Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

8 νέες προτάσεις ανάγνωσης Επιλέγει και σχολιάζει η Διώνη Δημητριάδου η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal 8 νέες προτάσεις ανάγνωσης • Fractal

 

8 νέες προτάσεις ανάγνωσης

Επιλέγει και σχολιάζει η Διώνη Δημητριάδου

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

8 νέες προτάσεις ανάγνωσης • Fractal

 


Έμιλυ Ντίκινσον, Τολμάς να δεις ψυχή σε πυράκτωση λευκή; 100 ποιήματα, μετάφραση: Δέσποινα Λαλά-Κριστ, Βασιλική Σιαφάκα. Εκδόσεις ΑΩ

 


Από δύο έμπειρες μεταφράστριες, τη Δέσποινα Λαλά-Κριστ και τη Βασιλική Σιαφάκα, έχουμε μια νέα έκδοση ποίησης της Ντίκινσον, μιας από τις πιο πρωτοποριακές φωνές της εποχής της, που ακόμη σήμερα επιδρά στους σύγχρονους ποιητές. Ο σκόπιμα αποσπασματικός της λόγος, η ιδιότυπη χρήση των σημείων στίξης, η περιεκτικότητα αλλά και η πολυσημία του λόγου της, η εξαντλητική της ενασχόληση με την ανθρώπινη ψυχή, την καθιστούν μια εμβληματική ποιητική μορφή, που από μόνη της συνιστά μια κατηγορία. Αρκετές δεκαετίες πριν την εμφάνιση του μοντερνισμού, η ποίηση αυτή δείχνει να προπορεύεται της εποχής της και, χωρίς να αποστασιοποιείται από την κυρίαρχη ρομαντική ποίηση, να διαβαίνει προς μια ανανέωση της μορφής. Εκατό ποιήματα έχουν μεταφραστεί σ’ αυτή την έκδοση –τα περισσότερα από αυτά παρουσιάζονται για πρώτη φορά–  σε μια μετάφραση που αποτελεί μια επί της ουσίας ερμηνευτική προσέγγιση των ποιημάτων, καθώς πρόκειται για μια «λεπτουργία», προϊόν πολύχρονης και απαιτητικής συνεργασίας των δύο μεταφραστριών. Τα ποιήματα χωρίζονται σε πέντε θεματικές ενότητες: Αυτονομία ψυχής-Εσωτερική ζωή, Αγάπη και Φιλία, Θνητότητα-Αθανασία, Θρησκεία και Πνευματικότητα, Φύση, καλύπτοντας όλο το φάσμα των θεμάτων που αποτέλεσαν έμπνευση και ανάγκη έκφρασης για την Ντίκινσον. Πρόκειται για μια σχηματική διάκριση, καθώς σε πολλά ποιήματα η θεματική δεν είναι μόνο μία. Πρωτότυπη, όσο και πολύ ενδιαφέρουσα για την ποίηση του 19ου αιώνα, είναι μια τελευταία ενότητα, στην οποία παρουσιάζεται μια «συνάντηση» των δύο Έμιλυ, δηλαδή της Έμιλυ Ντίκινσον και της Έμιλυ Μπροντέ, μια συνάντηση έξω από τα δεσμευτικά πλαίσια του χρόνου και του χώρου, στη βάση μιας κοινής θεματικής, με ομοιότητες και διαφορές στη μορφή (γλώσσα και ύφος). Η πολύ προσεγμένη έκδοση είναι δίγλωσση, συνοδεύεται από κατατοπιστικές εισαγωγές, μία για την ποίηση της Ντίκινσον και μία για τη συνάντηση των δύο Έμιλυ, και κοσμείται στο εξώφυλλο και τις σελίδες από έργα (ακουαρέλες) της Βασιλικής Σιαφάκα. Εν συνόλω μια έκδοση που συμπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο την εικόνα που έχουμε για την Ντίκινσον και το έργο της. 

 

 

Εδώ θα μείνουμε, 44 κείμενα για την Παλαιστίνη, ανθολόγηση-επιμέλεια: Ηλίας Φραγκάκης, Εκδόσεις Εύμαρος

 


Κάτω από τον εύγλωττο τίτλο Εδώ θα μείνουμε, συγκεντρώνονται 44 λογοτεχνικά κείμενα με ποικιλία ως προς τη μορφή, με κοινό τόπο όμως τη διάθεση συμμετοχής στον αγώνα του λαού της Παλαιστίνης με τον τρόπο που η λογοτεχνία ξέρει να παρεμβαίνει μιλώντας για την ειρήνη, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την αντιμετώπιση της βίας που μας ζώνει από παντού. Επειδή δεν είναι πολλές οι φορές  που εκδότης αναλαμβάνει να αποτελέσει το «όχημα» για να ακουστεί η φωνή των λογοτεχνών γύρω από μια θεματική κοινωνικής και πολιτικής αξίας που μας αφορά εν συνόλω, αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία στις εκδόσεις Εύμαρος και στον εκδότη Πέτρο Κακολύρη, που δηλώνει έμπρακτα τη συμπαράστασή του σε τέτοιας εμβέλειας θέματα. Το έργο αυτό συνιστά μια κραυγή, όσο δυνατή, για να φανεί η αλληλεγγύη προς τον δοκιμαζόμενο παλαιστινιακό λαό, να μην περιπέσει στη λήθη το δράμα του μπροστά στην αδιαφορία των καιρών για ό,τι συλλογικό, μπροστά στις τεράστιες μυλόπετρες σύνθλιψης συνειδήσεων και αξιών. Αντί προλόγου παρατίθεται ένα γράμμα που έστειλε ο Τίτος Πατρίκιος το 2002 στον Παλαιστίνιο ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς, δηλώνοντας τη συμπαράστασή του στο δράμα του λαού του, και καταλήγοντας: «Άλλωστε η ειρήνη δεν είναι άλλο από τον θρίαμβο της ζωής που καταργεί τον θρίαμβο του θανάτου». Αντί επιλόγου παρατίθεται ένα κείμενο του Μαχμούντ Νταρουίς από την ίδια χρονιά, στο οποίο καταλήγει: «Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η υπεράσπιση της εθνικής και ανθρώπινής μας ύπαρξης – ακόμη κι αν μας στήσουν στον τοίχο. Δεν έχουμε απολύτως καμιά άλλη επιλογή». Το «Εδώ θα μείνουμε» του τίτλου εκφράζει αυτήν ακριβώς την ανυποχώρητη θέση, την ανυπαρξία άλλης επιλογής. Στο εξώφυλλο ένα σχέδιο συμβολικό του Νίκου Δαχρή, με το ξερό δέντρο να απλώνει τις ρίζες του και να βγάζει νέα φύλλα. Ένα βιβλίο πολυφωνικό, αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς, σε επιμέλεια του Ηλία Φραγκάκη. Αντιγράφω από το εισαγωγικό του κείμενο: «Με τα  εργαλεία της λογοτεχνίας, ποιητές και πεζογράφοι επιχειρούν με την κατάθεσή τους να εκφράσουν τη φρίκη, τον αποτροπιασμό, να αφυπνίσουν, να μας κάνουν να σκεφτούμε και να πάρουμε θέση». Μένω σ’ αυτό το τελευταίο, «να πάρουμε θέση», γιατί η τόλμη να εκφραστεί η άποψη, η θέση, σπανίζει σήμερα, ή όταν υπάρχει συχνά κρύβει πίσω της  την υποκρισία ή τη σκοπιμότητα. Ας είναι, λοιπόν, η φωνή των λογοτεχνών, άδολη, αυθόρμητη και ειλικρινής που θα μιλήσει για το δίκιο των ανθρώπων που αγωνίζονται. 

