Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

Καλειδοσκοπικός Σελιδοδείκτης δεκαπέντε κριτικές αναλύσεις κειμένων από την Άννα Κουστινούδη εκδόσεις Γαβριηλίδης η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Bookpress http://www.bookpress.gr/kritikes/idees/koutsinoudi-anna-gabriilidis-kaleidoskopikos-selidodeiktis

Καλειδοσκοπικός Σελιδοδείκτης

δεκαπέντε κριτικές αναλύσεις κειμένων

από την Άννα Κουστινούδη


εκδόσεις Γαβριηλίδης
η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Bookpress http://www.bookpress.gr/kritikes/idees/koutsinoudi-anna-gabriilidis-kaleidoskopikos-selidodeiktis




αναγνώσεις και εποικοδομητικές παραναγνώσεις

Η προσέγγιση των λογοτεχνικών κειμένων (πεζογραφικών αλλά και ποιητικών) γίνεται με πολλούς τρόπους. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο κάθε αναγνώστης επιχειρεί και μια προσωπική ανάγνωση βασισμένη στην πρόσληψη του έργου, στηριγμένη και αυτή με τη σειρά της σε μια πληθώρα εξωγενών αλλά και ενδογενών παραγόντων. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας και δομούμε την αντανάκλασή του στον εσωτερικό μας κόσμο, η ηθική επεξεργασία των εικόνων και των ιδεών, η βίωση καταστάσεων και η γόνιμη συγκομιδή αναγνώσεων, η αισθητική μας που παρεμβαίνει σε ό,τι μας περιτριγυρίζει και αξιολογεί αναλόγως. Όλα αυτά επηρεάζουν την επίδραση που έχει ένα λογοτεχνικό έργο πάνω μας, ικανό να μας προσανατολίσει προς τις ιδέες του γράφοντος, να μας διαμορφώσει την εικόνα του κόσμου μας, να μας εμπλουτίσει τη γνώση γύρω από πρόσωπα, πράγματα και ιδέες. Σε μια άλλη εκδοχή πρόσληψης, να μας αποστασιοποιήσει από την άποψη του συγγραφέα τοποθετώντας μας στον αντίποδα του συγκεκριμένου έργου ως πολέμιους ή απλώς αδιάφορους προς αυτό. Αν αυτά αφορούν τους αναγνώστες, και φυσικά έτσι νομιμοποιείται ο κάθε ένας από αυτούς να εκφέρει την προσωπική του γνώμη για το έργο που διάβασε, θα πρέπει να διαφοροποιηθούμε εν μέρει, εφόσον αναφερόμαστε σ’ αυτούς που αναλύουν ένα έργο στη βάση κάποιας ειδικής γνώσης και ενασχόλησης. Ο κριτικός της λογοτεχνίας αναλύει ως ειδικός, χωρίς όμως να μπορεί να απομακρυνθεί απολύτως από την ιδιότητα του απλού αναγνώστη, η οποία πρωταρχικά τον οδήγησε στον χώρο της λογοτεχνίας (ας μην το λησμονούμε αυτό) και παραμένει πάντοτε ως μία εναλλακτική προσέγγιση των έργων, σε συμφωνία με τις επιταγές των σχολών ή των ρευμάτων ή καμιά φορά σε αντίθεση με αυτές.

Η Άννα Κουστινούδη, με τον οπλισμό που φέρει λόγω των γνώσεων αλλά και λόγω της επί πολλά χρόνια ενασχόλησής της με το αντικείμενο, μας οδηγεί σε επαφή με δεκαπέντε λογοτεχνικά κείμενα (6 πεζά και 9 ποιητικά) 13 ελληνικά και 2 ξένα. Διαβάζοντας στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ότι τα κείμενα αυτά προτίθενται να διαβαστούν -και να ερμηνευτούν- ως τρόποι ανάγνωσης (ή και παρανάγνωσης), γίνεται αντιληπτή η πρόσκληση προς τον αναγνώστη να προσθέσει τη δική του ερμηνεία στον κριτικό τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα λογοτεχνικά έργα. Απαραίτητη προϋπόθεση, όπως είναι φυσικό, αυτές οι κριτικές αναλύσεις να είναι προσβάσιμες από τον απλό αναγνώστη. Η αλήθεια είναι ότι η κριτικός αναλύει ακολουθώντας συγκεκριμένες αντιλήψεις θεωρητικών της λογοτεχνίας (γιατί έχουμε εδώ την ειδική γνώση να παρεισφρέει συχνά στον λόγο της), κάτι που σε καμία περίπτωση όμως δεν θα πρέπει να  θεωρηθεί μειονέκτημα, γιατί, όταν ο αναγνώστης επιλέγει να διαβάσει μια κριτική ανάλυση έργου, συνειδητά ή όχι επιλέγει ταυτόχρονα και να εμπλουτίσει -με τη γνώση και την άποψη του ειδικού- την ικανότητά του  να προσλαμβάνει πληρέστερα το νόημα του έργου. Για παράδειγμα, εμπλουτισμός θα θεωρηθεί αναμφίβολα στην κρίση του προσεκτικού αναγνώστη η παράθεση (φυσικά εν συντομία) της τυπολογίας του  Genette, γνωστή σε όποιον έχει σοβαρή ενασχόληση με τη Θεωρία της Λογοτεχνίας, η οποία ξεχωρίζει στο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη «’55» τον ομοδιηγητικό αφηγητή από τον αυτοδιηγητικό διευκρινίζοντας την εναλλαγή των δύο αυτών τύπων αφηγητή  σε ένα μόνο πρόσωπο (τη Μαρίκα την Ταταυλιανή, αφηγήτρια της προσωπικής της ιστορίας και ταυτόχρονα της ιστορίας άλλων προσώπων). Ή αλλού, στην ανάλυση της ποιητικής συλλογής της Ελένης Κοφτερού «Στο Λάμδα των χελιδονιών», όταν ενσωματώνει στον κριτικό λόγο την άποψη για τους μηχανισμούς της γλώσσας που διαφοροποιούν τα σημαίνοντα στοιχεία τους αναλόγως της επικοινωνίας που υπηρετούν (ποιητική ή καθημερινή), ερμηνεύοντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο τον σύνθετο λόγο της ποιήτριας. 

Διαβάζοντας τις δεκαπέντε αυτές κριτικές αναλύσεις αντιλαμβάνεσαι το βάθος του κριτικού λόγου, όταν αυτός γνωρίζει τον τρόπο  να εστιάζει στο σημαντικό, να δομεί τις θέσεις σε μια λογική σειρά και να ενσωματώνει την προσωπική άποψη, διακριτή από τα υπόλοιπα θεωρητικά στοιχεία της λογοτεχνίας. Ίσως μόνο τότε να έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί με τον αναγνώστη και να προσφέρει σημαντικά στην κατανόηση ενός έργου. Από το σημείο αυτό κι έπειτα, προφανώς ο ενεργητικός αναγνώστης (και όχι φυσικά ο παθητικός δέκτης του έργου αλλά και της κριτικής) έχει όλα τα στοιχεία για να ακολουθήσει ή να διαφοροποιηθεί. Η δική του πλέον ανάγνωση μπορεί να συνιστά μια παράλληλη με αυτή του κριτικού ή μια παρανάγνωση. Γιατί, αν ο κριτικός νομιμοποιείται να εναποθέσει τη λοξή ματιά του στο έργο, έτσι και ο αναγνώστης διεκδικεί την προσωπική του (ίσως επίσης λοξή) πρόσληψη αυτής ακριβώς της κριτικής. Και αν ο συγγραφέας είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει την κρίση του απλού αναγνώστη, τότε και ο κριτικός της λογοτεχνίας θα πρέπει να είναι πρόθυμος ακροατής μιας αρνητικής κριτικής στην κριτική του. Το λεπτό σημείο εδώ έγκειται στην ειλικρίνεια με την οποία ο κριτικός παρουσιάζει τις αναλύσεις του. Χωρίς εμπάθεια, χωρίς επιπολαιότητα στις αναγνώσεις του, με διάθεση να εντοπίσει θετικά και αρνητικά στοιχεία στη γραφή και, κυρίως με μια καλοπροαίρετη στάση απέναντι στον εκάστοτε κρινόμενο. Άλλωστε ακόμη και η πιο εμπεριστατωμένη κρίση οφείλει να είναι ανοιχτή σε μια ακόμη πιο ενδελεχή νεότερη. Η κριτική ανάλυση που επιχειρεί η Άννα Κουστινούδη συγκαταλέγεται στις καλύτερες του είδους, με όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά διακριτά στον λόγο της. Άξια μνείας ιδιαίτερης είναι η εύστοχη παράθεση αποσπασμάτων των έργων, τα οποία δίνουν στον αναγνώστη την ευκαιρία να γνωρίσει τον τρόπο γραφής του πεζογράφου ή ποιητή, έστω ενδεικτικά.

Συμβολή στο σκηνικό της λογοτεχνίας, όπως αυτό δομείται από συγγραφείς, κριτικούς και αναγνώστες, είναι το βιβλίο της Άννας Κουστινούδη, προσφέροντας μια προνομιούχο θέα αναγνωστική σε σημαντικά έργα και αφήνοντας τον απλό αναγνώστη να αποκομίσει γνώση και θέση δίπλα στην πρωταρχική (και άρα καθοριστική)  προσωπική του άποψη. Πολλοί δρόμοι ερμηνείας ανοίγονται συνιστώντας αυτό που θεωρείται πλούτος για τη λογοτεχνία.

Μια τελευταία θετική αναφορά στην αισθητική της έκδοσης, με πίνακα εξωφύλλου και σχέδιο προμετωπίδας από τον Κώστα Ντιό.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Bookpress http://www.bookpress.gr/kritikes/idees/koutsinoudi-anna-gabriilidis-kaleidoskopikos-selidodeiktis)

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Η γιορτή
του Τάσου Σ. Μάντζιου




Κι αφού υψώσαν τα ποτήρια
κι αντάλλαξαν ευχές
για αίσιους καιρούς
και ούριους χρόνους,
αφού αγκαλιάστηκαν,
παράμερα απίθωσαν
τα ζέοντα.
Παράμερα και τ’ ακανθώδη
απίθωσαν,
και στου γλεντιού
αφέθηκαν
το ξένοιαστο
και το ξέφρενο.
Της ευωχίας,
με προθυμία περισσή,
ενδύθηκαν
το ανέμελο.

Πίσω απ’ τους ήχους της γιορτής,
ήτανε πάντα εκεί
η αιχμηρή πραγματικότητα.
Ήτανε πάντα εκεί,
όμως,
κάπως πιο σιγανός,
κάπως πιο άτολμος,
ήταν ο βρυχηθμός της!

Τάσος Σ. Μάντζιος


(στη φωτογραφία: γλέντι στο Καρλόβασι Σάμου 1920,  Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, «Η Σάμος στις 78 στροφές»)

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Διηγήσεις πόλεων του Σταύρου Σταμπόγλη εκδόσεις Κέδρος

Διηγήσεις πόλεων

του Σταύρου Σταμπόγλη
εκδόσεις Κέδρος






Μια προνομιούχος θέα των πόλεων

[…]
Μεταφέρω αφηγήσεις πόλεων όπου οι λέξεις θέλουν να γίνουν
χρώματα και καλπασμός.
Και τι θα μπορούσαν οι λέξεις δίχως άνεμο, δίχως σώμα·
δίχως εμένα. Θα σβήσουν στην ελαφρότητα κάποιου ελιγμού,
θα πνιγούν στην ακινησία μιας πίστης, θα φτάσουν σκάφανδρο
ασφυξίας. Σταύρωση εν σιωπή

Πρόκειται για το οριακό σημείο που συναντώνται (αν συναντηθούν φυσικά) ο πολίτης με την πόλη του, η μονάδα με το σύνολο, σε μια άρρηκτη σχέση που -εν δυνάμει ανατρεπτική- ενσωματώνει όνειρα, ελπίδες, αξίες από καιρό απολεσθείσες. Πρόκειται πρωταρχικά για την έννοια που κινητοποιεί τα ακίνητα και τα αθέατα ιδεατά με τη ρεαλιστική αντιμετώπιση του άνθρωπου-πολίτη, ως συμβολή στη ζωή που επιθυμεί τη διαιώνισή της. Είναι η ποίηση, άραγε, ο ιδανικός μοχλός για να ανατρέψει καταστάσεις παγιωμένες και να αφυπνίσει αντιστάσεις εν υπνώσει; Ο ποιητής πιστεύει πως ο ποιητικός λόγος -μακάρι δυνατός- έχει εγγενή την ικανότητα να εγείρει αιτήματα, προκειμένου να μην επέλθει η δρομολογημένη σταύρωση εν σιωπή.

Στις διηγήσεις πόλεων συναντάμε την οπτική του πολίτη-παρατηρητή στη θέα που προσφέρουν οι τόποι, αγαπημένοι και κινητήριοι  μοχλοί των μνημονικών εικόνων. Και όπως κάθε εικόνα που αποτυπώνεται στη μνήμη μεταπλάθεται άλλοτε σε ονειρικό τοπίο και άλλοτε σε ζοφερή απευκταία επαναφορά, έτσι και αυτές οι πόλεις διηγούνται ιστορίες μέσα από τη νοητική επεξεργασία που έχουν υποστεί αναπόφευκτα στη συνείδηση του ποιητή.

[…]
Παλαιά αιματοχυσία όπου αναπαύονται οι αγιογραφίες.
Ενάμισι μάτι έκπληξης το μισοκρυμμένο πρόσωπο του αρχάγγελου.
Με παρατηρεί πριν επιστρέψει βιαστικά πίσω απ’ τη
ρωγμή του. Κι εγώ οσμίζομαι υγρασία ορυκτών. Aluminium
και σταγόνες σιδήρου στις κλειδώσεις. Δακτυλικά αποτυπώματα
θεού. Ό,τι συμπυκνώνεται για να προστατευθεί απ’ το
αστραπιαίο. Σύνδρομο ακινησίας. Ίσταμαι καύσιμο προσμονής.

Ίσως δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται κάθε φορά ο τόπος με την ονομασία του. Οι λέξεις που αποδίδουν την αίσθηση του τοπίου θα μπορούσαν να λειτουργούν και κάτω από την προσωπική επεξεργασία του εκάστοτε αναγνώστη, ο οποίος  (μυημένος στα ποιητικά πράγματα και απολαμβάνοντας την ενσωμάτωσή του στους στίχους) διαβάζει κάθε φορά διαφορετικά την εικόνα της πόλης που ιστορείται ενώ η ίδια ιστορεί. Γιατί αυτές οι πόλεις έχουν μια προσωπική σχέση με τον πολίτη τους, ίσως διασώζοντας εκείνη τη μακρινή αρχική τους έννοια ως χώροι που μεταλλάσσουν τον ιδιώτη σε πολιτικό ον, που συμμετέχει στα αφορώντα στην πόλη, και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο αποκτά την ιδιότητα αυτή. Είναι λοιπόν, κάτω από αυτό το πρίσμα, πολιτική και η ποίηση που θυμίζει αυτούς τους ξεχασμένους ρόλους; Αν εννοηθεί ως κινητήρια δύναμη για υπνώττουσες συνειδήσεις, τότε φυσικά και είναι, σε μια ιδιότυπη στράτευση που καμία σχέση δεν επιτρέπεται φυσικά να έχει με ευτελείς φθοροποιούς σχηματισμούς της σύγχρονης πολιτικής. Είναι πολιτική με την ουσία της έννοιας, καθώς καθιστά τον ποιητή-φορέα της εισηγητή μιας ανατροπής που δεν είναι οραματική (όπως ίσως την εννοούν κάποιοι ρομαντικοί και ατελέσφοροι σε υλοποιήσεις ιδεών) αλλά ίσα-ίσα απολύτως ρεαλιστική στον βαθμό που θέτει στο κέντρο του ενδιαφέροντος  τον άνθρωπο ως μονάδα ενός συνόλου σε αδιάσπαστη σχέση με αυτό.


[…]
Και του λόγου μας πορευόμαστε μ’ ό,τι μας αναλογεί απ’ το
σφάγιο. Αντίδωρο επιβίωσης. Ναι, επιβιώνουμε απ’ τις
καταθέσεις επιβολής. Κάτι σαν εκταμίευση συνενοχής.

Ξαναχτίζονται, λοιπόν, οι πόλεις; Υπάρχει ελπίδα ανασύστασης του πυρήνα τους; Ο ποιητής, ως αρχιτέκτων, επιλέγει τα υλικά και ολοκληρώνει τα σχέδια. Οι λέξεις είναι θηλυκές, κατά την άποψή του, και με αυτή την ιδιότητα γεννούν σχήματα λόγου αρχικά και κατόπιν προτάσεις ζωής.


[…]
Πλήθος τα πλήθη κινούν και πληθαίνουν πηγαίνοντας προς τη σύνθεση
μιας αθανασίας ακόμη.



Με τα παραπάνω δεν αφήνεται να εννοηθεί  ότι η ποίηση του Σταύρου Σταμπόγλη είναι αισιόδοξη. Άλλωστε ποτέ η αληθινή ποίηση δεν αποπνέει μια αφελή  αίσθηση αλλαγής του κόσμου. Ο ποιητής ανοίγει τον εσωτερικό του κόσμο προκειμένου να προσφέρει μια θέαση (ρεαλιστική και ζοφερή συχνά) από προνομιούχο θέση. Αυτά που παρουσιάζει έχουν μέσα τους τον σπόρο που φιλοδοξεί να γίνει δέντρο, και που ίσως ποτέ δεν γίνει. Θα δει, θα εξηγήσει, θα υποκρύψει ακόμη περισσότερα από αυτά που θα καταγράψει, θα δείξει την κατάντια των κάποτε αγαπημένων τόπων στον απόλυτο εξευτελισμό τους, θα απογοητευθεί, θα αντιληφθεί το αδιέξοδο, και θα απαιτήσει από τον αναγνώστη του να συνεχίσει αυτός. Με τα δικά του αποθηκευμένα, με τα δικά του οραματικά και τις δικές του πόλεις. Μόνο που αυτός θα πρέπει να δει και τον εαυτό του να αποκτά υπόσταση μέσα στο πλήθος των ανθρώπων των πόλεων, που μόνο μάζα απρόσωπη δεν είναι, ίσα-ίσα αποτελείται από μονάδες αυτόνομων μεν  αλλά συμπορευομένων συμπασχόντων με συνείδηση απόλυτη της κοινής μοίρας.


Ο λόγος του ποιητή είναι κρυπτικός, όσο χρειάζεται. Μεταφορικός και υπαινικτικός, όσο πρέπει, για να προκαλέσει ερμηνείες πολλαπλές. Εν τέλει καθημερινός και λιτός μέσα στην απλότητα των ουσιαστικών εικόνων που μας περιτριγυρίζουν.

Από ψηλά αντιλαμβάνεσαι του ορίζοντα τον πύρρειο θρίαμβο
καθώς βυθίζεται ο ήλιος στη σταθερότητα και την εκτοπίζει.
Ως να είναι ο τόπος ένα νεράκι.
Κρούουν τα βότσαλα απλά πράγματα. Στα χαμηλά η μέρα
ονειρεύεται αναρριχήσεις.

Αυτές οι αναρριχήσεις ίσως είναι το πιο σημαντικό μήνυμα που έχει να δώσει αυτή η ποίηση. Με δεδομένη τη δυσκολία αλλά και με την αισιοδοξία που προσδίδουν πάντοτε τα απλά πράγματα.

Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.grhttp://frear.gr/?p=16468)





Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Θεοφανίων μνήμες

της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά





Παγερή πάντα θυμάμαι τη μέρα των Θεοφανίων με συνοδεία χιονόνερου ή βοριά που σήκωνε τις πέτρες. Προικιό τον είχε ο τόπος. Σίγουρα κάπου στο Μακρονήσι φύλαγε τους ασκούς του ο Αίολος. Η εκκλησία μας ασφυκτικά γεμάτη, εκεί στη συνοικία του Αγιαντρέα. Όλοι με τα καλύτερά τους ρούχα. Ανάμεσα στα καμηλό και μαύρα παλτό του γυναικόκοσμου λαμποκοπούσε και καμιά γούνα με άρωμα ναφθαλίνης και κολόνιας ανάκατα. Μαλλιά χτενισμένα τούρλα, σκουλαρίκια, δαχτυλίδια και παν εξάρτημα στολισμού από την κορυφή έως τα πόδια με τα λουστρίνια παπούτσια. Στα χέρια όλων ένα κανατάκι να πιουν το Μεγάλο Αγιασμό! Μονότονη η αντρική πλευρά με τις καπαρντίνες. Οι ψαράδες πρώτοι και καλύτεροι με τα απαρχαιωμένα τους κοστούμια, που ίσως μόνο αυτή την άγια μέρα κατέβαιναν από την κρεμάστρα. Φροντισμένη εμφάνιση από τις κυράδες τους, κολλαρισμένα πουκάμισα, ριγέ γραβάτες με λίγο μπορντό, λίγο μπλε κι ανοιχτό γκρι να κάνουν το κοντράστ με τα σκουρόχρωμα κοστούμια και τα γαλάζια πουκάμισα. Η καλή τραγιάσκα στο χέρι, ασκεπείς στην εκκλησιά. Δική τους θεωρούσαν τη γιορτή, σ’ αυτούς ανήκαν οι θάλασσες και το καθημερινό αλισβερίσι μαζί τους κι ευλογημένη η μέρα του αγιασμού τους.
-«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε… » ράντιζε ο ιερέας το εκκλησίασμα με το βρεγμένο ματσάκι βασιλικό, από εκείνον το χειμωνιάτικο, που μόνο ψηλώνει πίσω από κάποια τζαμαρία με το λιγοστό ήλιο. Τα γυαλισμένα φρεσκοξυρισμένα πρόσωπα των καραβοκύρηδων χαμογελούσαν ατάραχα στην ψιχάλα. Μόνο εμείς, τα δεσποινάρια,  βάζαμε ασπίδα το χέρι, μην τυχόν και υγρανθεί η φράντζα των μαλλιών, η κοκαλωμένη με μπύρα ή λεμονοχυμό! Πρέπει να κρατήσει αντιστάσεις η κόμμωση  στην κατεβασιά  για το λιμάνι, εκεί που θα συναντηθεί πάνδημος ο πληθυσμός και των τριών ενοριών, για να ρίξουν το Σταυρό στη θάλασσα, να φωτιστούν και τα νερά!
Εκείνη τη χρονιά ήμουν άρτι αφιχθείσα από τα εξωτερικά. Ακόμη δεν το πιστεύω πως κατάφερα, τριτοετής του Ιστορικού - Αρχαιολογικού Τμήματος, να εξασφαλίσω τα απαιτούμενα χρήματα και να ακολουθήσω την 8ήμερη εκδρομή της Σχολής σε Βενετία, Φλωρεντία, Ρώμη, Πομπηία οδικώς. Όλα ήταν αλλιώς τότε και η ατελείωτη Γιουγκοσλαβία μια καταπληκτική εμπειρία. Χιονισμένες πάλλευκες οι πόλεις - σταθμοί μας, Λιουμπλιάνα και Βελιγράδι, γιορταστικά στολισμένες παραμονές Πρωτοχρονιάς. Πρωτοχρονιά στη Βενετία! Τρέλα! Να αντηχούν οι διάδρομοι του ξενοδοχείου: « Auguri, auguri!» κι ούτε που μας ένοιαζε η μυρωδιά της υγρασίας των δωματίων. Κι εγώ με τη φιλενάδα μου περιχαρείς που μαθαίναμε Ιταλικά, ετοιμάζαμε μισή ώρα πριν την πρόταση επικοινωνίας! Ακόμη θα γελάνε εκείνοι οι Έλληνες, που σταθήκαμε μπροστά τους να ρωτήσουμε πού είναι η Piazza San Stefano διαμορφώνοντας την πρόταση και συζητώντας στα ελληνικά για τη γραμματική της.
 «Πείτε το ελληνικά, κορίτσια» μας είπαν και μας άφησαν άναυδες! Παρέα Ελλήνων φοιτητών. Ma una faccia, una razza! Τι παλάτια, τι μουσεία και πινακοθήκες, τι τέχνη και αρχαιολογία είδαν τα μάτια μας! Γέμισε ο νους χρυσοποίκιλτα φατνώματα, χρώματα μεγάλων ζωγράφων, τρούλους και αγάλματα. Χαραγμένο λεπτομερώς ως σήμερα στη μνήμη εκείνο το καταπληκτικό ταξίδι με αποκορύφωμα το περπάτημα στην Πομπηία, την πόλη φάντασμα, κάτω από το ύπουλο μάτι του Βεζούβιου.

Εμφανίστηκα, λοιπόν, τη μέρα των Θεοφανίων στο λιμάνι με το καινούριο μου απόκτημα εξ Ιταλίας, ένα παλτό ζαχαρί από δερματίνη με γιακά και μόστρα γούνινη από προβατάκι, και όλος ο κόσμος δικός μου! Και βαμμένη, βέβαια, δεσποινιδίστικα, αφού είχαμε κουβαλήσει κι ένα σωρό καλλυντικά για μπογιατίσματα ματιών και χειλιών. Ήταν  τότε που η μανούλα μου έλεγε συμβουλευτικά:
Μη μαυρίζεις τόσο πολύ τα όμορφα ματάκια σου, παιδί μου, σε αγριεύουν!
Α, μανούλα, δεν ξέρεις εσύ, έτσι είναι η μόδα!
Κι όμως εκείνη ήξερε!
Και σεργιανούσαμε με τις φίλες στο λιμάνι να βρούμε θέση με ορατότητα, να βλέπουμε την εξέδρα στολισμένη με φοινικόκλαρα, εκεί που θα έπεφτε ο Σταυρός στο νερό. Ένα γύρω βάρκες και καΐκια σημαιοστολισμένα και γεμάτα από κόσμο. Σε κάποια βρίσκονταν κι οι επίδοξοι αλιείς του Σταυρού με τα μπανιερά τους τυλιγμένοι με πετσέτες και κάνοντας βηματάκια επί τόπου για προθέρμανση. Γενναία παλικάρια! Μόνο εκείνος ο Μιστόκλης, ο πλοηγός, με φευγάτη ηλικία και επίσημη στολή,  ναυτικό πηλίκιο και τα τοιαύτα αποτελούσε την έκπληξη. Έπεφτε με τα ρούχα στο νερό και φημολογούνταν μάλιστα ότι δεν ήξερε κολύμπι. Ρηχά τα νερά, βέβαια, μπροστά στην εξέδρα, κάνα μπόι βάθος, σε άφηναν να βλέπεις τα πλούσια πράσινα φύκια να αναδεύονται στο βυθό. Και με το πέταγμα του Σταυρού άρχιζαν να ηχούν βραχνά και εκκωφαντικά οι σειρήνες των αραγμένων στα πιο βαθιά πλοίων, να φτάσει το μήνυμα του Αγιασμού σε πελάγη και στεριές, να φοβηθούν οι καλικάντζαροι, να μαζευτούν στα βάθη της γης! Και του χρόνου!
                                                         
Βάντα Παπαϊωάννου-Βουτσά

1. Ιστορική φωτογραφία. 1929, Θεοφάνια στο λιμάνι Λαυρίου. Ανάρτηση Χάρη Συρίγου (αρχείο Μανώλη Μαρκουλή) στη σελίδα "Η Λαυρεωτική στα παλιά τα χρόνια"

2,3. Θεοφάνια στο σύγχρονο Λαύριο (φωτογραφίες της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά)


Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Για τον Χριστόφορο Μηλιώνη

Ο Χριστόφορος Μηλιώνης, από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς, δεν είναι πια μαζί μας. Οι περισσότεροι θα τον θυμούνται από τα γραφτά του, σημαντικά και διακριτά στη λογοτεχνία μας. Προσωπικά θα τον θυμάμαι ως σχολικό σύμβουλο στα καθηγητικά μου χρόνια, πάντοτε τόσο ξεχωριστό, τόσο προσιτό για οποιαδήποτε συμβουλή είτε στον χώρο του σχολείου είτε στα δύσκολα εκείνα χρόνια των πειραματισμών στα βαθμολογικά κέντρα, όταν πρωτοεφαρμόστηκαν οι Δέσμες. Στο βαθμολογικό κέντρο στο Αιγάλεω, και μπροστά στον όγκο των γραπτών που είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει με πολλούς νεαρούς συναδέλφους, προσπάθησε να μας πείσει ότι μπορούσαμε να διορθώσουμε το δύσκολο (σε κάθε περίπτωση) μάθημα της Έκθεσης. Και ήταν κοντά μας σε κάθε πρόβλημα που συναντούσαμε. Και θυμάμαι με πόση χαρά για την επιβεβαίωση της άποψής του με κάλεσε στο τέλος για να μου δείξει τις ελάχιστες διαφορές βαθμολογίας που είχαν τα γραπτά που διόρθωσα. Από τότε και στο εξής ποτέ δεν δείλιασα μπροστά σε καμιά πρόκληση βαθμολογική. Τον θυμάμαι και στο σχολείο του Περιστερίου, που δούλευα τότε, να μας μιλάει για το αγαπημένο του μάθημα, τη Λογοτεχνία, δείχνοντάς μας ότι μόνο αν την αγαπήσουμε πραγματικά μπορούμε και να τη διδάξουμε. Αγάπη για το αντικείμενο, πέρα από τις απαραίτητες φυσικά γνώσεις. Ήταν αλλιώς τότε τα πράγματα, η πρώτη φορά που εφαρμόστηκε ο θεσμός του σχολικού συμβούλου (που αντικατέστησε το θεσμό του Επιθεωρητή) και ήμασταν όλοι ενθουσιασμένοι με τους σημαντικούς φιλολόγους/λογοτέχνες που είχαν αναλάβει το έργο της καθοδήγησης. Μετά άλλαξαν αρκετά τα πράγματα βέβαια.

"Η σκιά του στρατιωτη" Αντώνης Ξυραφάς

Παρουσίαση βιβλίου




Αν όλα στον κόσμο μας δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα αντικαθρέφτισμα, εικόνες που διασώζουν την παρουσία τους όταν αποτυπώνεται το είδωλό τους πάνω σε άλλες αμφίβολες παρουσίες, τότε η απώλεια της σκιάς είναι μια σοβαρή οπωσδήποτε υπόθεση. Και αποκτά ιδιαίτερο λογοτεχνικό βάρος, όταν αποτελεί θέμα για το πολύ ξεχωριστό μυθιστόρημα του Αντώνη Ξυραφά «Η σκιά του στρατιώτη».
Ελάτε να μιλήσουμε γι' αυτό την Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου, στις 8 και μισή το βράδυ, στο Poems and Crimes των εκδόσεων Γαβριηλίδη (αγίας Ειρήνης 17).




Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Μην τύχει και φανούνε τα παιδιά
του Τάσου Σ. Μάντζιου





Μακρυγορεί απόψε
η νύχτα…
Πλατειάζει
κι όλο λοξοδρομεί
με άσχετες λεπτομέρειες,
σαν τις γηραιές κυρίες
στο πάρκο,
που απ’ την καλημέρα σου γαντζώνονται
και αρχίζουν να μιλάν για τη ζωή τους
και τα ωραία χρόνια,
που ήταν όλα πιο αγνά
και για τα εγγόνια τους,
που είναι πολύ καλά παιδιά
αλλά διστάζουνε να φτιάξουν τη ζωή τους,
αφού δεν έχουνε δουλειά,
και τότε
καταλαβαίνεις
ότι κανείς στο σπίτι δεν τις περιμένει.
όλη τη μέρα
λαχταρούν ν’ αλλάξουν
μια κουβέντα,
όλη τη μέρα
μπροστά στην τηλεόραση
κι όλο να μαγειρεύουν,
μην τύχει και φανούνε
κι ίσως πεινάνε
τα παιδιά,
που μένουν σ’ άλλη συνοικία
κι έχουν κι εκείνα
τις ζωές
και τις σκοτούρες τους,
και τότε
κατανοείς
και κάθεσαι και ακούς,
αφού
είναι άδικο να γερνάει κανείς,
μέσα σε άδειους τοίχους
κι αφού
σπαρακτική είναι περισσότερο
από τη μοναξιά σου
η ερημιά τους...


Τάσος Σ. Μάντζιος
(φωτογραφία του Robertt Frank)