αν σκεφτούμε ότι κάθε χρόνο εκδίδεται μεγάλος αριθμός ποιητικών συλλογών;

Ναι, οι περισσότεροι γράφουν, και εσφαλμένα θεωρούν πως είναι πιο εύκολο να γράψεις στίχους. Φυσικά δεν ισχύει, γι’ αυτό και είναι πολύ λίγα τα αξιόλογα που γράφονται. Υπάρχει και άλλη μια παρεξήγηση που αφορά τον ελεύθερο στίχο, που οι πιο πολλοί προτιμούν. Η ποίηση έχει μέτρο και ρυθμό, ασχέτως ομοιοκαταληξίας. Έχει επίσης μεταφορικότητα και υπαινικτικότητα, ενσωματώνει σε λίγες λέξεις περισσότερα νοήματα, εικονοποιεί τον κόσμο μέσα από τους στίχους. Αν αυτά δεν υπάρχουν, τότε το ποίημα αυτοκαταργείται.

- Ποίηση και πεζός λόγος: Είναι δύο αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος ή δεν συναντούνται ποτέ;

Συχνά συναντάμε ποίηση που θα μπορούσε να διαβαστεί και με πεζό ρυθμό, και από την άλλη κάποια πεζά κομμάτια που ηχούν ποιητικά. Είναι τότε που ο δημιουργός τους δεν έχει αποφασίσει τι από τα δύο θέλει. Στην πραγματικότητα τα δύο είδη απέχουν. Είναι διαφορετική η προσέγγιση του κειμένου, από την αρχική ιδέα ως την τελική κατάθεση. Ο πεζός λόγος κατά κανόνα αναπτύσσει, ο ποιητικός συμπτύσσει. Αλλά, πάλι, και αυτή είναι ίσως μια επιφανειακή προσέγγιση. Η ουσιαστική διαφορά είναι πιο βαθιά. Επειδή γράφω και ποίηση και πεζό, θα έλεγα πως η επεξεργασία της ιδέας διαφέρει ακριβώς γιατί η σύλληψή της γίνεται με άλλον τρόπο. Ο ποιητικός λόγος μπορεί να είναι μια στιγμή, κάτι αδιόρατο που περνά από μπροστά σου. Το πιάνεις και το βάζεις σε στίχο. Ο πεζός λόγος είναι μια εικόνα που τη συνθέτεις κομμάτι κομμάτι. Δύσκολα και τα δύο αλλά με διαφορετική διαδικασία δημιουργίας. 


- Ποιος στίχος, σας έρχεται στο μυαλό από το τελευταίο σας βιβλίο;

«Για κείνα τα παιδιά που μεγαλώσανε

ανάποδα μετρώντας τη ζωή τους»

Νομίζω πως αφορά όλους της γενιάς μου.

- Μπορεί η τέχνη του λόγου να εκφράσει τόσο τα ιδιωτικά όσο και τα κοινά; (για να πάρω τον τίτλο της συλλογής διηγημάτων σας)

Είναι καθαρά υπόθεση του συγγραφέα να μιλήσει και για τα προσωπικά αλλά και για τα κοινά. Να μιλήσει, όμως, με ειλικρίνεια και καθαρότητα. Τότε θα αγγίξει τον αναγνώστη του. Όταν διαβάζουμε, ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας μέσα στα γραπτά του άλλου. Όσο βαθύτερα ανασκάπτει τον εαυτό του ο συγγραφέας, τόσο περισσότερο συναντά την αλήθεια του αναγνώστη, και στην  προσωπική του ζωή αλλά και στα κοινά βιώματα. Βέβαια, ως προς τα κοινά, αναπόφευκτα γεννά και συνειρμούς με την πολιτική πραγματικότητα. Θεμιτό, ωστόσο, και αυτό, καθόσον δεν θα πρέπει να βάζουμε όρια στην έκφραση των απόψεων.
(δημοσιεύθηκε στο Offsite.com στις 2 Σεπτεμβρίου 2017 http://www.offsite.com.cy/articles/perissotera/vivliogonia/223969-synenteyxi-me-tin-poiitria-kai-syggrafea-dioni-dimitriadoy)




Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017


Όψιμος πόθος





αυτά που γράφω θα ’θελα
τα σύννεφα ν’ αγγίζουν
να ταξιδεύουν τον καιρό
μιαν άλλη γλώσσα να μιλούν

μα είναι λόγια ταπεινά
που ως το δρόμο φτάνουν
πέτρες στα χέρια των παιδιών
να παίζουν τους αμάδες

αυτά που γράφω θα ’θελα
να μπήγονται στο χώμα
λαγούμια να στεριώνουνε
στα έγκατα της γης

μα μόλις πέφτουνε στη γη
μια ρίζα αγκαλιάζουν
πάνω της αρματώνονται
τον άνεμο ν’ αντέξουν

αυτά που γράφω θα ’θελα
ν’ ανοίγονται στο κύμα
ορίζοντες να αψηφούν
τα βάθη να μετράνε

μα αυτά στο πέλαγο σα δουν
κάποιο λευκό πανάκι
τους στίχους τους αφήνουνε
τραγούδι του βαρκάρη

αυτά που γράφω θα ’θελα
αλλιώτικα να ηχούν
υψιπετή να φλέγονται
σελίδες να γεμίζουν

μα τούτα εδώ
τάμα θαρρείς πως έχουνε
τα πιο λιτά κι ανθρώπινα
να κλείνουν στην ηχώ τους
κι απρόσμενα να συναντούν
άγραφο πόνο σκοτεινό
στο πέρασμα του χρόνου


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr http://frear.gr/?p=19255)
(φωτογραφία: Robert McCabe, 1955, Μύκονος)