Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Οδός χωράφια, αριθμός αγκάθια! αφήγημα της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά

Οδός χωράφια, αριθμός αγκάθια!

αφήγημα της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά









Γύρισε ο καιρός, νοτερός, διαπεραστικός, ανάκατος, χιόνι στη γη, ψιχάλα άνωθεν, μουντάδα και καταχνιά παντού. Μέρες έχω να βγω έξω από το κατώφλι. Όλο το χιονισμένο τοπίο το χόρτασα παραθυράτα. Κι ήταν μοναδικό τούτη τη φορά. Ασήμια και κρύσταλλα λαμπύριζαν παντού. Πάνε οι ηλικίες που τρέχαμε στο δάσος και κυλιόμασταν στα χιόνια. Τώρα, εδώ που τα λέμε, αγαπώ και το χουχούλιασμα, τη ζεστούλα, αρκεί να έχω ορίζοντα. Ντύθηκα αδιάβροχα, ποδέθηκα τα τρακτερωτά μου μποτάκια, αυτά που μια φορά κι έναν καιρό με πήγαιναν στις πλαγιές και στα κορφοβούνια με τους μαθητές, και πήρα τα δρομάκια του οικισμού μας ως κατακτητής μιας μαλθακής γης. Όλα υγρά, μαλακά, λασπωμένα. Στη δημοσιά η άσφαλτος αλλού γυάλιζε από τη ροή του λιωμένου χιονιού, αλλού κρατούσε λασπούρα. Ίδια με το ιδρωμένο πρόσωπο παιδιού, που το λάσπωσε με τα βρώμικα χέρια του κι ο ιδρώτας άνοιγε ρυάκια πάνω στα κόκκινα μάγουλα.  Το χιόνι, τρίτη μέρα σήμερα, παραμένει μια μάζα καφετιάς κρυσταλλιζέ λάσπης, που κριτσανίζει, καθώς  την πατάς άφοβα. Τα χωράφια αχνίζουν με την υγρασία που ακουμπά το παγωμένο δέρμα τους. Καθώς περνάς δίπλα από τους φράχτες, κότες και κοτόπουλα τρέχουν αναμένοντας φαγώσιμα. Κι άλλο κοτσύφι-θύμα αντάμωσα. Με προϊδέασαν τα σκόρπια φτερά και πούπουλα λίγα βήματα πριν. Χορτάτες οι λαίμαργες γάτες ίσα που το θανάτωσαν. Μα κι αυτά τα βλογημένα περπατούν πάνω στα πεσμένα φύλλα σαν κατοικίδια ξεσκαλίζοντας  σπόρους και σκουληκάκια, ενώ γατοπαρέες περιφέρονται και καραδοκούν. Η αλυσίδα της ζωής κρίκος κρίκος ξετυλίγεται.



Βαριά, ακίνητη ατμόσφαιρα κρατά στα χαμηλά της στρώματα οσμές γήινες. Την ανηφόρα της πέρα ραχούλας την ανέβηκα με τη βοήθεια ενός γερού θαλασσόξυλου σε χρέη μπαστουνιού, που κοπανούσα ρυθμικά στο δρόμο. Τα σκυλιά που αντάμωσα σε κάμποσα ξέφωτα, διέγνωσαν  τις φιλικές διαθέσεις μου, έβαλαν κάτω το κεφάλι και πισωγύρισαν. Ο ψηλόσωμος καφετής Ρεξ δεν ήταν μαζί τους, θα βολτάρει δίπλα στις γραμματοθυρίδες. Εκεί καθημερινά δοκιμάζει πρώτος ένα κομμάτι από το τραγανό καρβέλι ψωμιού, που μόλις έχω αγοράσει. Αν καθυστερήσεις, είναι ικανός να μπει στο αμάξι να το ψάξει. Εξάρτηση. Η φρεσκάδα του αέρα στην κορυφή της ανηφόρας μπλέχτηκε με τη μυρωδιά κοτόσουπας, που ανέβαινε από την καμινάδα κάποιας κουζίνας και στην κατεβασιά από την άλλη πλευρά του υψώματος έντονη μυρωδιά πίτας μου έσπασε τη μύτη. Χόρτο και ζυμάρι ψήνονταν μοσχοβολιστά. Στη μικρή μας κοινωνία έτσι βρισκόμαστε με τη δώθε και κείθε ραχούλα. Μια κοιλάδα συμμετρική με κεντρικό της άξονα το Καρυδόρεμα, πυκνή βλάστηση εκατέρωθεν με  ακακίες και  καρυδιές κρατάει τη σπονδυλική στήλη του οικισμού, που άνοιξε φτερά σαν πεταλούδα ανατολικά και δυτικά, πλάτυνε, θέριεψε και μόνο οι κάτοικοι ξέρουν ποιος, πού. Ονόματα δρόμων μην περιμένετε  και ψωμάκι να ρίχνετε στο διάβα σας  θα εξαφανιστεί από τα πετούμενα σαν του Κοντορεβιθούλη. Όρισα κι εγώ οδό και αριθμό της μικρής μου επικράτειας ό,τι βλέπω, ό,τι χαίρομαι, ό,τι αλλάζει μορφή με τον καιρό, πρασινίζει, καφετιάζει, τεντώνεται, οργώνεται, φουσκώνει, καρποφορεί και ζωγραφίζει πίνακες μοναδικούς: χωράφια με στάχυα, με βαμβάκια, με ελαιόδεντρα στον περίγυρο. Στην πόρτα μου κυλά ο βοριάς τούφες τα αγκάθια. Εδώ θα με βρείτε λοιπόν:
«Οδός χωράφια, αριθμός αγκάθια». Βοηθητικό στοιχείο: Δυτική ραχούλα.



Γύρισα από τη βόλτα μου λασπωμένη και νοτισμένη πατόκορφα. Έβγαλα τα λασπωμένα μου κι έβρασα νερό για ένα τσαγάκι. Άνοιξα τα βαζάκια με τα αρωματικά μου και δε φαντάζεστε τι έριξα μέσα στο κατσαρόλι με το βραστό νερό. Φλαμούρι, κανελόξυλο, γαρίφαλα, καρπούς αγριοτριαντάφυλλου, φλούδα πορτοκαλιού. Μοσχοβόλησε το σπίτι. Το άφησα να πάρει χρώμα κι ύστερα άλλαξα γνώμη. Πήρε το μάτι μου ένα χαρτοκούτι με Womens tea. Μάλιστα, το είχα αγοράσει από ειδικό κατάστημα του είδους στην πρωτεύουσα. Ήθελα να δω τι αφεψήματα χρεώνουν στο γυναικείο πληθυσμό. Ετοίμασα μια μεγάλη κούπα με τούτο το ιδιαίτερο τσάι από πορτοκαλόφλουδες, χαμομήλι και πιπερόριζα, τζίντζερ το έγραφε. Κάθισα στο παράθυρο του γυάλινου πύργου μου και ένιωσα πολίτης του κόσμου σαν σ’ ένα φημισμένο καφέ λονδρέζικο, παρισινό, καρυδιώτικο, αδιάφορο. Είχα γεμίσει «καλημέρες» και χαμόγελα, είχα κουβαλήσει εντός μου την καθαρότητα ανθρώπων και φύσης!

Βάντα Παπαϊωάννου - Βουτσά

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Παρουσίαση 
του μυθιστορήματος του Αντώνη Ξυραφά 
"Η σκιά του στρατιώτη" 
εκδόσεις Γαβριηλίδης

στο Poems and Crimes
13 Ιανουαρίου 2017

Χριστίνα Οικονομίδου
Διώνη Δημητριάδου









Νέα κυκλοφορία




Κυκλοφορεί από τις ΑΩ  Εκδόσεις το βιβλίο "Πικνίκ δίπλα στο  δρόμο -Στάλκερ", των αδελφών Στρουγκάτσκι, από όπου ο Ταρκόφσκι, πήρε και δημιούργησε την αριστουργηματική του ταινία Στάλκερ.
Το έργο αφορά τα υπολείμματα μιας επίσκεψης από άλλο κόσμο, τα οποία και αποτελούν θήραμα για διάφορους τυχοδιώκτες, τους επονομαζόμενους κυνηγούς (ένας από αυτούς και το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, ο Ρέντρικ Σούχαρτ). Τα αντικείμενα αυτά βρίσκονται εντός μιας αποκλεισμένης από τον Ο.Η.Ε. περιοχής, η οποία ονομάζεται Ζώνη Επίσκεψης. Η Ζώνη αποτελεί επίσης πεδίο εκδήλωσης ποικίλων αλλόκοτων περιστατικών, πολύ συχνά ανατριχιαστικών. Οι "Στάλκερ" (όπως ονομάζονται οι κυνηγοί στο πρωτότυπο), είναι υποχρεωμένοι να παίζουν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα για κάθε πολύτιμο λάφυρο.
Το "Πικνίκ δίπλα στο δρόμο" είναι το σημαντικότερο έργο των αδελφών Στρουγκάτσκι για τον απλούστατο λόγο ότι η ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι - "Στάλκερ"- που γυρίστηκε στη βάση αυτού το 1979, έγινε παγκόσμια γνωστή (λόγω και της φήμης του σκηνοθέτη και της βράβευσής της σε διεθνείς κινηματογραφικές εκδηλώσεις), ενώ το βιβλίο μεταφράστηκε ακολούθως σε όλες τις δυτικές γλώσσες και η λογοτεχνική του αξία είναι πράγματι υψηλή. Βέβαια, η αξία του είχε αναγνωρισθεί αρκετά νωρίτερα, καθώς είχε εκδοθεί στην Αμερική από το 1976 και είχε αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές.
Είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς κάτι ανάλογο με το "Πικνίκ δίπλα στο δρόμο". Μπορούμε με επιφύλαξη να αναφέρουμε ότι φέρνει στο μυαλό την παράθεση της οδυνηρής ανθρώπινης αδυναμίας, όπως αυτή καταγράφεται στο έργο του άλλου μεγάλου αυτής της λογοτεχνικής νοοτροπίας, στο "Σολάρις" του Στάνισλαβ Λεμ, απέναντι σε πρωτοφανή και ανεξήγητα φαινόμενα που επιδρούν πρωτίστως στην ψυχή.

Το έργο, του οποίου η λάμψη παραμένει αναλλοίωτη στο πέρασμα  δεκαετιών από την έκδοσή του, συνεχίζει να αποτελεί πηγή έμπνευσης και να μεταγράφεται σε διάφορες μορφές τέχνης και ψυχαγωγίας.
Λέσχη Ανάγνωσης 
της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής








Στις 12 Ιανουαρίου 2017, στη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής, στην 3η κατά σειρά συνάντηση και 1η για τη νέα χρονιά, είχαμε τη χαρά να έχουμε μαζί μας τον Σπύρο Γιανναρά. Συζητήσαμε το βιβλίο του "Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει" (διηγήματα), εκδόσεις Άγρα. Ο Σπύρος Γιανναράς είναι από τους συγγραφείς που επιλέγει συνειδητά τη γραφή διηγημάτων, οπότε μας δόθηκε η ευκαιρία να επιχειρήσουμε και μια ανατομία στο διήγημα, ως διακριτό είδος της πεζογραφίας. Στο τέλος της συνάντησης κόψαμε την πίτα μας με ευχές για μια καλή χρονιά και πολλές καλές αναγνώσεις.

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

"4 εποχές στον δρόμο"

της Χριστίνας Οικονομίδου

εκδόσεις Απόπειρα



ποιητικοί χώροι μεταβαλλόμενοι

Ξεκινώ να μιλήσω για το βιβλίο κι έχω μείνει να κοιτάζω τη φωτογραφία του εξωφύλλου. Αυτά τα δύο οχήματα που είναι φτιαγμένα για ταξίδια, στέκονται έτσι παρατημένα και ανήμπορα πια για την παραμικρή κίνηση, ανάμεσα στα ξερά χόρτα που τα περικυκλώνουν. Σε πλήρη αντίθεση φαινομενικά με τον τίτλο της ποιητικής συλλογής 4 εποχές  στον δρόμο, επιφυλάσσοντας όμως έναν ενδιαφέροντα -όσο και ιδιότυπο- διάλογο με τους στίχους.
Τα 40 ποιήματα (αν συμπεριλάβουμε το αρχικό 4 εποχές στον δρόμο και το επιλογικό Βιβλιογραφία (Αφιερώσεις), είναι κατάσπαρτα από την ανθρώπινη παρουσία. Δεν είναι μόνο το ποιητικό υποκείμενο, το οποίο εναλλάσσει τα πρόσωπα των ρημάτων (υπονοώντας ωστόσο πάντοτε το απόλυτο εγώ), είναι και οι δύο περσόνες που διατρέχουν τους χώρους των ποιημάτων (η Μάριον και ο Άγγελος), αλλά και τα πρόσωπα (Ταντέους Ρουζέβιτς, Άννα Αχμάτοβα, Audre Lorde, Νίκος Καρούζος, Anne Sexton, Myriam Moscona, Μάτση Χατζηλαζάρου, Antony Hagarty) που η παρουσία τους υπολανθάνει πίσω από τους στίχους ή άλλοτε -σαφώς προσδιοριζόμενη- λειτουργεί ως προμετωπίδα στα ποιήματα ή μας εισάγει στις τέσσερις ενότητες του βιβλίου. Ένα σύμπαν προσώπων, προσωπείων και κυρίως τόπων πραγματικών ή ιδεατών, άλλοτε πολυπρόσωπων και άλλοτε ερημικών. Ένα μεταβαλλόμενο τοπίο, σαν αυτό που παρατηρούμε μέσα από ένα όχημα που τρέχει σε δρόμους, ποιητικούς εν προκειμένω. Ένα ταξίδι που η ποιήτρια επιχειρεί με τις προσωπικές της αποσκευές (μνήμες και απώλειες) καλώντας αναπόφευκτα και τον αναγνώστη της να δοκιμάσει τις δικές του αντοχές on the road.
Τέσσερα τα μέρη στα οποία χωρίζεται ο ποιητικός λόγος: Cosmopolitics, Δημόσιοι χώροι,  Ιδιωτικοί  χώροι, Ύπαιθρος. Από τους πλέον πολυάνθρωπους χώρους (και πλέον επιφανειακούς και αβαθείς) στους πλέον προσωπικούς και απαλλαγμένους από συμβατικότητες. Είναι όμως ίσως εκεί που τα πρόσωπα θα συναντήσουν περισσότερο το βάρος της απομόνωσης και της μοναξιάς.

Δεν υπάρχουν άλλωστε δημόσιοι χώροι
στην έρημο
μα ούτε και ιδιωτικοί·
μόνο ανελέητος ήλιος
να σε τρυπά
σαν να ’σουν νύχτα·
[και μήπως δεν είσαι;]

[Από τα Ουρητήρια]

Γιατί έχεις την αίσθηση διαβάζοντας ότι μέσα από όλα αυτά τα πρόσωπα ως τελική εικόνα προκύπτει μόνο μία, και αυτή είναι του ενός προσώπου, χωρίς να έχει σημασία αν αυτό είναι η Μάριον, ο Άγγελος ή εν τέλει, υποκρυπτόμενη πίσω από αυτά, η ίδια η ποιήτρια.

Κάθε µέρα ακούω ένα γνώριµο  πλήθος
να σέρνει τα ρήµατα στους διαδρόµους
Για μια ελάχιστη στιγμή, νομίζω
μπορώ να φωνάξω τα διλήμματά τους
να τολμήσω το μετέωρο βήμα τους.
 Όµως µόνο στα όνειρά µου
κυλούν στις φλέβες µας γράµµατα
 που όλα µαζί καταφέρνουν
 να εκφράσουν κάτι
 µε κάποια σηµασία·
 μόνον εκεί
 η αγωνία της γλώσσας
 έχει αρθρώσεις που τρίζουν
 µε τις αλλαγές και το πέρασµα του καιρού·

[από τις Δημόσιες βιβλιοθήκες]


Ανέστιοι ταξιδιώτες τα πρόσωπα των ποιημάτων θα προσπαθούν να διασώσουν ταυτότητα και ελπίδες μέσα στους διαρκώς εναλλασσόμενους χώρους, οι οποίοι αδυνατούν να τους προσδώσουν ικανό περίβλημα, ένα σχέδιο σώματος.

Μαζί κωπηλατούμε στις οθόνες των καιρών
κι ανακατεύουμε
φτηνά υλικά και σπάνιες αισθήσεις
για να ετοιμάσουμ’ ένα δείπνο
που ν’ αξίζει στους συνοδοιπόρους μας·
εκείνους που υποκλίνονται
εξίσου
στη ζωή και τις απώλειες.

[Από το Βιβλιογραφίες (Αφιερώσεις)]



Τα ποιήματα της συλλογής δένουν μεταξύ τους σε μια εικόνα, η οποία διαβάζεται περιέχοντας όλες τις επιμέρους, έτσι όπως αυτές μοιρασμένες σε τέσσερα ποιητικά κομμάτια παρουσιάστηκαν. Και είναι σ’ αυτό το αδιαίρετο πλέον σύνολο που μπορεί να εκτιμηθεί η αξία της ποίησης της Χριστίνας Οικονομίδου. Κυρίως γιατί δείχνει εν συνόψει τον κόσμο της ποιήτριας, προσφέρει στον προσεκτικό αναγνώστη μια θέα του κόσμου αυτού, που θα μπορούσε να έχει κοινά σημεία προσέγγισης με τον δικό του. Σ’ αυτό συντελεί αποτελεσματικά το ύφος των ποιημάτων που αποπνέει μια ειλικρινή προσωπική κατάθεση, σκληρή ενίοτε, με το απαραίτητο σωματικό εκτόπισμα που η αληθινή ποίηση έχει, κάθε φορά που αποστασιοποιείται από ωραιοποιήσεις και ρομαντισμούς που αφαιρούν την αίσθηση της αφής. Γιατί το ποίημα στην ουσία το αγγίζεις, νιώθεις τις λέξεις του να κυλούν μέσα σου και να  βρίσκουν τον προσωπικό σου χώρο για να σταθούν. Και, ναι, αναπόφευκτα μια τέτοια ποίηση δεν μπορεί παρά να είναι και σκληρή, όταν πρέπει να αντικατοπτρίσει μια ανάλογη ζωή.

Και θα δαγκώνεις φεύγοντας τα χείλη
για ν’ αντέξεις το βάρος
από τις σακούλες
και το έμβρυο
που κουβαλάς ερήμην
και θα μετράς τις σταγόνες που πέφτουν
καθώς λεκιάζουν τα σκαλιά
της νέας εκκλησίας
με το παλιό σου αίμα·
και θα θυμάσαι
και θα λυγίζεις
και θα κλαις·
ώσπου να ξεκλειδώσεις την εξώπορτα
θα έχεις αποβάλει.

[Από την Αποβολή]

Κάποια από τα ποιήματα ολοκληρώνουν (ή συνοψίζουν) το νόημά τους με ένα υστερόγραφο. Ένα απ’ αυτά αποδίδει την τραγικότητα της αναζήτησης μιας επαφής από δέρμα σε δέρμα:


Υ.Γ.
Κι όμως το σώμα δεν θυμάται
παρά αφουγκράζεται
πιθανώς
όσα δεν έχουν χαθεί
όταν όλα έχουν τελειώσει.

[Από το Άνθη – Κήποι]


Και αν τα υστερόγραφα λειτουργούν υποβοηθητικά και διευκρινιστικά στην κατανόηση του συγκεκριμένου ποιητικού κόσμου, έρχεται το ακροτελεύτιο ποίημα Βιβλιογραφία (Αφιερώσεις) να αποτελέσει τον οδηγό (φυσικά στο τέλος της ανάγνωσης, όπως κάθε ταξίδι στην ποίηση είναι προσωπικό, μοναχικό  και υπεύθυνο) για μια εξακρίβωση στοιχείων των προσώπων, των τόπων και των χρόνων. Γιατί, όπως μια βιβλιογραφία αποκαλύπτει τα βοηθήματα του συγγραφέα, έτσι εδώ τα αληθινά πρόσωπα πίσω από τους στίχους φανερώνουν την αφορμή της έμπνευσης για τη γραφή της ποίησης. Νιώθει έτσι, ο αναγνώστης ότι το ταξίδι αυτό που επιχείρησε, με τα μέσα που του πρόσφερε η ποιήτρια,  ήταν ένα δικό της δρομολόγιο προβαλλόμενο στα ενδότερα τα δικά του, με όποιο τρόπο αυτός μπορούσε να το αξιοποιήσει. Ίσως γιατί αυτά τα ταξίδια έχουν (αν έχουν) απολύτως προσωπικούς προορισμούς. Πολύ περισσότερο αν πρέπει γι’ αυτά να δρομολογηθούν κάποια οχήματα, όπως αυτά που απαθανάτισε η φωτογραφία της Αντιγόνης Κολοβέντζου στο εξώφυλλο. Προσωπικό στοίχημα αντοχής αποδεικνύεται η ανάγνωση της ποίησης. Με τόπους προορισμού διαρκώς μεταβαλλόμενους, αναλόγως των εφοδίων αλλά και της αντοχής των επιβατών. Η Χριστίνα Οικονομίδου, εν προκειμένω, έδειξε ότι αντέχει να αναμετρηθεί με το προσωπικό της σύμπαν, αλλά και με τη δημοσιοποίησή του. Δεν είναι και μικρό πράγμα αυτό. Μια ποίηση ώριμη, δυνατή και σίγουρη για την αλήθεια της.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/4-epoxes-ston-dromo/)
"Ο Αρχίλοχός του"

του Γρηγόρη Τεχλεμετζή


από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης





Ιστορικό μυθιστόρημα τιτλοφορείται το βιβλίο του Γρηγόρη Τεχλεμετζή, αλλά διαβάζοντάς το συνειδητοποιείς ότι δεν έχει μόνον αυτή την ταυτότητα. Ενώ εμπεριέχει όλη τη ζωή του λυρικού ποιητή του 7ου αιώνα π.Χ. Αρχίλοχου -και μάλιστα με πολλές ποιητικές παραπομπές και ιστορικές αναφορές- ανοίγει τον ορίζοντά του σε ευρύτερα θέματα φθάνοντας μέχρι σημερινούς προβληματισμούς, διεκδικώντας έτσι τη θέση του ανάμεσα στα πιο επίκαιρα λόγω θέματος μυθιστορήματα. Ο συνδυασμός των δύο αυτών εκδοχών ανάγνωσης φανερώνεται στον προσεκτικό αναγνώστη από τον τίτλο Ο Αρχίλοχός του, που δείχνει πώς ο ήρωας του βιβλίου οικειοποιείται τη ζωή και την προσωπικότητα του ποιητή.


Η πλοκή μοιρασμένη στα δύο. Από τη μια παρουσιάζει τον Αρχίλοχο, έτσι όπως τον ξέρουμε από τα ποιητικά του αποσπάσματα που έχουν διασωθεί αλλά και από τη μυθοπλαστική επεξεργασία τους, που ο συγγραφέας -λογοτεχνική αδεία- επιχειρεί.  Φαίνεται, έτσι, σαν να καλύπτει με τον πεζό του λόγο τα κενά που αφήνει ο ποιητικός λόγος, σαν να προσθέτει τα σχόλια που λείπουν, επιτρέποντας  με τη δική του παρέμβαση να δούμε τη ζωή του Αρχίλοχου πίσω από τις λέξεις του. Να θυμηθούμε τη φράση του Ντοστογιέφσκι «Το ψέμα σώζει το ψέμα» («Ημερολόγιο ενός συγγραφέα», 1877). Θεμιτό αυτό το γοητευτικό ψεύδος της λογοτεχνίας που πλάθει τα κενά του μύθου εμπλουτίζοντας την αληθινή ιστορία. Από την άλλη μας μεταφέρει στον σημερινό κόσμο για να παρακολουθήσουμε την ιστορία του Δημήτρη Δάκου, του πραγματικού ήρωα του βιβλίου, ο οποίος από θαυμαστής του Αρχίλοχου και της ποίησής του θα οδηγηθεί σε μια ταύτιση με τη ζωή του, όπως το διαταραγμένο του μυαλό θα συνδέει τον εαυτό του με το πρόσωπο του ποιητή.


Υπάρχουν άραγε στοιχεία κοινά στη ζωή των δύο, ώστε να δικαιολογούν -έστω μυθοπλαστικά- αυτή την ταύτιση; Και στα δύο πρόσωπα, όπως τα παρουσιάζει ο συγγραφέας, κυριαρχεί από τη μια η διάθεση για ουσιαστική ζωή και από την άλλη το ανικανοποίητο συναίσθημα που όλα τα ανατρέπει. Κάτω από κοινωνικές συνθήκες δεσμευτικές και από νοοτροπίες αναχρονιστικές (και στις δύο ιστορούμενες εποχές) τα πρόσωπα συνθλίβονται αδυνατώντας να κατανοήσουν για ποιο λόγο η ζωή να μην μπορεί να δικαιώσει τις πραγματικές επιθυμίες. Η διαχρονικότητα της αρχικής σκέψης του συγγραφέα γίνεται εδώ αντιληπτή, και ίσως δικαιολογεί εν μέρει το εγχείρημα να γράψει ένα μυθιστόρημα που να ακροβατεί (επιτυχώς οπωσδήποτε) ανάμεσα στις δύο τόσο διαφορετικές εποχές. Η διαταραχή της προσωπικότητας του σημερινού ήρωα δεν θα έφθανε ίσως για να νιώσει ο αναγνώστης εύστοχη τη σύγκριση των δύο προσώπων. Ωστόσο, έτσι όπως οδηγεί σε διαχρονικά των κοινωνιών προβλήματα, επιτυγχάνει την εκ παραλλήλου ανάγνωση των δύο ιστοριών.
Πανάρχαια αυτά τα θέματα, διογκώνονται μέσα από τις αναγκαστικές (συμφωνημένες) συμβάσεις της κοινωνικής συμβίωσης. Απαραίτητες αλλά απολύτως συχνά δεσμευτικές της ελεύθερης βούλησης των ατόμων. Ο Αρχίλοχος, έτσι, θα υποκύψει στην ταξική διαφορά που δομεί την κοινωνία της εποχής του και θα αφήσει ατελή τον έρωτά του για τη  Νεοβούλη. Θα ακολουθήσει την ποιητική του μούσα, εισπράττοντας την άποψη της εποχής του για το ατελέσφορο της ενασχόλησής του. Θα διαφοροποιηθεί από το ηρωικό πλαίσιο που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζει τη ζωή και τις αξίες των παλαιότερων αλλά και των συγχρόνων του, αποκομίζοντας την έκπληξη, τη χλεύη ακόμη και την απόρριψη. Ο σκεπτικισμός γύρω από την αντιηρωική άποψή του (την αντίθετη με το πρότυπο του ήρωα που καταξιώνεται στις μάχες) θα τον ακολουθεί ως τα σήμερα, επιτρέποντας σε σχολικές αναφορές να οριοθετείται ο Αρχίλοχος από τους υπόλοιπους ποιητές σε ένα χώρο που γεννά τουλάχιστον (από τους προσκολλημένους σε κενά ιδανικά) την απορία. Ίσως αυτό να είναι το διαχρονικό τίμημα που θα πληρώνει ο ποιητής, γιατί μπόρεσε τόσο μπροστά από την εποχή του να μιλήσει για τα πιο γήινα ιδανικά και την καταξίωση του καθημερινού ανθρώπου, πέρα από πολεμοκάπηλους και παντοειδείς σφετεριστές εξουσιαστικών πλεγμάτων.   Ο Δημήτρης, από την άλλη, εγκλωβισμένος μέσα σε ένα γάμο και σε μια εργασία που μόνο πίεση πια του προσφέρουν, αδυνατεί να απολαύσει τη ζωή του με τα δικά της δεδομένα και στρέφει έτσι τον ψυχισμό του προς το πρότυπό του, κι ας απέχει τόσο από τον δικό του κόσμο. Είναι μέσω της φαντασίας που θα αναζητήσει την προσωπική του λύτρωση.

Ήθελε τον Αρχίλοχό του… Μοιραία φυγοπονία σε ένα αγκαθωτό τοπίο. Δεν τον ένοιαζε ακόμα και να τον τρέλαινε. Άλλωστε ποια λογική είχε αυτό που ζούσε; Ήταν ένας Σίσυφος που μόνιμα έσπρωχνε μια πέτρα μάταια προς μια προκαθορισμένη πορεία.

Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί σιγά σιγά την ταύτιση αυτή, όπως ο συγγραφέας αρχικά θα εναλλάσσει την πλοκή σε διαδοχικά κεφάλαια και κατόπιν θα παρουσιάζει τις δύο ζωές σε απόλυτη συμφωνία, σε μια αδιάσπαστη σχέση. Κάποια στιγμή θα αντιληφθούμε ότι όλο αυτό αποτελεί ένα μυθιστόρημα που γράφει ο ήρωας.

Ήθελε η υπόθεση να κυλά σαν γρήγορο ρυάκι από μέσα του. Γιατί ήταν μέσα του σαν κομμάτι τού σήμερα. Ήταν ο Αρχίλοχός του, δικός του, μόνο δικός του, και τώρα θα τον μοίραζε στον κόσμο να μεταλάβει το παρελθόν του, ζωντανό χωρίς προγονοπληξίες, να το κάνει να ξυπνήσει μέσα του. Κι ας πίστευαν οι άλλοι ότι τον ξέχασε. Αυτός ήταν όπως πριν αλλά με άλλες εκδηλώσεις. Μόνο που τους τα έκρυβε όλα καλά. Είχε πάντα τον Αρχίλοχό του, μόνο καντηλάκι να αχνοφέγγει στη ζωή του. Όλα τα άλλα μπορούσε πλέον να τα αντέξει, γιατί είχε εκείνον.


Ποια είναι η αληθινή λοιπόν εικόνα από τις δύο; Ποια ζωή ανοίγεται στην πραγματικότητα και ποια στη φαντασία; Αν η ταύτισή του με τον δικό του Αρχίλοχο, αυτή την επινοημένη πια περσόνα, τον οδηγεί στην επαφή με τη ζωή (ενώ όλα τα πραγματικά στοιχεία της τον απομακρύνουν από αυτή), γιατί αυτό θα πρέπει να θεωρείται νοσηρό και αποσυνάγωγο; Ποιος μπορεί να αρνηθεί σε ένα σύγχρονο Σίσυφο να ατενίζει επιτέλους την κορυφή με όποιον τρόπο επινοεί; Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής θέτει το ερώτημα κι εμείς καλούμαστε να το απαντήσουμε. Θεωρώ ότι είναι περισσότερο κοντά στη γραφή του, έτσι όπως μας την παρουσιάζει, να πούμε ότι δεν έχουμε απλώς άλλον ένα συγγραφέα νοσταλγό της κλασικής αρχαιότητας. Πιστεύω ότι απέχει πολύ από μια τόσο επιφανειακή προσέγγιση. Επιλέγει συνειδητά τον Αρχίλοχο και αυτόν μόνο. Για την άποψή του, για την τόλμη του να αποστασιοποιηθεί από έναν ηρωισμό κενό και να επιλέξει τη ζωή, απείρως πολυτιμότερη σε όποια εποχή.  

Κάποιος από τους Σαΐους καμαρώνει για την ασπίδα μου,
όπλο αψεγάδιαστο, που πλάι σε θάμνο παράτησα αθέλητα·
έλα όμως που εγώ σώθηκα. Για κείνη την ασπίδα να νοιάζομαι;
Ας πάει στα κομμάτια· άλλη θ’ αποκτήσω καλύτερη.

Ο Αρχίλοχος έγραψε το παραπάνω, όταν είδε στο πεδίο της μάχης το αληθινό περιεχόμενο των ιδανικών που μέσα τους δεν είχαν ούτε ίχνος από την ουσία του ανθρώπινου πόνου, τίποτα από την αληθινή δυσκολία της ζωής. Αναρωτήθηκε:

Αυτό ήταν το πολυτραγουδισμένο πρόσωπο του πολέμου;

Ο Δημήτρης άρχισε να γράφει για τον δικό του Αρχίλοχο μέσα από μια διαρκή απογοήτευση για τη ζωή που θα έπρεπε να διανύσει, αυτό το ανούσιο βάρος που είχε κληθεί να κουβαλήσει στους ώμους του. Ιαματική η γραφή. Το γνωρίζουμε αυτό. Σε μια διαδοχική σκέψη θα μπορούσε να θεωρηθεί ιαματικός ο ρόλος της και για τον επινοημένο συγγραφέα αλλά και για τον υπαρκτό συγγραφέα του βιβλίου. Ετούτο όμως θα μπορούσε να μας το απαντήσει μόνον ο ίδιος.

Ο αναγνώστης, ωστόσο, επιδιώκει τη δική του ίαση ψυχής μέσα από τις αναγνώσεις του. Και αυτό είναι που καταξιώνει τελικά και τη λογοτεχνία, όταν κυρίως αυτή μπορεί να προσφέρει γραφές που εν μέσω πλοκής (κι εδώ μάλιστα διπλής) παρέχουν ένα διαλογισμό στην κατεύθυνση εσωτερικών αναζητήσεων. Γιατί το συγκεκριμένο βιβλίο δεν διαβάζεται μόνο ως μια ιστορική αναφορά στον ποιητή Αρχίλοχο ούτε μόνο ως μια προβολή της ζωής εκείνου στον ήρωα του βιβλίου, αλλά πιο ουσιαστικά ως μια γόνιμη σκέψη που μπορεί και να αφορά τις προσωπικές μας επιλογές  μεταξύ σφύρας και άκμονος, τότε που πρέπει να αποφασίσουμε εμείς ή να αφεθούμε στις αλλότριες αποφάσεις που μας αφορούν. Ο δικός μας Αρχίλοχος, λοιπόν, έχει κάτι να μας πει, αρχαίο ίσως αλλά πολύ επίκαιρο.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/o-arxiloxos-tou/)
Καμιά φορά δεν ξέρεις…




Καμιά φορά τα βράδια
αγέρας χτυπάει το παράθυρο.
Δεν κλείνει και καλά,
σημάδι εγκατάλειψης μιας νέας προοπτικής
ή ίσως μία έκδηλη από καιρό εσωτερίκευση,
καλπάζουσα προσφάτως.
Πριν όμως η επισκευή
την ανακαίνιση επιβάλει
(ως επανορθωτική της έξωθεν μορφής)
η σκέψη όλο γυρίζει στο παράδοξα ορθό:
αυτά τα απρόσωπα χτυπήματα
μπορεί να ’ναι δηλωτικά
μιας παρουσίας απρόσκλητης.

Διώνη Δημητριάδου

(φωτογραφία: Marsel Van Oosten)