 

 

Ελένη Πριοβόλου, Η  βίβλος της Ιώβ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη

 


Τρεις γυναίκες θα συναντηθούν στο πρόσφατο μυθιστόρημα της Ελένης Πριοβόλου. Η μία είναι η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, μια λογοτέχνις στο χρονικό μεταίχμιο του 19ου με τον 20ό αιώνα, που δεν ευτύχησε να δει το όνομά της εν μέσω των διακριθέντων. Η άλλη είναι η Γεωργία Σάνδη, η εμβληματική ανεξάρτητη γυναίκα που αγνόησε τις συμβατικότητες της εποχής της. Η τρίτη είναι η ίδια η Ελένη Πριοβόλου, που αναλαμβάνει να ανασύρει από τη λήθη (ή την επιλεκτική μνήμη) την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, να επινοήσει τη νοητή σχέση της με τη Γεωργία Σάνδη ως «όχημα», προκειμένου να αφηγηθεί τη ζωή της, μια ακόμη αντισυμβατική εξαίρεση στους κανόνες που καθόριζαν τη γυναικεία θέση, τη συμπεριφορά, τις ασχολίες της γυναίκας. Η συγγραφική πρόθεση ολοκάθαρη, ακόμα κι από την επιλογή των προσώπων, ηρωίδων του μυθιστορήματός της. Μια τοποθέτηση που αποκτά νόημα στη σημερινή εποχή, κι ας αφορά  τους προηγούμενους αιώνες, για να δειχθεί το σθένος της θέλησης που υπερβαίνει στερεότυπα και δεσμεύσεις, ανοίγοντας νέους δρόμους, νέες προοπτικές. Και, φυσικά, η αξία του λογοτεχνικού κειμένου που έρχεται με διττό ρόλο. Αφενός να συμπληρώσει και να επεκτείνει νοηματικά τα ιστορικά κενά. Αφετέρου να πάρει θέση στο δυστυχώς διαιωνιζόμενο θέμα της γυναικείας υποβάθμισης, που καλά κρατεί με την αρωγή της νοοτροπίας, που αλλάζει με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς, παρά τις θεσπίσεις νόμων που εύκολα στο όνομα μιας δήθεν ισονομίας προχωρούν σε αλλαγές στο οικογενειακό και εργασιακό δίκαιο. Θα έλεγα πως το Βιβλίο της Ιώβ, με τον ευρηματικό τίτλο, αποτελεί μια σημαίνουσα συμμετοχή της Πριοβόλου στο θέμα της διεκδίκησης δικαιωμάτων των γυναικών. Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου έμαθε να μιλά με ιστορίες και, μέσω αυτών, διεκδίκησε μια ξεχωριστή ζωή, αυτήν που επιθυμούσε. Η Γεωργία Σάνδη, και μόνο με την αναφορά στο όνομά της, και τον τρόπο που η Παπαδοπούλου τής αφηγείται τη ζωή της εν μέσω των ανδρικών περιορισμών, αναδεικνύεται σημαίνουσα μορφή του γυναικείου κινήματος, όταν ούτε η ίδια αλλά και κανένας άλλος το συνειδητοποιούσε ως κίνημα. Η Πριοβόλου αποδεικνύει πέρα από τη λογοτεχνική αξία της γραφής της, τη δύναμη της λογοτεχνίας όταν συνειδητοποιεί τους τρόπους παρέμβασής της στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη αξία του συγκεκριμένου μυθιστορήματος.

 

 

Γιώργος Συμπάρδης, Νύχτες με την Κάλλη, νουβέλα, εκδόσεις Μεταίχμιο

 


Το καινούργιο του Γιώργου Συμπάρδη αποτέλεσε για μένα άλλη μια ψηφίδα για την καταχώρισή του στην αξιολογική συγγραφική κλίμακα, στα πάνω σκαλιά, αλλά και μια ευχάριστη έκπληξη. Εξηγώ: τέσσερις μόλις νύχτες με την Κάλλη, τόσες μόνον αρκούν για τον συγγραφέα-αφηγητή για να χτίσει την ιστορία του. Μια ιστορία που πρωτοτυπεί ως προς ένα από τα βασικότερα στοιχεία που απαιτεί η πεζογραφία. Η ιστορία του Γιώργου Συμπάρδη δεν έχει πλοκή, γιατί φαινομενικά δεν έχει πουθενά να στηριχτεί. Η γυναίκα που θα συναντήσει ο αφηγητής, στην ουσία η αφορμή της γραφής, δεν οδηγεί σε συγγραφικές επινοήσεις, παρά μόνο σε σύντομες σκηνές, αποτελώντας μικρές τομές στον χωροχρόνο, μέσα στον οποίο κυλά η εν πολλοίς ανούσια ζωή του, επιβαρυμένη από τη νωχέλεια και τη ζέστη του Αυγούστου, που διαπερνά ως αίσθηση όλη τη νουβέλα. Η παρουσία της Κάλλης συνιστά ένα αμφίβολο παρόν γι’ αυτόν, μέσα από τις δικές της αφηγήσεις συνδέει τον εαυτό του με τη μνήμη μιας γυναίκας που έρχεται από το εφηβικό του παρελθόν για να τον αναστατώσει. Το όνομα κοινό και στις δύο, για τη μία αληθινό, για την άλλη εμμονική του επιλογή. Ο Συμπάρδης με την ιστορία του μοιάζει να ανανεώνει το πολύπαθο τοπίο της σύγχρονης πεζογραφίας, και να που δεν χρειάζονται πολλά για κάτι τέτοιο. Αρκεί μια αποδέσμευση από τετριμμένους κανόνες, από απαιτητικές προδιαγραφές για να συναντηθεί ο συγγραφέας με την αφορμή της γραφής του, να υποδυθεί τον αφηγητή, να αφεθεί στη γοητεία των ίδιων των λέξεων, όπως στη γοητεία της ίδιας της Κάλλης όπως την περιγράφει· σαν να έρχεται από άλλη εποχή, με τα απομεινάρια μιας σπουδαίας ομορφιάς. Κι εκεί που συναντιέται ο συγγραφέας με τον αφηγητή (συγγραφέα) και οι δύο με την Κάλλη και οι δύο (ή μόνον ο ένας;) με τη συνονόματη μακρινή παρουσία, να μη θέλεις να τελειώσει η ανάγνωση, ναι αυτή η χωρίς ιδιαίτερη πλοκή και σπουδαίες επινοήσεις και ανατροπές. Αν αυτό δεν καλείται πρωτότυπη, επινοητική, καλή λογοτεχνία, που δεν παύει να μας ξαφνιάζει από έργο σε έργο, τότε τι άλλο περιμένουμε;   

 

 

Άκης Παπαντώνης, Στα θερμοκήπια του Αυγούστου, ιστορίες, Εκδόσεις Κίχλη

 


Οι ιστορίες του Παπαντώνη έρχονται σε μια φυσική συνέχεια των προηγούμενων συγγραφικών του καταθέσεων, διαμορφώνοντας ένα πολύ αξιόλογο αναγνωρίσιμο ύφος αλλά και τρόπο προσέγγισης του κόσμου και των προσώπων που εντάσσει σ’ αυτόν. Το φόντο όλων των ιστοριών ο μήνας Αύγουστος που, αναλόγως, απελευθερώνει επιθυμίες ή εσωτερικεύει τραύματα δυσεπούλωτα. Ο καιρός μετατρέπει το βιολογικό ρολόι σε απορρυθμιστικό παράγοντα της ζωής, η μνήμη, αφημένη χαλαρή, κάνει το δικό της παιχνίδι, και όποιος αντέξει. Η λιτότητα της έκφρασης του Παπαντώνη εξισορροπεί την ένταση που συνιστά η ρήξη με το παρελθόν, η μοναξιά, η αίσθηση της άδειας πόλης, συνθήκες που οδηγούν σε αδιέξοδο, στην ανελέητη επίγνωση του άφευκτου και του μη αναστρέψιμου. Στο «θερμοκήπιο», στο οποίο βρίσκονται οι ανθρώπινες σχέσεις, ίσως όλα μπορούν να ρυθμιστούν για να εξασφαλιστεί η επιβίωση, ωστόσο  τίποτα δεν υπάρχει που να ανατροφοδοτεί την ελπίδα. Ιδιαίτερη η σημασία των υποσημειώσεων, που μετατρέπουν τον συγγραφέα-παντογνώστη αφηγητή της κάθε ιστορίας σε εξωκειμενικό παντογνώστη σχολιαστή γεγονότων και συνθηκών. Μια συνύπαρξη, έτσι, της ιστορίας με το παρελθόν της, των προσώπων, που δρουν ως ήρωες, με τη σκέψη τους να αποκαλύπτεται εκτός κειμένου. Αλλιώς, η συνέχιση της ιστορίας ή η συμπλήρωσή της εκτός κειμένου· μια πρωτότυπη χρήση της υποσημείωσης, ό,τι δρα, διαμορφώνει και επιμένει «υπό». Για παράδειγμα, στην ιστορία «Ζωγράφου», η μνήμη ανακαλεί όσα θα έπρεπε να έχουν αλλάξει αλλά δεν άλλαξαν, και η υποσημείωση επεμβαίνει για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Είναι ανάγκη να ακούς όσα δεν άλλαξαν, ακόμα κι όταν πια δεν έχει καμία σημασία. Η υποσημείωση αναδεικνύεται «παρούσα» στην ιστορία, έστω και εκτός κειμένου. Όσο η πεζογραφία θα βρίσκει νέους τρόπους έκφρασης, όσο η συγγραφική επινόηση θα αλλάζει τους ρόλους συγγραφέα και αφηγητή, θα έχουμε την ελπίδα μιας ουσιαστικής ανανέωσης, τόσο αναγκαία πια. 

 

 

Franz Werfel, Ο άνθρωπος που νίκησε τον θάνατο, μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός, νουβέλα, Εκδόσεις Κριτική

 


Ενδιαφέρουσες οι επιλογές από τη γερμανόφωνη λογοτεχνία των εκδόσεων Κριτική, αυτή τη φορά παρουσιάζουν μια νουβέλα του Τσέχου Franz Werfel, που μας μεταφέρει ως χωροχρονικό πλαίσιο στην Αυστρία της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Η βίωση των συνθηκών του Μεγάλου Πολέμου που προηγήθηκε, διαμορφώνει ένα περιβάλλον διάψευσης αξιών, επιτακτικής ανάγκης επιβίωσης και ανασφάλειας, μέσα στο οποίο ο ήρωας της ιστορίας θα πρέπει να συμβιβαστεί  με το ελάχιστο που τον κρατάει ζωντανό και χρήσιμο στην οικογένειά του. Το συμβόλαιο ζωής που συνάπτει συνιστά γι’ αυτόν μια ελπίδα να στηρίξει τη γυναίκα του και τον άρρωστο γιο του, αφού επιβαρυμένος και ο ίδιος με μια αρρώστια που τον οδηγεί γρήγορα στον θάνατο, δεν έχει άλλον τρόπο να τους βοηθήσει. Μόνο που ο όρος του συμβολαίου να συμπληρώσει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του για να καταβληθεί το συμφωνημένο ποσό, αλλάζει τα δεδομένα του. Πρέπει να παραμείνει ζωντανός μέχρι τα γενέθλιά του. Μέσα από αυτό το εύρημα, ο Werfel μεταφέρει όλη την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου μετά τον πόλεμο –γενική συνθήκη ζωής– στη μικρογραφία της ζωής του ήρωά του Καρλ Φιάλα, τοποθετώντας στον ένα δίσκο της ζυγαριάς τον θνήσκοντα παρακμασμένο κόσμο, και στον άλλο τη θέληση για ζωή, έστω και κάτω από τις ιδιαίτερες αυτές συνθήκες. Ο Καρλ θα αναμετρηθεί με τη μοίρα του, ισορροπώντας ανά πάσα στιγμή ανάμεσα στην πιθανότητα του μοιραίου θανάτου του, που ισοδυναμεί με καταστροφή, και στην απίθανη εκδοχή μιας νίκης της αδύναμης θνητότητάς του. Ο Werfel δεν γράφει μόνον ένα διήγημα, όσο καλό, γράφει και ένα λανθάνον δοκίμιο μέσα στην ιστορία του. Έτσι, όμως, συμβαίνει με την καλή λογοτεχνία. Υπερβαίνει το είδος που υπηρετεί, δεν μένει μόνο πιστή σ’ αυτό και τις προδιαγραφές του. Εδώ με τον καλύτερο τρόπο.

 

 

Κοραής Δαμάτης, καλοήθη παράσιτα, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Βακχικόν

 


Οι οικογενειακές σχέσεις, θέμα οικείο, ωστόσο δύσκολο στη λογοτεχνική του πρόσβαση, γιατί γράφοντας πρέπει να αναμετρηθείς με τα προσωπικά σου βιώματα αλλά και με όσα συνιστούν μια εικόνα κοινή εν πολλοίς, τοποθετημένη μέσα σε τόπο και χρόνο. Ο Δαμάτης επιλέγει για την ιστορία του το τέλος της δεκαετίας του ’80, μια εποχή μεταβατική, που έχει να δείξει σημαντικές αλλαγές τόσο στον ελληνικό κόσμο όσο και στον παγκόσμιο. Κι όπως θα ήταν αναμενόμενο, οι αλλαγές (πολιτικές και κοινωνικές) επηρεάζουν και τους θεσμούς, εν προκειμένω έναν από τους θεσμούς-στυλοβάτες της κοινωνικής δομής. Όσο, όμως, πιο στενά εμπλέκονται σε ένα θεσμό οι διαπροσωπικές σχέσεις, τόσο δυσκολότερο αποβαίνει το εγχείρημα μιας βαθιάς αλλαγής. Ο Δαμάτης στο μυθιστόρημά του δείχνει μια οικογένεια που δεν βρίσκεται απλώς σε μεταβατικό στάδιο προς μια ανανέωση των βασικών της δεδομένων. Μας δείχνει μια οικογένεια που τα χαρακτηριστικά της, αυτά που την κρατούν όρθια για αιώνες (παρά τις όποιες αλλαγές στις σχέσεις των μελών της), σε μια πεισματική άρνηση αλλαγής που φθάνει μέχρι τις μέρες μας. Είναι αυτά που ονομάζει στο τίτλο του βιβλίου του «παράσιτα», φαινομενικά ακίνδυνα στοιχεία, εν δυνάμει, όμως, και κάτω από ικανές συνθήκες, επικίνδυνα, και μάλιστα «καλοήθη», να μην εμπνέουν ανησυχία, να θεωρούνται σχεδόν φυσιολογικά και εύκολα ή δύσκολα αντιμετωπίσιμα. Αυτά δομούν τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, αυτά καθυστερούν την ανανέωση του ιδεολογικού υποστρώματος που, με τη δύναμη του στερεότυπου, διαιωνίζουν καταστάσεις προβληματικές. Ο λόγος του Δαμάτη αποδίδει με ευκρίνεια τα χαρακτηριστικά των προσώπων, τους χαρακτήρες, τις συγκρούσεις, τις ποικίλες «λειάνσεις» (δυστυχώς πρόσκαιρες), μεταφέροντάς μας σε μια οικογένεια με διασταυρούμενους ρόλους (ιδανικά θα τους βλέπαμε στην οθόνη ή στο θεατρικό σανίδι), με δύσκολα αποκτημένες ισορροπίες (επίσης πρόσκαιρες), με θεατρικότητα στους διαλόγους, με πολλά σημεία ενός «κοινού τόπου» για την αναγνωστική πρόσληψη. Από τις πιο πειστικές λογοτεχνικές προσεγγίσεις της οικογενειακής παθογένειας.

 

 

Γιούλη Χρονοπούλου, Άρωμα φουζέρ, διηγήματα, εκδόσεις Νήσος

 


Με μια συλλογή από είκοσι πέντε διηγήματα η Γιούλη Χρονοπούλου κάνει την  είσοδό της στην πεζογραφία. Ακολουθώντας την πάντοτε επιδραστική ρεαλιστική γραφή, επιχειρεί να αποδώσει τόσο την καθημερινότητα – συχνά φαινομενικά αδιάφορη, ωστόσο με κρυφές πτυχές που αποδεικνύονται ικανές να  υπερβούν το τετριμμένο και να απογειώσουν μια γραφή, όπως εν προκειμένω αυτήν. Η Χρονοπούλου φαίνεται να γνωρίζει την παραπάνω συνθήκη, έτσι αφήνει να την καθοδηγήσουν οι ήρωές της στη ζωή τους, επιτρέποντας μέσα στις ρεαλιστικές αφηγήσεις ψήγματα μιας ενδιαφέρουσας «απογείωσης», όπως για παράδειγμα στο διήγημα «Η γυναίκα με το τουρμπάνι». Οι ιστορίες της έχουν ενσωματωμένο μέσα τους το παρελθόν, το ανακυκλώνουν ως μνήμη και ως βαθιά εμπειρία των ανθρώπων τους – συχνά συνιστώντας ένα είδος κάθαρσης, όπως στο διήγημα «Η επιστροφή». Επιφανειακά, τα διηγήματα αυτά μοιάζει να μην συναντώνται σε έναν κοινό τόπο ως προς τη θεματική τους. Διαβάζοντας, όμως, νιώθεις στον τρόπο γραφής το υπόρρητο και αφανές νήμα που συνδέει αυτές τις σύντομες ιστορίες, καταξιώνοντας έτσι τη  μορφή έναντι του περιεχομένου, ως χαρακτηριστικό στοιχείο που επιτρέπει σ’ αυτά τα είκοσι πέντε διηγήματα να στεγαστούν στην ίδια συλλογή. Η αίσθηση που σου δημιουργούν, λεπτή και διακριτή, οδηγεί σε μια ιδιότυπη «συμμετοχή», εκεί που η αναγνωστική πρόσληψη προσεγγίζει τη συγγραφική αφορμή, όσο κι αν αυτή παραμένει εγγενώς άγνωστη και αποκτά νέα βιωματική εμπειρία μέσω της ανάγνωσης. Η Χρονοπούλου επιλέγει το διήγημα «Άρωμα φουζέρ» ως τίτλο όλης της συλλογής, διαχέοντας έτσι τη χαρακτηριστική μυρωδιά και προκαλώντας τη μία από τις αισθήσεις. Τις υπόλοιπες αισθήσεις –υπαρκτές κι αυτές ως πρόκληση μέσα στις ιστορίες του βιβλίου– θα τις ανακαλύψει ο αναγνώστης. Πιστεύω πως η Χρονοπούλου θα βρει κι άλλους τρόπους να δένει τις ιστορίες της μεταξύ τους, αποκτώντας μια ξεχωριστή θέση στη σύγχρονη λογοτεχνία της μικρής φόρμας. Ήδη το πρώτο δείγμα ιδιαίτερης αξίας.

 

Διώνη Δημητριάδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου