Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2024

Ο πυρήνας μέσα μου Δημήτρης Στατήρης εκδόσεις Γκοβόστη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Ο πυρήνας μέσα μου

Δημήτρης Στατήρης

 εκδόσεις Γκοβόστη

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Μια ανατομία εαυτού • Fractal (fractalart.gr)

 


 

Μια ανατομία εαυτού

 

Παρακολουθώ τη γραφή του Δημήτρη Στατήρη από την πρώτη του εμφάνιση με ενδιαφέρον. Έδειχνε από την αρχή κάποια σημάδια που προοιωνίζονταν την εξέλιξή του σε μια σημαντική παρουσία στην πεζογραφία. Το πέρασμα από τα πιο συνήθη και συμβατικά πράγματα στα πιο παράξενα και διακριτά, στοιχείο που χαρακτήριζε από την αρχή τη γραφή του, μοιάζει να αποτελεί σταθερή επιλογή του, με τους ήρωές του να ξαφνιάζουν με την εναλλαγή από μια αναγνωρίσιμη «κανονικότητα» σε αιφνίδιες εξάρσεις και ακραίες συμπεριφορές. Σαν να περνούν από τη μία όχθη της πραγματικότητας στην αντίπερα, που καταργεί τις ρεαλιστικές συνθήκες.

Στο πρόσφατο βιβλίο του ισχύει η παραπάνω διαπίστωση. Ο ήρωάς του, συγγραφέας (καθόλου τυχαία φυσικά, η στροφή προς εαυτόν) χάνει με άγνωστο τρόπο το μοναδικό αντίγραφο του νέου του βιβλίου. Όλη η πλοκή αφορά την εναγώνια, ασθμαίνουσα σχεδόν, διαδρομή του για να βρει το πολύτιμο αντίγραφο.  Κι ενώ η αναζήτησή του αρχικά εδράζεται σε περιβάλλον λογικά αναμενόμενο (ψάχνει τα πρόσωπα που το προηγούμενο βράδυ είχε συναντήσει), στη συνέχεια το τοπίο αποκτά ακραία χαρακτηριστικά, με τον ίδιο να μεταμορφώνεται σε «ανιχνευτή» μιας κοινωνίας με χαρακτηριστικά παθογένειας, μέσα στην οποία και ο ίδιος από παρατηρητής μεταλλάσσεται σε πάσχον πρόσωπο. Στη συνείδησή του το απολεσθέν αντίγραφο αποκτά διαστάσεις τεράστιες, που υπερβαίνουν το βασικό χαρακτηριστικό κάθε έργου τέχνης ως αποτύπωσης της αληθινής ζωής, μεταμορφώνεται το ίδιο σε «πρόσωπο», υποβαθμίζοντας τα αληθινά, υπαρκτά πρόσωπα της ζωής του ήρωα, που βρίσκονται σε κίνδυνο, και τελικά αποχωρούν από τη ζωή του· αξίζει, άραγε, περισσότερο  το άψυχο βιβλίο από τη γυναίκα του που ψυχορραγεί;



Η επιλογή του πρώτου προσώπου προσφέρει τη δυνατότητα μιας ενδοσκόπησης πιο άμεσης, που οδηγεί σταθερά (από τον εξωτερικό, αντικειμενικό χώρο προς τον βαθύτερο εσωτερικό) προς την αποκορύφωση του δράματος, προς τον πυρήνα της ύπαρξης του ήρωα. Αν αναλογιστεί κανείς πως η αυτοσυνειδησία είχε ως αφορμή τη συγγραφή ενός βιβλίου, συνειρμικά η σκέψη οδηγείται προς την αρχική (ίσως) συγγραφική πρόθεση να γραφεί ένα αυτοαναφορικό της γραφής βιβλίο. Ωστόσο, όπως συνήθως συμβαίνει, η ίδια η γραφή μοιάζει να αυτονομείται και να φέρνει στο προσκήνιο ό,τι βαθύτερο υποκρύπτεται πίσω από τις αρχικές προθέσεις. Έτσι, στην πορεία της ανάγνωσης φαίνεται να ξεχνάς το αντικείμενο της αναζήτησης, σαν να ήταν απλώς μια πρόφαση, σαν ο ήρωας να αναζητούσε στην πραγματικότητα την ουσία της ύπαρξής του, την ουσία της θέσης του μέσα στον κόσμο.

Πρόκειται αναμφίβολα για την καλύτερη μέχρι τώρα δουλειά του Στατήρη, μια δουλειά που παρά τις μικρές αστοχίες της (δύο παραδείγματα: α. η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δεν δικαιολογεί μακροσκελείς περιγραφές, καθώς αυτές συνταιριάζουν με τον τριτοπρόσωπο αφηγητή-παρατηρητή και β. η συνεχής γραφή, χωρίς τον χωρισμό σε παραγράφους, τη συναντάμε άλλωστε και στα άλλα του βιβλία, ίσως να πρέπει να επανεκτιμηθεί ως επιλογή) δημιουργεί σιγά σιγά μια αναγνωρίσιμη γραφή, κυρίως στη θεματική αλλά και στον τρόπο παρουσίασης. Ο Στατήρης αγαπά την παράξενη γραφή, θέλει να δείξει πως υπάρχει και η άλλη όψη της πραγματικότητας πέρα από την πεζότητα, τις αναγκαστικές κοινωνικές συμβάσεις, την ομοιομορφία και την ακόμη πιο επικίνδυνη ομοιογένεια. Οι ήρωές του, όπως ο ήρωας στη νουβέλα αυτή, επιχειρούν να διαβούν από το υπαρκτό στο φαντασιακό, επιλέγοντας τον πιο δύσβατο δρόμο προς την ανακάλυψη του εαυτού.


Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

Η κουκουβάγια δεν έχει εμφανιστεί εδώ και κάμποση ώρα. Παρκάρω και κάθομαι σε ένα παγκάκι με θέα σε ολόκληρη την πόλη, μοιάζει σκεπασμένη με μαύρο βελούδο διάστικτο από αστραφτερά πολύτιμα πετράδια. Και βλέπω το αρπακτικό πουλί να περνάει με φόρα πάνω από το κεφάλι μου, να ανυψώνεται σα λευκό βέλος στον νυχτερινό ουρανό και μετά να χάνεται, ακολουθώντας ευθεία πορεία, ανάμεσα στο φέγγος της πόλης και τη λάμψη των αστεριών. Ανατριχιάζω. Ο ερχομός και η φυγή του ξαλάφρωσαν κάπως τον καημό μου, σαν ένας φίλος που ξέρει πότε να έρθει και πότε να σε αφήσει μόνο. […] Σκέφτομαι το χαμένο μυθιστόρημα. Βαλτώνω. Θροΐζουν οι φυλλωσιές, σαν ψίθυρος παρηγοριάς ή σαν μια γλώσσα συμβολική που λέει ότι όλα συνεχίζονται πάνω από κάθε πόνο, απώλεια ή καταστροφή. Αυτό που θέλω είναι να ξυπνήσω ξαφνικά στο κρεβάτι μου με εκείνη την ηλιαχτίδα να με βαράει ξανά κατακούτελα και να είναι πάλι πρωί και το μυθιστόρημά μου να είναι μέσα στον χαρτοφύλακα και όλα να κυλήσουν όπως πίστευα ότι θα κυλήσουν ούτε ένα εικοσιτετράωρο πριν. (σ. 67).

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου